Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Γιορτινό Theme
Σήμερα στις 9:07 am από Lizzy Cullen

» Σκίτσα Anime VS Manga
Σαβ Δεκ 03, 2016 5:39 pm από HAMLET

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Νοε 29, 2016 11:22 pm από nansecrets

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

» Σχολια για ''η εποχη των ασφοδελων - the season of daffodils (by josephine hymes)
Τρι Οκτ 18, 2016 1:25 pm από HAMLET

» Σχόλιια για The one I love belongs to somebody else
Τρι Οκτ 18, 2016 11:29 am από papirous

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Τετ Νοε 10, 2010 10:27 pm

Γεια σας και απο μένα!!! Αυτό το φικ είναι η μετάφραση του αγγλικού μου φικ και ναι το αντικείμενο του γέλιου είναι η τσιπι (Σουζάννα). lol! Για όσους δεν διαβάζουν αγγλικα φικς, ή δεν το είχαν διαβάσει στα αγγλικα στο CandyTerry, ελπιζω να σας αρεσει. Πρεπει να προειδοποιήσω για όποιον τρεφει συναισθήματα συμπαθειας προς την Σουζάννα, οτι μπορει να μην είναι το καταλληλο φικ για σας. Και ναι είναι μια ψυχολογικά άρρωστη και αναπηρη κοπέλα αλλα επίσης είναι ενας φανταστικός χαρακτήρας - ουδεποτε και δεν είναι σωστό να αστειευομαστε εις βαρος τετοιον ανθρώπων αλλα η Σουζάννα σαν φανταστικός χαρακτήρας μας κόστισε στη φαντασία μας ως αναφορα το αγαπημένο μας ζευγάρι. Επισης συγχωρεστε μου τα οποια ορθογραφικα μου, μετα απο τόσο καιρο αγγλικα, τα ελληνικα μου δεν ειναι τα καλύτερα αλλα προσπαθώ.

Οταν οι κοκορες λαλουν τη νύχτα...


Εισαγωγή

Συμφωνα με την αρχαια Ελληνική μυθολογία, οι μοίρες των θνητών προσδιορίζονταν απο τρεις γυναίκες, τις τρεις Μοιρες. Αυτές ήταν οι θεότητες της μοιρας που προσωποποιούσαν την αναπόφευκτη τύχη του ανθρώπου. Έδιναν σε κάθε άνθρωπο την μοίρα του ή ένα κομματι αυτής μέσα στο γενικό πλαίσιο της ζωής.

Η Κλωθώ έκλωθε το νήμα της ζωής. Η Λάχεσης μετρούσε το νήμα της ζωής και η Ατροπος (ή Αϊσα) έκοβε το νήμα της ζωής.
Κανείς θνητός δεν μπορούσε να πάει ενάντια σε αυτό που είχαν αποφασίσει οι τρείς Μοιρες, και ακόμα και αν προσπαθούσαν συνειδητά ή όχι, οι Μοίρες θα έστελναν σκληρές τιμωρίες σ’αυτους ή κακοτυχία όπως την λέμε τώρα.

Ομως η ανθρώπινη καρδιά δεν παράδινε τα όπλα τόσο εύκολα, αιφνιδιες αποφάσεις και συναισθήματα ήταν δύσκολο να ελεγχθουν αλλά οι Μοιρες θα ήταν ασταματητες μέχρι η πορεία των πραγμάτων να ξαναγύριζε εκεί που είχε σταματήσει...







Κεφαλαιο 1: Μια νύχτα στο θέατρο...

Ψηλά στον Ολυμπο, στην Βόρεια Ελλάδα...μέσα σε μια σκοτεινή σπηλια, τρια πλάσματα που εμοιαζαν σαν ο χρόνος να τις είχε ξεχάσει, κοίταζαν έντονα το τοιχο της σπηλιας...


- Ελα επιτελους!!!, είπε μια απο αυτες με την ψηλή της φωνη, η ηχώ της γέμισε τη σπηλια.

Ηταν οδηνηρά αδύνατη, το δερμα της αλλοιωμένο απο ρυτίδες χιλιετερίδων και τα ασημένια της μαλλιά έπεφταν πολυ μακριά μέχρι τους γοφούς της.

- Ενα δευτερολεπτο!!!! Μα το Δια, Κλωθώ μου την δίνεις στα νευρα όλο και περισσοτερο τις τελευταιες μερες!!! Σου είπα, πως υπαρχει πρόβλημα με το σήμα τελευταια...προσπαθω με το ραβδί αλλά δεν πιανω τίποτα!!! Και τα γέρικα μου κοκκαλα δεν με βοηθούν...., ειπε η Λάχεσις που φαίνοταν αρκετα εκνευρισμένη.

Βάζοντας μεγάλη προσπαθεια στο βάδισμα της, προχώρησε απελπιστικα αργα προς το λειο τοιχωμα της σπηλιάς. Τα κοκκαλα της έτριζαν καθώς περπατούσε, κάποιος θα νόμιζε πως ένας θα σωριαζονταν στο έδαφος σαν μπόγος απο στιγμη σε στιγμη. Τα μάτια της ηταν μοισόκλειστα, τα γέρικα βλέφαρα της επεφταν βαρια πανω τους. Οι παλιες γκρίζες ρομπες της σκουπιζαν την κρύα επιφάνεια της σπηλιας. Βαστούσε γερα ενα παλιο ξύλινο ραβδι που εμοιαζε περισοττερο σαν ενα αχρηστο κομμάτι απο σαπιο ξύλο. Γυρισε και καρφωσε με τα ματια της την αδερφή της.


- Τι θα γίνει με αυτη τη φωτια, που ξεκίνησες να προσπαθήσεις να ανάψεις πριν δυο ώρες; Πεινάω και εχω παγώσει!!, φώναξε θυμωμενα στη τριτη αδερφή που κάθονταν αμιλητη στο πισω μέρος της σπηλιας, προσπαθώντας ήσυχα να φυσήξει αερα σε μια χουφτα αχυρα, με μια αδύναμη φλογα να καιει στο κέντρο. Η Αΐσα σήκωσε το κεφαλι της, κοιταζοντας την αδερφή της αδιαφορα.


- Ελα εσύ να το κάνεις, αν θέλεις!!!, τσίριξε απο την θέση της.
Φύσηξε άλλη μια φορά στα στεγνά αχυρα, πυκνός σκούρος καπνός έκρυψε το πρόσωπο της. Αρχισε να βήχει βιαια, βρίζωντας μεσα στο στόμα της.

Η Κλωθώ άφησε μια τρομαχτική κραυγή κάνοντας της αδερφές της να σωπάσουν μόλις ό ήχος έφτασε τα αυτιά τους.


- ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΙΕΣ ΗΜΑΣΤΕ;;, φωναξε τώρα εξω φρενών και στις δυο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ!!!, συνέχισε ενώ γουρλωσε τα μάτια της όσο μπορούσε, τα βαρια γκρίζα φρύδια της έπεφταν πάνω τους. ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;, φωναξε δυνατα στις δύο αδερφές της που την κοιτουσαν σιωπηλά.

- Φτιαχνουμε...τις μοιρες...των ανθρώπων..., ψιθύρισε η Λάχεσης ντροπαλά και σήκωσε το πρόσωπο της να κοιταξει την αδερφή της με το ύφος μαλωμένου σχολιοκόριτσου.

- Θα έρθης επιτελους εδω σε παρακαλώ να μαγεψεις το τοιχο με το ραβδί σου τότε;, είπε η Κλωθω διατάζοντας την.

Χωρίς αλλη λέξη, η Λάχεσης εφτασε στο λειο τοιχο και το ραβδί της ακουμπησε πανω του. Ενας δυνατός θόρυβος, σαν τα ξύλα που σκάνε στη φωτιά, ακούστηκε, λαμπρες σπιθες έβγαιναν τώρα απο το ραβδί, φωτίζοντας το εσωτερικό της σκοτεινής σπηλιας. Αργα, ο τοιχος άλλαζε, σαν να ζωντάνευε, μεταμορφώνονταν τμηματικά σε ενα τεραστιο παραθυρο στο κόσμο...


- Επιτελους!!!, ειπε η Κλωθώ ενθουσιασμένα και ολες μαζι πλησίασαν κοντα στην εικόνα που σχηματίζονταν μπροστα στα ματια τους.



********************


Ηταν αργα τη νύχτα. Μέσα στη σιγή του άδειου θεάτρου ακουστηκε μια δυνατή φωνή.


- Όπου δεν έλαβε ποτέ πληγές τις περγελάει, μα κοίτα! Σε κείνο το παράθυρο τι φως έχει προβάλλει! Είναι η Ανατολή, κι είναι η Ιουλιέττα ο ήλιος!! Έβγα ωραίε ήλιε και θάμπωσε τη φθονερή σελήνη, που χλώμιασε κι αρρώστησε κι όλας απ'το κακό της, να βλέπει εσένα, την πιστή της, πιο όμορφη απ'την ίδια..., είπε ο Τέρρυ με παθος στη φωνή του.

Η λυγερή του σιλουεττα απλωνώταν ψηλή και σκοτεινή στις κουρτίνες πίσω του καθώς εκεινος έστεκε μπροστα στα λαμπερα φώτα του θεάτρου.


********************


Η Κλωθώ κοιτούσε έντονα την εικόνα του Τέρρυ πάνω στο πέτρινο τοιχο.

- Ααααα....ο νεαρος Τέρρυ Γκράντσεστερ..., ειπε και άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω, τα ματια της γύρισαν, αφήνοντας μόνο το άσπρο να φανει μέσα στις κογχες τους.

Σαν υπνωτισμένη, γύρισε το κεφάλι της γρήγορα μπροστα και απο ένα σωρό με διαφόρων χρωμάτων νήματα, έπιασε αργα με τα μακρια κοκκαλιαρικα δάχτυλα της ενα μεταξένιο χρυσό νήμα. Αρχισε με γρήγορες κινήσεις να υφαίνει το νήμα στη ρόκα της. Η Λάχεσης καθόταν δίπλα στην αδερφή της και παίρνοντας το υφασμένο νήμα, το μετρούσε συνέχως, καθώς περνούσε απο τα χέρια της .

- Το ομορφόπαιδο μας έχει ακομα πολύ ζωή μπροστά του, ειπε και χαμογελάσε ικανοποιημενη.

Η μοιρα του Τερρυ ήταν η αγαπημένη της μοιρα. Ειχαν ρίξει στο δρόμο του την αγάπη, και η Λάχεσης ειχε επιμεινει για τον αγαπημενο της θνητο, να του δώσουν το μεγαλύτερο δώρο απο ολα, αιώνια και απόλυτη αγαπη. Τα μάτια της Λάχεσης αστραψαν με αυτη της την σκεψη. Η Αΐσα ήταν τελευταια στη σειρα, ακουμπουσε το χρυσο νήμα της μοιρας του Τέρρυ κρατώντας ενα βαρύ ασημένιο ψαλιδι στο δεξί της χέρι.

- Προσεχε με αυτο το ψαλιδι, ψιθύρισε η Λάχεσης στην αδερφή της και την έσπρωξε απαλά με τον μυτερο της αγκώνα.

- Αου!!! Προσέχω, προσεχω, μίλησε πισω στην αδερφή της. Αν δεν σταματήσεις να με πειραζεις, το ψαλιδι μου δεν θα κοψει νήματα, αλλά κατι άλλο εντελώς διαφορετικό, ειπε σιγανα μέσα απο τα δόντια της και ανοιγοκλεισε το ψαλιδι με μια αστραπιαια κινηση κοντά στα δάχτυλα της Λάχεσης.

Η Κλωθω τους είπε να κάνουν ησυχια και για μια ακόμα φορα εγινε σιωπή μεσα στην σπηλια.



********************


- ... Έβγα ωραίε ήλιε και θάμπωσε τη φθονερή σελήνη..., ακουστηκε παθιασμένα η φωνή του Τερρυ μεσα στην ησυχια.

Σταματησε και εριξε μια ματια πισω στο σενάριο.

- Οχι, οχι, οχι..., πρεπει να είναι τελεια, το φακιδομουτρακι μου θα παρακολουθει..., μουρμουρισε με ενθουσιασμο στο εαυτο του.

Οι σκέψεις του κοπηκαν αποτομα καθώς ακουσε μια φωνή να λέει το ονομα του.

- Τερρυ...;, μια αδυναμη φωνή ακουστηκε απο τα αριστερα του, κοντα στις κουρτινες.

Η Σουζαννα εμφανιστηκε, κοιτάζωντας τον Τερρυ με ενα ντροπαλο βλέμμα γεματο λατρεια στα ματια της. Ο Τερρυ την κοιταξε με εκπληξη, νιωθωντας εκνευρισμενος. ‘Τι κάνει αυτή εδώ;’, αναρωτήθηκε. ‘Πρεπει να συνεχίσω με το ρόλο μου!!’, σκέφτηκε τρίζοντας ελαφρά τα δοντια του.

- Σουζάννα; Τι κάνεις εσυ εδώ;, την ρώτησε με σταθερή φωνή.


********************


Η Κλωθώ γυρισε το κεφάλι της αποτόμα και κοιταξε τις αδερφες της που κρατουσαν το νήμα του Τέρρυ.


- Τι κάνει αυτή εκεί;, ρώτησε θυμωμένα.

- Δεν ξέρω!!, ειπε η Λάχεσης με φοβισμένο τόνο στη φωνή της ανασηκώνοντας τους ώμους της. Εσυ ξέρεις;, γυρισε και ρώτησε την νεότερη αδερφή. Τα μάτια της Αΐσα άστραψαν.

- Που θές να ξέρω; Γιατι πάντα υποθέτεις οτι έχει να κάνει με μένα!! Επειδη κρατάω το ψαλιδι, δεν σημαινει οτι πρεπει να ξέρω τι κάνει αυτη η χαζή ξανθια εκει πέρα!!!, αντιμίλησε.

Ειχε φτασει μέχρι εδω με τις δύο αδερφές της και τις διαθέσεις τους.

Η Κλωθώ κοιταξε νευρικά το σωρο με τα νήματα που ήταν όλα μπλεγμένα και πεταμενα στο πατωμα. Επιασε με χερια που τρέμανε ενα χλωμο κίτρινο νήμα και αρχισε να το ισιωνει με γρήγορες κινησεις. Μερικα δευτερολεπτα αργοτερα, αφησε μια ανησυχητική τσιρίδα. Τα νήματα του Τερρυ και της Σουζαννας είχαν κατα λάθος μπλεχτει μεταξύ τους σε κόμπο. Τα ματια της Λάχεσης σαν να φώτισαν στο σκοτάδι.


- Οχιιιι!!!!, τι συνεβει εκει;, φώναξε δυνατα. Ο Τερρυ της!!! Με αυτη τη χαζοξανθια!!! Δεν μπορουσε να το πιστεψει!!!

- Να παρει, να παρει, να παρει, φωναζε και αρχισε να βαραει με γροθιες τη ποδια της. Η Αΐσα την επιασε απο τον ώμο.

- Μην πανικοβαλλεσε, κατι θα κάνουμε, ειμαι σίγουρη...ετσι δεν είναι Κλωθώ;, την ρώτησε και κοιταξε νευρικά την μεγάλη της αδερφη. Η Λάχεσης ηταν στα ορια νευρικής κρισης. Λάτρευε το Τέρρυ.


Τα ματια της Κλωθως ήταν κολλημένα στο τοιχο, και μεγάλωναν ολοένα καθώς ακουγε την Σουζάννα να εξομολογήτε τον ερωτα της στον Τέρρυ, το σενάριο απο τα χερια του να πέφτει στο πατωμα.

- Οοοο...σκ@τα!!!, ψιθύρισε μέσα απο τα δόντια της. Γυρισε στις αδερφες της.

- Δεν μπορούμε να λυσουμε εμεις το κομπο!!,τους φώναξε ενώ εκεινες την κοιτούσαν με σοβαρό ύφος.

- Μπορώ να κόψω αυτο το εμετικο κιτρινο αν θέλετε!!!, ειπε η Αΐσα ενθουσιασμένα και ανοιγόκλεισε το ψαλιδι.

- Οχιιιι!!, δεν μπορουμε να κανουμε κατι τετοιο, ειπε με επειγον τονο στη φωνη της η Κλωθω, δεν μας επιτρεπεται να κοψουμε το νήμα πριν την ώρα του. Μόνο η Σουζάνα μπορει να λύσει το κομπο με το να το επιθυμήσει και μονο δυστυχως, ειπε και χαμήλωσε το κεφάλι της κοιτάζοντας το πατωμα. Οι λυγμοι της Λάχεσης γέμιζαν τωρα τη σπηλια.

- Τερρυυυυυ...., φώναξε καθώς τα δακρυα κυλουσαν απο τα ματια της. Η απόλυτη αγάααααπηηηη πάειιιιι...., σπαραζε απελπισμένα.

Η Κλωθώ ανασήκωσε το κεφάλι της αργα και στα χείλη της σχηματιστηκε ενα πλατυ χαμόγελο.

- Δεν μπορουμε να λύσουμε εμεις το κομπο...,αλλα...μπρορουμε να την βοηθήσουμε να το κάνει μονη της!!, ειπε αυτη τη φορα με χαρα στη φωνη της καθώς δαχτυλοεδιξε την Σουζάννα που στέκονταν σιωπηλή μπροστα σε ενα θυμωμένο Τερρυ.

Η Λάχεσης σταματησε να κλαιει. Σκουπισε τα ματια της γρηγορα.

- Τι εννοεις...βοηθεια; Κοιταξε τον!!! Πιστευεις οτι κανενα κορίτσι θα άφηνε ενα τετοιο νεαρο αντρα με την θέληση της;; Αυτος θα μπορούσε να είναι ο γιος του Δια, μα το ονομα του Θεων του Ολυμπου!!!

Η Κλωθώ γελασε ελαφρα και η Αΐσα κρατουσε την αναπνοή της.

- Ας πούμε πως η γνωριμια της με τον Τερρυ, δεν θα είναι το καλύτερο πράγμα που συνεβει στην ζωή της..., ειπε με ένα σκανταλιαρικο χαμογελο στο προσωπο της. Στην πραγματικοτητα...δεν θα είναι καθόλου καλο..., συνεχισε και ξέσπασε σε γαργαρα γελια.



********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Πεμ Νοε 11, 2010 11:19 pm

Κεφάλαιο 2: Το αναμενομενο...αναπάντεχο


Η Σουζάννα αφησε το θέατρο σχεδόν τρέχοντας. Eνα κύμα απελπισίας και ντροπής την διαπερνούσε. Ήθελε τον Τέρρυ τόσο πολύ, είχε πείσει τον εαυτό της οτι θα μπορουσε να τον κάνει δικό της, ακόμα και άν πάντα φερόταν αδιάφορος και καμοιά φορά απότομος απέναντι της. Tώρα της είχε πει ευθεως για την Κάντυ...την αγαπάει. Τον παρακάλεσε να μην έρθει η Κάντυ στη πρεμιερα! Για κείνη, το να κάνει τον Τέρρυ να την αγαπήσει, ήταν η πρώτη της σκέψη το πρωί και η τελευταία σκέψη που γέμιζε το μυαλό της καθώς αποκοιμιόταν. Τα ματια της θόλωσαν με ζεστά δάκρυα εκει ακριβώς που στέκοταν στο πεζοδρόμιο. Εκανε ένα βήμα να πέρασει το δρόμο απένταντι και ακουσε δυνατές φωνες. Γυρισε το κεφάλι της προς τα αριστερα ενστικτωδώς. Ενα αυτοκίνητο ερχοταν με ταχύτητα προς το μέρος της, ο οδηγος κορναρε σαν τρελλος!!

Παγωσε στο σημείο που στέκοταν και αφησε μια τρομαγμένη κραυγη. Ξάφνου αισθάνθηκε καποιον να την τραβά απο το χέρι ρίχνωντας την με δύναμη στο πεζοδρόμιο. Ήταν χλωμή σαν φάντασμα, καθώς γυρισε να κοιτάξει τον αντρα που την έσωσε.

- Καλύτερα να κοιτάς που πάς δεσποινίς, ο άντρας της μιλησε αυστηρα καθώς σηκώνονταν, ξεσκονίζοντας τα ρούχα του απο το πέσιμο τους. Μπορει να μην το πρόσεξες, αλλά υπάρχουν στους δρόμους οχήματα για κάμποσο καιρό τώρα, συνεχισε και της έδωσε το χέρι του να την βοηθήσει να σηκωθεί.

Εκείνη φαίνοντας ακόμα ζαλισμένη απο το συμβάν, προσπάθησε να σταθεί και κοίταξε τον άντρα στα μάτια.


- Σας ευχαριστώ κυριε για την βοηθεια...Θα είμαι περισσότερο προσεκτική την επομενη φορά, απάντησε απολογητικά.

- Να το κάνεις αυτο..., της είπε. Λοιπόν, να με συγχωρείς τώρα...ειμαι στο δρόμο για το σπίτι...καληνύχτα νεαρή μου κυρία, της ειπε και χαμογέλασε, αφήνωντας την να στέκεται εκει στο πεζοδρόμιο με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά.

- Καληνύχτα..., εκεινη ψιθύρισε με μια απομακρη φωνή.



********************


Η Κλωθώ σταματησε να υφαινει, γυρισε και κοιταξε αυστηρα την νεοτερη αδερφη που κρατούσε το ψαλίδι.

- Είπα να την βοηθήσουμε!! Οχι να την σκοτώσουμε!!!, φώναξε στην Αΐσα.

- Δεν είναι το ίδιο;, ανασηκωσε τους ώμους της έχοντας ενα απλανές βλέμμα.

- Οχι να παρει, δεν ειναι!! Το νήμα της ζωής της είναι ακόμα μακρύ, δε μπορείς έτσι απλα να την πετάξεις κάτω απο ένα αμάξι!!, η Κλωθώ διαμαρτυρήθηκε.


Η Λάχεσης γέλασε ελαφρά, ‘ίσως θα έπρεπε να πάρει το μέρος της Αΐσα και να ξεφορτωθουν την βλαμμένη ηθοποιο μια και για πάντα’, σκεφτηκε και χαμογέλασε καθως ψυχαγωγουσε το μυαλό της με τρόπους που θα μπορουσε να βγάλει την Σουζάννα απο την μέση, αφήνοντας τον Τέρρυ και την αγαπη του μονους για πάντα. Η Κλωθώ κοιταξε και τις δύο τους κουνόντας το κεφάλι της με απόγνωση. Οι αδερφές της δεν αντέχονταν.

- Εαν δεν κάνετε αυτό που σας λέω, θα τους αφήσω όπως είναι..., ειπε πίσω απειλητικά, και ετοιμάστηκε να ρίξει τα νήματα του Τέρρυ και της Σουζάννας στο πάτωμα.

Τα πρόσωπα των αδερφών της έγιναν σοβαρα και κοιταξαν τα νήματα που κρατούσαν. Δεν είπαν λέξη. Η Κλωθώ τις κοιταξε ικανοποιημένη που τα λογια της είχαν βρει το καταλληλο τους σημείο.

- Τωρα...πισω στο σχέδιο..., ειπε αργα και αρχισε να υφαίνει τα νηματα τους γρηγορα.



********************


Η Σουζάννα προχωρουσε σιγα προς το σπιτι της, νιωθωντας ακομα μουδιασμένη απο την στενή της επαφη με το αυτοκίνητο, συνειδητοποιώντας οτι ξέφυγε απο σοβαρό τραυματισμο και πιθανότατα θάνατο σε κλάσματα δευτερολεπτου. Η τύχη ήταν με το μερος της, σκεφτηκε και χαμογέλασε αχνα. Ειχε φτάσει στο πεζοδρόμιο εξω απο το διαμέρισμα της και κάνοντας ακομα ενα βήμα αισθάνθηκε οτι πατησε κάτι μαλακο και υγρο. Τα μάτια της γύρισαν προς το πεζοδρομιο και ζάρωσε το προσωπο της αηδιασμένη. Το παπουτσι της πατουσε πάνω σε μια μεγάλη ακαθαρσια απο σκύλο.

- Οοοο!!! Γαμωτο!!, φώναξε, τα καινούργια μου παπουτσια!!!, συνεχισε, κοιτάζοντας το λερωμένο δεξί της παπουτσι. Ποιος βγάζει το σκύλο του για βολτα τέτοια ώρα τη νύχτα;, αναρωτήθηκε δυνατά και προσπαθησε να καθαρίσει το παπούτσι της στα σκαλια. Αφησε ενα μουγκρητό αηδίας, και ανεβηκε τα σκαλια με δυνατα βήματα, ενω αισθάνονταν συγχισμένη.

Η μητέρα της περίμενε με αγχος μεσα στο διαμέρισμα οταν η Σουζάννα ανοιξε την πορτα.

- Επιτέλους!!! Ξέρεις τι ώρα είναι;;, φώναξε στην κόρη της.

- Ξέρω μητέρα!, η Σουζαννα απάντησε. Πηγα να δω τον Τερρυ, συνέχισε με ένα στεναχωρημένο τόνο στη φωνή της.

Η μήτερα της την κοιταξε με διάπλατα μάτια.

- Και;;; Του μίλησες;;, της είπε με ενθουσιασμο.

- Εεεε ναι...του μίλησα!, απαντησε η Σουζάννα.

- Πως το πηρε;, η μητερα της ρώτησε, νιώθωντας ανυπόμονη με τις σύντομες απαντησεις της Σουζάννας. Ηταν σαν να προσπαθούσε να βγάλει νερό απο την πέτρα. Η Σουζάννα την κοιταξε στα μάτια ενω αισθάνονταν καπως θυμωμένη.

- Τι σου λέει το προσωπο μου μαμα;, της ειπε πισω απότομα. Η μήτερα της την κοιταξε με απογοητευση.

- Οχι καλά εε;, σχολίασε και προχωρησε προς την κορη της να την αγκαλιασει για υποστήριξη.

- Αγαπάει άλλη μαμα!, της φώναξε μην μπορώντας άλλο να το κρατήσει μέσα της.

Η μητέρα της εμεινε ακίνητη με τα μάτια της ορθανοιχτα απο την εκπληξη.

- Άλλη;!!! Τον πρόλαβε άλλη;!!, η φωνή της ακούστηκε λεπτη και δυνατη μαρτυρώντας το αναπάντεχη φύση αυτου που μόλις η κόρη της μαρτύρησε.

- Ωχ βρε μαμάαα..., απάντησε η Σουζάννα φανερά απογοητευμένη και συνάμμα θυμωμένη με τη τροπή που είχε πάρει το θέμα.

Καταλαβαίνοντας την διαθεση της κόρης της, η κυρια Μαρλοου εσφιξε το πανι που κρατούσε στο χέρι της και αρχισε να σκουπίζει το τραπέζι σχεδόν μανιακά λες και ήθελε να βγάλει τη κοπρο του Αυγειου απο πάνω του. Δεν ήθελε απο μεριά της να δειξει οτι ταράχτικε απο τα συναισθήματα που έβγαζε η Σουζάννα.

- Εεεε καλά...ξέρεις τι λενε γλυκιά μου...Ολα είναι δικαια στο πολεμο και στην αγαπη..., είπε σχεδον ξεπνοα, αφου είχε κιολας ιδρωσει απο το τρελλο τριψιμο που έριχνε στο τραπεζι.

Σταμάτησε και πηρε μια ανασα πριν κάνει να πλησιασει τη κόρη της.

- Θα δεις πως ο Τερρυ δεν θα μείνει πολύ καιρό ασυγκίνητος μπροστά σου αγάπη μου...ουτως η αλλιώς την βλέπεις αυτή τη Κάντυ πουθενά κοντά του;, τη ρώτησε.

- Οχι, δεν μένει στη Νεα Υόρκη μαμα, απάντησε εκείνη χαμηλόφωνα, νιώθοντας λίγο θάρρος μέσα της μετα τα λόγια της μητέρας της.

- Είδες λοιπον; Μην το βάζεις κάτω...θα τον καταφέρεις σίγουρα, της είπε και προχώρησε λιγο πιο κοντα της.

Σταμάτησε όμως ακριβώς μπροστα της και ζάρωσε τη μύτη της. Μια έντονη άσχημη μυρωδιά εδιωξε τις σκέψεις της.

- Τι είναι αυτή η βρωμερή μυρωδιά;, ρώτησε τη Σουζάννα.

- Οοο...πατησα πάνω σε μια ηλίθια ακαθαρσια απο σκύλο καθως γύριζα πίσω, απαντησε η Σουζάννα νευριασμένη και γύρισε τα ματια της. Η κακή της διάθεση ξαναγύρισε. Σκέφτηκε οτι ίσως αυτή δεν ήταν η μέρα της τελικα και προχώρησε κουρασμένα προς το δωμάτιο της.

- Παω για ύπνο μαμα, της ειπε με αχρωμή φωνη. Καληνύυυχτα, της φώναξε απο το υπνοδωμάτιο της.

- Καληνύχτα γλυκιά μου, της ειπε η μητέρα της καθώς προχώρησε και στάθηκε ακριβώς στη πόρτα του δωματίου. Πρέπει να έχεις δυνάμεις για αύριο, είναι η γενική πρόβα σου σαν Ιουλιέτα, της είπε και χαμογέλασε με χαρα στη Σουζάννα που δεν φαίνονταν να συμμερίζετε τα συναισθήματα της. Κοιταξε τη κόρη της για μερικες στιγμές καθώς ετοιμάζονταν σιωπηλά να πέσει για ύπνο και αφησε ενα αναστεναγμο παραίτησης ενω έφευγε απο το δωμάτιο.


********************


Η Αΐσα είχε πάει πίσω στην φωτια που έκαιγε λαμπερη τώρα στο βάθος της σπηλιας.

- Βιασου!!, η Κλωθώ φώναξε με ενα επειγον τόνο στη φωνή της, τα μάτια της ήταν πάνω στη Σουζάννα που έμπαινε μέσα στα σκεπάσματα της, έκλεινε τα μάτια της, σκέφτονταν τον Τέρρυ.

Η Αΐσα αδεισε λιγη μαύρη στάχτη απο ένα μπουκαλάκι στη χούφτα της και την πέταξε με δύναμη πάνω στη φωτια. Ενα σκοτεινό σύννεφο αναδύθηκε, απλώθηκε ψηλά γεμίζοντας το ταβάνι της σπηλιας. Η Λάχεσης στέκονταν όρθια και κείνη, κοιτώντας το σύννεφο.

- Μέλε...Που είσαι; Είπε η Λάχεσης ψιθυριστά.

Φοβόταν την Μέλενα. Ήταν η θεά που κυβερνούσε τους εφιάλτες, ζούσε στο Κάτω Κοσμο, ενα μέρος το οποιο η Λάχεσης ευδαιμόνηζε το άστρο της που δεν χρειάζοταν να επισκεφτεί. Ενα ρίγος την διαπέρασε με αυτη της την σκέψη μόνο. Η σπηλιά μύριζε έντονα θιάφι και η Λάχεσης ευχήθηκε να εμφανιστεί γρήγορα η Μέλενα. Δυο λαμπερα αμυγδαλένια κόκκινα μάτια φάνηκαν αργα μέσα απο το καπνο που μεταμορφώνονταν σε παχιά μακριά μαύρα μαλλια. Μια βαθιά φωνή που δεν θύμιζε τίποτα γηινο ακουστηκε και οι τρεις Μοιρες κοιτούσαν έντονα το πρόσωπο που εμφανίζονταν μέσα απο το σύννεφο του καπνου.


- Τι είναι αυτή τη φορά Λάχεσης;, ακούστηκε νευριασμένη. Εχεις την κακή συνήθεια να με καλείς όταν είμαι πολύ απασχολημένη!!, συνέχισε και η ανάσα της ήταν σαν κρύος μουχλιασμένος αερας.

Η Λάχεσης είχε καταπιεί την γλώσσα της και κοίταξε την Κλωθώ με ικετευτικά μάτια. Η Κλωθω έσφιξε τα χείλια της. Τα μάτια της χαμογέλασαν.

- Αγαπημένη μου Μέλε, είπε, απολογούμε βαθέως που χρειάστηκε να σε καλέσουμε απο τα έγκατα της γής, αλλα θέλουμε μια μεγάλη χάρη. Θέλουμε τους εφιάλτες σου αγαπητή μου!, συνέχισε η Κλωθώ κάνοντας τη φωνή της όσο γλυκιά μπορούσε.

Η Μέλενα αναστέναξε. Δεν είχε ιδέα τι σκάρωναν αυτές οι τρείς, αλλα ήταν σίγουρη οτι τα είχαν μπερδέψει πάλι τα πράγματα.

- Αυτη είναι και η τελευταια φορά που παίζω τα παιχνίδια σας Κλωθώ, ειπε σαν να την μαλώνει. Ποιόν θέλετε να τιμωρήσετε στον ύπνο του αυτή τη φορά;, τους ρώτησε. Η Κλωθώ γύρισε και κοίταξε τη εικόνα της Σουζάνας που χαμογελούσε απαλά καθώς την έπερνε ο ύπνος και ονειρεύονταν τον Τέρρυ στο πλάι της.

- Αυτή!!! Μπλέχτηκε στη μοιρα ενος άλλου θνητού. Πρεπει να απομακρυνθεί απο την ζωή του...και έτσι προσπαθούμε με ότι έχουμε να γυρίσουμε τα πράγματα εκεί που ήταν στην αρχή.

- Εννοεις...εσείς τα μπλέξατε...και προσπαθήτε να επανορθώσετε, ειπε η Μέλενα και η Αΐσα ανατρίχιασε σ’όλο της το κορμί παρόλο που κάθονταν δίπλα στη φωτιά.

Η Κλωθώ κατέβασε το βλέμμα της, όντως είταν ανεύθυνες...ήταν αλήθεια. Είχαν χάσει το παραθυρο στο κόσμο για μέρες τωρα, και τα νήματα με τις μοίρες είταν απλωμένα στο πάτωμα σε ένα μεγάλο μπερδεμένο κουβάρι.

- Θα το κάνω Κλωθώ...για ότι έχουμε περασει παλιά αλλα πρέπει να είσαστε οργανωμένες...δεν μπορείτε καθε φορά που τα μπερδεύετε να τρέχετε πανικόβλητες μετά.

- Δεν τρέχουμε πανικοβλητες, διαμαρτυρήθηκε η Λάχεσης χωρίς να σκεφτεί. Εχουμε σχέδιο..., ειπε και δάγκωσε τα χείλια της καταλαβαίνωντας οτι είχε αντιμιλήσει στην Μέλενα. Κοιταξε όλους που την κοιταζαν αυστηρά, μουρμουρησε ένα ‘συγγνώμη’ και χαμήλωσε το κεφάλι της.

- Πάντα υπάρχει ένα σχέδιο..., παραπονέθηκε η Μέλενα και κοιταξε τις τρεις γερόντισσες που την κοίταζαν με μάτια γεμάτα ελπίδα. Τελοσπάντων, ο χρόνος κυλάει, θα σας κάνω τη χάρη. Σας παρακαλώ όμως να είναι η τελευταία φορά..., ειπε προειδοποιητικά στις Μοιρες καθώς το πρόσωπο της εξαφανίζονταν απο μπροστά τους.

Και οι τρεις άφησαν την αναπνοη τους ελεύθερη ανακουφισμένες πηγαίνοντας να κοιτάξουν το παραθυρό τους στο τοιχο.



********************


Η Σουζάννα γύρισε νευρικά στον ύπνο της, τα μάτια της γύρναγαν δεξια και αριστερά κατω απο τα κλειστα βλέφαρα. Εσφιξε το πάπλωμα πάνω της. Ταξίδευε στο κόσμο των ονείρων. Το όνειρο της είχε ξεκινήσει με τον Τέρρυ να της χαμογελάει, να της χαϊδεύει τα μαλλια, να την παίρνει στην αγκαλια του, ψιθυρίζοντας της γλυκόλογα. Η Σουζάννα ήταν στον εβδομο ουρανό, αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα.


Ξάφνου, το σώμα του Τέρρυ άλλαζε γρήγορα, μεταμορφώνοντας τον σε ενα τεράστιο μαύρο φίδι που ξεγλύστρησε απο κοντά της. Αισθάνθηκε το κρύο γλυστερό δέρμα του και ουρλιαξε με τρόμο. Το φίδι την κοιταξε με τα διαπεραστικά του κίτρινα μάτια, η μαύρη του μακριά γλώσσα μπαινόβγαινε στο στόμα του σαν να την κορόιδευε. Γύρισε το κεφάλι της απότομα στο μαξιλάρι της. Χάντρες ιδρώτα κυλούσαν στο μετωπο της, η αναπνοή της ήταν ριχή.

Το φίδι κουνήθηκε και άλλαξε άλλη μια φορά σε ένα μαύρο κοράκι που πέταξε και κάθησε ακριβώς πάνω στο κεφάλι της. Ηταν τρομοκρατημένη, άρχισε να τρέχει γυρω γυρω, χτυπώντας τα χέρια της τυφλά, προσπαθωντας να διώξει το πουλί μακριά απο το κεφάλι της. Ακουσε το κακώφωνο κρώξιμο του, και ρίγη διαπέρασαν την σπονδυλική της στήλη. Αισθάνθηκε τα νύχια του να πιάνουν τα μαλλιά της, τραβώντας τα καθώς χτύπησε τα φτερα του δυνατα. Η Σουζάννα φώναξε απο το πόνο, το μαύρο πουλι τελικα πέταξε μακριά, κρατώντας ξανθιές τρίχες στα νύχια του. Ανοιξε τα μάτια της και ανασηκώθηκε στο κρεββάτι της ξαφνικά, παίρνωντας βαθιές ανασες καθώς ακουμπησε το κεφάλι της. Πονούσε.

Η μητέρα της έτρεξε με ένα αναστατωμένο και κοιμισμένο βλέμμα στα μάτια της.

- Τι είναι Σουζάννα;, την ρώτησε.

Εκείνη κοιταξε γύρω της σαν να ψάχνει κατι, έριξε μια φοβισμένη ματια στο παράθυρο, ήταν κλειστό. Γυρισε και κοιταξε την μητέρα της.

- Δεν ήταν τίποτα μαμα, είχα ενα ασχημο όνειρο, τιποτα άλλο, απαντησε ενω η καρδιά της ακομα έτρεχε.

Ηπιε μια γουλιά νερο που ήταν δίπλα της στο κομοδίνο. Η μητέρα της την κοιταξε και αναρωτήθηκε αν η κόρη της ήταν εντάξει. Το άγχος για την πρεμιερα μάλλον της ήταν πολυ. Και με το να παθιάζεται με τον Τέρρυ δεν έκανε τα πραγματα ευκολοτερα, σκέφτηκε και σκεπασε την Σουζάννα στο κρεββάτι της πάλι, την φίλησε στο μετωπο και έφυγε για το δωματιο της.

Η Σουζάννα τράβηξε το πάπλωμα μεχρι τη μύτη της, κοιτάζοντας ακόμα τριγύρω της, αφουγκράζονταν κάθε μικρο τρίξιμο μέσα στο δωμάτιο της. Αυτός ο εφιάλτης την είχε ταρακουνήσει άσχημα. Εκλεισε τα μάτια της διστακτικά. Προσπάθησε να μην σκέφτετε τον Τέρρυ αυτη τη φορά, ‘ποτε δεν ξέρεις σε τι τρομαχτικό όν μπορεί να μεταμορφωθεί αυτη τη φορά’, σκέφτηκε φοβισμένα και έπεσε πισω στο μαξιλάρι της σε ενα αργο και κουραστικό ύπνο.


********************


Το πρωι βρήκε την Σουζάννα, την ημέρα της γενικής πρόβας, να αισθάνεται πολυ κουρασμένη. Επερνε το πρωινό της, έχοντας άσχημη διάθεση, μασώντας ατελειωτα ένα κομμάτι τοστ. Το μυαλό της γυρνουσε γύρω απο το θεατρικο έργο, ήταν η Ιουλιέτα και ο Τέρρυ ο Ρωμαίος της. “Τερρυυυυ..., γιατι δεν με βλέπεις...”, σκέφτηκε λυπημενα, το πρόσωπο της Κάντυ εμφανίστηκε στις σκέψεις της. “Αυτο το κορίτσι παλι!!! Τι είχε αυτη που δεν το είχε εκείνη; Δεν ήταν κάν όσο όμορφη ήταν εκείνη!”, σκεφτηκε η Σουζάννα με πικρία και πήρε μια γουλιά καφε. Ηταν καυτός! Αρχισε να βήχει και να αισθανεται την γλώσσα της να καιει με το που γευτηκε το επικινδυνα καυτό υγρό.

- Γαμωτο!!, βλαστήμησε.


Η μητέρα της την κοιταζε σιωπηλα. Συμπονούσε τη κόρη της, τίποτα δεν της πήγαινε καλά απο τότε που ερωτεύτηκε το νεαρό ηθοποιό. Σκέφτονταν οτι η Σουζάννα είχε χάσει την αυτοσυγκέντρωση της στη ζωη της, σιγά σιγα ζώντας την ζωή κάποιου άλλου που την αρνιόταν. Τουλάχιστον αν το πάθος της με τον Τέρρυ οδηγούσε σε κάτι καλό, ένα γάμο ίσως στο μέλλον...αυτό θα ήταν μια καλή τύχη για την κόρη της, σκέφτηκε.

Η Σουζάννα στάθηκε όρθια, φόρεσε το παλτό της, πήρε την τσάντα της και προχώρησε προς την πορτα. Η μητέρα της την ακολούθησε. Γύρισε και την φίλησε για αντιο και έφυγε. Τα βήματα της ακούστηκαν βαριά στις σκάλες. Βγήκε εξω στο δρομο. Ηταν μια κρύα ηλιολουστη μέρα οταν ξύπνησε. “Τουλάχιστον ο καιρος δεν είναι ασχημος”, σκεφτηκε. Πάντα της άρεσε να περπαταει για το θέατρο οταν ο καιρός ήταν φρέσκος και κρυος όπως σήμερα. Εβαλε ένα σκέρτσο στο βήμα της και χαμογέλασε. Κάπου στη μέση της διαδρομής της για το θέατρο, μεγάλα απειλητικά μαύρα σύννεφα κινοντουσαν γρήγορα στον ουρανό. Σταμάτησε και κοίταξε ψηλά με ενα ανησυχητικό βλέμμα.


- Τέλεια!, παραπονέθηκε. Η βροχή είναι το μόνο που μας έλειπε τώρα, μουρμούρισε και προχώρησε γρήγοροτερα καθώς ο ήλιος εξαφανίστηκε πίσω απο απο τα παχιά σύννεφα, η όμορφη μέρα γύρισε σε σκοτεινή.

Μια ξαφνική ααστραπη, ο ήχος της βροντής έσκισε τη σιωπη και σύντομα μετα, χοντρες κρύες σταγόνες βροχής έπεφταν απο τον ουρανό.

- Έλεος!! Να πάρει!!, φώναξε η Σουζάννα και επιτάχυνε το βήμα της ακομα περισόττερο ενώ μέσα σε λιγα λεπτα αισθάνονταν δυνατή βροχή να πέφτει στο κεφάλι της. Τα μάτια της αστραψαν με θυμό. Μεχρι να φτάσει στο θέατρο, όποια καλή διάθεση είχε προσπαθήσει να έχει, εξανεμίστηκε εντελώς.

Εμοιαζε με βρεμένο κουρέλι, τα μαλλιά της κρέμοντουσαν αχαρα στο πρόσωπο της, σταγόνες νερού τρεμούλιαζαν στις ακρες τους. Τα πόδια της κολυμπουσαν μεσα στα παπουτσια της. Το καλσόν και η φούστα της είχα βραχει και βρωμίσει απο τα βρωμόνερα που έφαγε απο τα περαστικά αυτοκίνητα.

- Τι συνεβει με σένα;, την ρώτησε ο Ρομπερτ μολις έμπαινε στο θέατρο. Φαινεσαι σαν να κολύμπησες για να έρθεις ως εδώ, συνέχισε.

- Μην ρωτάς...,ειπε η Σουζάννα και προχώρησε γρήγορα προς τα καμαρίνια.

Είδε το Τερρυ απο μακριά πριν εξαφανιστεί στο καμαρίνι του, κλείνοντας τη πορτα δυνατα πισω του.

- Τέλεια..., μουρμούρησε λυπημένα, χαμηλώνοντας το βλέμμα της καθώς έμπαινε στο καμαρίνι της.

Ηθελε απελπισμένα να βγαλει τα βρεγμένα της ρούχα. Αργότερα ολοι οι ηθοποιοι ήταν πάνω στη σκηνη, αρχίζοντας τις πρόβες για το έργο...


********************


Η Λάχεσης και η Αΐσα κάθονταν κοντά στη φωτια, έπιναν ένα ρόφημα απο βότανα που είχε ετοιμάσει η Αΐσα και μασουλουσαν μπαγιάτικο μαύρο ψωμί και κατσικίσιο τυρι.


- Λοιπον...πιστευεις πως είναι καλή ιδέα να προκαλέσουμε ατύχημα..., ψιθύρισε απαλά στην αδερφή της.

- Ναι...το πιστεύω..., ξέρω πως η Κλωθώ πάει προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι πολύ αργα...με λιγη βροχή και σκυλισιες βρωμιες θα πάρει καιρό μέχρι να παρατήσει τον Τέρρυ..., μιλησε σιγά η Αΐσα καθώς δεν ήθελε να μάθει η μεγάλη αδερφή τι είχαν στο μυαλό τους..

Η Λάχεσης την κοιταξε με βλέμμα γεμάτο σκέψη.

- Και τι έχεις στο μυαλο σου Αΐσα;, την ρώτησε τελικά.

- Καλα...τι λες να πέσει κάτι στο κεφάλι της εκεί στη σκηνή...;, είπε ενώ ακομα σχεδίαζε το πλάνο στο μυαλό της.

- Δεν θα είναι επικινδυνο Αΐσα;, ρωτησε την αδερφη της η Λάχεσης με αγωνία. Θα είναι αρκετοι πάνω στη σκηνη...ο Τέρρυ μου θα ειναι στη σκηνή..., η φωνή της ακολούθησε τη εικόνα του Τέρρυ στις σκέψεις της, και το σκανταλιάρικο χαμογελο του όπως τότε που κρυφοκοιταζε την Κάντυ να φοράει το κουστουμι της Ιουλιέτας στο υπέροχο φεστιβάλ του Μαγιού.
“Αααααχ...μονο να ήταν αθάνατος...θα τον κυνηγούσα για μένα...”, σκεφτηκε η Λάχεσης και χαμογέλασε.

- Μην ανησυχεις..., είπε η Αΐσα χαμογελοντας. Τιποτα δεν θα συμβεί στον αγαπημένο σου θνητο.

Η Λάχεσης κοιταξε την αδερφη της και χαμογέλασε διστακτικα. Κατα κάποιο τροπο δεν είχε πειστεί...αλλά ευχήθηκε η αδερφή της να ήταν σωστή. Προχώρησαν και οι δυο τους αργα πισω στις θέσεις τους διπλα στη Κλωθώ που ήταν απασχολημενη να υφαίνει τις μοιρες των ανθρώπων...



********************


Η πρόβα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας συνεχίζονταν. Ολοι έδιναν τον καλυτερο τους εαυτο για να έχουν μια επιτυχημενη παρασταση για τον θίασο. Ο Τέρρυ υπνώτιζε τους πάντες με την ερμηνεια του, η ορμή και το πάθος του λόγου του ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα. Κόβοταν τα γόνατα των γυναικών και η Σουζάννα ειδικά πετουσε σε συννεφάκι, έχοντας αφήσει την πραγματικότητα, νομίζοντας οτι ο Τέρρυ μιλούσε μονο σε κείνη.


********************


Μεσα στη σπηλια, ο Τέρρυ είχε αποκτήσει ακομα τρεις θαυμάστριες με το υπέροχο υποκριτικο του ταλεντο. Οι τρεις Μοιρες παρακολουθουσαν το παιξιμο του εντελως αποροφημενες, ρουφώντας τις μύτες τους απο τη συγκινηση. Ο νεαρος Τέρρυ Γκράντσεστερ είχε μεγαλωσει σε άντρα...πως φτερουγίζει ο καιρος. Αισθανθηκαν πολύ περηφανες.

Η Λάχεσης ξεκόλλησε τα ματια της απο τον Τέρρυ με δυσκολια.

- Λοιπον...είναι όλα έτοιμα Αΐσα;, ψιθυρισε στην αδερφή της.

- Σσσσσς..., ναι!, μιλησε απαλά η Αΐσα, συνεχίζοντας να παρακολουθει την προβα.

Ειχαν μπει μέσα στο έργο, καθώς κατι αρχισε να τρίζει πανω απο τους ηθοποιους στη σκηνη. Ενας προβολέας είχε χαλαρώσει...ο Τέρρυ στέκονταν απο κάτω, ερμηνεύοντας ένα μονολογο. Ολοι κρέμοταν απο τα χείλη του...συμπεριλαμβανομενες και οι τρεις Μοιρες. Η Λάχεσης ήταν η πρώτη που συνυδητοποιησε τι θα συνεβαινε. Εδωσε μια σκουντια πανικοβλητη στην Αΐσα.

- Τερρυυυυυυ..., φώναξε και λιποθυμησε.

Η Αΐσα τρόμαξε, επανήλθε στη πραγματικότητα. Εχασε την ισσοροπια της και έπεσε στο πάτωμα, το ψαλιδι της κλείνοντας γύρω απο το χλωμοκιτρινο νήμα μια σταλια. Σε κλάσμα δευτερολεπτου, η Κλώθω κατάλαβε και τράβηξε με μια αποτομη κίνησητο νήμα της Σουζάννας μακριά απο το ψαλιδι της Αΐσα. Τα μάτια τους έπεσαν στην αδερφή τους που ήταν αναισθητη στο πάτωμα, και γύρισαν τα κεφάλια τους να δουν τι γίνονταν στη σκηνη.

Η Σουζάννα ήταν πεσμένη στο πάτωμα, ο βαρύς προβολέας σκεπαζε το σώμα της.

Η Κλωθω πηρε το νημα της και το εξέτασε. Υπήρχε ένα μικρο σημαδακι απο το ψαλιδι της Αΐσας, το νήμα είχε φθαρει.
Τα ματια της εδειχναν πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Χωρίς λέξη, σηκώθηκε και πηρε την αδερφή της που δεν είχε ξυπνήσει ακομα και της ξάπλωσε στο κρεββάτι. Της έδωσαν άλατα να μυρίζει, και σύντομα μετα ανοιξε τα ματια της.

- Τέρρυυυυυ..., ειπε με αδυναμη φωνή, είναι...;, δεν μπορουσε ουτε τη λέξη να πει, τα μάτια της γεματα δακρυα, τα χείλια της έτρεμαν.

- Νεκρος...;, είπε η Κλωθώ με σοβαρή φωνή. Αλλά ίσως και να ήταν καλυτερα αν θες τη γνώμη μου, συνέχισε.

- Γιατι το λές αυτο;, είπε η Αΐσα ενω κάθονταν στα πόδια του κρεβατιου.

Η Κλωθώ γύρισε και την κοιταξε αυστηρα.

- Γιατί κανατε οτι κάνατε....ηλίθιες χαζες!!!, η φωνή της Κλωθώς ήταν γεματη ένταση απο το θυμο. Η Σουζάννα είναι σοβαρα τραυματισμενη τώρα...και το έπαθε καθώς βούτηξε να σώσει τον Τέρρυ...και ολα αυτα επειδη δεν είχατε την υπομονη να δείτε τι της είχα σχεδιασμένο.

- Και;, αντιμιλησε η Αΐσα αμυντικα. Ισως τώρα αφήσει την ζωή του για πάντα, η κατασταση της μπορεί να χειροτερεψει και θα χρειαστεί να κόψω το νήμα.

- Δεν νομιζω βλαμένη άσχετη!!, η Κλωθω είχε κοκκινισει απο το θυμο. Η Σουζάννα θα ζήσει, και το χειρότερο είναι πως το φιλότιμο που δώσαμε στον Τέρρυ όταν γεννήθηκε θα τον σπρώξει να μείνει δίπλα της, χάνοντας την Κάντυ για πάντα.

Οι λυγμοι της Λάχεσης σταματησαν την αντιμαχια. Η θνητη της αγαπη δεν θα ζούσε ποτε το δώρο που είχε ονειρευτει αυτή για κείνον. Δεν μπορουσε να αντέξει ουτε να το σκεφτεί, αισθάνθηκε αβοηθητη. Σηκώθηκε ξαφνικά όρθια και πιάστηκε απο τις ρομπες της Κλωθώς, κοιτάζοντας της με απελπισμένο ύφος στα μάτια της.

- Κάνε ότι είναι δυνατον!!! Σε παρακαλώ Κλωθώ, σε ικετεύω!!! Ριξ’της ότι μπορείς!!! Δεν ήταν κάν η θέση αυτης της παλαβής σκ@λας να μπει στη ζωή του Τέρρυ μ’αυτο το τρόπο. Το μυαλο της είναι πειραγμένο, θα πεθάνει απο ραγισμένη καρδιά ο Τέρρυ, είμαι σίγουρη γι’αυτο!! Και ακομα και άν η Αΐσα δεν κοψει το νήμα, εκεινος θα πεθάνει μέσα του, ουρλιαζε δακρυσμένη κοιτώντας την αδερφή της με απολύτη απογνωση.


Η Κλωθώ αναστέναξε. Η δουλειά τους σαν δημιουργοι της μοιρας ήταν σκληρη και καθως τα χρόνια περνούσαν, γίνονταν δυσκολότερη...είχαν αντέξει χαμούς πολλών αγαπημενων τους θνητων, ανθρώπων που θαυμαζαν και αγαπουσαν, ζωες και αγάπες είχαν παει στο βρόντο, κατα καποιο τρόπο ο ανθρώπινος παραγοντας έμπαινε στη μέση, και τα πράγματα δεν ήταν ποτε μια ευθεία όπως θα ήθελαν αυτες να είναι. Η ανθρώπινη καρδια ήταν δύσκολο να δαμαστει, να τους κάνουν να δεχτουν τη μοιρα που τους είχε γραφτει...αλλά πάντα προσπαθουσαν. Θα επρεπε να κάνει τη Σουζάννα να πιστεψει στη καρδια της οτι ο Τέρρυ δεν ήταν για κεινη, η μοιρα θα της έδινε ένα μάθημα που δεν θα ξέχναγε ποτε. Και θα χρειάζονταν όλες τους τις δυνάμεις για να το πετύχουν. Κοιταξε την αδερφή της με ματια αποφασισμένα.


- Εχουμε δουλειά να κανουμε, εσεις οι δυο!!! Βιαστειτε και καθήστε τους πισινούς σας διπλα στο παραθυρο μας, θα είναι δύσκολη η διαδρομη, είπε και προχώρησε οσο πιο γρήγορα μπορουσε πισω στη θέση της.

Γυρισε και τις κοιταξε καθώς ετοιμάζονταν να καθίσουν διπλα της.

- Και...οχι...αλλες...ΕΞΥΠΝΑΔΕΣ!!!, φώναξε προειδοποιητικα, κοιτάζοντας τες που χαμήλωσαν το βλέμμα τους προς απαντηση της.


Οι τρεις τους παρακολουθησαν την κατάρα που σημάδεψε τις ζωές τους, την δική της του Τέρρυ και της Κάντυ, με μεγάλη λύπη, καθώς τα μυαλά τους δουλευαν ολοταχως μπροστά να διορθώσουν την καταστροφη. Η Κλωθώ κοιταξε τα νήματα τους. Το ασημόλευκο νήμα της Κάντυ ήταν υφασμένο με το νημα του Τερρυ μέχρι το κομπο που εμφανίζονταν απο το νήμα της Σουζάννας. Παρατηρουσε τα νήματα της Κάντυ και του Τέρρυ να παίρνουν της δικες τους χωριστες πορειες, του Τέρρυ να κουβαλαει το κομπο της Σουζάννας. Αφησε ενα αναστεναγμο...ελπίζοντας οτι όλα θα γύρναγαν στο σωστό δρόμο.



********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Κυρ Νοε 14, 2010 5:28 pm

Κεφαλαιο 3: Η κατάρα της κλεμμένης αγάπης

Το τρομερό ατύχημα της Σουζάννας έπεφτε βαρύ στους ώμους της Λάχεσης και της Αΐσα. Μαζί με την Κλωθω είχαν γίνει μάρτυρες σε έναν απο τους πιο δραματικούς χωρισμούς στην ιστορία των θνητών. Ειχαν ρίξει δακρυα ατελειωτα παρακολουθόντας τον Τέρρυ να αφήνει την Κάντυ να φευγει μακρια του μέσα σε μια χιονισμένη νύχτα στη Νέα Υορκη. Καθε φορα που το πρόσωπο της Σουζάννας εμφανίζονταν εβριζαν με πάθος, καθώς φωναζαν αποδοκιμαστικά καθε φορα που ο Τέρρυ έλεγε το όνομα της.

Η Λάχεσης ειδικά ήταν ανικανη να ελέγξει το μισος της προς τη Σουζάννα. Σε μια περιπτωση, όταν την παρακολουθουσε να πηδαει στο ένα ποδι, κρατώντας την πατεριτσα με το άλλο, ανεβαίνωντας τα σκαλια που οδηγουσαν στη ταράτσα, ενστικτωδώς πέταξε το παπουτσι της στο τοιχο και έφτυσε στο πατωμα, τα μάτια της να γυαλιζουν απο το θυμο. Με κομμενες τις ανασες τους την κοιταζαν να προχωραει προς την ακρη της ταρατσας, κρατωντας τα κάγκελα. Και οι δύο αδερφες μαζι σηκώθηκαν απο τις θέσεις τους.

“Πηη-δα! Πηη-δα! Πηη-δα!”, φωναζαν με όλη τους τη δύναμη, χοροπηδώντας πανω κάτω, σαν μικρα παιδια.


Η Κλωθω γύρισε τα ματια της στο ταβανι, ενω σκέφτονταν οτι οι αδερφες της έχουν τρελλαθει, ή ισως ειταν κάτω απο τα μάγια ενός παιχνιδιάρη θεου που ήθελε να διασκεδασει παρατηρώντας δυο γυναικες στο τέλος του Μαθουσάλιου φασματος της ζωης τους, να χοροπηδάνε με πάθος, αγκαλιάζοντας η μια την άλλη για στήριγμα με φόβο να καταλήξουν να μετρανε τα γερικα κοκκαλα τους στο πατωμα. Η Κλωθω σκέφτονταν οτι φαινονταν οι αδερφες της απιστευτα ανοητες και αστειες. Την έπιασαν τα γελια με το θέαμα των δύο τους να πηδάνε και να φωνάζουνε. Τις αγαπουσε πολυ τις αδερφες της, αλλα ήταν τοσο κουραστικο να τις κρατάει υπο έλεγχο. Ετσι ήταν πάντα απο την αρχη.


“Παιδια, για σταματήστε, σας παρακαλω! Η Κάντυ είναι εκει!”, τους φώναξε.

Με το ακουσμα του ονοματος της Κάντυ σταματησαν και οι δυο τους να χοροπηδανε.


“Οοοοο...η Κάντυ είναι εκει...”, είπε η Λάχεσης απογοητευμένη. “Θα το σώσει το βλαμένο ξωτικό”, συνεχισε και αφησε ενα αναστεναγμο.

Το ηξερε πολυ καλα. Ειχαν δωρησει στη Κάντυ μια απιστευτα συμπονετικη καρδια για οτιδήποτε ήταν ζωντανο και σε κινδυνο. Ηταν μονο θέμα χρονου προτου η Κάντυ θυσιάσει την αγαπη της για τον Τέρρυ και την ζωή της μαζι του για το μονοποδαρο κορίτσι. Δεν υπήρχε αμφοβολια.

“Στο ειπα να την κανουμε λιγο εγωίστρια, οταν γεννηθηκε, αλλα δεν μ’ακουσες!”,ειπε η Λαχεσης θυμωμένα στην Κλωθώ. “Κοιτα τώρα τι πληρώνει το κορίτσι για την χρυσή του τη καρδιά! Να χε@ω τη συμπόνια!” συνέχισε η Λάχεσης με τη γροθια της κλειστή και όρθια στον αερα.

“Σταμάτα να μιλάς έτσι για το αγαπημένο μου κορίτσι! Ετσι κι αλλιως με αυτή τη καρδιά της ερωτεύτηκε τον αγαπημενο σου Τέρρυ!”, διαμαρτυρήθηκε η Κλωθώ ενάντια στις προσβολές της αδερφής της.

Αγαπουσε την Κάντυ και ήθελε να την προικίσει με ότι καλο είχαν να επιδείξουν οι θνητοι, μια καρδιά απο ατόφιο χρυσάφι! Μπορεί να μην ήταν το πιο απίστευτα όμορφο κορίτσι στο κόσμο, αλλά το ατραφτερό της χαμόγελο και το καθαρό της βλέμμα που έρχονταν κατευθείας απο αυτή τη καρδιά είταν αρκετά να κανουν οποιονήποτε να νομισει πως ήταν στον παραδεισο όταν συναντούσαν τα μάτια της για πρώτη φορά.

“Μην ανησυχείς αδερφή, κάτι θα κάνουμε, οταν τα πράγματα ηρεμίσουν. Η Κλωθώ στεναχωριέται όσο εσύ. Ετσι δεν είναι Κλωθώ;”, είπε η Αΐσα απαλά στη Λάχεσης που φαίνονταν πραγματικά στεναχωρημένη και πέρασε το χέρι της πάνω απο τους ώμους της αδερφής της, καθώς τα μάτια της έπεσαν στη Κλωθώ περιμένοντας την απαντηση της.

“Εχεις δίκιο αδερφή. Και εγώ στεναχωριέμαι για την Κάντυ και τον Τέρρυ επίσης. Τους θέλω και τους δυό ευτυχισμενους και μαζί επιτέλους!”, ειπε η Κλωθώ με λυπημένη αλλά και αποφασισμένη ματιά.

Η Λάχεσης γύρισε, την κοιταξε και σκουπισε τα δάκρυα της με την ανάποδη του μανικιου της.

“Ναι, κάτι θα καταφέρουμε”, προσθεσε η Λάχεσης αν και ακούγονταν κάπως αποκαρδιωμένη.

Καθώς η Κάντυ αφηνε τον Τέρρυ στις σκαλες, η Κλωθω φαίνονταν σκεφτική ενώ οι αδερφές της εκλαιγαν σιγανα.

“Νομίζω...πως είναι ώρα φωνάξουμε τις Ερινύες”, είπε στην Αΐσα που σήκωσε το κεφάλι της να κοιτάξει τη Κλωθώ, ενα χαμόγελο σχηματίζονταν στα χείλη της.

“Αααααα, ναιιιιιι...τις Ερινύες...”, είπε και έτριψε τα χέρια της δείχνοντας ικανοποιημένη.“Είδες;; Θα τα καταφέρουμε στο τέλος!” είπε και χαμογέλασε στη Λάχεσης που κάθονταν σιωπηλή, χαμένη στην απόγνωση της για τον Τέρρυ.

Η Αΐσα προχώρησε προς το βάθος της σπηλιάς. Ηταν σχεδόν πίσσα σκοτάδι εκεί. Αναψε ένα κερί και η ματιά της συγκεντρώθηκε στο πηγάδι που βρίσκονταν ανοιχτό στο τέλος της σπηλιάς. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε λιγο πιο κοντα πλησιάζοντας το στόμα του πηγαδιου. Κοιταξε μέσα. Ηταν σαν να βλέπει στην άβυσο, που οδηγούσε στη καρδιά του Κατω Κοσμου. Ενα ξαφνικο ρευμα κρύου αέρα φύσηξε απο το εσωτερικό του πηγαδιου παρασέρνοντας τα μακριά άσπρα μαλλια της προς τα πίσω. Προσπάθησε να σταματησει το τρέμουλό της και πήρε ενα μικρό ασημένιο καμπυλωτό σουγια μέσα απο τη τσέπη της. Τέντωσε τα δάχτυλα του δεξιου της χεριου και με μια αργη κίνηση ξεκίνησε να χαραζει με το σουγιά τη παλάμη της. Ζεστο αίμα ξεπηδησε βαφοντας τη παλάμη της βαθυκόκκινη. Γύρισε τη παλάμη της προς το πηγάδι, πάνω απο την είσοδο, το αίμα της έσταζε ελευθερα προς το ατέλειωτο βάθος. Μετά απο λιγο ένας αχνός φτερουγιστος ήχος έρχονταν απο βαθιά μες το πηγάδι.


“Ερχονται...”, η Αΐσα είπε στις αδερφές της.

Το φτερουγισμα γίνονταν ολοένα και πιο δυνατό και έντονο καθώς οι Ερινυες έφταναν την είσοδο του πηγαδιού, ένας ήχος που πολλάπλασιάζονταν καθως αντανακλόνταν στα τοιχωματά του. Σε μια στιγμη ενα παχύ σμήνος απο μικροσκοπικά ιπτάμενα πλάσματα εμφανίστηκε με ταχύτητα μέσα απο το πηγάδι, σχεδόν ρίχνοντας κάτω την Αΐσα στο πατωμα. Ολο και περισσοτερες Ερινύες πετούσαν έξω απο το πηγάδι. Το σμήνος ήταν τόσο πυκνο τωρα, που άρχισε να σχηματίζει το προσωπο μιας γυναίκας. Το πρόσωπο γύρισε προς την Αΐσα.


“Χαιρόμαστε που σε βλέπουμε Αΐσα”, είπε με μια φωνή μεταλλική ψιλή.

“Και εγω χαίρομαι που σας βλέπω Ερινύες”, απάντησε η Αΐσα καθώς έβλεπε το πρόσωπο.

Καθε μια απο τις Ερινύες ήταν παρόμοια με κουνουπι, μόνο με μακρύτερα φτερα και μικροσκοπικά μεταλλικα νύχια. Είταν οι βασανιστές των άδικων, φυτεύοντας στον θνήτο που είχε αδικήσει άλλο θνητό, ατέλειωτες τύψεις απο τις οποιες κάνεις δεν μπορούσε να ξεφύγει.

“Υποθέτουμε πως δεν μας κάλεσε για επίσκεψη”, συνέχισαν οι Ερινύες.

“Αγαπητές μου Ερινύες, όσο και να είναι ωραίο που σας είδαμε μετα απο καιρό, έχουμε κάτι να σας ζητήσουμε”, η Κλωθώ έφυγε απο το μέρος της, πλησιάζοντας την Αΐσα. Η Λάχεσης ακολουθησε.



********************


Η Σουζάννα ήταν ξαπλωμένη στο κρεββάτι του νοσοκομειου, σφίγγοντας με άγχος μια χαρτοπετσέτα, στριφογυρίζοντας την συνεχώς. Η Κάντυ τους είχε αποχαιρετήσει για πάντα, αφήνοντας τον Τέρρυ για κείνη. Ηταν μπερδεμένη, ήταν χαρούμενη, πονούσε. Αλλα πανω απο όλα αγωνιούσε. Εστριβε τη χαρτοπετσετα, νιφάδες απο χαρτι έπεφταν απο τα χέρια της. Ακόμα περίμενε να ακούσει τη τελευταια κουβέντα του Τέρρυ.

Χιλιαδες μικρα μάτια σαν κουκίδες την κοιτούσαν. Οι Ερινύες την παρακολουθουσαν έξω απο το παράθυρο, πετώντας στο κρυο αέρα. Πέταξαν μέσα στο δωμάτιο σαν να μήν υπήρχε ο τοιχος μεταξύ τους και του δωματιου. Φτερουγισαν πάνω απο το κεφάλι της και μια ξαφνική καθοδικη πορεια εξαφανίστηκαν μέσα στο αυτι της Σουζάννας, κυριεύοντας το μυαλο της κατευθείαν με τύψεις. Η Σουζάννα σκέφτηκε πως μπορουσε να ακουει μικρες φωνες, φτερουγίσματα, αισθάνθηκε το κεφάλι της να ζαλίζεται.


“Η κατάρα...”, οι φωνές αντανακλάστηκαν μέσα στο κεφάλι της, άρχισε να νιώθει την αρχή ενος πονοκέφαλου στα μηνιγγια της. “Της κλεμμένης αγαπης...κλεμμένης αγάπης...κλεμμένης αγαπης”, οι φωνές συνέχισαν βασανιστικά να γυρνάνε στο μυαλο της. Η Σουζάννα αισθάνθηκε άρρωστη. Ποιος της μιλουσε; Αισθανόταν τεράστιες τύψεις. Τοσο πολύ ώστε δεν άκουσε τον Τερρυ όταν της είπε πως θα μείνει στο πλαι της. Ξέσπασε σε κλάματα. Οι φωνές δεν την αφηναν να σκεφτει.

“Πηγαινε Τέρρυ...μπορείς ακομα να προλάβεις την Κάντυ”, η Σουζάννα φώναζε απελπισμένα, ήθελε τις φωνές να σταματήσουν.

Ο Τέρρυ την κοιταξε σιωπηλος και μπερδεμένος. Γυρισε το κεφάλι του και κοιταξε κάτω τον άδειο δρομο σκεπασμένο απο χιονι. “Ισως αν τρέξω γρήγορα...”, η σκεψη τριγύριζε στο μυαλό του. Η Σουζάννα τον παρότρυνε.

Αμέσως εκείνη αισθάνθηκε καλύτερα. Τι έκανε; Ειπε στο Τέρρυ να φυγει; Οχι, αποκλείεται! Πως είναι δυνατόν; Είχε ψύχωση με κείνον.

“Σ’αγαπω Τέρρυ!” φώναξε, “Σε χρειάζομαι τώρα περισόττερο απο ποτέ!”, συνέχισε.

Τα ματια του Τέρρυ ανοιξα διαπλατα. Μήπως τρελλαινονταν η Σουζάννα;; Αισθάνονταν συγχισμενος ολοένα και πιο πολυ.
Οι φωνές δυνάμωσαν περισόττερο απο πριν, το εσωτερικό των αυτιών της πονούσε. Κρατουσε το κεφαλι της. Ενιωθε πως θα το χτυπουσε στο τοιχο πισω της.

“Αρκετα!! Σκαστε!! Σκαστε ειπα!”, φώναξε και κοιταξε τον Τέρρυ που τη παρακολουθουσε τώρα σαν να περίμενε να την βάλουν στο ψυχιατρικό θάλαμο.

“Εκλεψες αγαπη...η μιζέρια θα σε βρει”, ξανα και ξανα οι Ερινυες προχωρουσαν βαθια στο μυαλο της, μην την αφήνοντας σε ησυχια ουτε για ένα λεπτο..

“Τρεχα Τερρυ, τρεχα πισω στη Κάντυ!! Δεν πρέπει να μπω εμποδιο!!”, η Σουζάννα φώναξε αλλη μια φορα.

Ο Τέρρυ ήταν στο χείλος να της πει κατι βαρυ. Τα μάτια του αστραφταν απο το θυμο. Προχωρησε μερικά βήματα μακρια απο το παράθυρο. Η Σουζάννα πανικοβλήθηκε. “Εισαι για τα κλάμματα, το ξέρεις αυτό;”, οι Ερινυες συνέχισαν, μπερδεύοντας της χωρις σταματημο.

“Τέρρυ μεινε!!!! Μην μ’αφησεις μονη!!”, ξαναφώναξε, κρατώντας το κεφάλι της, κουνόντας το απο τη μια μερια στην αλλη.

“ΜΠΟΡΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΣΟΥΖΑΝΝΑ!!!!” φώναξε, ο θυμός του ξεχύλιζε στα λογια του. “ΜΟΛΙΣ ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΣΥ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΕΣΑΙ ΣΑΝ ΠΑΡΑΝΟΙΚΗ ΘΕΟΤΡΕΛΛΗ”, συνέχισε καθώς βημάτιζε πάνω κάτω χωρίς σταματημο μεσα στο δωματιο.

Οι Ερινυες ηρεμισαν, η Σουζάννα σταματησε και τον κοιταξε χωρίς να μιλάει, τα μάτια της διαπλατα ανοιχτα. Στα μάτια του Τερρυ εμοιαζε για λύπηση...καταράστηκε τη μοιρα του σιωπηλα. Αισθάνθηκε σαν ενας καταραμένος αντρας πεθαίνοντας εκατο φορές εκεινη τη στιγμη. Δεν μπορουσε να το αντέξει άλλο πια. Πήρε το παλτο του και γυρισε να κοιτάξει τη Σουζάννα που κάθονταν στο κρεββάτι κοιτώντας τον σαν βρεγμένη γάτα.

“Ποτε στη ζωή μου δεν συνάντησα κάποιον τόσο εγωιστή οσο εσυ”, ο Τέρρυ μουρμουρισε μέσα απο τα δόντια του και αφησε τη Σουζάννα μόνη στο δωμάτιο. Ειχε φύγει.

Η Σουζάννα έπεσε πισω στο μαξιλάρι της με γδουπο. Σιγα σιγα οι φώνες ξαναγύριζαν. Γελουσαν μανιακα.

“Σ’αφησε...σου αξίζει ότι πήρες...οτι πήρες...οτι πηρες!!”

Η Σουζάννα τράβηξε το μαξιλάρι απο πισω της και το έσπρωξε ανυπόμονα και δυνατα στο προσωπο της.

“Για κλάματα...για κλαματα...για κλάματα”

“Οχιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!!!!!!!!”, στριγγλυσε στο μαξιλάρι χωρίς κάνενα να την ακουει.


********************


Ενας ολοκληρος μήνας είχε περάσει απο τότε που ο Τέρρυ αφησε τη Σουζάννα στο δωμάτιο του νοσοκομειου. Ήταν σε άσχημη κατάσταση. Χρησιμοποιουσε το αλκοολ για να μουδιάσει τις αισθήσεις του, να νερώσει το πόνο του, να ξεριζώσει την αγάπη του για την Κάντυ. Είχε σταματήσει στο Ροκσταουν, ενα μέρος ξεχασμένο απο το Θεό, γίνονταν θαμώνας στα κακόφημα μπάρ του. Βρήκε ένα τελειωμένο καμπαρέ/θέατρο. Ηταν μια σκηνή περισσοτερο, στημένη σε κάποιο μέρος της πόλης. Ο ιδιοκτητης λυπήθηκε τον Τέρρυ και του έδωσε μια θέση στο προγραμμα του θεάτρου. Υποτίθετε οτι θα έπαιζε μια σύντομη εκδοχή ενός Σαιξπηρικού έργου. Ο Τέρρυ όμως τα πήγαινε χάλια. Ηταν πάντα τελείως μεθυσμένος ενω προσπαθούσε να παιξει το ρόλο του.


Εκείνη τη μέρα, η Κάντυ στέκονταν έξω απο τη σκηνή, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν μέσα ή το τι συνεβαινε. Εβλεπε μόνο άτομα να φεύγουν απο κει ξεφυσόντας ενώ παραπονιόντουσαν για ένα μεθυσμένο ηθοποιο και για τα λεφτά που είχαν δώσει να τον δούνε. Η Κάντυ αισθάνθηκε το έδαφος να εξαφανίζεται κατω απο τα ποδια της. “Ηταν δυνατόν ο Τέρρυ να βρήσκετε εκει μέσα;”, αναρωτήθηκε σιωπηλά. Ειχε πάει στο Ροκσταουν για να βρεί τον Αλμπερτ, αλλα ο Αλμπερτ ήταν αφαντος...Στη θέση του είχε βρει αυτο το μέρος, σαν να την οδηγούσε μια αόρατη δύναμη.


********************


Η Κλωθώ παρακολουθουσε την εικόνα της Κάντυ στο τοίχο με υγρά μάτια, το βλέμμα της έντονο.

“Ειναι εκεί επιτελους”, είπε σιγανα στην Αΐσα που κάθονταν κοντά της.

Κοιταξε την Κάντυ παλι και αφησε μια ανακουφισμένη ανάσα. Η Κάντυ ήταν δύσκολη να την οδηγήσεις, ήταν πραγματικά ένα ανεξάρτητο πνεύμα, και πολύ ξεροκέφαλη, όταν κάτι της είχε κολλήσει στο μυαλό. Ετσι η Κλωθώ συνήθως πέταγε τυχαία περιστατικά στη ζωή της Κάντυ που θα την έσπρωχναν στη σωστή κατεύθυνση. Καπως έτσι γνώρισε τον Πρίγκηπα του λοφου την ημέρα που ήταν απαρηγόρητη που η Αννυ την είχε αφήσει μόνη στο σπίτι του Μικρου Αλογου. Αρχικά οι Μοιρες ελπιζαν πως η οικογένεια θα υιοθετούσε την Κάντυ αλλα εκείνη τους χάλασε τα σχέδια. Η συνάντηση της με τον Πρίγκηπα του λοφου θα ξεδίπλωνε στο μέλλον μια αλυσίδα γεγονότων που στο τέλος θα οδηγούσαν την Κάντυ στο εξωτερικό, στο κολλέγιο του Αγ. Πάυλου στο Λονδινο οπου θα συναντούσε τον Τέρρυ Γκράντσεστερ, τον αληθινό έρωτα της ζωής της.


“Ελα αδερφή! Η Κάντυ θα δεί τον Τέρρυ σύντομα!”, η Αΐσα φώναξε στη Λάχεσης.

Γύρισε και κοιταξε την αδερφή της. Κρατούσε στο χέρι της μια αρμαθιά μικρά μαχαίρια. Ενας μεγάλος ξύλινος δισκος ήταν τοποθετημένος στον απέναντι τοιχο της σπηλιάς. Μερικά μαχαίρια ήταν καρφωμένα ήδη εκεί. Η Λάχεσης είχε χαράξει τα γράμματα “Σ Ο Υ Ζ Α Ν Ν Α” πάνω στο ξύλο και εξασκούσε το σημάδι της με τα μαχαίρια που τα πετούσε με προσύλωση στο δίσκο. Απ’οτι φαίνονταν μόνο με το να έχει χαραγμένο το ονομα αυτο πάνω στο δίσκο βοηθούσε την ακρίβεια της βολής της.


“Σύντομα; Οοοο, και πέρναγα τοσο καλά εδώ! Αλλα πρέπει να έρθω να δώ. Ο Τέρρυ μου ο Γαλανομάτης πρέπει να βγει απο αυτη τη αθλια τρυπα. Και πίνει πολύ. Είμαι σίγουρη πως η Κάντυ θα τον βοηθησει. Ειχες καλή ιδέα αγαπημενη μου Κλωθώ!”, η Λάχεσης συνέχισε να φλυαρεί καθως προχωρούσε προς τη θέση της.

Κρατούσε τον εαυτο της απασχολημένο με διάφορα πράγματα για να μην σκέφτεται τον πολυαγαπημένο Τέρρυ της πολύ. Οπως είχαν γυρίσει τα πράγματα και η κατρακύλα του Τέρρυ στην απογνωση την πονούσαν πολύ, αλλα οι αδερφές της την χρειάζονταν, επρεπει να προσέχουν τις ζωές εκατομυρίων ανθρώπων και δεν ήταν ο κατάλληλος καιρός να πέσει σε κατάθλιψη. Εντέλει πηρε τη θέση της διπλα στης αδερφές της. Της ακουσε να της λένε να κάνει ησυχία, και η σπηλιά έγινε σιωπηλή άλλη μια φορά.



********************


“Δεν είναι αλήθεια! Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Ο Τέρρυ δεν θα ανέβαινε ποτέ πάνω στη σκηνη μεθυσμένος”, η Κάντυ σκέφτηκε μέσα της, μη θέλοντας να πιστεψει πως ο Τέρρυ είχε πιασει πάτο απο τότε που εκείνη τον άφησε.

Μπήκε μέσα στη σκηνή. Ηταν ένα βρώμικο μέρος, βρωμούσε τσιγαρίλα και αλκοολ. Ανθρωποι φώναζαν και έβριζαν τους ηθοποιους που ήταν πάνω στη σκηνη. Προχώρησε αργα και κάθησε καπου. Τα μάτια της άνοιξαν διαπλατα μ’αυτο που είδε. Ο Τέρρυ ίσα που μπορουσε να περπατήσει στη σκηνή, τα λόγια του ήταν ένα μπέρδεμα μες το στόμα του. Μια γύναικα ντυμένη με ρούχα άλλης εποχής και έντονο βάψιμο είχε πέσει πάνω του, προσπαθώντας να πάρει ένα φιλι. Εκείνος φαίνονταν σαν μην βρίσκονταν εκεί.

“Αυτα είναι που έμαθες στο διάσημο Στράσφορντ; Η γυναίκα του είπε με συγχησμένη φωνή. “Μια μαριονέτα καλύτερη θα ήταν απο σένα!”, συνέχισε γελώντας, η κίνηση της ξεγλύστρισε στο κοινο και πολλαπλασιάστηκε. Χλευάσματα και γέλια γέμισαν τον χώρο για άλλη μια φορα.

“Εεε Καζανόβα! Έχει δίκιο να ξέρεις!”, κάποιος φώναξε απο το κοινό.

Ο Τέρρυ έπεσε στο πάτωμα, καθώς προσπαθούσε να κρατηθεί απο τα φουστάνια της ηθοποιου.

“Τι κάνεις;;!!”, τον ρώτησε και τα μάτια της τον κοιταξαν θυμωμένα απο ψηλά. “Ελα!! Πες την επομενη πρόταση βλάκα!”, συνέχισε.


********************


Η Λάχεσης αρχισε να μουρμουράει προσβολές για αυτή την αναισθητη ηθοποιο.

“Πως λένε πάλι αυτή τη σιχαμερή;”, ρώτησε.

“Αγκνες Γουιλμπόροου. Γιατι;” την ρώτησε η Κλωθώ καθώς κοίταζε την σκηνή στο θέατρο.

“Οοοο....τιποτα, να το σημειώσω μόνο...”, η Λάχεσης απαντησε προσπαθώντας να φανει αδιάφορη ενω έγραφε κατι σε ενα κομματι χαρτι που το έσπρωξε μετα γρήγορα μέσα στη τσέπη της.

“Μόνο που ο εραστής της, ο πλούσιος κυνηγος χρυσου να πετάξει σε άλλη πιο ζεστή αγκαλια σημερα το βραδυ!! Οχι άλλο ψωμι για σενα αγαπητη μου...”, ψιθύρισε στην Αΐσα και οι δύο τους χαμογέλασαν πονηρά.



********************


“Τέρρυ...Τέρρυ τι σου συμβαίνει;”, ψέλλισε η Καντυ στον εαυτο της, χοντρά δάκρυα κυλουσαν στα μαγουλά της. “Τα ποδια σου τρέμουν!”


Ακουγε τους γύρω της να μιλάνε γι’αυτον, περιγράφοντας τον με όχι τόσο καλα λόγια. Ολα όσαν έζησαν μαζί ξύπνησαν μέσα στο μυαλό της. Χαρουμενες στιγμές...ιδιωτικές στιγμές...απελπισμένες στιγμές...πονεμένες στιγμές. Τα δάχτυλα της έσφιγγαν την θέση μπροστά της. Ποτέ δεν περιμενε οτι ο Τέρρυ θα επηρεαζόταν τόσο απο το χωρισμό τους. Εκείνος δεν ανταποκρίνονταν στις φωνές και στις προσβολές που δυνάμωναν μεσα στο θέατρο. Ανθρωποι τώρα είταν ορθιοι και ζητουσαν τα λεφτα τους πισω.


“Το λές αυτο ηθοποια; Ενα ματσο χάλια είσαι! Κατεβα κάτω!” ενας χοντροκομμένος και ιδιαίτερα αγενής τυπος φώναζε στον Τέρρυ.

Τα μεγάλα πράσινα ματια της Κάντυ άστραψαν απ το θυμό. Αρπαξε το μαντίλι που είχε γύρω στο λαιμό του με δύναμη χωρις κάν να σκέφτεται. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω του. Ο αντρας είχε κοκκαλώσει αμιλητος κοιτάζοντας αυτο το μικροκαμωμενο χαριτωμένο κορίτσι να τον κρατά γερα απο το μαντίλι του το οποιο το αισθάνθηκε κατευθειαν να σφίγγει γύρω απο το λαιμό του. Δεν ήθερε πως να το παρει αυτο, τι να κάνει.

“Κανεις δεν μπορει να παιξει καλα αν συνεχίσει το στόμα σου να πεταει σκουπιδια!!! Ο Τέρρενς είναι φανταστικος ηθοποιος!!”, φώναξε η Κάντυ παθιασμένα μ’ολη της τη δύναμη.


********************


“Πανω του Κάντυ!!”, οι τρεις Μοιρες ορθιες κοιταζαν την Καντυ να κρατάει αυτο τον μαγκα απο το μαντήλι του.

“Δωςτου μερικες αναποδες Κάντυ!!”, φώναξε η Αΐσα ενθουσιασμένα.

“Ναι!!!”, προσθεσε η Λαχεσης.“Δεν μπορουμε να αφησουμε αυτον τον αλητη να φωναζει προσβολες στον Τέρρυ!! Η Κάντυ έχει δίκιο!! Δειξτου Κάντυ!!!”, φωναξε για άλλη μια φορα.

“Αυτο είναι το κορίτσι μου...”, είπε η Κλωθώ χαρουμενα. “Ειδες...ποια ήταν εκείνη που σκέφτηκε να δώσει στη Κάντυ το δώρο να στέκεται ενάντια στην αδικια για κεινη και τους αγαπημένους της;”, της ρώτησε και ίσιωσε το κορμι της περήφανα.

“Εσυυυυ...”, είπαν οι αδερφές της βαριεστημένα.

“Τι; Δεν ακουσα!”

“Μας εχεις πει για αυτο το δώρο χιλιες φορες! Καθε φορα που κάτι αδικο συμβαίνει και η Κάντυ ξεσπάει σε έναν απο αυτους τους θυμωμένους της μονολογους, εσύ πάντα αρχίζεις ‘Κοιτα πως στεκεται στα δύο της ποδια’...”, είπε η Λαχεσης.

“Κρατα στάση...”, προσθεσε η Αΐσα.

“Μην κάνεις πίσω...”, είπε η Λαχεσης πριν την πιασουν τα γελια.

“Πολέμησε σαν παλικάρι”, συνέχισε.

“Αρκετα!! ΟΚ!! Το καταλαβα!”, είπε η Κλωθώ συγχισμένη. “Κακο είναι να νιωθω περήφανη για την Κάντυ;”, ρώτησε.

“Οχι!!”, ειπαν οι αδερφές της με μια φωνή, χαμογελώντας στην Κλωθώ.“Κουβέντα κάναμε...”, συνέχισαν.

“Ναι...το ξέρω”, η Κλωθώ τις διέκοψε. “Λοιπόν ησυχία παρακαλώ!”, ειπε με δυνατή φωνή. “Στα όπλα γλυκια μου”, ψιθύρισε στην Κάντυ και χαμογελασε τρυφερα προς την εικόνα της στο τοιχο.




********************


“OK...OK!”, είπε ο αντρας που φαίνονταν εκπληκτος.

“Τοτε, σταματα λοιπον! Δεν μπορω να ακουσω τα λογια!”, συνεχισε η Κάντυ οργισμένα.

“Μαλιστα κυρία”, είπε ο αντρας και εκλεισε το στομα του. “Τι γυναίκα! Παραλιγο να με πνίξει! Αλλα γιατι κλαιει όμως; Πρέπει να της αρεσει το έργο παρα πολυ”, σκέφτονταν τώρα ο αντρας καθως κάθονταν ήσυχος. Ο θόρυβος απο το πλήθος γύρω τους ήταν εκωφαντικός.

“ΘΑ ΣΚΑΣΕΤΕ ΟΛΟΙ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΗΣΥΧΙΑ!!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΤΙΠΟΤΑ!!”, ο άντρας σηκώθηκε αποτομα απο τη θέση του και φώναξε στο πλήθος. Γύρισε και κοιταξε την Κάντυ που του χαμογελουσε με δακρυσμένα μάτια.

Ξάφνου ολοι έκαναν ησυχια.

“...Λαιδη Λίσμπουρι, λέγατε οτι σας εξαπατώ ολο αυτο το καιρό”, ο Τέρρυ είπε τα λογια του.

“Ακριβώς”, απαντησε εκεινη.

“Γυρισα πισω στις παλιές συνήθειες μου...τσιγάρο και αλκοολ”, σκέφτηκε ο Τέρρυ πικραμένα. “Λαιδη μου, ορκίζομαι οτι δεν είπα ουτε μια λέξη ψεύτικη”, της ειπε με φυσικότητα και κάθησε σε μια πολυθρόνα.

Κοιταξε το πλήθος που παρακολουθουσαν τώρα ολοι με ενδιαφερον περιεργως.

“Γιατι ολοι αυτοι συμπεριφερονται μια χαρα ξαφνικά;” αναρωτήθηκε ο Τερρυ μέσα του.

“Οταν σε πρωτογνώρισα, η καρδια μου καίγονταν με επιθυμία...Αλλα τώρα...”, η ηθοποιος συνέχισε το ρόλο της.

“Ισως να σκέφτονται πως αυτη η ηθοποιος και εγώ με αυτο το παλιο κουστουμι δεν ταιρίαζουμε στη παράσταση”, σκέφτηκε.

Τα ματια του ταξίδεψαν στο κοινο, μπρορουσε να διακρίνει μια γνώριμη φυσιογνωμια προς τα πισω...Ξαφνικα σηκώθηκε χωρίς να πιστευει τα ματια του.

“Κάντυ!!!!!”, ψιθύρισε καθώς την κοιτουσε να κλαιει δακρυα αγάπης και λύπης. Περασε τα δάχτυλα του μεσα στα μαλλια του που είχαν πεσει μες τα ματια του, σπρώχνοντας τα πισω. “Ονειρεύομαι;;”, αναρωτήθηκε.


********************


“Τερρυυυυυ!!”, οι λυγμοι της Λάχεσης γέμιζαν την σπηλια. “Εκει είναι Τέρρυ!! Τρεχα σ’εκεινη!”, φωναζε απελπισμένα, ακουμπώντας τα φλογισμένα της μάγουλα.

“Δεν μπορεί να σ’ακουσει”, είπε η Κλωθώ εκνευρισμένα. “Κάνε ησυχία για ένα λεπτο, Θέε μου!”, συνέχισε.“Πρέπει να συνεχίσω να υφαίνω!”



********************


Ο Τερρυ στέκονταν εκπληκτος. Ειχε ξεχάσει που βρίσκονταν. Αισθάνθηκε ενα δαχτυλο να τον σπρώχνει στη πλατη. “Οοο η παράσταση!”, σκεφτηκε.

“Εαν δεν πιστευεις τα λογια μου...”,η ηθοποιος αρχισε να μιλαει.

“Θα σου δώσω αποδείξεις...”, είπε ο Τέρρυ μηχανικά. “Τι κάνει εκείνη εδώ; Αν είναι μια οπτασία...τοτε γιατι κλαιει; Γιατι τα μάτια σου είναι τοσο λυπημένα...;”, οι σκεψεις του πετουσαν μέσα στο μυαλο του. Επιασε το κεφαλι του που γύριζε. Ήταν τοσο μεθυσμένος!

“Συγκρατήσου αγάπη μου!”, ευχήθηκε η Κάντυ μ’ολη της τη δύναμη. “Εχεις ξεχάσει εντελώς το ονειρο σου;”, συνεχισε.

“Καντυ...Τι κάνω; Οταν χωρίσαμε...”, ο Τέρρυ σταματησε να σκέφτεται. Του ήταν πολυ οδυνηρο. Τα δακρυα της απώλειας στριμώχνονταν στις γωνιές των κλειστών του ματιών. Σήκωσε το κεφάλι του, τα μάτια του ακομα κλειστα, ιχνη απο δακρυα στο προσωπο του.

“Λαιδη Λισμπουρι! Είπες πως μ’αγαπας! Πως τολμας να αμφιβαλεις την αγάπη μου! ”, η φωνη του ακουστηκε επιτελους προστακτική, σταθερη. Γυρισε ξαφνικά προς το μέρος της, με μια γρηγορη κίνηση εβγαλε την καπα του και της υποκλίθηκε. “Ειμαι έτοιμος να πεθάνω στα χέρια σου”, της είπε με πάθος.

Η ηθοποιος πηρε μια αποτομη ανάσα με το που τον ακουσε. Κατι πρεπει να του συνέβει! Ο Τερρυ εσφιξε το στήθος του με απογνωση.

“Θα μπορουσες να πεις πως είμαι νεκρός, απο τότε που έχασα την αγάπη σου...”, είπε και τα λογια του κάρφωσαν την ψυχή του. Πηγαιναν για κάποια άλλη...“Σκοτωσε με τώρα!!”

Η ηθοποιος κρατουσε τα μαγουλά της έκπληκτη. Ειχε ξεχασει τις λέξεις της τωρα.“Τε...Τερρυ”, καταφερε να ψελλισει.

Ενας ψίθυρος εκτίμησης έρχονταν απο το κοινο. Τους άρεσε αυτο που έβλεπαν.

“Η φωνή βγαίνει κατευθείαν απο την καρδια”, ο Τερρυ σκεφτηκε. “Ναι! Αυτο ήταν! Μπορώ να νιώσω την ενεργεια που έρχεται απο το κοινο!”, σκεφτηκε και η καρδια του αναπηδησε όταν το συνιδητοποιήσε. “Αυτές οι μέρες στο Στρασφορντ! Αυτές οι τρομερές σκηνές του Μπροουντγεη!”, ο Τερρυ συνέχισε να σκέφτεται. “Θα χτισω το όνομα μου πάλι!” αποφάσισε καθώς το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μονο στο δακρυσμένο προσωπο της Κάντυ και τίποτα άλλο γύρω του.

Η Καντυ τον κοιτουσε και ήξερε πως θα ηταν εντάξει. Πρεπει να το κατάλαβε πως δεν ανηκει εδώ. Του ευχήθηκε ευτυχία στην ζωή του σιωπηλά, και προχώρησε αργά εξω απο το θέατρο εκει που όλοι τώρα είταν ενθουσιασμένοι λέγοντας κοπλιμέντα για το ταλέντο του Τέρρυ. Μόνο εαν ο Τερρυ ήταν ευτυχισμένος, θα ήταν ευτυχισμένη και κεινη.


********************


Η Κλωθώ και η Αΐσα κάθονταν δίπλα στην αδερφή τους. Επινε ενα ποτήρι νερο ενώ οι άλλες δυο τις έκαναν αέρα στο προσωπο της με τις βεντάλιες.

“Εισαι εντάξει γλυκιά μου;”, η Αΐσα μιλησε απαλά στην αδερφή της. “Μας τρομαξες για μια στιγμή”, προσθεσε.

“Ναι, καλα είμαι! Δεν ήταν τέλειος όταν ξαναβρήκε τον εαυτό του πάλι;;”, κοιταξε τις αδερφές της και τους ρώτησε ενθουσιασμένα.

“Ναι, ο Τέρρυ ήταν απίθανος”, είπε η Κλωθώ πισω.“Χάρη στην Καντυ, γύρισε πίσω στη πραγματικότητα. Είμαι σίγουρη πως θα γυρίσει κατευθείαν πίσω στο Μπροουντγεη”, προσθεσε.

“...και δυστυχώς και στη Σουζάννα”, είπε η Αΐσα.

“Εεεε ναι, δυστυχώς...αλλά έτσι πρέπει να γίνει! Τον περιμένει. Οταν θα είναι πίσω, θα πρέπει να την πείσουμε οτι θα έχει άσχημη κατάληξη να κρατάει τον Τερρυ δίπλα της...στην κυριολεξία”, είπε η Κλωθώ.

“Και μέχρι να γίνει αυτο, εκείνη έχει τις Ερινύες να της κρατάνε παρέα”, είπε η Λαχεσης και γέλασε.

“Ναι, οι Ερινύες είναι τέλειες να σου δημιουργούν συνεχώς τύψεις μέχρι να διορθώσεις τις πράξεις σου”, είπε η Κλωθώ και χαμογέλασε πισω. Ελπίζω να μην τις έχει εξαντλήσει μέχρι τώρα. Ειναι δύσκολο καρύδι!” συνέχισε.

“Καλε τι καρύδι; Τρελλή είναι!!!” η Αΐσα σχολίασε.

“Τώρα...πρέπει να σιγουρευτουμε απόλυτα οτι ο Τερρυ θα επιστρέψει οσο πιο γρήγορα γίνεται στη Νεα Υόρκη!”, είπε η Κλωθώ καθώς φαίνονταν οτι σκέφτονταν κάτι.

“Τι σκέφτεσαι Κλωθώ;”, ρώτησε η Λάχεσης.

"Τι λές να επισκεφτείς τον λατρεμένο σου θνητό σήμερα το βράδυ;”, είπε η Κλωθώ στην αδερφή της.

“Τιιιι;;;;;!!!!”, είπαν με μια φωνή η Λάχεσης και η Αΐσα.

Μετά ένας αναστεναγμος και ένας γδούπος ακούστηκαν καθώς η Λάχεσης λιποθύμησε και έπεσε στο πάτωμα. Η Αΐσα γύρισε και κοιταξε την Κλωθώ που φαίνονταν να το διασκεδάζει.

“Τέλεια! Σου είπα να μη λές πράγματα που αφορουν τον Τέρρυ, τόσο ξαφνικά στην Λάχεσης! Κοιτα τι έκανες τώρα!”, η Αΐσα είπε ενώ ήταν συγχισμένη με τις αδερφές της. Η μιά το’παιζε αρχηγός και άλλη είχε την συνήθεια να λιποθυμάει με το παραμικρο. Εύχονταν να μπορούσε να έχει μια μικρή σπηλίτσα για κείνη μόνο. “Πέρασε μου τα άλατα”, διέταξε. Η Κλωθώ ήταν ακομα με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της ενω έφερνε τα άλατα στην Αΐσα.

Μερικές στιγμες αργότερα η Λάχεσης άνοιξε τα μάτια της και κοιταξε τις αδερφές της που είχαν σκύψει απο πάνω της.

“Πρέπει πραγματικά να σταματήσεις να λιποθυμάς έτσι!”, της είπε η Κλωθώ.

“Καλά...είσαι...ΣΟΒΑΡΗ;;”, είπε η Λάχεσης και φάνηκε να είναι μια χαρά, καθώς ανασηκώθηκε γρήγορα. “Πετάς στον αέρα μερικές λέξεις...τι είπες να δείς; Ααα περιμενε ένα λεπτο, τωρα θυμάμαι...Πως το βλέπεις να συναντήσεις τον λατρεμενο σου θνητό σήμερα το βράδυ!”, είπε η Λάχεσηςμε κοροϊδευτική φωνή, παρομοιάζοντας την με τη φωνή της Κλωθώ, “...και περιμένεις να κάνω τι ακριβώς;”, τη ρώτησε.

“Λοιπόν, πρεπει να το παραδεχτώ, οτι το διασκεδάζω να σε βλέπω να παθαίνεις ταρακουλο κάθε φορα που αναφέρω κατι για τον Τέρρυ, και έτσι δεν προσεξα το τρόπο που στο είπα!”, είπε η Κλωθώ και γέλασε με τη καρδιά της.

“Ααα σουπερ! Τώρα η Κλωθώ έγινε και το πειραχτήρι της παρεας μεσα σ’ολα”, είπε η Αΐσα και ξεφύσηξε.

“Τι εννοείς μ’αυτό;;;”, τη ρώτησε σοβαρευοντας και ανασήκωσε το φρύδι της.

Πριν αυτές οι δύο κατάληγαν σε αδερφικό καυγα, η Λάχεσης τις σταματησε.

“Αρκετα με σας τις δύο! Τωρα...ποιο είναι το σχέδιο εδώ; Πως θα συναντήσω τον Τέρρυ;”, είπε και τα μάτια της έλαμψαν.

Ενιωσε τη καρδιά της σαν να ετοιμάζονταν να πετάξει απο το στήθος της.

“Ο Τέρρυ πρέπει να φύγει και αύριο αν είναι δυνατον. Το συντομότερο...καλύτερα. Χρειάζεται να παει στη Νέα Υόρκη, ετσι ώστε να ρίξουμε στο ξωτικό όση κακοτυχία μπορουμε. Αργά ή γρήγορα, θα αποφασίσει οτι δεν είναι ασφαλές για κείνη να είναι κοντά του και θα τον αφήσει...γιατι ποιος ξέρει αν θα ξυπνήσει να δει αλλη μια μέρα...”, είπε η Κλωθώ στις αδερφές της.“Ναι, το ξέρω οτι η Κάντυ τον έκανε να δει το φώς πάλι, αλλα πρεπει να σιγουρευτουμε απόλυτα οτι θα αφήσει αυτό το καταγώγιο αύριο”, συνέχισε η Κλωθώ. “Και εδώ μπαίνει εσύ αδερφή μου”, είπε και γύρισε να κοιτάξει τη Λάχεσης που φαινονταν σαν να είχε δυσκολια να αναπνεύσει με όλες αυτες τις εικόνες του Τέρρυ στο κεφάλι της.

“Και τι κάνω;”, ρώτησε.

“Θα εμφανιστείς στο δωμάτιο του σήμερα, μίλησε του, κάνε τον να πιστέψει οτι όλα θα πάνε καλα στο τέλος, πες του να μην είναι λυπημενος πια, σύντομα θα επανασυνδεθεί με κείνη. Μονο να έχει υπομονή και να γυρίσει στη Νεα Υόρκη, να ξαναρχίσει το θέατρο και να μείνει με την Σουζάννα. Απο και έπειτα, τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους. Αυτα πρεπει να του πεις.”, είπε η Κλωθώ με σιγανή φωνή σαν να σχεδιάζανε κατι σκανταλιάρικο. Που απο μια άποψη ήταν, αφου οι Μοιρες ποτε δεν εμφανίζονταν μπροστά στους θνητους, παρα μόνο σε πάρα πολύ σοβαρες καταστάσεις.

Η Λάχεσης φαίνονταν σαν να είχε κατι στο μυαλό της.

“Τι είναι;”, την ρώτησε η Κλωθώ.

“Το ξέρω οτι αυτό είναι απαραίτητο, πρεπει να γίνει...αλλα αφού θα είμαι εγώ αυτή που θα συαντήσει τον Τέρρυ, να του μιλήσει...θα με δει...ετσι δεν είναι;”, ρώτησε και η Κλωθώ εγνεψε καταφατικά.. “Εεεε τοτε...δεν μπορω να πω πως είμαι ακριβώς μια οπτασια...έτσι οπως είμαι”, πρόσθεσε η Λαχεσης και χαμήλωσε τα μάτια, τα μάγουλα της αναψοκοκκίνησαν.

Αισθάνθηκε ντροπη αλλα δεν αντεχε να δείξει τον εαυτο της έτσι μπροστά στον Τέρρυ. Ηταν απιστευτα όμορφος και αυτή ήταν σαν τα πλάσματα που φοβίζουν τα παιδιά στους εφιάλτες τους.

“Τι εννοείς Λάχεσης;”, ξαναρώτησε η Κλωθώ.

“Τι λέτε...να καλέσουμε την Ήβη; Εκείνη μπορεί εύκομα να με κάνει να φαίνομαι όπως όταν ήμουν νέα.”, καταφερε να πει και κράτησε την αναπνοή της περιμένοντας με αγωνία την απάντηση της αδερφής της.

Η Κλωθώ το σκέφτηκε για μερικά λεπτα.

“Ενταξει, εντάξει, το καταλαβαίνω το προβλημά σου. Θα καλέσουμε την Ήβη και εκεινη μπορεί να σε κάνει να φαίνεσαι νέα πάλι”, είπε η Κλωθώ και κοιταξε την Αΐσα.

“Αΐσα, σε παρακαλώ φέρε το χρυσόφτερο περιστέρι και στειλέ το να πετάξει ψηλά στη κορυφή του Όλυμπου. Η Ήβη πρέπει να είναι εκει.”

“...Και... να που τα κατάφερα να γίνω ο αγγελιοφόρος στην ιστορία! Τέλεια! Δεν με ρώτησε κανεις αν θέλω να είμαι ο αγγελιοφόρος!!”, μουρμούρισε η Αΐσα και έφυγε διστακτικά να ελευθερώσει το περιστέρι που θα μετέφερε το μύνημα τους στους Θεούς που έμεναν στον Όλυμπο. “Την επόμενη φορά, μπορώ να είμαι εγώ που θα συναντήσει τον Τέρρυ; Ή καποιον άλλο πανέμορφο θνητό τωρα που το σκέφτομαι;”, παραπονέθηκε η Αΐσα.

“Ναι Αΐσα, εσύ θα είσαι η επόμενη. Μην ανησυχείς...φέρε το περιστέρι τώρα”, απαντησε η Κλωθώ και αφησε ενα αναστεναγμο.



********************


Ειχε περάσει μια ώρα και ένα δυνατός αέρας έμπαινε μέσα στη σπηλιά. Μύριζε τριαντάφυλλα. Μερικές στιγμές αργότερα μια απιστευτα όμορφη γυναίκα που φορουσε ενα χρυσό στεφάνι πάνω στις μακριές ξανθιές μπουκλες της, εμφανίστηκε μπροστά τους. Προχώρησε αλλά τα πόδια της δεν ακουμπουσαν το έδαφος και σταματησε μπροστά στις Μοιρες.

“Χαιρομαι πολυ που σαν βλέπω Μοιρες”, είπε η Ήβη με μεταξένια φωνή και τις κοιταξε με τα γαλαζοπράσινα μάτια της που έλαμπαν.

Ήταν η θεα της αιώνιας νεότητας, η κόρη του Δία και της Ήρας. Ήταν εκείνη μόνο που μπορουσε να σου χαρίσει τα χαμένα χρόνια της νιοτης σου.

“Ήβη, είναι πάντα χαρά μας και για τις τρείς μας να σε βλέπουμε γλυκιά μας!”, είπε η Κλωθώ με ειλικρίνεια στη φωνή της.

Κουβέντιασαν λιγάκι και σε κάποια στιγμη η Κλωθώ σκεφτηκε οτι θα επρεπε να πει γιατι την κάλεσαν να τους επισκεφτεί.

“Αγαπημένη μας Ήβη ξέρεις οτι έχουμε να σου ζητήσουμε μια χάρη”, ξεκίνησε η Κλωθώ, “Σε χρειαζόμαστε να γυρίσεις τη Λάχεσης όπως ήταν παλιά στα νιάτα της.

“Γιατι Κλωθώ;”, ρώτησε η Ήβη.

“Προσπαθουμε να σώσουμε την αγάπη ενός νεαρου θνητού ο οποιος χτυπήθηκε απο τρομερή αδικία στη ζωή του απο ένα απιστευτα άτυχο γεγονός. Είναι σαν μια απο εκείνες τις μυθικές Ελληνικές τραγωδίε,ς Ήβη, και είμαστε αποφασισμένερς να σώσουμε αυτες της δύο κακομοιρες ψυχές. Διαλέξαμε την Λάχεσης να συναντήσει εκείνο το νεαρό”, είπε η Κλωθώ με μιά ανάσα.

“Μαλιστα...”, είπε η Ήβη και αρχισε να το σκέφτεται στο μυαλο της. “Λοιπον,υποθέτω πως δεν θα είναι πρόβλημα αυτο αγαπητές μου Μοιρες. Αρκει μόνο ο θνητός να μην θυμάτε τίποτα απο αυτη τη συνάντηση μετα, τότε θα είναι εντάξει”

“Μα και βέβαια!!”, είπε η Κλωθώ και κοιταξε τις αδερφες που έφνεψαν εμφατικα, “Δεν θα μπορουσαμε να σκεφτούμε διαφορετικα Ήβη”

“Ενταξει λοιπον!”, είπε η Ήβη και πηρε το χρυσό στεφάνι που φορούσε στα μαλλια της και το ακουμπησε στο κεφάλι της Λάχεσης. Ανοιξε τη παλάμη της και φύσηξε μια χούφτα χρυσόσκονη πάνω της.

Σιγα σιγα η Λάχεσης μεταμορφωνόνταν μπροστα στα μάτια τους. Το κορμί της αρχισε να ισιώνει, το δέρμα της σταδιακα αρχισε να φαίνετε πιο απαλο και νέο, τα μαλλιά της σκούραιναν και γυάλιζαν ολοένα και περισόττερο. Οι αδερφές της δεν πίστευαν στα μάτια τους. Στέκοταν εκεί μπροστά τους, με μακριά ισια μαύρα μαλλια, πορσελάνινη επιδερμίδα, γεμάτα χείλη, ομορφα τοξωτά φρύδια, δυο μάτια το χρώμα του ουρανου μια ηλιολουστη μέρα του καλοκαιριου.

“Μα το παντοδυναμο Δια, αδερφή μου είσαι πανέμορφη!!”, είπε η Αΐσα πανέκπληκτη.

Ειχε ξεχάσει πόσο όμορφες είταν και οι τρεις στα νιάτα τους. Της είχαν λείψει αυτα τα χρόνια. “Ισως να μπρορούσαμε να ρωτήσουμε την Ήβη να αλλάξει και μένα και την Κλωθώ πίσω όπως είμασταν, όταν τελειώσουμε με αυτη την ιστορια”, σκεφτηκε η Αΐσα με ελπιδα μέσα της.

“Ναι, Λάχεσης φαίνεσαι καταπληκτικη!”, είπε και η Κλωθώ φανερα συγκινημένη που έβλεπε την αδερφή της νέα και πάλι.

“Παιδιά σας ευχαριστώ!! Σ’ευχαριστώ αγαπημένη μου Ήβη!!”, είπε και έπεσε μέσα στην αγκαλια της να την φιλήσει.

Η Ήβη φαινόταν χαρούμενη και χτυπησε τα χέρια της.

“Χαίρομαι πολυ αγαπητή μου Λάχεσης. Μπορεις τωρα να πας να συναντήσεις τον αγαπημένο σου αντρα, να σιγουρευτεις οτι θα κάνει οτι ακριβώς πρέπει να κάνει”, είπε η Ήβη.

“Αυτό θα κάνω”, είπε η Λαχεσης και το προσωπο της έλαμπε απο ευτυχία.

Εβγαλε απο το κεφάλι της το χρυστοστέφανο και το έδωσε πισω στην Ήβη. Εκείνη εβγαλε απο τις τσέπες της ενα μικρό πουγκακι απο τουλι. Το έδωσε στη Λάχεσης.

“Αυτό μου το έδωσε ο Μορφέας για να με βοηθάει να κοιμάμαι. Εχει λουλουδια παπαρουνας και λεβάντα. Μολις είσαι στο δωμάτιο του Τέρρυ, κρεμασε το προσεκτικα κοντα στο κρεββάτι του. Θα έχεις μισή ώρα να του μιλήσεις πριν πέσει σε βαθύ ύπνο. Οταν θα ξυπνήσει δε θα θυμάται τίποτα”, είπε η Ήβη και χαμογέλασε στη Λάχεσης.

“Σ’ευχαριστώ για τα πάντα Ήβη”, είπε η Λάχεσης στη Θεα της αιώνιας νεότητας. Τα μάτια της έλαμπαν απο δάκρυα χαράς.

“Δεν ήταν τίποτα γλυκιά μου. Χαίρομαι που μπορεσα να βοηθήσω λιγο για να σώσετε την αγάπη αυτών των δύο θνητών. Φαινεται πως αξίζουν ευτυχια στο τέλος”, είπε η Ήβη και οι τρεις Μοιρες δεν μπορουσαν να μήν συμφωνήσουν. “Πρέπει να φύγω τώρα. Ο Διας έχει ένα μεγάλο δείπνο σήμερα και πρεπει να βοήθησω πάλι”, είπε ενθουσιασμένα.

“Καλη διασκέδαση καλη μας!”, τις φώναξαν ολες μαζι χαρούμενα ενώ η Ήβη πετούσε ψηλά προς την κορυφή του βουνου πάλι.

“Λοιπόν είσαι έτοιμη αδερφή;”, είπε η Αΐσα στη Λάχεσης.

“Οσο έτοιμη γίνεται, υποθέτω”, ειπε νευρικά η Λάχεσης και χαμογέλα με αγωνία.

“Θα τα πάς μια χαρά! Να θυμάσε πως πρεπει να τον εμψυχώσεις και να του πεις οτι ολα θα πανε καλα αρκει να γυρισει πισω στη Νέα Υόρκη”, είπε η Κλωθώ, “και μη ξεχάζεις να αφήσεις τα βότανα στο δωμάτιο του, εντάξει;”, πρόσθεσε και κοιταξε την αδερφή της, να είναι πανέμορφη, χιλια χρόνια νεότερη, γεμάτη ενθουσιασμο, νευρική και γελαστή.

Οι τρεις αδερφες αγκαλιαστηκαν και η Λάχεσης προχώρησε κοντύτερα στον τοιχο. Ο Τέρρυ ήταν στο δωμάτιο του, ξαπλωμένος στο κρεββάτι του, χαμένος στις σκέψεις του. Το φώς ήταν χαμηλό, μόνο μερικά κεριά αναμένα, το οποιο ηταν ιδανικό για την Λαχεσης. Ακουμπησε τον πετρινο τοιχο με το ραβδί της, και οι εικονες εγιναν κυματιστες, ζωντανες, σαν να της έβλεπες στην επιφανειας μιας καθαρής και ήρεμης λίμνης.

“Και σε παρακαλουμε, μην λιποθυμήσεις!!”,οι δύο αδερφές της φώναξαν απαλά στη Λάχεσης πριν φύγει για τον κόσμο των θνητών.

“Θα προσπαθήσω να μήν!”, τους ειπε χαμογελαστα, και μπήκε στην εικονα στον τοιχο.



********************


Τα μάτια της Λαχεσης προσπαθησαν να συγκεντρωθουν μέσα στο μισοφωτισμένο δωμάτιο. Ηταν ένα απλο δωμάτιο. Στα αριστερα διπλα στο τοιχο ήταν το κρεββατι, ενα μικρο γραφειο κατω απο το παραθυρο, μερικα βιβλια και η φυσαρμονικα του είταν ακουμπισμένα πάνω. Μια στενή ντουλάπα ήταν στα αριστερα, διπλα στη πορτα. Στον τοιχο απέναντι απο το κρεββάτι του, υπήρχε ενα παλιο ποστερ του Ρωμαιου και της Ιουλιετας, μια αχνή μικρή σημείωση απο κάτω απο τα μεγάλα γράμματα του τίτλου, “Σ’αγαπώ...Κάντυ”. Το ειχε γράψει εκείνη οταν την είχε παρει μαζι του να δει το διαμέρισμα του μολις έφτασε στην Νεα Υόρκη για να παρακολουθήσει τη πρεμιερα του εργου.

Ο Τέρρυ ήταν ξαπλωμένος στο κρεββάτι, καπνίζοντας αργα ενα τσιγαρο, ενα ποτήρι ουίσκι διπλα του στο κομοδίνο. Ηταν βυθισμένος στις σκέψεις του, παρακολουθόντας το καπνο να ταξιδευει προς το ταβάνι. Η Λάχεσης δεν φαινονταν καθώς στεκοταν μπροστα στη πορτα, διπλα ακριβως στη ντουλάπα.


eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Κυρ Νοε 14, 2010 6:19 pm

“Τερρυ...”, ειπε αλλα η φωνή της ήταν πολύ ψιθυριστή. Ο ήχος εξαφανίστηκε μέσα στο λαιμο της. “Να πάρει”, σκεφτηκε, “ηρέμησε Λάχεσης, θα μιλήσουμε μόνο”, σκέφτηκε και ένιωσε να ιδρώνει. Πήρε μια βαθειά ανάσα και καθάρισε το λαιμό της σιγανα.

“Τέρρυ;”, ειπε με λιγο πιο δυνατη φωνη.

Ο Τέρρυ γύρισε ξαφνικα και κοιταξε προς τη μερια της. Μισοσηκώθηκε, έτοιμος να κατέβει απο το κρεββάτι. Η Λάχεσης πανικοβλήθηκε για ενα δευτερολεπτο, τα μάγουλα της εκαιγαν. Εκεινος ήταν εκει, φαινονταν κουρασμενος και λυπημένος, τα μαλλια του ήταν ανακατεμενα, το πουκαμισο του μισοξεκουμπωτο.

“Οοο Θέε μου...”, σκεφτηκε, και αισθανθηκε τη καρδια της να χτυπα πιο δυνατα απο τα λογια της.

“Μη σηκώνεσαι Τέρρυ...”, συνεχισε.

“Ποιος είναι εκει;”, ρωτησε σταθερά ο Τέρρυ.

“Δεν έχει σημασια ποια είμαι”, ειπε η Λάχεσης και βγηκε απο τη κρυψώνα της.

Συναντησε το βλέμμα του όλο περιέργεια, και ενιωσε ριγη σ’ολο της το σώμα. Ενστικτωδώς γύρισε τα μάτια της αλλου.

“Ακουσε με Τέρρυ...”, ειπε η Λαχεσης προσπαθώντας να ακουγεται ήρεμη, “ειμαι εδώ γιατι ξέρω οτι περνάς δύσκολες στιγμές”

Ο Τέρρυ γελασε με πικρια.

“...δυσκολες στιγμες...και λιγο λες...”

Ο Τέρρυ σταματησε και την κοιταξε για αλλη μια φορα. Δεν αισθανονταν να τον απειλει η παρουσια της παρόλο που φαίνονταν παραξενη. Ειχε ένα άερα απο αλλο κοσμο, και οι μακριες σκουρες ρομπες που φορουσε δεν εμοιαζαν με τίποτα απο αυτα που ήξερε πως φόραγαν τα κοριτσια εκεινη την εποχη.

“Μια και είσαι στο δωμάτιο μου, μπορω τουλάχιστον να ξέρω το όνομα σου;”, τη ρώτησε με ιδιαιτερο ενδιαφερον.

“Ωχχχ!”, σκεφτηκε εκπληκτη η Λαχεσης. Δεν είχε σκεφτεί αυτη του την ερώτησε. Αισθάνθηκε τον ιδρώτα να κυλάει στα μηνύγγια της. “Αντε χαζό, σκέψου!”

“Λοιπον;”, ο Τέρρυ γινονταν ολο και πιο περιεργος.

Τον κοιταζε με ύφος σαν κατι να έψαχνε. Τον πλησιασε και καθησε στην ακρη του κρεββατιου, το δεξι της χέρι να σπρώχνει πισω της στο στρωμα το πουγκακι που της είχε δώσει η Ήβη.

“Ελλη! Ελλη είναι το ονομα μου!”, ειπε ενθουσιασμένα. “Ελλη; Αυτο μπορουσα μονο να σκεφτώ;”, σκεφτηκε και στραβωσε λιγο μέσα της με τον εαυτο της.

“Λοιπον...Ελλη...”, ο Τερρυ μιλησε, ο τόνος της φωνής του έδειχνε οτι δεν τη πιστεψε, αλλα δεν είχε τη δύναμη να βρει γιατι του έλεγε ψέμματα, “Χαιρομαι που θυμήθηκες το όνομα σου”, της έιπε με νοημα και την κοιταξε.

“Τέρρυ...πρεπει να με πιστεψεις οταν σου λεω οτι ολα θα είναι ενταξει στο τελος”, ειπε η Λάχεσης απαλά σ’εκεινον.

“Και πως το ξέρεις αυτο Ελλη;”, της ειπε πισω, “γιατι αν με ξέρεις...θα ξέρεις οτι αγαπώ κάποια...και αυτή η καποια δεν είναι διπλα μου πια”, είπε και χαμήλωσε το κεφάλι του.

“Ναι... το ξέρω”, ειπε η Λάχεσης και τα ματια της βουρκωσαν. “Να εισαι δυνατή και να μην λιποθυμήσεις...”, σκεφτηκε μέσα της και σκουπησε τα ματια της γρήγορα.

“Τοτε, δεν βλέπω, πως θα ειναι ολα μια χαρα...”, ειπε ο Τέρρυ και σήκωσε το κεφάλι του, τα ματια του αστραψαν. “Εκτος αν μου πεις οτι η Κάντυ είναι πισω απο τη πορτα μου, ακριβώς εδώ, τότε Ελλη, εγω και συ γελιομαστε οικτρα”, συνεχισε πικραμενα.

"Να έχεις υπομονή Τέρρυ, σου δίνω το λογο μου σ’αυτο”, ειπε η Λάχεσης αποφασιστικα.

Ο Τέρρυ την κοιταξε βαθια μέσα στα μάτια της, προσπαθώντας να δει ποσο ειλικρινής είταν. Η Λάχεσης αισθάνθηκε τα μαγουλα της να κοκκινιζουν εντονα. Προσπαθησε απελπισμενα να συγκεντρωσει τις σκέψεις της.

“Το μονο που έχεις να κάνεις ειναι να γυρίσεις στη Νέα Υόρκη”, καταφερε να πει.

“Αυτο σκέφτομουν και εγώ Ελλη! Το ξέρεις πως σήμερα νομισα πως είδα τη Κάντυ στο πλήθος; Φαινονταν τοσο λυπημένη, που εσκισε τη καρδια μου κομματια. Πρεπει να κρατήσω την υποσχεση που της έδωσα, να προσπαθήσω να είμαι ευτυχισμένος, να συνέχισω με το θέατρο, αν και...Ελλη...είμαι αδειος μέσα”, ειπε και χτυπησε με τη γροθια του το στήθος του. Ενιωσε να ήθελε να κλάψει.

“Πιστεψε με, ξερω ποσο δύσκολο πρεπει να είναι αυτο. Μπορει να φαίνομαι νέα αλλα έχω ζήσει πολλά στη ζωή μου”, ειπε η Λάχεσης και τον κοιταξε, απομακρύνωντας την επιθυμια της να κρατήσει τον Τέρρυ στην αγκαλια της, να χαϊδέψει τα μαλλια του, να του ψιθυρισει οτι η Κάντυ να γυρίσει στη ζωή του, και πως θα είναι ευτυχισμένη αυτη η ζωή στο τελος.

Ο Τερρυ δεν μιλουσε. Φαινονταν σαν να ήταν κουρασμενος και επεσε πισω στο μαξιλαρι του. Εβαλε τα χερια του πισω απο το κεφαλι του και κοιταξε προς τα πανω.

"Τερρυ πρεπει να φυγεις αυριο, να γυρίσεις στο ξωτικό...εεε....στη Σουζάννα”, του είπε η Λαχεσης.

Δεν της εμενε πολύς χρόνος ακομα. Επρεπε να φύγει σύντομα.

“Βλεπω πως είσαι πολυ καλα ενημερωμένη για την ζωή μου. Ή είσαι αλλη μια τρελλη θαυμαστρια...φαινεται πως τις τραβάω αυτες...”, εσφιξε τα χειλη του καθώς θυμηθηκε τη Σουζάννα και την αθλια τύχη του, “...ή ο Φυλακας Αγγελος μου...”, είπε και τα ματια του την κοιταξαν χωρις να κουνήσει το κεφάλι απο το μαξιλάρι του.

“Εεεε, σιγουρα είμαι θαυμαστρια...δεν θα ελεγα τρελλη...αν και έχω λιποθυμήσει μερικες φορες...οταν σε ειδα”, του ειπε και αισθανθηκε την επιθυμια να ανοιξει η γη να την καταπιει.

Τι του έλεγε; Αφησε ενα νευρικο γελιο και προς ανακουφηση της, ο Τέρρυ γελασε με τη καρδια του επισης.

“Τουλάχιστον εισαι ειλικρινής Ελλη”, της ειπε και χαμογέλασε. Ηταν σιωπηλος για μια στιγμή. “Δεν εχω χαμογελάσει ή γελασει για πολυ καιρό τωρα, φίλη μου”, είπε πίσω στην Λάχεσης, “Σ'έυχαριστώ για αυτο!”

Αισθάνθηκε υπεροχα εκεινη ακουγωντας τα λογια του και βλεπωντας τον να φαινεται ανανεωμένος. Του έδωσε το πιο ειλικρινες πλατυ της χαμογελο.

“Χαιρομαι που μπορεσα να το κάνω αυτο Τέρρυ”, του ειπε.

“Και ήταν μονο η Κάντυ στο παρελθον που μ’εκανε να γελαω...εσυ δεν είσαι η Κάντυ...είναι σίγουρο αυτο”, ειπε και την κοιταξε, “οποτε υποθετω οτι πρεπει να είσαι ο Φύλακας Αγγελος μου”

“Αν γυρίσεις πισω στη ζωή που είχες”, του ειπε πισω, “μπορω να είμαι οτι νομίζεις οτι είμαι”, συνέχισε και του χαμογέλασε. “Εχε πιστη και υπομονή, και ολα θα γινουν οπως πρεπει να γινουν. Θα δεις!”

“Αν το λες εσυ...”, απαντησε ο Τέρρυ.

“Ναι το λεω...και το ειπε και η Κάντυ σημερα!”, ειπε. “Οποτε εχω το λογο σου, οτι θα φύγεις αυριο για τη Νεα Υόρκη;”, τον ρωτησε.

Ηταν καιρος για κεινη να πηγαινει. Ο Τέρρυ επεφτε σε βαθύ υπνο γρήγορα.

“Τον έχεις...Ελλη. Ο Φυλακας Αγγελος μου...”, ο Τέρρυ καταφερε να ψελισει αυτες τις τελευταιες λεξεις με ενα χαμογελο στα χειλη του, πριν τα ματια του κλεισουν και η ανασα του γινει βαθια και ήρεμη. Κοιμοταν.

Η Λαχεσης σηκώθηκε και κοιταξε με αγαπη τον Τέρρυ που είχε αποκοιμηθει. Το δωματιο μυριζε λεβαντα. Ενιωθε να στεναχωριεται που τον αφηνε εκει. Θα μπορουσε να τον ακολουθήσει στη Νεα Υορκη, και πιθανοτατα να κλωτσουσε τη Σουζαννα εξω απο την ζωή του, αν την αφηναν οι αδερφες της. Αλλα αυτο ήταν το ονειρο της. Για τις Μοιρες, ηταν ανυκουστο να μπλεκοντε με αυτο το τροπο στις ζωες των θνητων.

Σηκώθηκε και κοιταξε το προσωπο του που φαινονταν ηρεμο. Εσπρωξε απαλα τα μαλλια που είχαν πεσει στο προσωπο του, και εσκυψε να του δώσει ενα τρυφερο φιλι στο μέτωπο.

“Αντιο, αγαπημενε μου Τέρρυ...”, ειπε και αφησε τα δακρυα της να κυλησουν ελευθερα αυτη τη φορα.

Ο τοιχος απεναντι απο το κρεββατι του Τέρρυ κοιματισε. Ηταν η εξοδος της. Εριξε ενα τελευταιο βλεμμα στον Τέρρυ και προχώρησε μπαινοντας μεσα στο τοιχο πηγαινωντας πισω στη σπηλια. Οι αδερφες της την περιμεναν.


********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Τετ Νοε 24, 2010 2:40 pm

Κεφάλαιο 4: Νεμεσις, η θεά της δικαιοσύνης


Αργα έκανε την εισοδό της η νεαρή Λάχεσης πισω στη σπηλιά. Οι δύο της αδερφές την περίμεναν με αγωνία. Η Κλωθώ ανησυχούσε ακόμα περισσότερο μήπως και η ερωτοχτυπημένη Λάχεσης αρνιόταν να γυρίσει πίσω, ακολουθόντας τον Τέρρυ στη Νέα Υόρκη. Η Λάχεσης κοιταξε τις αδερφές της με ονειροπόλα μάτια που έλαμπαν. Δεν τους είπε λέξη. Η Αΐσα ένιωθε να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Οχι μόνο η αδερφή της δεν είχε την θεραπεία της ανανέωσης, οχι μόνο δεν είχε συναντήσει τον Τέρρυ, αλλά τώρα κρατούσε και το στόμα της κλειστο.Τι είχε πάθει;; Η Λάχεσης προχωρούσε αργα σαν να περπατουσε στα σύννεφα κατω απο το περιέργο και λιγο ενοχλημένο βλέμμα απο τις αδερφές της. Καθησε στη συνηθισμένη της θέση κοιτώντας μπροστά στον τοιχο καθρεφτη, ο Τέρρυ ήταν ακομα σε ύπνο βαθύ. Τα μάτια της ονειρεύονταν ανοιχτα ενω αναστέναξε.

“Αααααχ....”

Ο αναστεναγμος της σήμαινε πως το μυαλο της δεν είχε αφήσει το δωμάτιο του Τερρυ ακομα.

“Λοιπον;”, η Κλωθώ ήταν η πρώτη που μίλησε τελικά. Η Λάχεσης δεν ανταποκρίθηκε.

“Κοιτα την!! Τώρα είναι σαν να έχουμε μια αμυαλή και ονειροπόλα έφηβη!”, είπε η Αΐσα ανυπομονα.

“Σσσσσς! Ειναι ακόμα υπνωτισμένη! Δεν της ήταν λιγο να συναντήσει τον άντρα που λατρεύει!”, είπε η Κλωθώ συμπονετικά.

Κοιταξε την αδερφή της που ήταν απόλυτα χαμένη στις σκέψεις της και ένα πονηρό χαμογελο χαραχτηκε στα χείλη της.

“Aααααα!!!! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΕΡΡΥ ΓΚΡΑΝΤΣΕΣΤΕΡ;;!!!”, φώναξε.

Η Λάχεσης ξύπνησε απο τα όνειρα της αμέσως. Πηδησε απο τη καρέκλα της.

“ΤΕΡΡΥ;;!!! Που;;!! Τι...εγινε;!!!” καταφερε να πει ενώ οι αδερφές της ξεκαρδίζονταν στα γελια. Η Αΐσα κρατουσε τη κοιλιά της.

“Αδερφή! Πολύ καλο!!!”, ειπε δυνατα στην αδερφή της.

“Αααα πολύ ωραία!! Το σκεφτήκατε πολύ να μου προκαλέσετε τέτοια ταραχή;; Δεν το διασκέδασα καθόλου Κλωθώ! Ντοπή σου!!”, η Λαχεσης κατάφερε να πει αναμεσα στα γελια τους.

“Δεν θα το έκανα αν δεν είχες κατέβη στη γη και μας μιλουσες οταν σε ρωτούσαμε...ΠΩΣ ΠΗΓΕ;;”, η Κλωθώ υψωσε τη φωνή της στο τελος της προτασης, χαμογελώντας πλατια ακομα στην αδερφη της.

“Οοοοο!!Συγγνώμη παιδια!! Ακομα προσπαθώ να επανέλθω στη πραγματικότητα, αλλα πρεπει να πω πως ήταν τελειος!”, είπε η Λάχεσης με ενα ονειροπολο χαμογελο, και έφερε το χερι της στο μετωπο που εκαιγε απο τον ενθουσιασμο της.

“Ασε το πως ήτανε εκεινος, τον ξέρουμε τον Τερρυ, τον παρακολουθουμε καθε μερα...”, απαντησε η Κλωθώ στα σχόλια της αδερφής της, ενω η Αΐσα ήταν σιωπηλη, μουτρωμένη, ζήλευε καθαρα, σκεφτονταν η Κλωθώ.

“Λοιπον...πρεπει να πω οτι το να συναντησεις τον Τερρυ απο κοντα δεν είναι τιποτα απο αυτο που βλέπουμε στο τοιχο”, επεμεινε η Λάχεσης. “Ειναι πολυ γλυκος, και ευγενικος και πολύ εντονος με τα λογια του και τα ματια του, δεν μπορεις παρα να νιώσεις τα γόνατα σου να τρεμουν!! Πρεπει οποσδήποτε να τον σώσουμε Κλωθώ! Ηταν εντελως κομματια...δεν αντεχα να τον βλέπω έτσι!”

“Πηρε το μηνυμα οτι θα πρεπει να γυρισει πισω στη Νεα Υορκη και στη Σουζάννα;”

“Ναι ειμαι σιγουρη οτι το καταλαβε, φανηκε πως ήταν το τελευταιο πραγμα στο μυαλο του πριν τον παρει ο υπνος, οποτε είμαι σιγουρη πως θα παρει το τραινο αυριο”, τελειωσε η Λαχεσης την προταση της και χαμογελασε πλατια στις αδερφες της.

“Ωραια!”, απαντησε η Κλωθώ. “Τωρα που το βλαμμένο ξωτικο καθεται στο σπιτι ησυχη, την στιγμη που θα γυρίσει ο Τερρυ...τα πραγματα θα αρχιζουν να αλλαζουν για κεινη...προς το χειροτερο”, συνεχισε η Κλωθω και γελασε πονηρα με αυτη της την σκεψη.“Θα πρεπει να φωνάξουμε για βοηθεια. Η Νεμεσις μαλλον θα είναι η πιο καταλληλη να φωνάξουμε...”

“Η Νέμεσις;;;”, και οι δυο αδερφες ρωτησαν ταυτοχρονα.

Η Νέμεσις ηταν μια θεοτητα που ακομα και όλοι οι αθάνατοι φοβοταν, αφου ήταν η θεα που μετρουσε την ευτυχια και τη δυστυχια, σιγουρευοντας οτι και τα δυο μοιράζονταν ισα στους θνητους. Ανοητος ο ανθρωπος που καυχιοταν για την καλοτυχια του ενω συχνα οι γυναικες εφτυναν το κορφο τους για να ξορκισουν την Νεμεσις ζώντας μεγαλες περιοδους καλοτυχιας στα σπιτικα τους.

Η Λάχεσης φαινονταν σοβαση και σκεφτική. Δεν μπορουσαν να τα μπερδεψουν με την Νεμεσις. Ενιωσε ενα εντονο τρεμουλιασμα να σκαρφαλωνει γρηγορα τη ραχοκοκκαλια της. Πως θα της εξηγουσαν τι εγινε; Και γιατι η Νεμεσις να τιμωρήσει την Σουζαννα για την ευτυχια της; Χανοντας το ποδι της σιγουρα θα μπορουσε να είναι το τιμημα που επρεπε να πληρωσει με το να κραταει τον Τερρυ δικο της. Η ολη ιδεα να καλεσουν την Νεμεσις της φαινονταν ριψοκινδυνη και υπηρχε περιπτωση να αποτυχουν και ακομα ακομα να ειδοποιηθει ο Διας για τις πραξεις τους. Κοιταξε την Αΐσα που παρακολουθουσε τον Τερρυ να κοιματε αν και φαινονταν σαν να ηταν και κεινης το μυαλο χαμενο στις σκεψεις της. Εστρεψε τα ανησυχα ματια της στη Κλωθώ που συνεχιζε να κοιταει τη φωτια που έκαιγε στο κέντρο της σπηλιας τους. Προχωρησε κοντυτερα, και καθησε διπλα στην αδερφη της. Μπορουσε να νιώσει το μυαλο της να δουλεύει πυρετωδώς ψάχνοντας λυσεις. Περασε το χερι της γύρω απο τους ώμους της Κλωθώς.

“Κλωθώ...εισαι σίγουρη γι’αυτο; Χρειαζομαστε όντως τη Νέμεσις;”, την ρώτησε απαλα.

Η Κλωθώ γυρισε το κεφαλι της και βύθισε το βλεμμα της μεσα στα κρυσταλλινα γαλαζια ματια της Λάχεσης.

“Δεν ξέρω Λάχεσης...αλλα θα ήταν φοβερό αν είχαμε τη Νεμεσις με το μερος μας...ή με το μερος του Τερρυ και της Κάντυ...οπως θέλεις παρε το! Ξέρω ποσο δικαια είναι και ίσως μας πει οτι η Σουζάννα πληρωσε αρκετα με το να χασει το ποδι της και ίσως ναι, μπορει να εξαγριωθει με τα δικά μας λαθη να μπερδεψουμε τα νηματα...ακομα και το ατυχημα της Σουζάννας εν μέρη ήταν δικο μας σφάλμα. Αλλα για φαντασου αν μπορουσαμε να την πεισουμε! Θα μπορουσε εκεινη να ριξει μεγαλη κακοτυχια στο ξωτικό που εμφανιστηκε απο το πουθενα και μπηκε μεσα στη ζωή τως αγαπημενων μας θνητών”, είπε η Κλωθω και ενας μικρος ανησυχος αναστεναμος πεταξε απο τα χειλη της.

“ΟΚ...συμφωνω με τις σκεψεις σου, οποτε πρεπει πριν την καλεσουμε, να συζητησουμε τι θα της πουμε, οι λεξεις μας πρεπει να ειναι δικαιες και κατευθειαν στο νοημα. Δεν μπορουμε να αφησουμε χώρο για καμοια αμφιβολια!”, ειπε η Λαχεσης και γεμισε μια κουπα με χαμομηλι που ήταν στο κανατι διπλα στη φωτια. Ειχε νιωσει το στομα της ξερο ξαφνικα.

“Εγω θα της μιλησω!”, ακουστηκε να λεει η Αΐσα απο μακρια και οι δυό αδερφες γυρισαν τα προσωπα τους προς εκεινη, τα ματια τους διαπλατα. Πριν ανοιξουν τα στοματα τους, η Αΐσα συνέχισε.

“Εγω κραταω το ψαλιδι της ζωής...παρολο που ειμαι η νεοτερη, δεν θα λεγατε οτι το δικο μου καθήκον φερει την μεγαλυτερη ευθύνη και απο τις τρεις μας; Δεν θα ήταν τα λογια μου τα πιο δυνατα;”,ρωτησε.

“Εισαι σιγουρη Αΐσα;”, τη ρώτησε η Κλωθω.

“Περισσοτερο απο ποτε Κλωθώ!”, ειπε η Αΐσα με μια σοβαρη και αποφασισμενη φωνη.

Ενιωσε πως ηταν καιρος να ανασκουμπωθει και να κανει και κεινη κατι αξιο οσο και οι αδερφες της. Αισθάνονταν αυτοπεποιθηση και δυναμη. Το παρουσιαστικό της Αΐσα ηταν επισης και το πιο εντονο απο τις τρεις. Τα μαλλια της ηταν μακρια και ακομα καταμαυρα, πλαισιωναν το μακρυ ασκητικο της προσωπο ενω τα μεγαλα μαυρα σαν καρβουνα ματια της ήταν σαν να είχαν τη δυναμη να διαπερασουν την ψυχή εκεινου που την κοιτουσε. Ειχε οπωσδήποτε ενα προσωπο που δυσκολα ξεχνιοταν.

Η Λάχεσης κοιταξε την Κλωθώ καθως τραβηξε τα ματια της απο την Αΐσα.

“Λοιπον;”, ρωτησε.

“Ενταξει, εσυ θα μιλησεις στη Νεμεσις, Αΐσα”, ειπε αυστηρα. Τωρα το μονο που μας μενει ειναι να προετοιμασουμε την ιστορια μας...”, ειπε με επιτακτικο τονο στη φωνή της.

Η Αΐσα ηρθε κοντα τους γυρω απο τη φωτια. Ειχαν μια μακρια νυχτα μπροστα τους και πολλα να συζητησουν...



********************



Το πρωι βρήκε τον Τερρυ να πακεταρει τα πραγματα του εχοντας αποφασισει να γυρισει πισω στη Σουζαννα. Στη σκεψη της, εκεινος πιεσε τα χειλια του και αισθάνθηκε τους μυς στο λαιμο του να σφιγγουν.

“Πως θα μπρορουσε να ζησει μαζι της;” σκεφτηκε, ενα μιγμα στεναχώριας, θυμου και αναστατωσης απειλουσε να τον σταματησει εκει ακριβώς που στεκονταν. Ο πειρασμος απλα να εξαφανιστει απο προσωπου γης ήταν πολυ μεγαλος. Επιασε τη φυσαρμονικα απο το τραπεζι, τα ματια του συναμα με τα δαχτυλα του τη χαιδεψαν, καθε χαδι, μια μικρη ανεκτιμητη αναμνηση καταχωνιασμενη στα μονοπατια της ψυχης του. Ψιθύρισε το ονομα της που έφερε δακρυα στα ματια του. Ακουμπησε τη φυσαρμονικα απαλα πανω στα πραγματα του.

Τα ματια του εξέτασαν το κρεββατι του σε περιπτωση που είχε ξεχάσει τιποτα. Σταματησαν στη γωνια του κρεββατιου, παρατηρώντας κατι που είχε χωθει εκει. Αναρωτήθηκε τι να ήταν και επιασε στα χερια του το μικρο πουγκακι με τη λεβαντα και τους σπορους παπαρουνας. Το εφερε κοντα στη μυτη του και αναπνευσε το μεθυστικο αρωμα που ακομα αναδυονταν απο το μικρο πακετακι.

Αισθάνθηκε να ζαλιζεται ελαφρα, αχνες εικονες ενος πολυ ομορφου και περιεργου κοριτσιου, να τον κοιταζει με αγαπη και στοργη. “Πηγαινε πισω στη Νεα Υορκη...όλα θα πανε καλα...στο υποσχομαι...”, ακουσε μια απαλη φωνη να του ψιθυρίζει στο μυαλο του. Αμεσως ενιωσε ήρεμος. Εβαλε το πουγκακι στη εσωτερική τσέπη του σακακιου του. “Η μοιρα πηρε τη Καντυ μακρια μου...ίσως η μοιρα με προειδοποιει για το μελλον...ισως την ξαναδω...”, σκεφτηκε και με μια αποφασισμενη λαμψη στα ματια του εκλεισε τη βαλιτσα και βγηκε απο το δωματιο, η ελπιδα ισχωρουσε διστακτικα στη ψυχή του για πρώτη φορα.



********************



Οι τρεις Μοιρες ήταν ξυπνιες με το πρώτο φώς της αυγης. Ειχαν δεν ειχαν κοιμηθει καθώς ήταν απασχολημενες με το να σχεδιαζουν το επομενο τους βημα μεχρι πολυ αργα τη νυχτα. Κοιταξαν νευρικα η μια την αλλη αλλα ειχαν αυτοπεποιθηση στη γνωση οτι είχαν η μια την αλλη. Θα τα καταφερναν. Πηραν το πρωινο τους ενω συζητουσαν τις τελευταιες λεπτομερειες του σχέδιου τους. Η Λάχεσης ειχε γυρισει στο παλιο της παρουσιαστικο, η νεαρη της εμφανιση ειχε φυγει, τα μαγια ειχαν λυθει. Αισθάνθηκε λιγο λυπημενη, αλλα αν εμφανιζονταν τοσο νεα θα δημιουργουσε απορια στη Νεμεσις και σιγουρα δεν την ήθελαν να αισθάνεται υποψιες για οτιδηποτε που ήταν εκτος του κανονικου.


“Λοιπον...εχουμε οτι χρειαζομαστε;”, η Κλωθώ ρώτησε τις αδερφες της.

“Θελουμε θυμαρι και ξύλο μηλιας για να αρχισουμε τη πυρα”, ειπε η Κλωθώ.

"Εδω είναι”, ειπε η Αΐσα και πηρε ενα ματσακι ξερο θυμαρι που κρεμονταν αναποδα στο πισω μερος της σπηλιας. Ενας μικρος σωρος απο ξυλο μηλιας ηταν επισης εκει κοντα.

Ετοιμασαν ενα μικρο σωρο στην εισοδο της σπηλιας, ετσι ωστε ο καπνος να μπορουσε να ταξιδεψει ψηλα στον αερα. Η Κλωθω και η Λαχεσης καθισαν στα χοντρα κουτσουρα που χρησιμοποιουσαν σαν καθίσματα, ενω η Αΐσα στεκονταν στην εισοδο, κοιτώντας εξω τον ηλιολουστο πρωινο ουρανο. Γυρισε προς της αδερφες της και πηρε μια βαθια ανασα. Φαινονταν εντυπωσιακη καθώς το φως του πρωινου εκανε το σκουρη σιλουέττα της ακομα πιο εντονη.

“Ειμαστε ετοιμες αδερφες μου;”, τις ρωτησε αποφασισμενη.

Η Κλωθώ κρατουσε το πανδουριον (αρχαιο μουσικο οργανο που εμοιαζε με μικρο μαντολινο) ενω η Λάχεσης κρατουσε ενα τυμπανο. Εκεινες εγνεψαν καταφατικα στην Αΐσα που κρατουσε κροταλα στα χερια της. Αναψαν τη φωτια.

“Ας το κανουμε λοιπον...”, ειπε η Αΐσα, τα ματια της στον ουρανο, καθως τα πρωτα ιχνη καπνου ταξίδευαν εξω απο τη σπηλια. Οι πρωτες νοτες απο το πανδουριον της Κλωθώς κολυμπησαν νωχελικα στον αερα. Η κρυσταλλινη φωνη της Αΐσα ακουστηκε μερικες στιγμες αργοτερα, αναμεμιγμενη με τον μυρωδατο καπνο, σκαρφαλωνοντας τον ουρανο, η ηχω ακουγονταν στα γυρω βουνα. Η Λαχεσης τους συνοδευε με το τυμπανο.

http://uk.youtube.com/watch?v=zLWBlfaSj8g

Hymn to Nemesis by Mesomedes of Crete, Greek lyric poet, lived during the 2nd century A.C.


Μια μαγικη ατμοσφαιρα περικυκλωσε τις τρεις μοιρες καθως καλουσαν την θεα που ολοι φοβονταν. Ολα φαινονταν να μοιαζουν ακινητα με μονο τη μουσικη και την φωνη της Αΐσα να απλωνετε μακρια ενω καλουσαν την παρουσια της θεας. Δεν μπορουσαν να κανουν πισω τωρα...συντομα η Νεμεσις θα ηταν εκει...και ειχαν πολλα να εξηγησουν, εαν ηθελαν να βοηθήσουν τον Τερρυ και τη Κάντυ να βγουν απο την μιζερη ζωη που ατυχα γεγονοτα τους είχαν ριξει μοιραια σ’αυτη.



********************


Μια μικρη σκουρη κουκιδα εμφανιστηκε στον ουρανο. Μια φτερωτη σιλλουετα πλησιαζε γρηγορα τη σπηλια τους. Η Αΐσα ανατριχιασε λιγακι. “Η Νεμεσις...”, σκεφτηκε, “ερχετε...”. Γυρισε γρηγορα πισω της.

“Ειναι εδω!”, ειπε στις αδερφες της.

Η φτερωτη γυναικα πλησιαζε, το μεγαλο ανοιγμα των φτερων της την εκανε να φαινεται πιο εντυπωσιακη και απειλητικη. Η Αΐσα εκανε πισω στη σπηλια. Μερικες στιγμες μετα, η Νεμεσις πετουσε εξω απο τη σπηλια, το φτερουγισμα της καθως σταματουσε εσπρωχνε αερα, σκονη και καπνο μεσα στη σπηλια. Οι τρεις μοιρες αρχισαν να βηχουν απο τη καταχνια που γεμιζε τωρα τη σπηλια.

“Να παρει τα φτερα σου...”, ειπε η Αΐσα και ζαρωσε το προσωπο της, ενω τα ματια της ετσουζαν.. “Κοιταξτε με, ποσο πανισχυρη φαινομαι!!! Με τα φτερα μου και ολα τα αλλα!!”, σκεφτηκε μεσα της, ομως φοβισμενη αρκετα ακομα και να ψιθυρισει τις λεξεις.

Στεκονταν τωρα μπροστα στη σπηλια, και προχωρησε με σταθερα βηματα. Εμοιαζε με τρομερη Αμαζονα με το δερματινο χαλιναρι δεμενο στα δεξια της, ενα σπαθι στα αριστερα. Τα ματια της ελαμψαν, δυο μικρες παγωμενες μπλε φωτιες που εκαιγαν καθως τις κοιτουσε. Η βροντερη της φωνη ανατιναξε τη νεκρικη σιωπη που ειχε πεσει μεσα στη σπηλια με την αφιξη της.

“Κλωθώ, Λάχεσης, Αΐσα”, ειπε και τα ματια της κοιταζαν τις Μοιρες μια μια καθώς αναφερε τα ονοματα τους. “Τι ειναι αυτο για το οποιο με καλεσατε ξαφνικα, και διακοψατε τη δουλειά μου;”, ρώτησε.

“Για δουλεια σε καλεσαμε και μεις Νεμεσις”, της ειπε η Κλωθώ με σταθερη φωνη, καθώς εριχνε συντομες ματιες στις αδερφες της. “Σε παρακαλουμε, ελα και καθησε μαζι μας. Δεν θα σε κρατησουμε για πολυ”

Η Νεμεσις αφησε ενα αχνο μουγκρητο και χωρις να πει λεξη, προχωρησε μεσα στη σπηλια και καθησε κοντα τους.

“Λοιπον;”, ρωτησε.

Η Αΐσα αρχισε να μιλαει.

“Ειναι μια υποθεση Νεμεσις, που πιστευουμε οτι χρειαζεται την παρουσια σου...”, της ειπε η Αΐσα, και αρχισε προσεκτικα να διηγητε την ιστορια μεταξυ της Κάντυ, του Τερρυ και της Σουζάννας.

Μετα απο λίγο, η Νεμεσις μιλησε.

“Μαλιστα...”, ειπε, “Δεν νομιζω οτι χρειαζεται να κανω κατι εδω, Μοιρες! Αυτη η γυναικα, η Σουζαννα, ήταν πραγματικα βλασθημη στη αρχη, με το να θελει αυτον τον αντρα, τον Τερρυ, για κεινη!! Αλλα έχασε το ποδι της στη πορεια, και αυτο είναι η τιμωρια της”, συμπερανε.

Η Αΐσα ομως δεν το εβαζε κατω.

“Ξέραμε οτι θα πεις κατι τετοιο αγαπητη μας Νεμεσις, θεα της δικαιοσύνης. Εσυ πανω απο όλους τους θεους ομως εισαι υπευθυνη να κρατάς ισορροπια μεταξυ της ευτυχιας και της δυστυχιας στους θνητους. Και σ’αυτη τη περιπτωση, καταδικαζουμε τον Τερρυ σε αδιακοπη δυστυχια με τον αφησουμε διπλα στη Σουζαννα. Για να μην αναφερω τη Κάντυ η οποια σκορπιζε ευτυχια απλόχερα σε οποιον συναντουσε, ολη της τη ζωη μεχρι τωρα! Απ’ολους τους θνητους εκει εξω...σιγουρα η Κάντυ και ο Τερρυ αξιζουν ευτυχια, περισσοτερο απο οποιον αλλο ζωντανο που περπαταει πανω στην ευλογημενη γη. Ειναι η ευτυχια της Σουζάννας δικαιολογημενη ερωτώ λοιπον; Θα μπορουσε να παραμεινει ευτυχισμενη εις βαρος δυο θνητων που αξιζουν πραγματικα να ειναι ευτυχισμενοι και δεν ειναι;”, τελειωσε η Αΐσα, και αισθανθηκε ικανοποιημενη με τα λογια της, καθως εβλεπε πως καταφεραν να τραβήξουν τη προσοχη της Νεμεσις.


Ηξεραν πως η συγκριση μεταξυ της Σουζάννας και της Κάντυ με τον Τερρυ θα δημιουργουσε διλημμα στη Νεμεσις. Φαινονταν οντως πολυ σκεφτικη. Παντα επαιρνε την δουλεια της να κραταει την ευτυχια και τη δυστυχια ισα για τους θνητους και τις ζωες τους, πολυ σοβαρα Και αυτη τη στιγμη η Καντυ και ο Τερρυ ειχαν δεχτει ενα αδικο χερι απολυτης δυστυχιας. Απο την αλλη μερια...η Σουζάννα...το ατυχημα της εσβηνε τις αδικαιολογητες πραξεις της και σκεψεις της να κανει τον Τερρυ δικο της. Αλλά το ενστικτο της της ελεγε πως η ευτυχια της Σουζάννας ηταν παράδοξη αφου βασίζονταν στη παρουσια ενος άντρα δίπλα της που δεν την αγαπουσε. Καπου τα πράγματα πήγαν στραβα και αναρωτιοταν πως. Ξαναγύρισε σε βαθειες σκεψεις και κοιταξε τις τρεις Μοιρες που περιμεναν την αποφαση της Νεμεσις υπομονετικα αλλα και νευρικα την ιδια στιγμη.


“Λοιπον...Αΐσα...υπερασπισες την υποθεση σας πολυ εντυπωσιακα. Εγω ειδικα δεν χανω συνήθως τα λογια μου...αλλα αυτη η ιστορια σιγουρα φαινεται σοβαρη και μπερδεμενη...αναρωτιεμαι πως εγιναν ετσι τα πραγματα...”, ειπε και κοιταξε εντονα την καθε μια τους.

Η Κλωθώ, η Λάχεσης και η Αΐσα, ενιωθαν το κρυο ιδρώτα πανω τους...η Νεμεσις δεν επρεπε να υποψιαστει καποιο λάθος απο μεριας τους...παρολο που προσπαθουσαν να φαινονται αδιαφορες απεναντι της, οσο τους ήταν δυνατον...πραγμα που τους ήταν πραγματικα δυσκολο. Τα μερικα λεπτα που περασαν μεχρι να μιλησει η Νεμεσις και παλι, φανηκαν σαν αιώνες για τις τρεις τους. Μετα απο αυτες τις σιωπηλες στιγμες που η Νεμεσις ζυγιαζε τα γεγονοτα στο μυαλο της, εκεινη σηκώθηκε.


“Θα σας βοηθήσω...με πεισατε οτι οντως δεν υπαρχει ισορροπια εδω!!! Ο Τερρυ και η Κάντυ δεν αξιζουν τη ζωή που είναι μπροστα τους. Και θα πραξω ωστε η Σουζάννα να λάβει το τιμημα της ευτυχιας της που είναι καθαρα αδικη”, ειπε και προχωρησε εξω απο τη σπηλια. Γυρισε και τις κοιταξε.

“Δε νομιζω οτι πρεπει να σας αναφερω τη προοδο μου...θα δειτε τα παντα στο ‘Τοιχο της ζωής’ υποθέτω”, ειπε.

“Ναι Νεμεσις, μην ανησυχεις για μας...παρακολουθουμε τα παντα...τους παντες...και κάθε μερα!!”, μιλησαν ολες μαζι.

“Σ’ευχαριστουμε Νεμεσις που υποστηριζεις αυτο που προσπαθουμε να καταφερουμε. Αυτη σου τη βοηθεια θα στη χρωσταμε για παντα”, ειπε η Κλωθώ και οι τρεις Μοιρες ειταν τωρα ορθιες και προχωρουσαν προς το ανοιγμα της σπηλιας.

“Δεν ειναι τιποτα Κλωθω...συνεχιστε τη καλη δουλεια...σε σας υπολογιζουμε!”, ειπε η Νεμεσις και ενα σπανιο χαμογελο ελαμψε στο προσωπο της. “Προσέξτε το φτερουγισμα τωρα, πηγαινετε πισω στη σπηλια”,ειπε προτου ξεδιπλώσει τα εντυπωσιακα φτερα της.

Οι τρεις Μοιρες ειπαν αντιο και πηγαν πισω, πριν να υπομεινουν το συννεφο σκονης και αερα που θα σηκώνονταν απο τα φτερα της Νέμεσις.

“Προσέξτε τα φτερα...οο...οο..οο...αχ πετάω...σας το ειπα αυτο...;”, ειπε η Αΐσα με κοροιδευτική φωνή. “Αυτη η Νεμεσις...το’χει παρει πανω της!!”, ειπε και φαινονταν ενοχλημενη.

“Εεεε!! Η Νεμεσις μας βοηθάει και δεν είναι αναγκη να λες ασχημα πραγματα για κεινη Αΐσα!! Εχει μια πολυ υπευθυνη δουλεια να κανει...οπως και μεις...μονο που εκεινη παιρνει τη δουλεια της λιγο πιο σοβαρα απο ότι εμεις!! Πιστευω πως ειναι μια πολυ υπευθυνη θεοτητα!”, η Κλωθώ είπε αυστηρα και μετα το προσωπο της μαλακωσε, “Αλλα...εκανες πολυ καλη δουλεια παρολ’αυτα Αΐσα!!!”, συνεχισε και χτυπησε λιγο παραπάνω απο οτι υπολογιζε την πλατη της Αΐσα, κανοντας τη να αρχισει να βήχει, πριν προχωρησει προς τον τοιχο τους.

Η Λάχεσης εβαλε το χερι της γυρω απο τους ώμους της αδερφης της και της ψιθυρισε.

“Λιγο μετριοφροσυνη δεν θα εβλαπτε την Νεμεσις ομως, ετσι δεν ειναι;”, της ειπε και γελασε σιγανα στην Αΐσα.“Καλα τα ειπες αδερφη!! Το ηξερα οτι μπορουσαμε να υπολογιζουμε σε σενα!”, της ειπε χαμογελωντας και προχώρησαν προς τον τοιχο.

“Εχεις δικιο αδερφη μου! Σ’ευχαριστω!”, ειπε η Αΐσα και με ενα περηφανο υφος τα ματια πηρε το μεγαλο ψαλιδι και καθησε κατω κοιτάζονταν τον καθρεφτενιο τοιχο.



********************


Την επομενη μερα, ήταν ενα ηλιολουστο πρωινο που ξημερωνε στον ουρανο της Νεας Υορκης. Η Σουζάννα κοιταζε εξω απο το παραθυρο, σκέφτονταν τον Τερρυ. Ενιωθε αυτοπεποιθηση οτι θα γυρνουσε σε κεινη. Η μοιρα του είχε σφραγγιστει τη στιγμη που της παραδεχτηκε οτι θα μεινει στο πλευρο της και η Σουζάννα ήξερε στη καρδια της οτι ο Τερρυ δεν ήταν αντρας που παίρνει το λογο του πισω. Ειχε υπομονη και ο Τερρυ επρεπε πια απλα να δεχτει την ζωή του μαζι της, και αυτη η συνειδητοποιηση σιγουρα πρεπει να πλησιαζει για κεινον, σκεφτηκε.


“Δεν ειναι η μερα σημερα υπεροχη Σουζάννα;”, ρώτησε απο την πορτα η μητερα της, καθως έρχονταν με μια κουπα καφε και δυο μαφινς σε ενα δισκο για την κορη της.

“Ναι, οντως ειναι μαμα! Εχω μια προαισθηση οτι ο Τερρυ συντομα θα είναι μαζι μας”, ειπε η Σουζαννα χαρουμενα.

“Αυτο θα είναι απιθανο γλυκια μου!! Τωρα, θελεις λιγο καφε και να παμε μια βολτα στο παρκο μετα;”, την ρωτησε.


Και ενω η μητερα της Σουζαννας ελεγε αυτα τα λογια, απο το πουθενα μαυρα παχια συννεφα αρχισαν να γεμιζουν σιγα τον ουρανο, η ατμοσφαιρα ηταν βαρια με την προσμονη μιας δυνατης καταιγιδας.

“Οοοο! Κοιτα τον ουρανο!!! Περιεργο...μερικες φορες ο καιρος μπορει να αλλαξει τοσο αποτομα...δεν νομιζεις;”, ειπε η Σουζάννα στη μητερα της καθως εκεινη σταματησε να ριχνει γαλα στο καφε της Σουζαννα και κοιταξε εξω απο το παραθυρο, κανοντας παρεα στην κορη της.

“Μαλλον λοιπον η βολτα στο παρκο αναβαλεται για τωρα...”, ειπε η Σουζάννα καπως απογοητευμενα πριν γυρισει το καροτσακι της προς το μικρο τραπεζι, εκει που ο ζεστος καφες της και τα μαφινς την περιμεναν.

“Μαλλον εχεις δικιο... ”, ειπε η μητερα της και ξεφυσηξε ελαφρα προχωροντας προς το τραπεζι, κοντα στην κορη της, “Κριμα...ανυπομονουσα γι’αυτη τη βολτα...”

“Και εγω μαμα!”,ειπε η Σουζαννα και χαμογελασε.

Ακριβως εκεινη τη στιγμη, ο Τερρυ εβγαινε απο το τραινο, πατωντας στη πλατφορμα του σταθμου της Νεας Υορκης. Επιτελους ήταν εκει και τωρα επρεπε να συγκεντρωσει ολη του τη δύναμη για να αντιμετωπισει την Σουζάννα και μια ζωή που δεν την ήθελε, με κεινη στο πλαι του...Καθώς στεκονταν εξω απο το σταθμο, τα απειλητικα μαυρα σύννεφα απο ψηλα, επιβεβαιωναν πως αισθάνονταν η καρδια του εκεινη την ωρα...κοιταξε τον ουρανο, μπηκε σε μια αμαξα, παιρνωντας τον δρομο προς το παλια του σπιτι εκει που η Σουζάννα θα περιμενε εκεινον...


********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Πεμ Νοε 25, 2010 1:15 pm

Kεφάλαιο 5: Το ατυχο ‘γουρι’ της Σουζάννας


Η Σουζάννα είχε μολις πιει το καφε της και ειχε φαει το μαφιν της καθώς σκεφτονταν πως θα περασει τη μερα της. Ο περιπατος με την μητέρα της στο πάρκο είχε ακυρωθει αφου ο καιρός φανηκε να γυρνάει προς το χειροτερο. Το γεγονος ήταν οτι η Σουζάννα ηταν διστακτική να αφήσει το διαμέρισμα του Τερρυ. Καθε μέρα που περνουσε για κείνη, ήταν ενα βήμα πιο κοντα στη στιγμη που ο Τερρυ θα αποφάσιζε να γυρισει σε μια ζωή μαζί της. Ετσι περνουσε όσο πιο πολύ καιρο μπορουσε μεσα στο διαμερισμα. Δεν ήθελε να χάσει τη στιγμη που ο Τερρυ θα άνοιγε την πορτα και εκεινη θα ήταν εκει να τον υποδεχτει με το πιο πλατυ χαμογελο της. Καλως κακώς η Κάντυ έφυγε απο τη ζωή του και τώρα θα τον είχε δικο της! Θα έβαζε όλα τα δυνατά της να τον κάνει να την αγαπήσει. Αυτο ήταν το ονειρο της Σουζάννας μερα μπαινει μερα βγαινει.

Καθώς ο καιρος περνουσε, οι φωνες των τυψεων της είχαν σωπασει και αισθάνονταν καλυτερα με την όλη κατασταση. Αναρωτιόταν σιγουρα παροδικα που να ήταν ο Τερρυ όλο αυτο το καιρο αλλα για να ήταν και ειλικρινής δεν την ενδιαφερε που ήταν ή τι έκανε. Αρκει μονο να επεστρεφε στην Νεα Υορκη, είχε εναποθέσει την πιστη της σε κεινον και στο λογο του οτι θα γυρνουσε. Τα δημοσιογραφικα μεσα την είχαν εκλαβει ως την αγαπημένη του σύντροφο και την θαύμαζαν για την εμπιστοσύνη της...στον μέλλοντα σύζυγο της. Και αυτη η κοινη γνώμη την ευχαριστουσε απιστευτα, το ναι ειναι το κέντρο του θαυμασμου για πολλους Νεοϋορκέζους λογω του κουράγιου της απέναντι στη συμφορα και για την απολυτη αγαπη της προς τον Τερρυ. Εσφιξε τα χερια της μαζι και η ευτυχια έλαμψε στο προσωπο της. Ολα φαινονταν καλα και θα γίνονταν καλυτερα! Εφερε τα χερια της στο προσωπο της, αισθάνθηκε ασυνήθηστα ξαναμμενη και ο λαιμος της τη γαργαλουσε.


Παραξενο..!!

“Αισθανεσαι ενταξει;”, η μητερα της την ρωτησε σηκώνοντας τα ματια της απο το κεντημα της.

“Ναι μαμα, αισθανομαι λιγο ζεστη μονο”, ειπε η Σουζάννα και χωρις να το σκεφτεται, εξυσε απαλα το μαγουλο της.

Αρχισε να νιωθει να θέλει να ξυστει αλλα δεν το εκανε. Τα αετισια ματια της μητερας της δεν εχανα το παραμικρο και ετσι αν αρχιζε αυτη να ξύνεται θα την ανησυχουσε ακομα πιο πολυ. Η Σουζάννα αντιπαθουσε σχετικα καμποσο την υπερπροστατευτικοτητα της μητερας της, τωρα περισσοτερο απο ποτε που βρίσκονταν στο αναπηρικο καροτσακι. Ετσι ανοιξε ενα βιβλιο που βρισκονταν στο κομοδινο διπλα στο κρεββατι της και αρχισε να διαβαζει. Το ξυσιμο γινονταν ολο και πιο εντονο και αισθανθηκε τον λαιμο της να αρχιζει να τον νιωθει σαν να ειχε παρει φωτια. Ξυνοταν διακριτικά ενω διαβαζε και μετα απο λιγο αρχισε να κανει θορυβους, προσπαθώντας να καθαρισει το λαιμο της, που τον ενιωθε τωρα αρκετα αβολα. Σιγουρα κατι δεν πηγαινε καλα. Το ξυσιμο της τωρα ηταν φανερο και η Σουζάννα ήταν απελπισμενη για ανακουφιση.

“Σουζάννα; Εισαι ενταξει γλυκια μου; Φαινεσαι σαν...Σουζαννα?”, η μητερα της ρωτησε και παλι και σηκώνοντας το κεφαλι της η Σουζάννα, εκείνη αφησε μια τρομαγμενη στριγγλια.

“Μητερα, κατι έχει ο λαιμος μου...τον αισθανομαι να κλεινει”, ειπε η Σουζάννα ανησυχα.

Η μητερα της ειχε μεινει εκπληκτη και τρομοκρατημενη καθως κοιτουσε την κορη της. Εριξε το κεντημα στο κρεββατι πανικοβλητα.

“Ο λαιμος σου;;!!! Το προσωπο σου επισης καλη μου!!! Ωωω Θέε μου!!! Δεν ξερω αυτο τι ειναι!! Θα πρεπει να παμε στο νοσοκομειο αμεσως!!!”, ειπε με ψιλη φωνη η μητερα της με απολυτη ανησυχια και ετρεξε μεσα να παρει τα παλτα τους.

“Το προσωπο μου; Τι εχει το προσωπο μου;;”, αναρωτηθηκε η Σουζάννα και επιασε ενα καθρεφτη που ηταν πανω στην τουαλέττα της. Τον εφερε στο προσωπο της.

“AAAAAAAAAAAA!!!”, αφησε μια κραυγη σαν να παγωσε το αιμα της, ο καθρεφτης της εφυγε απο τα χερια, και εσπασε σε κομματια πεφτοντας στο πατωμα.

Εμοιαζε σαν τερας!!! Ολο της το προσωπο ειχε πρηστει, ειχε παντου κοκκινιλες, τα χειλια της ηταν τρεις φορες το μεγεθος τους, φαινονταν οτι θα σκαγανε σε λιγο! Ξεσπασε σε κλαματα. Τι της συνεβαινε;; Κοιταξε τα χερια της που ειχαν επισης πρηστει οταν η μητερα της ηρθε μα τα παλτα.

“Ωωωωω το αγγελουδι μου!! Κρατησου! Θα παμε αμεσως στο νοσοκομειο”, η μητερα της φλυαρουσε καθώς προσπαθουσε να μην φαινεται τρομαγμενη οταν βοηθουσε τη Σουζάννα με το παλτο της.

Προχώρησαν στο χωλ εκει που είχε αφησει η Σουζάννα τις πατεριτσες της. Βοηθησε τη Σουζαννα να σηκωθει και πηρε τις πατεριτσες της. Η Σουζάννα ηταν απαρηγορητη, τα εκωφφαντικα της κλαματα ακουγονταν σ’ολο το κτιριο, ανθρωποι αρχισαν να βγαινουν εξω απο τα σπιτια τους νομιζοντας οτι καποιος ειχε δολοφονηθει. Η μητερα της πηγε να ανοιξει τη πορτα, ενω τα ματια της Σουζάννα ειχαν πρηστει επισης τωρα. Ισα που έβλεπε, και εμοιαζε σαν να είχε κανει δεκα γυρους μποξ και σιγουρα δεν ήταν αυτη που κερδιζε.

Η πορτα ανοιξε διαπλατα. Ο Τερρυ πιαστηκε χωρις να το περιμενει, με το κλειδι στο χερι. Κοιταξε με απιστευτη εκπληξη τις δυο γυναικες που αυτη τη στιγμη θα μπορουσαν και να ειναι εξωγηινοι απο τον Αρη για κεινον. Το ολο θέαμα ήταν σουρεαλιστικο και τιποτα δεν τον ειχε προετοιμασει για αυτου του είδους την επανασυνδεση με τη Σουζαννα!

Τι συνεβαινε; Γιατι η Σουζάννα ήταν ετσι;;

“Τερρυ!!!”, η μητερα της φωναξε ενω ο πανικος της μεγαλωνε με τις φωνες της Σουζάννας. Και κεινη ήταν το ίδιο εκπληκτη που εβλεπε..εεε ισα που έβλεπε τον Τερρυ μεσα απο τις μικρες σχισμες για ματια, καθώς τα βλεφαρα της ηταν τοσο φουσκωμένα.

“Τθεγυ!!!”, κατεφερε να πει με βραχνη φωνη, τραβώντας το προσωπο της απο το βλέμμα του, ξαναρχιζοντας τα κλαματα με καινουριο παθος.

Η στιγμη που αυτη θα υποδεχονταν την αγαπη της ειχε καταστραφει!! Καλυτερα να μην ζουσε, σκεφτηκε με απογνωση και θυμο. Αισθάνθηκε ζαλαδα και παραπατησε. Η μητερα της και ο Τερρυ αμεσως την επιασαν απο τα χερια και προχωρησαν στις σκαλες προς την εξοδο του κτιριου.

“Τι συμβαινει; Γιατι η Σουζάννα είναι ετσι;”, ρωτησε καθως κατεβαιναν.

“Δεν εχω ιδεα Τερρυ! Πηρε το πρωινο της και λιγο αργοτερα ξαφνικα ήταν ετσι! Παμε στο νοσοκομειο”, ειπε η μητερα της μεσα απο το λαχανιασμα της, το βαρος της Σουζάννας τραβουσε τους μυς της, δεν ηταν πολυ δυνατη γυναικα η μητερα της Σουζάννας.

“Θταματηθτε να μιλατε θαν να μην είμαι εδω!!”, προσπαθησε η Σουζάννα να φωναξε θυμωμενα. Γυρισε το πρησμενο της προσωπο προς τον Τερρυ. “Ειμαι τοθο κχαγουμενη που είθαι εδω Τθεγυ!!”, ειπε και τα λογια της ειταν σχεδον ακαταλαβιστικα με τα χειλια της να εχουν γινει σαν μπαλονια.

“Μην μιλας τωρα Σουζάννα!! Πρεπει να εισαι σιωπηλη, μπορει να κανεις τη κατασταση σου χειροτερα”, ειπε ο Τερρυ σταθερα.

Εφτασαν εξω. Η μητερα της αφησε τον Τερρυ να βασταει τη Σουζάννα ενω προσπαθουσε να καλεσει μια αμαξα να τους παρει στο νοσοκομειο. Μια αποτομη λαμψη φωτισε τον ουρανο ολο και ενα δευτερολεπτο μετα ο τρομερος κροτος της βροντης επνιξε ολους τους αλλους θορυβους γυρω τους. Ψιχαλες αρχισαν α πεφτουν παχιες και βαριες απο τον σκοτεινο ουρανο. Ο Τερρυ και η Σουζαννα κοιταξαν τα απειλητικα μαυρα συννεφα που φαινονταν να ειναι πολυ χαμηλα, σχεδον να ακουμπανε τις κορυφες των κτιριων.

“Ωωωω...μεγαλη καταιγιδα αρχιζει...”, ειπε ο Τερρυ και εστρεψε τα ανησυχα ματια του για να κοιταξει τη μητερα της Σουζαννας. Τιποτα δεν περνουσε απο τον δρομο, καθως η Σουζάννα καθοταν εκει.

Ακριβως τοτε, και καθως βρέχονταν όλο και περισσοτερο, η Σουζάννα φαινονταν χάλια, μια αμαξα εμφανιστηκε να στριβει τη γωνια και να έρχετε προς το μερος τους. Ο οδηγός είδε τη μητέρα της Σουζάννας να του φωνάζει να σταματήσει, και ένας νεαρος αντρας να κρατάει καποιον που έμοιαζε με κοριτσι με το προσωπο της και το σωμα της πολυ πρησμένα. Σταματησε ακριβώς μπροστα τους, του ειπαν πως πηγαιναν στο νοσοκομειο. Ειχε ακουσει τη ιστορια του Ελεφαντανθρωπου παλια...αλλα τώρα του φαινονταν πως η Ελεφαντογυναικα ζουσε στη Νεα Υορκη επισης!!! Τι ιστορια!! Προσπαθησε να μη κοιταει φανερα περιεργος με τη συγκεκριμενη επιβατη, αλλα σιγουρα ήταν κατι που θα το έλεγε στη γυναικα του μετα! Γιατι τώρα εκεινο που επρεπε να κανει ήταν να βιαστει οσο μπορει να φτασει στο νοσοκομειο καθώς η πανικοβλητη φωνη της μεγαλυτερης γυαικας του φώναξε με βιασύνη τον προορισμο τους.


********************


“Αχ!...Αχ!...Aχ! Καλε πεθαίνω!!!”, ειπε η Λάχεσης κρατώντας τη κοιλιά της, γονατιστη με το κεφαλι της να ακουμπαει το πατωμα. Δακρυα ειχαν ερθει στα ματια της με το να γελαει τοσο εντονα.

“Παιρνω πισω όσα είχα πει για τη Νεμεσις”, η Αΐσα κατάφερε να πει μεσα στα γελια. “Επεσε με τα μουτρα στο καθήκον!”

“Εεε...ειδες την εκφραση του Τερρυ οταν ανοιξε η πορτα; Ηταν σαν να να ειχε φαει τηγανι στα μουτρα!”, ειπεη Λάχεσης ακριβως πριν ενα καινουργιο κυμμα γελιου την διακοψει.

Η Κλωθω γελουσε διακριτικα εκει κοντα. Ειχε χαρει που πήραν τη Νέμεσις με το μερος τους. Με μια της κινηση ειχε καταστρεψει την επανασύνδεση του Τερρυ με την Σουζάννα. “Συντομα η Σουζάννα θα τρεμει στη προοπτικη να συναντα τον Τερρυ”, σκεφτηκε με μεγάλη ικανοποιηση.

“Κοριτσια, να μην ξεχναμε πως πρεπει να ειμαστε συγκεντρωμένες στη δουλειά μας. Το να παθει αλλεργικο σοκ η Σουζάννα, ηταν ενα τελειο πρώτο βήμα!”, ειπε.

“Γιατί...ειδες το προσωπο της Σουζάννας οταν είδε τον Τερρυ;”, ειπε η Αΐσα, σχεδον χωρίς να ακούει τα λογια της Κλωθώς.

“Θα έλεγα πως ήταν ο ορισμος της τρελλης αγελαδας σιγουρα!”, συνεχισε ασταματητη η Λάχεσης.

“Αγελάδα σε ντελιριο να λες!!”, πρόσθεσε η Αΐσα.

Νεο τρελλο γέλιο ήχησε στη σπηλια.

“Δεν τους τσεκαρουμε, να δουμε πως τα πανε, κορίτσια;”, ρώτησε η Κλωθώ σε μια προσπάθεια της να επαναφέρει τη τάξη.

“Ωωωω Κλωθώ, είσαι πάντα τόσο σοβαρή”, παραπονέθηκε η Αΐσα ενώ η Λάχεσης σηκώθηκε, σκουπίζοντας τα ματια της, και προχώρησε προς τη φωτιά να βάλει λιγο χαμομήλι. Η Κλωθω χαμογέλασε πλατια.

“Θα κανω όσα γέλια θελεις Αΐσα, οταν ολο αυτο τελειώσει”

“Αλλα δεν σε πειράζει εμεις να γελάμε νωρίς...”, ειπε η Λάχεσης καθώς γύρναγε πισω με τη κουπα το χαμομηλι στο χέρι.

“Οχι καλε, αρκει να κοιτάμε και την δουλεια”, απαντησε η Κλωθώ, “Τωρα καθήστε κατω και οι δυό σας...το ξωτικό με τα χειλια σαν πεπονια...πάει στο νοσοκομειο!”, ειπε η Κλωθώ και ξέσπασε σε ενα ακομη πλατύ χαμόγελο.

Υστερα απο ένα δευτερολεπτο ησυχιας και προσμονης και ενα σπρέυ χαμομηλιου μετά που πεταχτηκε απο το στομα της Λαχεσης, αλλο ένα κύμα ασταματητου γελιου απλώθηκε στη σπηλια. Η μέρα φαινονταν να εξελισεται σε φοβερή.



********************


Δυο μέρες αργότερα η Σουζάννα βγήκε απο το νοσοκομειο. Εκτος απο μερικες επίμονες κοκκινίλες στο πρόσωπο και στο λαιμό της που δεν την ενοχλούσαν πια και ενα παράξενο τικ στα ματια που εμφανίζονταν καθε τοσο, ήταν μια χαρα! Ο Τέρρυ, η Σουζάννα και η μητέρα της κάθονταν στο καθηστικό και μιλούσαν για το παράξενο περιστατικό που συνέβει.

“Οποτε τι ακριβώς ήταν το πρόβλημα πάλι;”, ρώτησε ο Τερρυ καθώς δεν μπορούσε να επισκέπτεται τη Σουζάννα πολύ τις τελευταιες μερες.

Ειχε ξαναγυρίσει στο παλιό του θίασο. Ο Ρομπερτ Χαθαγουέη ήταν πανευτυχής που τον είδε παλι στο παλιο του εαυτό, αν και εμοιαζε απομακρος και βλοσυρός.

“Ο γιατρος είπε πως είναι κατι καινουργιο, που το λένε αλλεργια. Η Σουζάννα είναι αλλεργική στα φυστικια, και θα πρεπει ουτε να τα ακουμπαει. Αλλα το μαφιν είχε φυστικια και έτσι...”, ειπε η μητερα της και αναστέναξε. Ειχε ανησυχισει πολυ με αυτο που έγινε.

“Τι περιεργο...”, σχολιασε ο Τερρυ. “Και είχε αυτη την αλλεργια για καιρο;”, ρώτησε.

“Οχι απο όσο θυμάμε”, ειπε η Σουζάννα και τα ματια της ανοιγόκλεισαν χωρίς έλεγχο για ενα δευτερολέπτο.

“Τοτε πως στο καλο έγινες αλλεργική;”

“Ουτε που ξέρω...εκεινο που ξέρω ειναι πως έφαγα το μάφιν μολις πριν φτάσεις στο διαμέρισμα, αρχισα να αισθάνομαι περίεργα, ξυνομουν, και ενιωθα πολύ ζεστή και ο λαιμός μου έκλεινε”, ειπε η Σουζάννα.

Η μητερα της αφησε ενα νευρικό γελάκι.

“Χε...χε...χε..., καποιος θά’λεγε πως ο Τερρυ σου γκαντέμιασε το μαφιν!”, ειπε και αρχισε να γελαει δυνατα με τα δικά της λογια.

Τα ματια του Τερρυ και της Σουζάννας ανοιξαν διάπλατα, της Σουζάννας αρχισαν το τικ τους παλι, και κοιταξέ την μητέρα της.
“Μητέρα!!!”, διαμαρτυθηκε, “Ο Τερρυ δεν εχει να κανει τελείως τιποτα με αυτο”

Ο Τερρυ ήταν σκεφτικός.

“Το ξέρω γλυκεια μου, καμοια παρεξήγηση Τερρυ, αστειο ήταν”, ειπε εκεινη. “Ειναι γιατι το επεισοδιο αρχισε ενω ο Τερρυ γυρνουσε πισω, αυτό είναι όλο”, συνεχισε με ενα πιεσμένο χαμογελο.

“Καμοια παρεξήγηση”, ειπε ο Τερρυ και χαμογελασε κουρασμενα.

Σκεφτηκε την πιθανοτητα οτι η μητερα της Σουζάννας παλι τον κατηγορουσε. Αισθάνθηκε λιγο ενοχλημενος, αλλες πιο σοβαρες σκηνες ήρθαν στο μυαλο του, οταν η Σουζάννα έχασε το ποδι της. Η μητερα της παλι τον κατηγορουσε τοτε για το ατυχημα της. “Βρε δεν παει στα κομματια! Ηλιθια γαϊδούρα! Καθε φορα που ανοιγει το βλακώδες στομα της...αισθάνομαι να της χώσω μια κάλτσα μεσα!”, σκεφτονταν καθώς αρχισε να αισθάνεται εκνευρισμένος.


Γουσταρε πολυ λιγη ησυχια τωρα. Απο μια αποψη, ήταν ευτυχια που βρεθηκε μπροστα σε μια τόσο επειγον κατασταση οταν εφτασε στο σπιτι του, το μυαλο του απομακρύνθηκε απο το πονο που αισθάνονταν οταν εικόνες της Κάντυ τρυπωναν στο μυαλο του. Σηκώθηκε απο το καναπε. Η Σουζαννα τον κοιταξε εκπληκτη. Ελπιζε πως θα περνουσαν ενα ήσυχο απογευμα μαζι.

“Πας πουθενα Τερρυ;”

“Ωωω...ναι Σουζάννα. Παω στο θεατρο. Ο Ρομπερτ μου έδειξε ενα καινουργιο σεναριο που ελπιζει να ανεβάσει. Το διαβασα μερικες φορες, και ειναι ενδιαφερον. Και έτσι με φώναξε να παω το απογευμα εκει, να τον δω να μιλήσουμε”, ειπε ενω εβλεπε την απογοήτευση στα ματια της, και το αετισιο βλεμμα της μητερας της.

“Νομιζει πως αποφευγω την κορη της”, σκεφτηκε αλλα η καρδια του γελασε λιγακι, “Καλα καταλαβες, κακασχημη στριμμένη!”, σκεφτηκε δινοντας της το πιο μεγάλο του χαμογελο.

“Καταλαβα...”, ειπε η Σουζάννα.

“Αλλα μην ανησυχεις. Θα είμαι πισω για το βραδυνο, θα σου μαγειρεψω κατι αν θελεις!”, της ειπε.

Τα ματια της ελαμψαν.

“Θα το ήθελα πολυ αυτο Τερρυ!!”, ειπε.

“Και αυριο...”, συνεχισε, “Θα δώ για να προσλάβουμε μια γυναικα να σε προσέχει! Δεν ειναι δικαιο για τη μητέρα σου να αναγκαζεται να ειναι εδω συνέχεια. Εχει και το δικο της σπιτι να προσεχει!! Δεν εχω δικιο κυρια Μαρλοου;”, την ρώτησε με φωνή που έσταζε μέλι και με φρύδι του σηκωμένο. Ηταν μαχη πεισμάτων που συνεβαινε κατω απο τη μύτη της Σουζάννας.
Εσφιξε τα χειλια της.

“Αααα Τερρυ εισαι τοσο καλος!! Χαιρομαι που σκεφτεσαι έχοντας τη Σουζάννα στο μυαλο σου”, ειπε με ψευτικη εκτιμηση στη φωνή της.

“Δεν χρειαζεται να με ευχαριστήτε κυρια Μαρλοου!”, της ειπε πισω.

“Αφου είμαστε μαζι τώρα μητερα! Ο Τερρυ θα με φροντίζει”, αναφώνησε η Σουζάννα βλέπωντας τους σαν να αναμετριουντε πριν αρχισουν τον αγωνα μποξ. Ο Τερρυ γύρισε και κοιταξε τη Σουζάννα.

“Καλα το ειπες Σουζάννα! Ειμαστε μαζί τωρα!”, ειπε αργα τονίζοντας τις λέξεις του, καθως γυρνουσε να κοιτάξει τη μητέρα της που ειχε ενα χαμογελο κακιας στο προσωπο της. Αισθάνθηκε τις γροθιές του να τον γαργαλάνε. Επρεπε να φυγει απο κει και συντομα!

“Λοιπόν κυριες μου φευγω. Θα σε δώ αργότερα Σουζάννα! Υποθέτω πως θα σας δώ οποτε σας δω κυρια Μαρλοου!”, ειπε με ενα μεγαλο ψευτικο χαμογελο. Ειχε προσβληθει με τα τελευταια του λογια και το ήξερε εκεινος. Αισθάνθηκε μια μικρή ικανοποιηση, μια μικρή νικη απέναντι στη κακιά μαγισσα της Δυσης.


********************


“Ηλίθια!!”, ειπε η Λάχεσης και έφτυσε στο πατωμα. Ειναι σαν να βλέπω κέρατα να ξεφυτρωνουν στο κεφαλι της! Δεν ξέρω ποιά να μισω παραπάνω, τη Σουζάννα ή τη μητέρα της;”, συνεχισε, φανερα οργισμένη με το να βλέπει τη συμπεριφορά της κυρίας Μαρλοου προς τον Τέρρυ.

“Ειναι λες και ο Τερρυ είναι αναμεσα στη Σκύλλα και στη Χαρυβδη, το τέρας με τα πολλά κεφάλια και τη θανάσιμη ρουφήχτρα που συνάντησε ο Οδυσσεας στο δρόμο του προς την Ιθάκη”,ειπε η Αΐσα υψώνοντας τη φωνή της.

“Ποιά είναι η Σκύλλα και ποιά η Χάρυβδη;”, ειπε η Κλωθώ χαριτολογώντας.

Και κείνη ένιωθε συνγχισμένη και με της δυό γυναικες στη ζωή του Τερρυ αλλα κρατούσε πάντα τα ιδιωτικά της συναισθήματα υπο έλεγχο αφου είχε να προσέχει τις μοιρες τοσων ανθρώπων. Αλλα αυτο δεν την σταματούσε να διασκεδάζει με τις συναισθηματικές κρισεις απο τις δύο αδερφές της.

“Ποιον τον νοιάζει;;; Οπως και να το παρεις καμοιά τους δεν αντέχεται!!”, φωναξε τώρα θυμωμένα η Λάχεσης.

“Αναρωτιέμαι τι άλλο θα το βρει το ξωτικό...”, αναρωτήθηκε δυνατά η Αΐσα.

“Θα περιμένουμε και θα δούμε”

“Στο εντωμεταξύ...εγώ θα βάλω αυτη την ωραία ζωγραφιά που μου έφτιαξε η Κλειώ”, ειπε η Λάχεσης και πήγε προς το κρεββάτι της, τραβωντας ενα πάπυρο διπλωμένο σε ρολο που έκρυβε κάτω απο το κρεββάτι της.

“Η Κλειώ έφτιαξε ζωγραφιά; Εγώ νόμιζα πως είναι η μουσα της Ιστοριας!”, ειπε η Αΐσα.

“Εεε είναι...και όταν βαριέται την ιστορία...και δεν τη κατηγορώ, ζωγραφίζει!”, απαντησε η Λάχεσης.

“Και τι σου ζωγράφισε;;”, την ρώτησε η Αΐσα, σχεδον ξέρωντας την απαντηση.

Η Λάχεσης κοιταξε τις αδερφες της κρατώντας το ρολο το παπυρο με ένα βλέμμα σαν να δίσταζε και να ντρέπονταν.

“Μου υποσχεστε οτι δεν θα γελασετε ομως...”,ειπε με ντροπαλη φωνή.

“Ναι! Σου υποσχόμαστε! Δειξε μας τώρα!”, ειπε η Κλωθώ στη αδερφή της.

“Αλήθεια...?”, ρώτησε η Λάχεσης διστακτικα.

“Φτου ορκιζόμαστε μα το Δια”, ειπαν οι δυο αδερφες μαζί.

“Ο Τερρυ...δεν είναι;”, ειπε η Αΐσα με ένα ελαφρό γελάκι.

“Ναιιι...ο Τερρυ είναι...αλλά κάτω απο άλλη οπτική γωνία...”, είπε η Λάχεσης και έδωσε το πάπυρο στην Κλωθώ. “Εγώ απλά περιέγραψα τον Τέρρυ στη Κλειώ μια μέρα και εκείνη έφτιαξε αυτό για μένα”

Η Κλωθώ ανοιξε το παπυρο. Το πρόσωπο της φαίνονταν ήρεμο αλλα μπορουσες να το δεις στα ματια της οτι αγωνίζονταν να κρατήσει τα γελια της.





“Ααααα γλυκιά μου, είναι φοβερη!!!”,προτίμησε να πει στην αδερφή της, και έδωσε το παπυρο στην Αΐσα να τον δεί.

“Αλήθεια;; Το πιστεύεις;;”, ειπε η Λάχεσης, τα ματια της αστραφταν με ενθουσιασμο.

Πρίν προλάβει να απαντήσει, το γέλιο της Αΐσα ακουστηκε δυνατα.

“Εεεε!!! Υποσχέθηκες πως δεν θα γελάσεις με τη ζωγραφιά!!”, ειπε η Λάχεσης θυμωμένα.

“Δεν γελάω με τον Τερρυ!!!”, ειπε η Αΐσα,“Αλλά ο Τερρυ ντυμένος μονομάχος;;;”, συνέχισε και το γελιο της παρασυρε τωρα και τη Κλωθώ που είχε αρχίσει να γελαει σιωπηλα, μονο οι αποτομες κινησεις των ώμων της έδειχναν το αστειο της στιγμής.

“Τι να κάνω, η Κλειώ έχει μια προτίμηση στους μονομάχους, και εγώ δεν θα παραπονεθώ!”, ειπε η Λάχεσης με τα μαγουλα της να φαινοντε αναψοκοκκινισμένα.

“Για να λέμε την αλήθεια, εκτος της στολής, εχει μια καλή ομοιοτητα στον Τέρρυ, πρεπει να το παραδεχτώ!”, ειπε η Αΐσα με χαμογελο. “Που θα το βάλεις;”, ρώτησε τη Λάχεσης.

“Στο τοιχο πάνω απο το κρεββάτι μου φυσικα! Ο καλυτερος τροπος για γλυκά όνειρα!”, ειπε με ενα ονειροπαρμένο βλέμμα.

“Παιδια! Ο Τερρυ γύρισε απο το θέατρο!”, ειπε η Κλωθώ και πήρε τη θέση της απεναντι απο το καθρεφτένιο τοιχο.

“Ω...ω...ω...περιμενε τε και μενα!! Ειμαι περιεργη αν συμβεί κατι παλι”, ειπε η Λάχεσης και γρήγορα πήγε πισω στις αδερφές της.



********************


Ο Τερρυ είχε γυρίσει απο το θέατρο και ήταν ήδη σκοτάδι. Ενιωθε εξαντλημένος και του άρεσε αυτο. Το έργο φαινονταν συναρπαστικο επισης. Θα κοιμόνταν σαν το τουβλο, χωρις σκέψεις, χωρίς αναλαμπες απο το παρελθον, μονο απολυτη λήθη για μερικες ώρες. Του ακούγονταν πολύ ωραίο. Η διαθεση του ανεβηκε και σκέφτονταν να μαγειρέψει μια μακαρονάδα γι’αυτον και τη Σουζάννα.

“Μακαρονάδα ειναι εντάξει με σένα Σουζάννα;”, τη ρώτησε.

“Μια χαρα”, ειπε και έσπρωξε το καροτσακι της προς τη κουζίνα. “Θέλεις βοήθεια;”, τον ρώτησε.

“Οχι! Ειμαι μια χαρα, σ’ευχαριστώ! Θα είναι έτοιμη σύντομα. Ειναι μια χαρα που είμαστε οι δυο μας!”, ειπε και αμέσως ένιωσε σαν να δάγκωσε τη γλωσσα του. “Να πάρει Τερρυ!”, σκεφτηκε θυμωμένα, “Δεν μπορείς να σκέφτεσαι πριν μιλήσεις; Η Σουζάννα θα αρχίσει να έχει ιδεες στο μυαλο της!”, ενιωσε πως ήθελε να χτυπήσει το κεφάλι του στο τοιχο.

“Αλήθεια Τέρρυ;;”, ειπε η Σουζαννα εκλπηκτη ακουγωντας τα λογια του, τα ματια της διαπλατα ανοιχτα.

“Εννοουσα...Ειναι ωραια που δεν είναι η μητερα σου εδω”, ειπε. “Μαλ@κία!!! Και αυτο λάθος ακουστηκε!!”, σκεφτηκε και αρχισε σαν τρελλος να ανακατεύει τα μακαρόνια.

“Δεν...συμπαθείς...τη μητέρα μου;;;”, ρώτησε η Σουζάννα τωρα με απορία αλλα και λιγο αναστατωμένα, το παραξενο τικ στα ματια της αρχισε παλι.

Ο Τερρυ σταματησε να ανακατεύει τα μακαρόνια, είχαν γινει όλα μια μπλεγμένη μπαλα. Γυρισε και κοιταξε τη Σουζάννα που τον κοιταγε πισω, καθησμένη στο καροτσακι της μπροστα στη πορτα της κουζίνας.

“Συγγνώμη Σουζάννα...ειμαι πολύ κουρασμένος και τα λογια μου ακουγονται λάθος...εννοουσα οτι το διαμερισμα ειναι πολυ μικρο για τρια άτομα να βρίσκοντε συνέχεια εδω...οπότε είναι ωραία που είμαστε οι δυο μας...περισσότερος χώρος...”, ειπε και γελασε ελαφρα νιώθοντας ντροπη για τις γκάφες που είχε μόλις κάνει. Εχωσε τα δαχτυλα του στα μαλλια που είχαν πέσει στο πρόσωπο του.

“Ωωωω....υποθέτω πως έχεις δικιο Τερρυ, είναι μικρο το διαμέρισμα...”, ειπε με μια μικρή απογοήτευση στη φωνή της αφου άλλα πραγματα είχαν πεταχτεί στο μυαλό της απο τα λογια του αρχικά.

“Τελοσπαντων, το δειπνο είναι ετοιμο!”, ειπε ο Τερρυ χαρουμενος που άλλαζε το θέμα.

Εφαγαν σιωπηλα, η Σουζάννα να το παρακάνει με τα κομπλιμέντα της για την απλή σαλτσα ντοματας που έφτιαξε ο Τερρυ, καθώς προσπαθουσε να ξεμπλεξει τα μακαρόνια στο πιατο της. Ο Τερρυ μαζεψε τα πιατα τους, και καθάρισε το χώρο γρηγορα. Δεν έβλεπε την ώρα για να παει για ύπνο. Βγήκε απο τη κουζίνα σκουπίζωντας τα χέρια του με τη πετσέτα. Συναντησε τα ματια της Σουζάννας, που παθαιναν το τικ αραια και που, να τον κοιτάζει με προσμονή. “Τι να θέλει παλι;”, σκεφτηκε, το μυαλο του δούλευε γρήγορα να βρει τι να της πει.

“Θελεις να ετοιμαστεις για υπνο και να σου διαβάσω λιγο απο τον Πυγμαλίων?”, τη ρώτησε διστακτικα. Θα έκανε τα παντα για να την κάνει να κοιμηθει.

Εκείνη χειροκροτησε ενθουσιασμένα.

“Αυτο θα ήταν υπεροχο Τερρυ!!”, αναφώνησε. “Θα ετοιμαστω και θα σε φωνάξω”, ειπε και κινήθηκε γρηγορα προς το δωματιο της.

Δεκα λεπτα αργοτερα, ο Τερρυ ήταν στο δωμάτιο της με το βιβλιο κατω απο το χερι του. Ανοιξε το παραθυρο, ήταν γλυκιά η νύχτα. Ενα ελαφρυ ανοιξιάτικο αερακι εμπαινε μέσα στο δωμάτιο. Το κρεββάτι της Σουζάννας ήταν διπλα στο παραθυρο, το κομοδινο με τη λάμπα διπλα της ελουζε το χώρο με ενα χαλαρωτικο πορτοκαλι φως. Ο Τερρυ αναψε αλλη μια λαμπα και την έβαλε πάνω στην εταζέρα που ήταν απεναντι απο το κρεββάτι. Βοήθησε τη Σουζάννα να ξαπλώσει και έβαλε τη καρεκλα του διπλα στην εταζέρα. Η απαλή του φωνη απλώθηκε στο δωμάτιο σαν ήρεμα κύμματα σε λιμνουλα μια μερα του καλοκαιριου. Η Σουζάννα ήταν πανευτυχής. Ετσι επρεπε να είναι η ζωή με τον Τερρυ. Τι υπέροχο!! Ο Τέρρυ συνέχισε να διαβάζει, καθώς η Σουζάννα ακουγε με τα ματια της κλειστα.

Το αερακι δυναμωνε λιγακι και η κουρτινα κουνιόταν όλο και περισσοτερο τώρα. Ακουμπησε τη λαμπα, μια φορα ακομη, και η κουρτινα καλυψε τη λαμπα...η φλογα ακουμπησε το υφασμα...σε μερικα δευτερολεπτα καπνος καλυψε το δωματιο ενω η κουρτινα με ταχυτητα έλιωνε απο τη φωτια. Η Σουζάννα έιχε ανοιξει τα ματια της, φωναξε πανικοβλητη...προσπαθησε να κινηθει προς τα ποδια του κρεββατιου, η κουρτινα ηταν επικινδυνα κοντα. Ο Τερρυ έιχε σηκωθει, αρπαξε αμέσως το φόρεμα της Σουζάννας απο τη καρέκλα χωρίς να σκεφτει και αρχισε να χτυπαει τη κουρτινα που ήταν στις φλογες. Μερικα λεπτα αργοτερα, ενας καπνισμενος, κουρασμενος και ιδρωμένος Τερρυ ειχε καταφερει να σβησει τη φωτια. Ακομα κρατουσε το φορεμα της Σουζάννας, μαυρισμενο και καμμενο.

“Το φορεμα μου...”, ειπε εκεινη σχεδον με δακρυα. “Ηταν το φόρεμα που μου είχε κάνει δώρο η μαμα μου οταν πηρα το ρολο της Ιουλιέτας...”, ειπε καθώς παλευε με ένα κομπο που ενιωθε να της ανεβαίνει στο λαιμο. Ηταν έτοιμη να βαλει τα κλαμματα.

“Συγγνώμη Σουζάννα...”, καταφερε να πει και αναστεναξε, “αρπαξα ότι βρηκα μπροστα μου, και με την κουρτινα να καιγεται...ο χρονος ήταν πολύτιμος”, ειπε ενω ενιωσε ποσο πολυ του ελειπε ο καιρος που ήταν καποτε μονος τους στο μικρο του διαμερισμα.

“Δεν φταις εσυ Τερρυ, μας εσωσες απο τη φωτια...”, μπορεσε να πει, “Ειναι μονο ατυχια που το φορεμα μου ήταν μπροστα σου”

“Εεε λοιπον, υποθέτω πως είμαστε ενταξει χαρη στο φόρεμα σου! Ασε με να σε παω στο γραφειο μου. Εχει κρεββάτι εκει, θα κοιμηθεις σημερα εκει, και εγώ θα κοιμηθώ στο καναπε. Στο μεταξυ, θα αφήσω το παραθυρο ανοιχτο να παρει τη καπνιλα απο το δωματιο. Αυριο το πρωι θα είναι μια χαρα, και με μια καινουργια κουρτινα, κανεις δεν θα καταλαβει τιποτα...”, ειπε παρατηρώντας τα μαυρα σημαδια στο ταβάνι πανω απο το παράθυρο,“Αυτο και ισως και ενα χερι μπογια...”, τελειωσε ενω κρατουσε τη Σουζάννα στα χερια του για να την παει στο δωμάτιο του.

Ανυπομονουσε για λιγη ηρεμια και ησυχια και ακομα και ο καναπες τωρα του φαινονταν να τον προσκαλει και ο Τερρυ δεν μπορουσε να περιμενει. Και μ’αυτες τις σκεψεις στο μυαλο του, γρηγορεψε το βημα του, αφήνωντας τη Σουζάννα να κοιμηθει στο δωματιο του για την νυχτα. [img][/img]

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Παρ Νοε 26, 2010 12:13 pm

Κεφάλαιο 6: Ο γλαρος, το κέικ και η πένα - Μερος 1ο

Δυο βδομάδες είχαν περάσει με τον Τέρρυ να μένει με τη Σουζάννα και αν αυτό το γεγονός δεν ήταν δυσκολο απο μόνο του, η Σουζάννα μυστηριωδώς είχε γίνει ο στόχος ατυχιών τόσο πολύ που ο Τερρυ, κάθε φορά που άνοιγε τα ματια του το πρωί, αναρωτιόταν τι ατυχία θα την βρεί και παλι. Η σκέψη πέρασε απο το μυαλό του, μήπως η παρουσια του είχε να κάνει τιποτα μ’αυτή τη περίοδο ατυχιας που κυνηγούσε τη Σουζάννα τώρα, αλλά την προσπέρασε γρήγορα μετά αφου την εβρισκε γελοία. Ήταν μορφωμένος, δεν πιστευε σε κακή τυχη, ήταν μόνο μια περίπτωση άσχετων συμπτώσεων, μονο που συνέβαιναν όλες στη Σουζάννα. Ετσι κατάληξε ότι το όλο θέμα ήταν σπάνιο αλλα όχι πως αυτός ήταν κατα κάποιο τρόπο υπεύθυνος.

Περισσότερο απο όλα όμως, επιανε τον εαυτό του να αισθάνεται στεναχωρημένος και εκνευρισμένος που δεν ένιωθε τιποτα αλλο για τη Σουζάννα παρα μονο απλή φιλική ανησυχία ώς προς τις ατυχίες της. Μέσα σε αυτες τις λίγες βδομαδες που είχε επιστρέψει στο πλαι της, έψαχνε τον εαυτό του, κοιτώντας βαθιά μες τη καρδιά του, μονο για να βρει οτι ήταν ανίκανος να αισθανθει αγάπη για την Σουζάννα. Ολομόναχος στο μικρό γραφειο του, στις μικρές ώρες της νύχτας, το κορίτσι που στριφογύριζε στις σκέψεις του, κάνοντας, μέσα στη μέθη του, το κεφάλι του να γυριζει, καθως γλυκοπικρα συναισθήματα γεννιοταν απο τις αναμνήσεις του μαζί της, φουσκώνοντας τη καρδια του, δεν ήταν καμοια άλλη παρα ο φακιδομουρης Ταρζάν του, η Κάντυ. Κρατούσε τη κατανάλωση αλκοολ αυστηρα μόνο για τα βράδυα, μονο για κείνες τις στιγμες που η καρδιά του δεν μπορουσε να σωπάσει, αναζητώντας επιπονα την παρουσία της, την αγάπη της. Κι ετσι ο καιρός περνουσε αργα, στο φως της ημέρας να κραταει συνειδητα το μυαλό και τη καρδιά του κλειστά, φροντίζοντας τη Σουζάννα, ακολουθόντας τη καριέρα του στο θέατρο με καινουργιο πάθος, συνειδητοποιωντας οτι ήταν η μόναδική του ηρεμία στη ταραγμένη του ζωή, ενώ τα βράδυα αποκοιμιοταν μέσα στη θολουρα του αλκοολ να καταπιέζει το πονο του, ενα πονο που παρόλα αυτα ήταν ζωντανος και επίμονος.

Η Νέμεσις συνέχιζε να χτυπα την άρρωστη επιμονή της Σουζάννας να κρατάει τον Τερρυ αιχμαλωτό της για το υπόλοιπο της ζωής της. Σ’αυτες τις δυο βδομάδες, είχε καψει το χέρι της με βραστό νερο ενώ ετοιμαζε μια κουπα τσαι την ώρα που μπήκε ο Τέρρυ στη κουζίνα, κοντεψε να πνιγεί με ενα κομμάτι μηλο που της είχε καθαρίσει ο Τερρυ μιας και κεινη είχε το χέρι της δεμένο, είχε μελανιάσει το γοφό της πέφτοντας απο το κρεββάτι της, μπλεγμένη στα σεντόνια με τα οποια ο Τερρυ την είχε σκεπάσει εκεινο το βραδυ. Τρομακτικα κοράκια είχαν πετάξει μέσα στο υπνοδωμάτιο της οταν ο Τερρυ ανοιξε το παράθυρο της, ακουγε περιεργους θόρυβους τη νύχτα, αισθάνονταν μάτια να την παρακολουθουν συνεχεια, τοσο πολύ που ανατρίχιαζε η σπονδυλική της στηλη.

Ηταν φανερο πως η ζωή της με τον Τερρυ δεν ήταν εκεινή η ροδαλή εικόνα που είχε ονειρευτει οταν συνειδητοποιησε οτι ο Τερρυ είχε προτιμήσει εκείνη αντί την Κάντυ. Αλλά δεν ήταν οι αλλαγές στη διάθεση του Τερρυ, ή η φανερή στεναχώρια που κολυμπούσε στα ματια του οταν εκεινη επιανε το αφηρημένο βλέμμα του, ή οι μακρόσυρτες σιωπές ανάμεσα τους την ώρα του δειπνου, η μη σωματική επαφή απο μέρους του. Οχι, ήταν προετοιμασμένη γι’αυτα.

Τα πραγματα που την ενοχλουσαν είχαν πάρει μια πιο σκοτεινή μορφή, υποψίες είχαν αρχίσει να τρυπώνουν στο κεφάλι της, χρωματίζοντας την παράλογη αγάπη της για τον Τερρυ με διστακτικά καινουργια συναισθήματα ανησυχιας, αγχους και ίσως...φοβου; Δεν ήταν ποτέ ατσαλη, ουτε και αισθάνονταν ιδιαιτερα ατυχη στη ζωή της...αλλά μετά το ατύχημα και τον τελικό γυρισμο του Τερρυ σε κεινη, αισθάνονταν οτι την ακολουθουσε συνέχεια ενα σκοτεινο απειλητικο συννεφο. Ακομα και μετα τα πρωτα τρομακτικά γεγονοτα που έγιναν με το που πάτησε ο Τερρυ το ποδι του στο διαμερισμα, ειχε επιλέξει να αδιαφορήσει για τα κοφτερά σχόλια της μητέρας της...οτι ο Τερρυ κατα κάποιο τροπο της έφερνε ατυχια.

Ομως μετα απο δυο αναστατωμένες βδομαδες, τα λογια της μητερας της ειχαν αρχίσει να ηχουν στο μυαλό της ολο και πιο καθαρα. Προσπάθησε οσο πιο δυνατα να κλείσει απ’εξω απο το μυαλό της αυτα τα λογια...αλλα μετα απο κάθε παραξενο και άτυχο γεγονος...επιανε τον εαυτο της να τριγυρίζει πισω σ’αυτες τις ίδιες λεξεις. Ο Τερρυ ήταν γκαντέμης. Το μυαλο της είχε αρχισει μονο του, να αναπτυσει αυτη τη σκέψη...ήταν καθολου αληθινή; Ήταν ο Τερρυ το ατυχο ‘γουρι’ της; Κοιτα τι έπαθε η Κάντυ! Τη στιγμή που ήταν πια ζευγάρι, την αποβάλανε απο το κολλέγιο, και χρειάστηκε ο Τερρυ να μπει στα πράγματα, να αφήσει εκείνος το κολλέγιο αντι για κεινη.

Και μετα, στο Ρομέο και την Ιουλιέτα...αληθινα το ατύχημα της της έδωσε τον Τερρυ, αλλα απο τη φύση του ήτανε ενα απιστευτα άσχημο ατυχημα. Λόγω της αγαπης της για τον Τερρυ...βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμη. Βεβαίως, όταν εκείνη βουτηξε δεν σκέφτηκε πως θα κατέληγε έτσι...Ηταν εκείνη η στιγμή αραγε που η γκαντεμια του Τερρυ την επηρεασε; Ετσι, περνουσε ο καιρος για τη Σουζαννα, μέρες που θα χαίρονταν για τις στιγμες που ήταν κοντά στον Τερρυ, αν και η χαρά της σκορπιζονταν με τη μέρα να γίνεται νύχτα, και κεινες οι στιγμες να μολύνοντε απο φοβήσιμα και ενοχλητικά περιστατικά που την άφηναν ανήσυχη, να παιζει νευρικα με τα δάχτυλα της, τα μάτια διαπλατα ανοιχτα και ξύπνια μεσα στο σκοτάδι μεχρι η κουραση να την παρασύρει σε ενα ανησυχο ύπνο. Καθε μέρα που περνούσε και κείνη φαινοταν ολο και πιο κουρασμένη.


********************


Οι πρώτες αχτιδες του ήλιου τρεμοπαιξαν και χτυπαγαν πανω στους λειους τοιχους της σπηλιας εκει που οι τρεις μοιρες επλεκαν τις μοιρες των ανθρώπων. Η καινουργια μέρα ξημέρωνε και ήδη είχαν σηκωθει και τριγυριζαν. H Αΐσα συνέχιζε να χαζέυει το τοιχο, αλλάζοντας απο θνητό σε θνητό, παρακολουθοντας ζωές να ξετυλίγοντε μπροστα στα μάτια της όλη τη νύχτα.

Η Λάχεσης είχε αναψει τη φωτιά και η Κλωθώ έφτιαχνε μια κανάτα φρέσκο τσαι απο βοτανα. Η μυρωδιά της κανέλλας κια του κάρδαμου κολυμπούσε στον αέρα, γεμίζοντας τη σιωπή. Η Λάχεσης ήταν ιδιαίτερα κακόκεφη. Η Κλωθώ της πετούσε γρήγορες ματιές ενώ ετοίμαζε το τσάι αλλα η Λάχεσης δεν φαινονταν να το καταλαβαινει, τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω στα κοκκινα αναμένα κάρβουνα. Ενας μικρός αναστεναγμός που έμοιαζε με παραιτηση δραπετευσε απο το λαιμό της. Η Κλωθώ έσφιξε τα χειλή της...οι τελευταιες μερες ήταν ιδιαιτερα δύσκολες και το ηθικό της είχε πέσει στο ελάχιστο. Είχαν εναποθέσει την πιστη τους στη Νέμεσις, και μ΄ολο το δίκιο, εκείνη προχωρούσε με την αποστολή, έστω και αργά...πολύ αργα οπως φαίνονταν. Οι πρώτες χαρες της νίκης και οι ελπίδες να πετύχουν να ξαναβρεθουν οι δυό αγαπημένοι του θνητοι είχαν εξατμιστει, δίνοντας τη θεση τους σε αμφιβολίες και ευέξαπτες διαθέσεις. Σιγουρα ώς τωρα, με ολα αυτα που συνεβαιναν στη Σουζάννα, θα έπρεπε να έχει παρει το μήνυμα.

“Τι είναι Λάχεσης;”, ειπε Κλωθώ με σοβαρή φωνή.

Η Λαχεσης τραβηξε τα μάτια της απο τη φωτιά, λιγο διστακτικα, οι κινησεις της κουρασμένες. Η Αΐσα φαινονταν να συγκεντρώνεται στη κουβέντα τους σιωπηλά.

“Τι νομιζεις πως είναι Κλωθω; Χμμμ;”, απαντησε η Λάχεσης, ακουγονταν κάπως αποτομη. Η Κλωθω έμεινε σιωπηλή, ανακατευόντας το τσαι. “Δεν νομίζεις οτι παρατραβάει; Ποσος καιρος ειναι που έχει περάσει απο τότε που είδε ο Τερρυ την Καντυ για τελευταια φορα; Ακόμα πριν...το ατυχημα της Σουζάννας;”

Η Αΐσα μορφασε ελαφρα σ’αυτες τις τελευταίες κουβέντες...αφού ήταν το δικό της ανυπόμονο σχέδιο να ξεφορτωθούν τη Σουζάννα γρήγορα. Η Λάχεσης της έριξε ένα ενοχλημένο σχεδόν θυμωμένο βλέμμα. Η Κλωθώ το είδε αυτό. Επρεπε να φέρει ηρεμία στο σπιτικό τους, να αναπτερώσει τις διαθέσεις τους. Θα τα κατάφερναν, ήταν σιγουρη γι’αυτο, αν μόνο αυτές οι δυό είχαν περισσότερη υπομονή. Η Λάχεσης αφησε τη ενόχληση της να ξεχυλισει, οταν αρχισε να μιλάει γρήγορα ξάνα.

“Τον έχει δεί;; Οπως είναι απο εκείνη τη στιγμή και μετα; Γιατί για μένα, να τον βλέπω έτσι, να εύχετε να μπορουσε να ξεριζώσει τη καρδια του απο το σώμα του τις νύχτες, ενω να ζει σαν ζομπυ τις ημέρες, ραγιζει τη καρδιά μου! Τη δικιά μου καρδιά!”, ειπε, η φωνή της να σπάει καθώς χτυπουσε το στήθος της με δύναμη.

Η Κλωθώ την κοιτουσε με το πρόσωπο της πολύ σοβαρό.

“Και τι θέλεις εμείς να κάνουμε γι’αυτο Λαχεσης; Να την σκοτώσουμε; Na κοψουμε το νήμα...;; Ξέρεις πολύ καλα πως είναι δικιά μας ευθύνη να προσέχουμε τους θνητους...δεν είναι μεσα στα δικαιώματα μας να παιρνουμε ζωές πριν την ώρα τους. Ακόμα και αυτό που κάνουμε με τη Νεμεση και τους άλλους θέους που θέλησαν να μας βοηθήσουν...είμαστε στο κόψη Λάχεσης. Εαν το μαθει ο Διας...τρομάζω να σκεφτώ τι θα μας κάνει. Η Νέμεσης κάνει καλή δουλεια...μπορει να πιστεύεις οτι πάει αργα...αλλά μπορείς να το δεις στα μάτια της Σουζάννας τη νύχτα. Εχει αμφιβολίες, φοβάται τι θα της φέρει το αυριο. Δεν είναι αυτο καλό σημάδι;”, ειπε η Κλωθώ και ανασανε δυνατα καθώς καθησε διπλα στη αδερφή της.

“Νόμιζα πως ο Τερρυ θα βρεθεί πάλι με την Κάντυ πριν γεράσει..ή πεθάνει απο ξεριζωμένη καρδιά αν θές...”, ειπε μέσα απο τα σφιγμένα της δοντια με ενα τονο καταπιεσμένου θυμου στη φωνή της.

“Και θα βρεθει! Στο υπόσχομαι αυτο! Νιώθω πως ο καιρός κοντεύει...θα πρεπει να κρατήσουμε τη πιστη μας μονο και να επιμείνουμε. Εχω αλλο ένα σχέδιο στο μυαλό μου, αν και είναι απιστευτα επικυνδινο”, ειπε η Κλωθώ αργά με μια αρκετά σοβαρή φωνή τωρα.

Τα ματια της Λάχεσης και της Αΐσα μεγάλωσαν, φαίνονταν εκπληκτες και ανήσυχες κοιτάζωντας τη Κλωθώ.

“Τι σχέδιο;”, ειπαν με μια φωνη.

“Θα σας πω συντομα”, ειπε η Κλωθώ προς το παρον, και φαινονταν ευχαριστημενη που τραβηξε τη προσοχη των αδερφων της πάνω σε κεινη και στην αποστολή τους. “Για την ώρα, ας πιουμε το τσαι μας με την ησυχια μας, είμαι σιγουρη πως αυτη η αυγη θα φερει μια καλή μερα”, ειπε καθώς οι ηλιαχτιδες επεφταν στα ματια της, φωτιζοντας τα, σχεδον σαν να βγαινουν σπιθες μεσα απο αυτα.



********************

Η Σουζάννα στριφογυρισε στο κρεββατι της. Ανοιξε τα ματια της, το βλέμμα της επεσε στο ταβανι απο πάνω της. Αλλη μια μερα...Ελπιζε οτι θα ήταν καλύτερη απο τη χθεσινη.

Καθώς είχε κλεισει τα ματια της, και ευχονταν να κοιμηθει τη προηγούμενη νυχτα, οι παλιες φωνες στο κεφάλι της εκαναν μια ξαφνική εμφανιση. Την κορόιδευαν, την κατηγορουσαν για ολα που είχε παθει ως τα τωρα γιατι κρατουσε τον Τερρυ διπλα της. Μεσα στη συγχυση της, κουνησε το χερι της στον αερα, σαν να προσπαθουσε να διώξει πραγματα που δεν ήταν εκει. Αντι αυτου, χτυπησε το ποτηρι το νερο που βρίσκονταν στο κομοδινο. Θυμος την πλημμύρισε, κανοντας το προσωπο της εντονα κοκκινο, αισθάνονταν τη εξαψη να απλώνεται στις ριζες των μαλλιων της. Παλεψε με τα σκεπασματα της, το μαξιλαρι της εκαιγε, καταλαβε πως όπως το κρεββάτι της, ολα τα άλλα στη ζωή της εκεινη τη στιγμη την εκαναν να νιωθει αβολα.

Ακουσε θόρυβο απ’εξω. Η φωνή της μητέρας της ακουστηκε ευθυμη. “Πως μπορεί να είναι ετσι;”, σκεφτηκε και αφησε το χέρι της να πέσει πάνω στα ματια της. Αναστεναξε. Ο Τερρυ είχε ξυπνήσει επίσης, η φωνή του το ίδιο απαθής οπως την είχε συνηθίσει να την ακουει όταν εκείνος χαιρετούσε τη μητέρα της. Ενα ελαφρύ χτύπημα στη πόρτα. Η Σουζάννα απαντησε δισταγμένα. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν πέρναγε την ημέρα της στο κρεββάτι. Το χαρωπό πρόσωπο της μητέρας της ξεπρόβαλλε απο τη πόρτα να κοιτάει μέσα στο δωμάτιο, τα μάτια της να πεφτουν στη Σουζάννα. Ανοιξε τη πόρτα διαπλατα, και μπηκε μέσα.

“Καλημερα γλυκιά μου!”, ειπε με τσιριχτη φωνή, ο ήχος της οποίας έκανε τη Σουζάννα να σμιξει τα φρύδια της. Ηταν πολύ νωρίς για αυτή τετοιος ενθουσιασμός.

“Καλημερα μητερα...”, απαντησε αδυναμα η Σουζάννα.

“Εϊ, τώρα, δεν είναι αυτός τρόπος να χαιρετας τη μητέρα σου, ειδικά μια τέτοια μέρα!”, ειπε η μητερα της προσπαθόντας να διορθώσει τη σκυθρωπή διάθεση της Σουζάννας.

“Και ποια μέρα είναι αυτη μαμά;”, ειπε η Σουζάννα ενώ καλυψε τα μάτια της παλι με το χέρι της, καθώς η μητέρα της τράβηξε τις κουρτίνες με μια γρηγορη της κίνηση, αφήνωντας το φώς να χυθεί βιαια μεσα στο δωμάτιο.

“Μα...δεν ξέρεις τι μέρα είναι σημερα Σουζάννα!! Είναι τα γένεθλια σου αγάπη μου! Το κοριτσάκι μου γίνεται δεκαεννιά σημερα!!”, η μητέρα της αποκρίθηκε ενθουσιασμένα αν και η Σουζάννα μπορούσε να διακρίνει και ενα ίχνος ανησυχιας μέσα στη φωνή της. Ποτε δεν είχε ξεχάσει τα γενεθλια της προτερα. Τόσα πολλά είχαν συμβει σ’αυτο το χρόνο...

“Ενώ ο Τερρυ ετοιμάζει πρωινο, θα σε βοηθήσω να ετοιμαστεις”, η Σουζάννα ακουσε τη μητερα της να φλυαρεί σκορπίζωντας τις σιωπηλές της σκέψεις.

Ειχε ανοιξει το παραθυρο, αφήνωντας το φρεσκο πρωινο αέρα να καθαρίσει την ατμοσφαιρα της βραδυνής κλεισούρας. Η Σουζάννα πήρε μια βαθιά ανασα, γεμίζωντας τα πνευμόνια της με καθαρό αερα. “Ααα...τι ωραία”, σκέφτηκε ξεφυσώντας. Ισως η μέρα της να μήν είναι ασχημη. Ηταν τα γενέθλια της εξάλλου. Η μητέρα της είχε ήδη ανοιξεί τη ντουλάπα κοιτώντας για ενα κάταλληλο φόρεμα για μια τέτοια μέρα. Η Σουζάννα κουνήθηκε αργα, και ανακάθησε στο κρεββάτι. Ετριψε τα μάτια της και αφησε ενα χασμουρητό. Ακουσε τη φωνή της μητερας της να έρχεται πίσω απο τα φύλλα της ντουλάπας.


“Ξέρεις ο Τερρυ και εγώ εχουμε κάνει σχέδια για την ξεχωριστή σου μέρα...”, είπε και ακουστηκε πως καμάρωνε. Τα ματια της Σουζάννας ανοιξαν διαπλατα απο την εκπληξη. Ο Τερρυ είχε κάνει σχέδια; Για κείνη; Μονο και στη σκέψη, η καρδιά της αναπηδησε. Μπορεί αυτή να ήταν η μέρα που εύχονταν. Χωρίς αλλες ατυχιες να της συμβαίνουν.

“Ωωω...”, κατάφερε να πει. Ειχε μείνει απο λόγια.

Ο Τερρυ εμφανιστηκε με ενα δισκο, φερνοντας μια κουπα αρωματικο καφέ, δυο φέτες ζεστο ψωμι, βουτυρο και μαρμελάδα. Κοιταξε με ενα κουρασμένο βλέμμα τη μητερα της Σουζάννας που ήταν απασχολημένη να ψάχνει ενα ωραίο φόρεμα για τη Σουζάννα. Τα μάτια του έπεσαν στη Σουζάννα, που τον κοιτούσε με ελπίδα. Ενιωσε να μπορουσε να εξαφανιστει απο προσωπου γής σ’εκεινο το σημείο. Εσπρωξε ενα χαμογελο το οποιο τον έκανε ακομα πιο υποκριτη.

“Καλημερα Σουζάννα”, ειπε και αφησε το δίσκο στο τραπέζι.

“Καλημέρα Τερρυ”

Με δυο δρασκελιες, ο Τερρυ ήταν πλαι της. Τα χείλη του ακουμπησαν για το έλαχιστο του χρονου το δροσερο της μέτωπο. Έκανε πισω προσπαθοντας να μην δείξει τα συναισθήματα που τον έκαναν να ζαρώνει μέσα του.
“Χρονια Πολλα Σουζάννα”, μπορεσε να πει. Τα ματια της Σουζάννας ανοιξαν ακομα περισσοτερο, φαινονταν σαν δισκοι. Ειχε φανταστει τα χείλια του Τερρυ στο μετωπο της; Τα δαχτυλα της αλαφροακουμπησαν το μέτωπο της που ξαφνικα φαίνοταν πως ζεσταθηκε.

“Εεεε....σ’ευχαριστω Τερρυ!”, απαντησε προσπαθώντας να κρατήσει την αναπνοη της σταθερη.

Αρχισε να αισθάνεται ολοένα και πιο χαρούμενη με το τροπο που ξεδιπλώνονταν αυτό το πρωι. Ο Τερρυ στεκονταν με τη πλατη του στο τοιχο, χερια σταυρωμένα στο στηθος του, φαίνονταν χαλαρός και ήρεμος. Η ματιά του ήταν σταθερά πάνω στον ατμό απο το ζεστό καφέ που ξεδιπλώνονταν προς τα πάνω.

“Η μητέρα είπε οτι εσύ και κείνη έχετε κάνει σχέδια για τα γενέθλια μου...”, η φωνή της Σουζάννας ακούστηκε χαμηλή, σχεδόν διστακτική.

Τα μάτια του ταξίδεψαν σε κείνη και μετα στη μητέρα της.

“Ωωω...ήταν περισσότερο ιδέα της μητέρας σου, το σωστό ήταν να συμμετέχω και γω...ουτός ή αλλιώς είναι τα γενεθλια σου Σουζάννα, αξίζεις κάτι ωραίο”, ειπε αφηρημένα σαν το μυαλό του να έτρεχε αλλου...

Το παρατήρησε αυτο η Σουζάννα, αλλα δεν το άφησε να την εμποδίσει. Ήταν η μέρα της, και ο Τερρυ είχε συμφωνήσει να είναι μέρος αυτης και αυτό ήταν πολύ μεγάλο για κεινη, απ’οποια μερια και να το κοιτούσε. Ο Τερρυ ξεκόλλησε απο εκει που βρίσκονταν το μυαλό του και κοιταξε τη Σουζάννα.

“Λοιπόν, θα σ’αφησω να ετοιμαστείς και να πάρεις το πρωινό σου ενω η μητέρα σου θα σου πει για τα σημερινα σχέδια. Θα πάω στο θέατρο για λιγο, να τσεκάρω για την αυριανή πρόβα. Το έργο θα ανέβει όπου να’ναι”, ειπε ο Τερρυ γρήγορα.

“OK Τερρυ, θα σε περιμένουμε”, ειπε η μητέρα της ενω γύρισε με ενα φορεμα στα χερια της, ριχνωντας του ενα “Μην τολμήσεις να χαλάσεις τιποτα για τη κόρη μου σήμερα” βλέμμα. Εσφιξε τα χείλη του, και αισθάνθηκε την αντιπάθεια για αυτή τη γυναίκα σαν τη πικρή γεύση που είχε στο στομα του εκείνη τη στιγμή. Ενα αντίο εφυγε απο το πιεσμένο του στόμα φεύγωντας απο το διαμέρισμα.


********************


Καθώς ο Τερρυ έφυγε βιαστικά απο το διαμέρισμα, η Λάχεησς γυρισε το σοβαρο της πρόσωπο να κοιτάξει τη Κλωθώ. Μισουσε να βλέπει τον Τέρρυ έτσι και τα γενεθλια της Σουζάννας μονο πρόσθεταν στη δυσανασχέτηση της.

“Λοιπον, τι είναι αυτο το σχέδιο για το οποιο μιλούσες προτύτερα Κλωθώ;”

Η Κλωθώ κοιταξε τις αδερφες της. Φαίνονταν σαν να μην ηθέλε για μερικά λεπτα να αποχωριστεί το σχέδιο της, σαν να ήταν μια άσχημη ιδέα με που την έλεγε.

“Λοιπόν;”, ειπε η Αΐσα, και φαίνονταν τώρα ακόμα πιο ανησυχη με αυτό το κρυφό ακόμα σχέδιο. Η Κλωθώ ήταν ακόμα πιο χλωμή απο ποτέ αν και τα μάτια της εκαιγαν παραξενα τώρα. Και μετά μίλησε.

“Δεν νομίζω οτι ειναι καλή ιδέα αδερφές μου να το ξέρετε...αλλα απο την άλλη πρέπει να γνωρίζετε που θα πάω”, ειπε αργά, το μυαλό της δούλευε σκληρά, διαλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις. Αλλά δεν υπήρχαν κατάλληλες λέξεις για το μέρος που σχεδίαζε να πάει. Κοιταξε τις αδερφές της πάλι,φαίνονταν φοβισμένες.

“Πάω...στη γή των πνευμάτων...στο Κάτω Κόσμο...”, ειπε και έκανε μια παύση, αφήνωντας τις λέξεις να πέσουν αναμεσά τους. Ακουσε ενα αχνό αναφώνημα απο τη Λάχεσης καθώς προσπαθουσε να κρύψει χωρίς επιτυχια τον φόβο της.

“Στο Κάτω Κόσμο;;;”, κατάφερε να ρωτησει, η φωνή της ένας ψίθυρος. “Γιατι; Ποιόν σκοπεύεις να συναντήσεις εκεί;”, συνεχισε.

“Θέλω να συναντήσω την Εκάτη”, απαντησε η Κλωθώ.

“Την Εκάτη;;;!!!”, η φωνή της Αΐσα ακούστηκε σαν τσιρίδα. “Πές μου πως είναι αναγκαίο αυτό Κλωθώ...η Νέμεσης κάνει καλή δουλειά οπως έχει, το είπες και συ σημερα το πρωί...πρέπει να είμαστε υπομονετικές”

“Σας παρακαλώ να μ’ακούσετε!”, ειπε η Κλωθώ, ακούγονταν εκεινη τη στιγμή ανυπομονη, σαν να ήθελε να διώξει με δύναμη τις τελευταιές αμφιβολίες που υπήρχαν ακόμα στο μυαλό της. “Χρειαζόμαστε την Εκάτη, είναι η θεά των πνευμάτων και της μαγείας, μπορεί να καλέσει όνειρα και προφητείες. Εκείνη θα μπορεί να στείλει ένα δυνατό μυνημα στη Σουζάννα, ενα μήνυμα που θα γυρίσει τη ζυγαριά προς το μέρος μας για τα καλά!”, συνέχισε να λέει με πάθος στη φωνή της, η αποφασηστικότητα της να αυξάνετε ολοένα με κάθε της λέξη.

“Αυτό είναι αλήθεια Κλωθώ...αλλά αυτό το ταξίδι θα είναι επικύνδινο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος;;”, είπε η Αϊσα ενώ τα δάχτυλα της εσφιξαν το ψαλίδι που κρατουσε. Το πρόσωπο της Κλωθώς ήταν σοβαρό. “Το πνεύμα σου θα πρέπει να αφήσει το σώμα σου για να κατέβεις στη Γη των Πνευμάτων. Και ποιος μας σιγουρεύει οτι θα σ’αφήσουν ελεύθερη να γυρίσεις πίσω;”, συνέχισε ενω αισθάνθηκε ξέπνοη. Η Λάχεσης έκρυψε το πρόσωπο της ανάμερα στα χέρια της, το όλο θέμα ήταν πολύ αγχωτικό και μισουσε τώρα τον εαυτό της που είχε φερθέι δυστροπα της τελευταιές αυτές μέρες.

“Το σκέφτηκα αυτό αγαπημένη μου Αϊσα, γι’αυτο και θα πάρω μαζί μου ενα κλαδυ λεύκης και σπορους απο έλατο που είναι κλασσικά μυνηματα οτι πάω να συναντήσω τηνς Εκάτη. Κανείς δεν θα τολμήσει να με σταματήσει. Μην ξεχνάς οτι η Εκάτη είναι και η μόνη απο τους Τιτάνες που ο Δίας δεν ακούμπησε σε εκεινη την παναρχαια μάχη των Ολύμπιων εναντίων των Τιτάνων. Μόλις την βρώ, θα της μιλήσω και θα ζήτησω τη προστασία της για το δρόμο του γυρισμού”, είπε η Κλωθώ.

Αυτό ήταν το σχέδιο που δουλευε στο μυαλό της εδω και μερικές μερες τώρα. Ακουσε ενα λυγμό να έρχετε απο τη μεριά της Λάχεσης που είχε κρυμμένο το πρόσωπο της. Την πλησίασε και αφησε το χέρι της να ακούμπησει απαλά το κεφάλι της αδερφής της.

“Δεν χρειάζετε να ανησυχείς αγαπημένη μου αδερφή. Σου ειπα οτι έχω σχέδιο. Είμαι σίγουρη οτι η αποστολή μας σύντομα θα τελειώσει. Και θέλω την βοήθεια σας επίσης. Δεν θα είμαι μόνο εγώ που θα πάω στο Κάτω Κόσμο. Και σεις οι δυο θα έχετε πράγματα να κάνετε την ίδια στιγμή”.

Η Λάχεσης σήκωσε το προσωπό της, τα μάτις της φαίνονταν κόκκινα και γυαλιστερα απο τα δάκρυα.

“Οτιδήποτε...”, μπόρεσε να πέι ενω τα χείλια της τρεμοπαιζαν ελαφρά.

“Λοιπόν, επειδή η καρδιά του Τέρρυ συνεχίζει να πονάει για την Κάντυ, σκέφτηκα οτι χρειάζετε κάτι να του αναπτερώσει το ηθικό. Δεν ωφελέι να τον βλέπουμε να αγωνιά τοσο, και εγω ανησυχώ οσο και συ. Θα πρεπει να πάς να βρεις τον Έρωτα. Μιλησε του και προσπάθησε να τον πείσεις να στείλει ενα σημάδι που να κάνει τον Τερρυ να σκεφτεί οτι υπάρχει ελπίδα. Εχει περάσει καμποσος καιρός τώρα απο τότε που τον επισκέφτηκες Λάχεσης. Ίσα που κρατιέται τώρα να μην καταρρευσει και κείνος”, ειπε η Κλωθώ, μοιάζοντα σαν στρατηγός που ετοιμαζετε για μάχη.

“Και συ Αϊσα...υπάρχει κάτι που πρέπει να κάνεις επίσης. Βρες την Κάντυ, δες πως είναι και σχεδιασε κάτι που να την φέρει στη Νέα Υόρκη σε δυο βδομάδες, οκ;”, είπε η Κλωθώ.

“Έγινε!”, απάντησε η Αϊσα με σοβαρη και σταθερή φωνή.

Εντωμεταξυ πρεπει να βρώ ρίζες μανδραγόρα. Πρεπει να πιω το τσάϊ τους για να μπορέσει το πνευμα μου να πετάξει”, ειπε η Κλωθώ σαν να μιλάει στον ευατό της καθώς ετοιμάζονταν να αφήσει τη σπηλιά. Οι αδερφες της την κοίταζαν ενώ ανησυχία μπλεγμένη με αποφασηστικότητα γέμιζε τις καρδιές και το μυαλό τους.



********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Παρ Νοε 26, 2010 8:07 pm

Κεφάλαιο 6: Ο γλαρος, το κέικ και η πένα - Μερος 2ο


Ο Τερρυ έβαλε το κλειδι στη πόρτα, αφήνοντας ενα ανασταστεναγμό για το τι επρεπε να περάσει αυτή τη μέρα. Δεν ήταν μόνο οτι θα περνουσε ολη τη μέρα με τη Σουζάννα, και να το παιζει και χαρούμενος αλλά έπρεπε να’χει και τη μάνα της μαζί τους, να τον κοιτάζει σαν γύπας που τον έκανε να νιώθει οτι βρισκόταν στο τέλος της ζωής του. Εσφιξε το μπουκέτο με τα ασπρα κρινάκια στο χερι του. Ενα άλλο πακέτο που περιείχε ενα μεταξωτό μαντήλι ήταν χωμένο κάτω απο τη μασχάλη του. Αυτά ήταν τα δώρα της τελευταίας στιγμής για τη Σουζάννα αφού είχε μάθει μόλις χτες για τα γενεθλια της απο τη κυρια Μαρλοου η οποία τον είχε επισκεφτεί ξαφνικά στο θέατρο.

Είχε σχεδιάσει τα πάντα η μητέρα της. Τα ψώνια ήταν το “Σταδιο Ενα” οπως το’χε ονομάσει έτσι στο σχέδιο της. Το εορταστικό τραπέζι το μεσημέρι με τουρτα γενεθλίων ήταν το “Σταδιο Δυο”. Ενας ρομαντικός περιπατος μετά...αν ΑΥΤΟ θα ήταν στο ελάχιστο ρομαντικο!! Με τα ματια της να καιει τρυπες στη πλάτη του καθώς αυτος εσπρωχνε το καροτσακι της Σουζάννας στο πάρκο, ακόμα και να επεφτε σέκος θα ήταν πιο ρομαντικό απο αυτή τη βόλτα. Αυτό ήταν το “Σταδιο Τρια” στο στρατιωτικής πειθαρχίας σχέδιο για τον εορτασμο των γενεθλίων της Σουζάννας. Πίσω σπίτι για λιγη ξεκούραση και μετά εισιτηρια για μια κωμωδία σε θέατρο του Μπροουντγέϋ. Αυτό θα ηταν και το αποκορύφωμα στη προσεχτικά σχεδιασμένη μέρα απο τη μητέρα της Σουζάννας.

Ο Τερρυ τα είχε ακούσει ολα αυτα με το τρόμο να αυξάνετε μέσα του, κάνοντας τον να νιώθει ασυνήθιστο κρύο. Μια ολοκληρη μέρα με τη κυρια Μαρλοου, χωρίς πιθανότητα να ξεφύγει πουθενά. Η αντιπάθεια που ένιωθε για κείνη ήταν τόσο εντονη που είχε έρθει στο συμπέρασμα οτι πρεπει να είναι αλλεργικος στο μαξιμουμ στη μανα της Σουζάννας και αυτό θα εξηγούσε και τις κρισεις εκνευρισμού που ένιωθε για τη Σουζάννα επίσης. Κατα μάνα, κατα κόρη. Είχε συμφωνήσει με όλα τα σχέδια της, ζητώντας μόνο μια νύχτα μόνος στο τελος της ημέρας. Η κυρια Μαρλοου δεχτηκε αυτή την απλη ανταλλαγη μεταξύ εκείνης και του Τέρρυ χωρίς μεγαλη χαρά, αλλά ήξερε οτι επρεπε να συμπεριφέρετε προσεχτικά απέναντι του γιατί ήταν ικανός να τα βροντήξει ολα κάτω ανα πάσα στιγμη και να φυγει για το αγνωστό οπως είχε κάνει τη πρώτη φορά.

Ετσι, ήταν και αυτος εκει, ετοιμος για μια μέρα όλο κέφι! Μπήκε μέσα, με χαμογελο ήδη καρφωμένο στο προσωπο του. Η Σουζάννα ήταν ήδη έτοιμη φορώντας ενα φρου φρου ανοιχτό μπλε φόρεμα, που πηγαινε με τα μπλε της μάτια, εκει που η χαρα καθρεφτιζε το πλατυ της χαμόγελο. Χαμογέλασε και κεινος ελαφρα οπως προχωρουσε μεσα στο δωματιο της.

“Χρονια Πολλα και παλι Σουζάννα”, ειπε, πλαταινοντας το χαμογελο του συνειδητα οταν της έδινε τα δώρα της.“Δεν είναι τίποτα μεγάλο...φοβάμε αλλα η σκέψη είναι που μετράει”, ειπε απολογετικά. Η κυρια Μαρλοου είχε ενα συγκαταθετικό βλέμμα στο πρόσωπο της. Ακόμα και κεινη ήξερε οτι αυτα τα ταπεινά δώρα ήταν το περισσότερο που θα μπορούσε να περιμένει απο τον Τέρρυ.

Η Σουζάννα πήρε τα δώρα ενω φαίνονταν εκστασιασμένη. Μυρισε τα λουλουδια και ανοιξε το πακέτο με ανυπομονησια. Τα πρωτα δώρα απο τον Τέρρυ!! Κοιταξε το μεταξωτό μαντήλι που είχε ολες τις αποχρώσεις του μπλε πάνω του και γυρισε τα μάτια της να τον κοιτάξει.

“Σ’ευχαριστώ Τέρρυ!”, ειπε συγκινημένη και χαρούμενη. Ήταν πάντα χαρούμενη οταν ο Τερρυ την πρόσεχε.
Ο Τερρυ μπορουσε να δει αυτή τη χαρά. Ήταν κυριος, το ήξερε αυτό, δεν θα χάλαγε τη μέρα της. Θα συμπεριφέρονταν ακριβως οπως άρμοζε και έτσι προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του απο οδυνηρές εικόνες εκείνης που φτεροκοπουσαν ξαφνικά αρκετες φορές κατα τη διαρκεια της ημέρας. Και αφου απολογηθηκε οτι πρεπει να παει να ετοιμαστεί και κείνος, γύρισε πίσω μισή ώρα μετά φορωντας ενα σκουρο μπλε κουστουμι, κολλαριστο ασπρο πουκάμισο, ενω τα σκούρα λαμπερά μαλλιά του επεφταν λυτά στους ώμους του. Τα μπλε πρασινα μάτια του ελαμπαν αφου είχε κοπανίσει δυο σφηνάκια ουίσκυ το ενα πισω απο το άλλο πριν βγει απο το δωμάτιο του. Η Σουζάννα κατάλαβε αυτη τη λάμψη ως ενθουσιασμο, και αυτό έστειλε γλυκό ανατριχιασμα στη πλάτη της. Ήταν κουκλος και μερικές φορες ήθελε να τσιμπησει το μπράτσο της για να βεβαιωθει οτι ήταν εκει μαζί της.
.
“Ετοιμες;”, ειπε με φωνή ακόμα βραχνή απο το αλκοολ.

“Πανετοιμες!”, απαντησε η κυρια Μαρλοου.

Το ετσι και ετσι χαρούμενο τριο αφησε το διαμέρισμα και ενα λεπτο αργότερα στεκονταν στο πεζοδρόμιο. Ηταν μια καθαρή μέρα χωρίς ενα σύννεφο στον ουρανό.

“Πάμε προς τη Πεμπτη Λεωφόρο, για ψώνια πρώτα”, ειπε η μητέρα της Σουζάννας ανυπόμονα καθώς τα μάτια της σκάναραν το δρόμο ψάχνωντας καμοια άμαξα ελευθερη να τους πάρει. Ακριβώς εκεί στο πεζοδρόμιο καθώς τρια ζευγάρια μάτια κοιτουσαν τον γεμάτο με κίνηση δρόμο αξαφνα η Σουζάννα αφησε μια κραυγή.

“Αααααααχ!!!! Οχιιιιιιιι!!!!!”

Μαζι τα μάτια του Τερρυ και της κυριας Μαρλοου γυρισαν προς τη Σουζαννα την ιδια στιγμη. Την είχε κουτσουλίσει γλάρος στο κεφάλι και μάλιστα υπολογιζόντας την ποσοτητα μάλλον επρεπε να ήταν γλάρΟΙ! Τα μάτια τους ανοιξαν διαπλατα με εκπληξη. Ποτε πρόλαβε και έγινε αυτο; Πώς; Ο Τερρυ κοιταξε πάνω στον ουρανό, ενα ζευγάρι γλάροι πετούσαν ήδη μακριά. Κοιταξε ξανά τη Σουζάννα.

“Ωωωωωω το παιδί μου!!!”, ειπε η μητέρα της με στοργή αλλά και θυμο συνάμμα.

“Μητέρα!! Τι έχω κάνει για να αξίζω κατι τέτοιο;;”, ξεφώνησε εκείνη με φωνή που αρχισε να τρεμει ετοιμη να σπάσει σε κλάμματα.

Για άλλη μια φορά, η κυρια Μαρλοου γύρισε και κοιταξε τον Τερρυ σαν να τον κατηγορουσε σιωπηλά για τον γλάρο που ετυχε να κουτσουλησει τη Σουζάννα στη κεφάλι.

“Γρηγορα, πάμε πισω στο διαμέρισμα να καθαριστεις γλυκιά μου, μυρίζει και πολύ τουτο δω!”, ειπε με βιασύνη.

Ο Τέρρυ πισωπάτησε νιώθωντας μπερδεμένος. “Δεν το πιστεύω!! Η παλιογρια με κατηγορει! Μα τι στο διαολο;;”, σκεφτηκε καθώς θυμός αρχισε να απλώνετε και μέσα του επισης. “Δεν πιστεύω να νομίζει σοβαρά πως...”, συνέχισε τις σκεψεις του. Κοιταξε πισω στη Σουζάννα και κατα καποιο τρόπο η ολη φάση του φανηκε πολύ αστεια. Αισθάνθηκε ενα κυμα γέλιου να πλησιάζει στο λαιμότου το οποιο προσπαθησε πολυ να καταπιέσει.

“Τουλάχιστον λένε πως είναι καλοτυχια οι κουτσουλιες απο γλάρο...”, ειπε με ανεκφραστο προσωπο. Σκεφτηκε οτι θα πεθαινε μέσα του και δαγκωσε τα χειλια του για να μην τον πιασει το γελιο.

Ο Σουζάννα και η μητερα της τον κεραυνοβολησαν με αγρια βλέμματα.

“Τι...;;;!! Ετσι λένε οι παραδόσεις!! Τελοσπαντων ας πάμε μέσα”, ειπε χαμηλόφωνα στο τελος.

“Δεν νομίζω να΄χουμε χρόνο για ψώνια καλή μου, αλλα σου υπόσχομε οτι θα το κάνουμε σύντομα”, ειπε η μητέρα της σε μια αποτυχημενη της προσπαθεια να παρηγορήσει τη κόρη της η οποια τωρα εκλαιγε με το προσωπο κρυμμενο μέσα στα χέρια της.

“Μπορουμε ακόμα να κάνουμε το Σταδιο 2....”, ειπε ο Τερρυ αργα.

Η μανα της Σουζάννας τον κοιταξε οργισμένα.

“Τερρυ...δεν...βοηθάς...”, ανταποκρίθηκε με σφιγμένα δόντια ισα που κρατουσε το θυμό της και το πρόσωπο της είχε κατακοκκινήσει.

“Καλά...Να με συγχωρήτε...δεν θα ξαναμιλήσω...”, απαντησε με ενα ψευτοαπολογουμενο τονο στη φωνη του.

Μερικες ωρες αργότερα η Σουζάννα ήταν ετοιμη να αφήσει το διαμέρισμα και πάλι. Η ετσι και ετσι κακοδιάθετη παρεα εφυγε ξανα. Αυτή τη φορά, η μητερα της βγήκε μόνη στο πεζοδρόμιο και φώναξε μια αμαξα που θα τους πηγαινε στο εστιατορειο. Οτάν η αμαξα σταμάτησε ο Τερρυ εδωσε μια γερη σπρωξια στο καροτσακι της Σουζάννας, και το ετρεξε οσο πιο γρηγορα γίνονταν προς την αμαξα ετσι ώστε να μειώσει στο ελαχιστο οποιο κύνδυνο διέτρεχε η Σουζάνα απο πετούμενα με στομαχικά προβλήματα.

Λιγο αργότερα ήταν και οι τρεις στο εστιατορειο. Ο Τερρυ ενιωσε οτι μπορουσε να ρηλαξάρει. Ολοι ένιωθαν το ιδιο αφου ήταν κάπου σκεπαστά. Το γκαρσόνι ετρεξε προς το μέρος τους΄.

“Εχουμε κλεισει ενα τραπέζι για τρεις για την κυρια Μαρλοου”, ειπε η μητέρα της Σουζάννας με κρυα επισημη φωνή.

Το γκαρσονι τους οδήγησε σε ενα ωραιο τραπέζι, στο κεντρο του μαγαζιου. Ειχε ζητήσει η μητέρα για ενα τραπέζι που μπορουσαν ολοι να τους κοιτάζουν. Της αρεσε να την προσέχουν. Το γκρουπ κάθησε, και η ωρα περνουσε με τον Τερρυ προσπαθώντας να κρατήσει την ατμόσφαιρα ελαφριά και ανώδυνη. Μιλησαν για τον καιρό, το θέατρο, το καινουργιο θεατρικο, κουτσομπολια διάσημων, οτιδήποτε μπορουσε να σκεφτει ετσι ώστε να μην αφήσει τη κυρια Μαρλοου να γυρισει τη κουβέντα σε πιο επικύνδυνα λημέρια οπως αυτά που είχαν να κάνουν με θέματα δεσμευσης.

Το μέρος βουϊζε απο κόσμο. Ο Τερρυ εριξε μια ματιά στο τραπέζι που κάθονταν διπλα τους. Φαινονταν ενα χαρουμενο γκρουπ, δυο ζευγάρια και ενα παιδι. Το παιδι εμοιαζε να βαριετε απο τη συζήτηση των μεγάλων στο τραπέζι και είχε αρχίσει να γυρνοβολάει μέσα στο εστιατορειο. Η μητέρα του ειχε το ένα μάτι πάνω του αλλα το αφηνε να ασχολήτε μόνο του. Το μικρό αγόρι επαιρνε χαμόγελα και χαιρετισματα απο γειτονικά τραπέζια κάνωντας το να τρέχει κάθε φορά ντροπαλο πίσω στην αγκαλιά της μητερας του μέχρι να αισθανθει οκ και παλι να φύγει για βολτα.

Η στιγμη που η τουρτα των γενεθλίων θα εμφανίζονταν είχε φτάσει. Ήταν μια πανέμορφη τουρτα με κρεμα σαντιγύ και ροζ ζαχαρωτά τριαντάφυλλα απο πάνω. Τα γκαρσονια τραγουδουσαν το “Happy Birthday” για τη Σουζάννα, και η μάνα τους ακολουθουσε με τη φωνή της καθως το αυστηρο βλέμμα της προς τον Τερρυ τον αναγκασε να αρχίσει να τραγουδαει και αυτος μαζι. Ο κοσμος χειροκροτησε και η Σουζάννα ελαμπε απο ευτυχια και εσβησε τα κεράκια. Ωρα να κοψουμε τη τουρτα.

Σε ένα μακρινό τραπέζι, μια ηλικωμένη κυρία προσπαθούσε να πιασει κουβέντα με το μικρο αγόρι με μόνο αποτέλεσμα αυτό να φοβηθεί απο τη ψιλή φωνή της και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της και βάλει ενα τρελλο τρεχαλητό προς τη μητέρα του. Περνώντας απο το τραπέζι του Τέρρυ, το παιδί παραπάτησε και εσπρωξε απότομα το γκαρσόνι απο πισω. Σε κλασμα του δευτερολέπτου το γκαρσονι επεσε μπροστά και σαν κομματια ντόμινο εδωσε μια στο κεφάλι της Σουζάννας που επεσε με δύναμη πάνω στη τουρτα καταφατσα.

Ο Τέρρυ ακουσε ενα ομαδικό «Ιιιι» να έρχετε απο παντού και μετα ησυχία απόλυτη. Τα ματια των θεατών είχαν γουρλωσει σαν πιατάκια, μερικα γελακια ακουστηκαν πνιγμένα εδω και κει μεσα στη σιωπη. Κοιταξε τη κυρια Μαρλοου που φαινονταν σαν να ηταν ετοιμη να εκραγει, καθώς η Σουζάννα σηκωνε το κεφαλι της, με ολο το προσωπο της καλυμένο με σαντιγυ και κομματια συροπιασμένου κέικ. Και μετα θόρυβος απο παντου ακολουθησε.

Οι πελάτες γυρισαν πίσω στις συνομιλιες τους, σιγουρα εχοντας το ατυχημα της Σουζάννας στο κέντρο των σχολιων καθώς εριχναν γρηγορες ματιες στη τρελλα που είχε δημιουργηθει στο γενεθλιο τραπέζι. Η Σουζάννα ή είχε τρελλαθεί ή ήταν οργισμένη αφού ακατανόητοι ήχοι εβγαιναν απο τα χειλη της που εμοιαζαν με λέξεις αναμικτες με λυγμους και το πρόσωπο της κάτω απο ολη αυτη τη κρεμα ήταν κόκκινο σαν παντζαρι. Η μητέρα της ήταν ορθια και ακουγονταν εξαλλη, ζητώντας να δει το μανατζερ του εστιατορειου ενώ τα γκαρσονια έτρεχαν πανικοβλητα στη προσπαθεια τους να καθαρίσουν το προσωπο της Σουζάννας και το χαμό που είχε γίνει πάνω στο τραπέζι.

Ο Τερρυ είχε μείνει αφωνος απο την εκπληξη, μη ξέροντας αν θα ήταν συνετο να πει ή να κάνει κάτι εκεινη τη στιγμή. Και για να ήταν ειλικρινής είχε βρει την ολη μέρα μεχρι τώρα απιθανα αστεία αλλα ενιωθε και ενοχες με αυτο του το συμπέρασμα. Αυτο ήταν...Σταδιο Δυο είχε καταστραφει επίσης...σκεφτηκε αν ήταν καλυτερα να πάνε σπιτι και να κλειδωθουν μέσα. Η κυρια Μαρλοου φαινονταν οτι είχε ανταλλαξει εντονα λογια με ενα νευρικό μανατζερ και φαινονταν οτι δεν πληρωναν για το γευμα τους. Μαζι μάνα και κορη εξαφανιστηκαν στη τουαλέτα για να εμφανιστουν μερικα λεπτα αργοτερα με σοβαρο υφος και οι δυο. Το προσωπο της Σουζάννας ελαμπε απο τη κοκκινίλα και τα ματια της φαινονταν πρησμένα απο το κλάμμα. Ο Τερρυ ειδε ενα μικρο ασπρο σημαδι απο τουρτα ψηλά στο λαιμο της, δεν το είχε προσεξει προφανως η κοπέλα αλλα δεν τολμησε να της πει τιποτα.

“Τερρυ ήμαστε ετοιμες να φυγουμε”, του ειπε η κυρια Μαρλοου μολις πλησιασαν το τραπέζι. Σηκώθηκε και κεινος με τη μια, εβαλε το σακακι του και προχωρησαν προς την εξοδο κατω απο τα βλέμματα των πελατων που είχαν γινει μαρτυρες αυτης της απροσμενα τρελλης σκηνης.

Μια ευχαριστη φρεσκαδα υπηρχε στον αερα εξω. Ακουμπησε τον ωμο της Σουζάννας απαλά.

“Πως είσαι Σουζάννα;”, την ρώτησε χαμηλοφωνα.

“Θελω μια βολτα στο πάρκο να ηρεμήσω λιγακι Τέρρυ”, του ειπε με συγκρατημένη φωνη γυρνώντας να τον δει με τα ματια της ομως κενα, χωρίς να μπορει εκεινος να τα διαβάσει.

“Εισαι σίγουρη;...Μπορουμε να παμε σπιτι αν προτιμάς...”, της ειπε διστακτικα.

“Οχι! Ενας περιπατος θα κανει σ’ολους μας καλο”, πεταχτηκε η κυρια Μαρλοου με αποτομη φωνη που έμοιαζε περισσοτερο με εντολη. “Μα να παρει! Αυτη η γυναίκα εχει κατσικωθει να κάνει το πλάνο της!”, σκεφτηκε ο Τερρυ εντυπωσιασμένος.

“Οκ, περιπατο θα πάμε τοτε!”, απαντησε και ο Τερρυ με σιγουρια. Επρεπε να διανύσουν μια ανηφόρα για να φτασουν το πάρκο, και ετσι επιασε τα χερουλια στο αναπηρικο καροτσακι της Σουζάννας και αρχισε να το σπρωχνει μαζι με τη μητερα της στο πλάι του. Κανεις δεν μιλουσε τώρα και ο Τερρυ σκεφτονταν οτι αυτη η ησυχια του ταιριαζε μια χαρά. Μετα απο λιγο περπάτημα είχαν φτασει στη κορυφη της ανηφόρας. Το πάρκο ήταν στην απέναντι μερια του δρόμου.

“Αααα, αυτός δεν ειναι καλέ ο Τερρυ Γκραχαμ ο ηθοποιος;!!!”, ακουστηκε μια κοριτσιστικη φωνή απο μια παρεα με κοπέλες απο πισω τους και τους πλησιαζαν. Τρια νεαρα κοριτσια ετυχε να βρισκοντε εκει μαζί τους. Ο Τερρυ σταματησε και γυρισε το καροτσακι με τη Σουζάννα, η μητερα της γύρισε την ιδια ωρα. Οι νεαρες κοπέλες εφτασαν διπλα του.

“Κυριε Γκραχαμ!!! Ειμαι μεγάλη θαυμάστρια σας!!”, ειπε η μια χωρις να μπορει να κρύψει τον ενθουσιασμό της και την εκπληξη της και ακουγωντας σχεδον σαν λαχανιασμένη. Δεν ήταν και κάθε μέρα που τυχαινει να συναντας εναν απο τους ομορφοτερους ηθοποιους στη Νεα Υορκη, καποιον που ήταν στο δρόμο του να γίνει σταρ κιολας!

“Ολες μας ήμαστε!!”, ειπε η δευτερη κοπέλα με φωνη ψιλή απο το συναίσθημα, και ματια που έλαμπαν.

“Ησαστε απίθανος!”, ειπε η τριτη και ανοιγοκλεισε τα βλεφαρα της με φλερτ, μια κίνηση που ελευθέρωσε ομαδικά νευρικά γελακια. Η Σουζάννα και η μητερα της ανασηκωσαν τα μάτια τους. Ήταν πολύ ενοχλημενες απο τους φανς του Τερρυ ειδικά τις γυναίκες. Φαινονταν ολες σαν να το’χαναν οταν τυχαινε να παρουν εστω και μια ματιά του.

Ο Τέρρυ χαμογέλασε ευγενικά και τις ευχαρίστησε με ειλικρίνεια και ζεστασια. Ακόμα του φαινονταν απίθανο που ειχε τετοιες αντιδράσεις απο τις γύναικες φανς του. Ντρεπονταν αλλά και κολακευονταν ταυτόχρονα.

“Μπορειτε μηπως να μας υπογραψετε καποιο αυτόγραγο κυριε Γκραχαμ;”, το πρώτο κορίτσι ειπε ντροπαλά ενώ εψαχνε μέσα στη τσαντα της για να βρει χαρτί και πένα. Οι αλλες δυο κοπέλες εκαναν το ιδιο.

“Μα βεβαίως”, ειπε ο Τερρυ καθώς πηρε τρια καθαρά χαρτάκια. “Πένα;”, της ρώτησε ακουμπωντας ταυτόχρονα το σακακι του στο στήθος. Εδωσε τα χερουλια της καρέκλας της Σουζάννας στη μητέρα της και έβαλε το χερι του στην εσωτερική τσεπη του σακακιου του, ψάχνωντας για μια πένα. Δεν είχε τιποτα. Τις κοιταξε και τις τρεις σαν να τους ελεγε συγγνώμη.

“Δυστυχώς δεν εχω ουτε εγω πένα”, τους ειπε.

Τα τρια κορίτσια φαινονταν πολύ απογοητευμενα και εριξαν το βλέμμα τους στη γυναίκα που στεκονταν δίπλα στον Τερρυ με ελπίδα. Η κυρια Μαρλοου αναστέναξε ενω φαινονταν ενοχλημένη απο ολα αυτα.

“Ωωωω τοσος ντορος. Μου φαινετε εχω μια πένα...”, ειπε ανυπομονα και αφησε το καροτσακι της Σουζάννας για να βρει τη πένα μέσα στη τσαντα της. Εδωσε τη πένα στον Τερρυ. Τα κορίτσια ισα που κρατιοντουσαν να μην αρχισουν να πηδανε απο τη χαρά τους.

“Σας ευχαριστουμε!!”, ειπαν ολες μαζι με ευγνωμοσύνη και ο Τερρυ χαμογέλασε αρχίζοντας να υπογραφει στα χαρτακια.

Καθως λοιπον υπέγραφε, κατω απο το παρατηρητικό βλέμμα της κυριας Μαρλοου, οι κραυγες της Σουζάννας γεμισαν αξαφνα τον αερα.

“Τεεεεερρρρυυυυυ!!! Μηηηηηητεεεραααα!!!!!”

Το καροτσακι της Σουζάννας ειχε αρχίσει να κατρακυλάει απο τη κορυφη της ανηφορας προς τα κάτω, αυξάνοντας ταχυτητα οσο πηγαινε. Τα ματια της γουρλωσαν με τρόμο καθως τα ματια του Τερρυ και της μητερας της εκαναν το ιδιο ενω διαπιστωσαν στη στιγμή τι συνεβαινε. Ο Τερρυ εδωσε βιαστικά τα χαρτακια πισω στα κοριτσια που τα’χαν χάσει μ’αυτο που γινονταν, τα πόδια τους ειχαν κολλήσει στο εδαφος. Εκείνος αρχισε να τρεχει με ολη του τη δύναμη προς το κινουμενο καροτσακι.

“Σουζάαααννααααα”, τις φώναξε αδειαζοντας τα πνευμόνια του, “Πατα τα φρεεεναααα!!”

Η Σουζάννα δεν φαίνονταν να ακουει, ειχε χαθει μεσα στη κριση του πανικου της.

“Τεεεεεερρυυυυυυυ”, ουρλιαξε ξανα.

Το φρου φρου φορεμα της πετουσε στον αερα, κοντα στις ροδες του καροτσιου. Ενα κομματι σε καποια στιγμη μπλεχτηκε μεσα στις ροδες, μαζευοντας ολο και περισσοτερο υφασμα ενω γυρνουσαν. Η Σουζάννα πλησιαζε με ταχύτητα τα πλατια παραθυρα του εστιατορειου που είχαν αφήσει λιγες στιγμές πρίν. Το φόρεμα της Σουζαννας ειχε πιαστει οσο πηγαινε στις ροδες. Ενα δυνατο σκισιμο απο υφασμα ακουστηκε και το καροτσακι σταματησε αποτομα μπροστα στο εστιατορειο, το μισό της φορεμα να κρεμετε απο μια πλευρά, αφηνωντας τη Σουζάννα να καθετε πάνω του με τα εσώρουχά της και να κρατιεται απο το καροτσακι λες και κρατιοταν απο γκρεμο με το φόβο μην εκτοξευτει πουθενα. Πολυς κόσμος είχε βγει απο το εστιατόρειο και ο Τέρρυ εφτασε ενα δευτερολεπτο μετα.

“ΣΟΥΖΑΝΝΑ!!! ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ;;”, της φωναξε ενω φαινονταν ανησυχος.

“Βρε σεις δεν ειναι αυτο το κορίτσι που πριν λιγο εφαγε τη τουρτα στο προσωπο;”, ειπε ενας τυπος απο το εστιατόρειο.

“Ναι...”, απαντησε ενας αλλος που στεκονταν διπλα, “Μαλλον δεν την παει η μέρα σημερα...ειναι και ο αναδρομος Ερμης...”, συνέχισε.

Η Σουζάννα ήταν σε σοκ και εντελώς αμίλητη. Ο Τερρυ γονατισε για να την κοιταξει στα μάτια. Η κυρια Μαρλοου τους πλησιασε λαχανιασμενη με σχεδον τη γλωσσα εξω απο το τρεξιμο .

“Σουζάννααααα”, της ειπε ξεπνοα μολις εφτασε διπλα της. “Εισαι ενταξει γλυκια μου;”, την ρωτησε με αγωνία.

Η Σουζάννα μόνο καταφερε να ψελλισει κατι για το φορεμα της. Ο Τερρυ συνειδητοποιησε οτι κάθονταν εκει εκτεθημένη με τα εσώρουχά της και αμέσως έβγαλε το σακκακι του και το έβαλε πάνω στα πόδια της. Ακουμπησε το χερι του στο κεφαλι της σαν να της καθησυχαζε.

“Ειναι ολα ενταξει κυρια Μαρλοου, η Σουζάννα είναι εντάξει...πιθανοτατα σοκαρισμένη όμως”, ειπε απαλα προσπαθώντας να φερει ηρεμια στη κατασταση. “Μου φαινετε πως είναι καλύτερα να αφησουμε και το Σταδιο Τρια και να καλέσουμε μια αμαξα...καλυτερα είναι να παρετε τη Σουζάννα μαζί σας σημερα το βραδυ, ισως να πάτε στο θέατρο, εχετε και τα εισιτήρεια ουτως ή αλλιως. Σιγουρα θα είναι καλυτερα το πρώι”

Του εδωσε ενα μπερδεμενο βλέμμα. Δεν ήταν μονο η Σουζάννα που ειχε αναστατωθει τα μαλα με τα γεγονοτα της ημέρας. Και η μητερα της ενιωθε το ιδιο ακριβως. Ήταν φοβερα περίεργο πόσες ατυχιες ειχαν συμβεί στη κόρη της μέσα σε μια μέρα την οποια υποτίθετε οτι θα περνουσε εξ ολοκλήρου με τον Τερρυ. Αρχισε να τον φοβάτε. Μην εκανε τιποτα κρυφα για να τα προκαλει ολα αυτα;; Οχι, ήταν αδύνατο, αυτα δεν ήταν προγραμματισμένα πράγματα με καμοια δύναμη...αλλα όλα ειχαν συμβει διαδοχικά με τον Τερρυ να ειναι διπλα τους. Εαν εβαζε ολα οσα ειχαν συμβει, ενα πολύ ενοχλητικο μοτιβο ειχε αρχίσει να φαινετε. Συμφωνησε αμέσως με τον Τερρυ και φώναξε μια αμαξα να πάρει εκείνη και τη κορης της πίσω στο σπιτι τους.

Ο Τερρυ κοιταξε τη Σουζάννα που κοιτουσε απο μερια της ακομα μπροστα, το βλεμμα της παγωμένο στο κενό. “Κακομοιρο κορίτσι...ακομα ειναι σαν στηλη αλατος”, σκεφτηκε.

“Σουζάννα συγγνώμη για το πως εξελιχτηκε αυτη η μερα...θα εισαι μια χαρα θα δεις...απλα ήταν μια απο αυτες τις μερες, δεν χρειαζετε να ανησυχεις, ενταξει;”, της ειπε τρυφερα. “Η μητερα σου θα σε παει πισω στο σπιτι σας για το βραδυ...και θα σε δω αυριο και εγω.

Η Σουζάννα ξαφνικά κοιταξε τον Τερρυ στα ματια, γυρνωντας στο λεπτο πισω στη πραγματικότητα και μια λαμψη φόβου περασε γρηγορα μεσα απο τη ματια της.

“Οχι αυριο...”, ψιθυρισε.

Ηταν η στιγμη του Τέρρυ να νιωσει σοκ με τα λογια της. Τι εννοουσε “οχι αυριο”;;;

“Δεν θέλεις να’ρθεις παλι στο διαμέρισμα μου αυριο;”, της ειπε διστακτικα.

“Τερρυ, θελω δυο μερες να ηρεμήσω”, του ειπε αργα, χαμηλοφωνα μετα απο δυο λεπτα σιγης.

“Οτι προτιμας Σουζάννα...”, απαντησε εκεινος με απορια στη φωνή του. Οτιδηποτε ήταν ετοιμος να πει μερα, τον διακοψε η κυρια Μαρλοου που ανακοινωσε οτι η αμαξα ήταν εκει. Τους βοήθησε να μπουν μεσα, και τους χαιρετησε ενω απομακρύνονταν ενω όλα ήταν μπερδεμενα μέσα του με το πως είχε εξελιχθει εκείνη η τρελλή μέρα. Με αργα βηματα πήρε το δρόμο της επιστροφης για το διαμέρισμα του...αυτή τη φορά μόνος...


********************

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Οταν οι κόκκορες λαλούν τη νύχτα...

Δημοσίευση από eleanna Την / Το Τρι Νοε 30, 2010 9:11 pm

Κεφαλαιο 7: Εξορκισμός και κουδουνες


Τρεις ολοκληρες μέρες είχαν περασει απο τότε που ειχαν συμβει αυτα τα ατυχα γεγονότα που ειχαν καταστρεψει τα γενεθλια της Σουζαννας. Ο Τερρυ ειχε κρατήσει τη ρουτίνα του οπως συνήθως μόνο που τώρα ήταν μόνος του στο διαμέρισμα για πρώτη φορα απο τότε που είχε χασει το πόδι της η Σουζάννα. Το να μην είναι κάπου τριγυρω του φαινονταν περίεργο. Μπορει να μην χρειάζονταν να την τσεκαρει καθε τρεις και λιγο αλλα και πάλι δεν μπορουσε να ηρεμήσει. Η όλη φαση με αυτό το κύμα ατυχιας που φαινονταν να ακολουθει τη Σουζάννα του φαινονταν μυστήριο. Προσπαθησε να την επισκεφτεί στο σπίτι της μητερα της τη μέρα μετα τα γενεθλια. Η κυρια Μαρλοου άνοιξε τη πόρτα μια σταλια, τοσο οσο να δει ο Τερρυ τα ματια της. Η συμπεριφορα της του δημιουργησε εκπληξη. Οχι μόνο δεν ανοιξε τη πόρτα ορθάνοιχτα για να τον καλέσει μέσα οπως θα την περίμενε να κάνει, αλλα ήταν κιολας αποτραβηγμένη και καποιος θα μπορουσε να πει οτι ήταν και σχεδον...ευγενικη;;

Ενταξει, μπορει και να ακουγονταν πιο ανησυχη και φοβισμενη που τον είδε παρα ευγενική...τωρα που το σκέφτονταν, γιατι δεν της πήρε πάνω απο ένα λεπτο για να τον στειλει απο κει που ήρθε. Σε γενικες γραμμες, η κορη της ήταν απασχολημένη για να τον δει και ακομα πολύ στεναχωρημένη μετα απο αυτα που συνεβηκαν και ετσι θα έμενε στο πατρικό της ακομα δυο-τρεις μερες μέχρι να ηρεμησει πριν γυρισει και πάλι στο σπιτι του αρραβωνιαστικού της...Τα εσωψυχα του Τερρυ τρεμουλιασαν στον ηχο της τελευταιας λέξης. Αυτη η γυναικα θα εβρησκε πάντα τροπο σε κάθε κατασταση να χώσει αυτη τη λέξη λές και την ειχε λαξεψει σε πέτρα. Η κόρη της μπορει να ήταν αναστατωμένη ή φοβισμένη ή οτι δηποτε αλλο κουλο μπορουσε να είναι μετα απο αυτα τα περίεργα που της συνέβηκαν...αλλα...ο Τερρυ θα συνέχιζε να κουβαλα χωρίς να θέλει τη ταμπελα του “μελλοντος συζυγου” σαν το σκοινι γυρω απο το λαιμό κάθε φορα που η μάνα της θα εβρησκε την ευκαιρια να του θυμήσει για το μελλοντικο του καθήκον.

Μετα την προσπαθεια του να την επισκεφτει, δεν ξαναπηγε. Περίμενε για το μοιραιο χτύπημα στο πορτα του καθως ήταν σίγουρος οτι αργα ή γρήγορα αυτό θα γίνονταν. Οι θεατρικές παραστασεις τον κρατουσαν απασχολημένο ενω τις νύχτες θα επεφτε στο διαβασμα με ενα ποτο στο πλαι του, μέχρι που η όραση του γίνονταν θαμπή απο τη νυστα. Καλωσόριζε κατι τετοιες νυχτες. Ειχε καταλαβει απο νωρίς ποσο μαρτυρικές ήταν οι σκεψεις του για την Κάντυ...ειδικά τις νυχτες που η σιωπή ήταν εκκωφαντική και αυτο εσπρωχνε το μυαλο του να ζωγραφίσει αναμνήσεις για να γεμισει το κενο που υπήρχε απο την έλλειψη ήχων. Ετσι είχε αποφασισει να κραταει το μυαλο του απασχολημένο οσο μπορουσε, χωνοντας πληροφοριες σε κάθε γωνια του, λεξεις, ιστοριες, νεα, οτιδηποτε υλικό που θα μπορουσε να είναι ικανο να του δημιουργησει σκεψεις.

Ήταν Δευτερα νωρίς βραδακι οταν επεστρεψαν. Επρεπε να το περιμένει οτι θα διάλεγαν να γυρισουν το ιδιο βραδυ που εκείνος είχε ελευθερο απο το θεατρο, σκεφτηκε μεσα του οταν τους ανοιξε τη πόρτα. Μητερα και κορη στο αναπηρικό καροτσακι γεμιζαν το κενο της ανοιχτης πόρτας.

Τις χαιρέτησε και τις κάλεσε μέσα. Η Σουζάννα φαινονταν να είναι πολυ καλύτερα απο τη τελευταια φορά που την είδε. Ήταν μια καλή κινηση τελικά που διάλεξε να μείνει με τη μητέρα της για μερικές μέρες μακριά απο το διαμέρισμα που είχε προσφέρει εκεινος για να μοιραζοντε. Καθως μπαίνανε μέσα παρατήρησε και ενα τριτο ατομο που τις ακολουθουσε.

Ηταν μια παραξενη γυναίκα. Καποιος θα’λεγε οτι η εξωτερικη της εμφανιση εμοιαζε με κορίνα του μποουλινγκ. Ητανε κοντουλα, με σχεδον ανυπαρκτο στήθος, μια σταλια μεση και πολύ πλατια λεκάνη. Η διαμετρος των γοφών της ήταν μαλιστα τετοια που θα μπορουσε να δημιουργει την δικια της βαρύτητα. Ο Τερρυ επιασε τον εαυτο του απο τη μια να ειναι εντυπωσιασμένος και απο την αλλη να θελει να ξεσπασει σε γελια.

Επρεπε να ειναι μια κλασσικη γεροντοκορη απο το παρουσιαστικό της, περνοντας υπόψην του την απλή αυστηρη ενδυμασία της που απαρτίζονταν απο ενα βαμβακερο μαυρο φόρεμα με κουμπια μεχρι το λαιμό, μαύρες χόντρες κάλτσες και μαυρα αντρικά παπουτσια. Το πρόσωπο της ήταν αβαφτο, σοβαρό και τα ξανθα σαν αχυρο μαλλια της κρατιοντουσαν αγωνιωδως στο κεφαλι της ετσι όπως τα ειχε τραβήξει πίσω τοσο πολύ και τα ειχε γυρισμενα σε ενα κοτσο που καθονταν χαμηλα εκει που αρχιζε ο λαιμος της.

Επίσης επρεπε να ήταν φοβερα μυωπική μιας και οι φακοι των γυαλιων της, με το μαυρο σκελετο που στεκονταν πανω σε μια μακρια λεπτη μυτη, ήταν τόσο χοντροι που τα στρογγυλά ανοιχτα μπλε ματια της εμοιαζαν με μπιλιες απο αυτες που παιζουν τα παιδια. Παρατηρησε τα λεπτα της χειλια να τεντωνοντε. Προσπαθούσε να χαμογελάσει;; Που στο διαλο την βρηκανε αυτη, ποια ήταν και γιατι ήταν εκει, ήταν τα τρια πρωτα πραγματα που ήρθαν στο μυαλο του, και τον εκαναν να αρχιζει να αισθανετε ανήσυχος απο τη παρουσια αυτης της γυναίκας στο διαμέρισμα του.

Δεν μπορουσε παρα να ανασηκωσει το φρύδι του σαν να ρωτουσε και εριξε το βλέμμα του γεματο απορια στο προσωπο της Σουζάννας. Ειδε που τα ματια της ειχαν μια ανήσυχη χροια. Φαινονταν επισης οτι δεν μπορουσε να ψελλισει ουτε λέξη γιατι γυρισε το προσωπο της προς δεξια και πανω, εκει που στεκονταν η μητερα της, και η κινηση της εδειχνε οτι εδινε το σημα για κεινη να πει κατι.

“Κυρια Μαρλοου;;”, ο Τερρυ την προλαβε, πριν ανοιξει το στομα της.

Τα ματια του εχοντας ακολουθησει την κινηση της Σουζάννας, τωρα στεκονταν στο προσωπο της που σε αντιθεση μ’αυτο της κόρης της φαινονταν αποφασισμενο οσο περισσοτερο απο πριν.

“Θα μπορουσατε να κανετε τις συστάσεις;”, μια δευτερη ερώτηση που σημαινε κιολας το περισσοτερο, βγηκε απο τα χειλια του.

“Βεβαιως Τερρυ...”, εκεινη απάντησε αλλα πριν προλαβει να πει κατι αλλο, η κοντη περιεργη γυναικα πλησιασε και τεντωσε το χερι της για μια χειραψια με κεινον.

“Κυγία Κογνηλία Πουγαμίς”, ειπε και η ψιλή ενρυνη χροια της φωνής της συμπληρωνε τελεια τη περιεργη εμφανιση της.

Στον ήχο του επίθετου της, ο Τερρυ δαγκωσε τα χειλια του προσπαθώντας να αποκτήσει καποιο αυτοέλεγχο, σπρωχνοντας με αγωνία τα κυμματα γελιου που χτυπουσαν τον λαιμό του. Τη στιγμη που εδωσε το χερι του για μια σφιχτη χειραψια, ενιωθε τα ματια του να βουρκώνουν.

“Η κυρια Πουγαμίς έχει Αυστριακές ρίζες Τερρυ”, η κυρια Μαρλοου χώθηκε στη σκηνή με φωνή επίσημη βλεποντας τον καθαρα να προσπαθεί να μην γελάσει.

Η γυναικα αφησε κατα μερος το σχολιο που εκανε η μητερα της Σουζάννας και αντι αυτου ειχε καρφωσει τα ματια της στον Τερρυ που ήταν ο συνηθησμένος κουκλος αντρας που ήτανε.

“Εσεις πγεπει να ήσαστε ο κυγιος Γκγαχαμ, ναι;”, τον ρωτησε.

“Ακριβώς εγώ είμαι, κυρια...Πουγαμίς...”, παραδεχτηκε σε κεινη, προσπαθώντας να σταθεροποιησει τη φωνή του για να κρυψει την διασκέδαση του. “Μπορώ να ρωτήσω γιατι ήσαστε στο διαμέρισμα μου και ποια είναι η σχεση σας μ’αυτη τη νεαρή γυναίκα και τη μητέρα της;”

Τα ματια της Σουζάννας φαινονταν ολο και πιο ανησυχα οταν τον ακουσε να ρωταει αυτες τις ερωτήσεις. Το να φερουν ενα “μεντιουμ” στο διαμέρισμα του Τερρυ δεν ήταν κατι που το ειχε σκεφτει μόνη της ακριβώς, αλλα ήξερε ενα κορίτσι στο θέατρο καποτε...θυμόνταν που της ειχε μιλήσει για πνεύματα που στοιχειωναν μέρη σαν θέατρα για παράδειγμα και ο μόνος τροπος για να καθαρίσεις ενα τετοιο μέρος ήταν να φερεις καποιον ο οποιος θα μπορουσε να διώξει τα πνευματα, καποιον που να είχε “διασυνδεσεις” με τον κοσμο των πνευμάτων.
Τα πνευματα μπορεί να ήταν και κακά, και να δημιουργουν ενα σωρό ατυχήματα παντου ειδους. Σ’αυτες τις μερες μακρια απο τον Τερρυ, τιποτα δεν της ειχε συμβει. Αυτο που ειχε ρωτήσει η Σουζάννα τη μητερα της ήταν αν πιστευε οτι το σπίτι του Τερρυ ήταν στοιχειωμένο. Ολα τα’χε κανονίσει η κυρια Μαρλοου μεσα στην προθυμία της να διορθώσει αυτη την παραξενη κατασταση που βρίσκονταν η κόρη της. Μα σίγουρα ναι! Το σπιτι του Τερρυ πρεπει να ήταν στοιχειωμένο!! Τι αλλο θα μπορουσε να προξενήσει ολη αυτη την ατυχια στη Σουζάννα;

Οπως ήταν τα πράγματα, η κυρια Μαρλοου ήξερε απο εναν φίλο ενός φίλου ενός αλλου φίλου...μια γυναίκα η οποια ελεγε οτι είχε κανει τετοιου είδους “καθαρισμους” γιατι ήταν ψυχοδιανοητιστρια, ενα “μεντιουμ” στην καθωμιλουμένη οπως ήταν για τετοια πραγματα. Για να μην τα πολυλογουμε, αυτό το “μεντιουμ” ήταν γνωστή στους παραψυχολογικους και τελειους παλαβους κυκλους της Νεας Υορκης, η μια και μοναδική κυρια Πουγαμίς. Το γεγονός οτι την ειχαν φωναξει για να καθαρίσει το σπίτι ενος απερχόμενου ειδωλου του Μπρόουντγεϋ, να εισαστε βεβαιοι οτι δεχτηκε αμεσως να προσφερει την “εμπειρία” της. Και αν μη τι αλλο, μεγαλύτερη δοξα για την Κορνηλία.

“Τερρυ που είναι οι τροποι σου;;”, η κυρια Μαρλοου διακοψε πρίν εκεινος παρει απαντήσεις απο τη γυναίκα.

Γυρισε το βλέμμα του πανω της και αυτη τη φορα ήταν εκνευρισμένο. Στο κατω κατω ήταν το σπιτι ΤΟΥ στο οποιο βρισκονταν ολοι μεσα.

“Δεν νομίζεις οτι θα ήταν καλυτερο να προσφερουμε κατι στη κυρια Κορνηλία να πιει, ενα ζεστο ίσως...κατι που ενας καλλιεργημένος οικοδεσποτης θα έκανε;”, συνέχισε να τον προκαλει τραβώντας το ενδιαφερον του μακρια απο τη αλλη που ακομα δεν ήξερε ο Τερρυ τι ρόλο επαιζε.

“Μητερα...”, ψυθιρησε η Σουζάννα, τραβωντας την απο το μανίκι του παλτου της.

“Τώρα, για ακουστε εδώ κυρια Μαρλοου...”, αρχισε να λεει ο Τερρυ και αισθανθηκε το σωμα του να τεντώνει και τα χερια του να σφιγγουν σε γροθιές κολλημενες στους γοφους του.

Η γυναικα μπηκε στη φαση για αλλη μια φορα, η στριγγια φωνή της εσπασε αυτη τη μικρή στιγμη της συγκρουσης πριν εξελιχθει σε απολυτο καυγα. Σιγουρα, αυτο το μερος είχε ενα κακο αερα...σκεφτηκε απο μεσα της. Γιατι άλλωστε ολοι να τσιταρουν, και να χαμογελανε με το ζορι την ωρα που πατησαν το ποδι τους εκει μεσα;;;

“Συγγνώμη...ο κυγιος Γκγαχαμ εχει καθε δικαιωμα να γωτάει αυτες τις εγωτήσεις...”, ειπε, πριν γυρισει να τον κοιτάξει.

“Με κάλεσε η κυγία Μάγλοου, κύγιε Γκγάχαμ...η μελλοντική σας πεθεγά...με ενημέγωσε οτι εδω μέσα συμβαίνουν πεγίεγγα vorfälle...πως το λενε Αγγλικά...γεγονότα που συμβαίνουν στην νεαγή Σουζάννα...τα πεγισσότεγα εδώ σ’αυτη την οικεια...”, ειπε και εκανε μια παυση, τσεκάροντας αν ο νεαρός αντρας καταλαβαινε τι του ελεγε μεχρι εκεινο το σημειο.

Οι περισσότεροι ανθρωποι θα ήταν μπερδεμένοι ή ισως και θα είχαν ανησυχο βλέμα στο πρόσωπο τους οταν εκεινη εξηγουσε...αλλα ο Τερρυ σε συγκριση δεν εμοιαζε καθολου μπερδεμενος. Τουναντιον, φαινονταν μαλιστα προθυμος για κεινη να τελειωσει να απαγγελει την μικρη της εισαγωγη. Δεν θα ήταν ευκολα να τον πεισει σκέφτηκε. “Βγίσκομαι εδώ για να καθαγίσω, να εξογκίσω το σπίτι σας κύγιε Γκγάχαμ...”, είπε μονομιας.

“ΤΙΙΙΙ;;;;!!!!!”,ξεσπασε ο Τερρυ εχωντας μείνει εκπληκτος απο αυτα που του πεταξε.

“Η κυγία Μάγλοου και η Σουζάννα μου τα’χουν πει ολα που εχουν συμβει με λε-πτο-μέ-γει-ες...κύγιε Γκγάχαμ...είναι πασιφανες οτι το σπίτι σας είναι στοιχειωμένο...”, συνεχισε με σταθερή φωνή.

“Ωωωωω Θέε μου! Σοβαρολογεις τώρα, ετσι δεν είναι;!”, μπορεσε να πει μονο και εχωσε τα δαχτυλα μεσα στα μαλλια του τραβωντας τα πισω μην πιστευωντας τι ακουσε.

Γυρισε και κοιταξε τη Σουζάννα. Ηταν πολύ απογοητευμενος με τη τροπή που ειχαν παρει τα πράγματα παρολο το κωμικό στην αρχή και δεν διστασε να το δειξει. Ήταν αυτη η οικογένεια πραγματικά τρελλη;; Η κυρια Μαρλοου και κόρη του έριχναν τη μια δυσάρεστη εκπληξη μετα την άλλη...

“Σουζάννα...;”, την ρώτησε, “Συμφωνείς μ’αυτες τις βλακείες...;”

Δεν ωφελουσε να προσπαθει να κανει τη Σουζάννα να απαντησει μια δυσκολη ερώτηση...η πρώτη της αμυνα ήταν τα δακρυα...ακριβως....οπως...τώρα, ο τρόπος που ετρεμε το κάτω της χείλος...και τα ματια που ελαμπαν.

“Τερρυ...φοβάμαι να μενω εδω...σε παρακαλώ καταλαβε με και ασε τη κυρια Πουγαμίς να κανει το καθαρισμό...δεν θα μας κάνει κακο...”

Η κυρια Πουγαμίς θα μπορουσε να πάει να γ***θει σκεφτηκε απο μεσα του. Οποια και αν ήταν η εσωτερική του διάθεση...και επιλογη, γυρισε και κοιταξε το φρικιο/αγνωστη. Αποφασισε να υποχωρήσει στους παραλογους φόβους της Σουζάννας...διαολε...αυτα ολα ήταν μα*ακιες και το ήξερε..ωστόσο προσπάθησε να συγκεντρωθει στο αστειο της υπόθεσης μην μπορώντας να κανει και αλλιως.

“Ενταξει...κυρια Πουγαμίς...προχωρήστε, καθαρίστε το σπιτι...”, παραδωσε τα οπλα και αναστεναξε. “Δεν σας πειράζει να βάλω ενα ουίσκι για μένα καθως κυνηγάτε τα φαντασματα φανταζομαι ε;”, ρωτησε χωρίς να μπορει να κρύψει το σαρκασμό στη ερωτηση του.

“Αν δεν με κογοϊδεύτε κύγιε, θα κάνω οτι καλύτεγο μπογώ!”, του απαντησε με ιση δοση σπόντας οτι δεν θα ανέχονταν να την κοροϊδευει για το “ταλεντο” της.

****************

Μ’αυτα τα λόγια της, ο Τερρυ δεν ειπε τίποτα μετα. Εριξε ενα βλέμμα όλο νόημα στη Σουζάννα καθως πηγαινε προς το καθηστικό, αφηνωντας τη να γνωρίζει οτι δεν θα ενθαρρυνε τετοιες χαζες πρακτικές περισσότερο απο όσο ειχε κάνει μόλις αλλά...προχωρουσαν επίσης σε τεντωμένο σκοινί ως αφορουσε αυτη τη τσαρλατανο “μεντιουμ”. Η υπομονή του εφτανε τα ορια της, αν επερνε υποψην του που τολμησαν να μην τον συμβουλευτουν πριν φερουν αυτη τη τρελλη μεσα στο σπίτι του. Η Σουζάννα καταλαβε πολυ καλα αυτο του το γρήγορο βλέμμα. Αλλα προτίμησε να το παιξει χαζή και γυρισε να κοιτάξει τη γυναικα που ανοιγε τη μεγαλη δερμάτινη της τσαντα. Της θύμιζε τσαντα γιατρου, αυτη που κουβαλουσαν μαζί τους οταν εκαναν επισκεψεις σε σπίτια.

“Λοιπόν...για να δουμε...”, μουρμουρησε η Κορνηλία στο εαυτό της καθώς κοιτουσε στο εσωτερικο της τσάντας της.

Τραβηξε εξω ενα παλιο και σκονισμενο πεταλο αλογου. Φυσηξε τη πολύ σκονη απο πάνω του και σηκωσε τα ματια της να κοιταξει τα προσωπα των ενδιαφερόμενων, κυρίως την κυρια Μαρλοου και την κόρη της που την κοιταζαν και οι δυο με μεγάλη περιεργεια.

“Το πέταλο ειναι για καλη τύχη κυριες μου...θελουμε να το κγεμασουμε πάνω απο την κυγίως πόγτα του σπιτιου για να διωχνει τα πνευματα...”

Ακουγονταν σαν ειδικη αρκετα και στις δυο για να πειστουν για την εμπειρία της. Φαινονταν καθαρα οτι ήταν και οργανωμενη οταν εβγαλε απο τη τσάντα της ενα σφυρι και ενα καρφί.

“Προϋποθέτουμε βέβαια οτι πρόκειτε για πολιτισμένα πνευματα για να μπουν απο την κυρίως πόρτα, κυρια...Πουγαμίς”

Οι τρεις γυναικες γυρισαν το βλέμμα τους στον Τερρυ που επεστρεφε με ενα ποτηρι ουισκυ στο χερι, σχολιαζοντας τις πρακτικες της. Πηρε μια γουλια και καρφωσε τα γαλαζοπρασινα ματια του στη Κορνηλία που ειχε τα χερια της γεμάτα.

“Ναι...κύγιε...Γκγαχαμ...Βλεπω πως δεν εισαστε απο αυτους που πιστευουν...Αλλα για να ξέγετε τα πνευματα πεγνούν και απο πόγτες...”

“Τι μου λετε;! Τρομερο...”, της απαντησε με ενα πειραχτικο ψευτοενδιαφερον στη φωνή του.

Η κυρια Μαρλοου εριξε ενα πολυ εκνευρισμενο βλεμμα στο Τερρυ, αλλα η Κορνηλία ειχε ακόμη κάτι καλυτερο για αυτον.

“Αφου το βγήσκετε τγομεγό τοτε, δεν θα σας πείγαζε να κγεμάστε αυτό το πέταλο πάνω απο την εξώπογτα σας...ετσι κι αλλιως είναι αντγική δουλειά αυτό”, του ειπε και απλωσε το χερι της προς τα εκείνον κρατωντας το σφυρί, το καρφί και το πέταλο το οποιο θα εδιωχνε τα ανεπηθυμητα όντα.

Δεν μπορουσε να κάνει τιποτα αλλο παρα να υπακουσει. Ηπιε μια γερη γουλια απο το ποτο του, το ακουμπησε στο πλαϊνό τραπεζακι και ξεκίνησε για να κανει τη δουλεια που του ειχαν αναθέσει ενω σκεφτονταν οτι συντομα θα επρεπε να ξαναγεμίσει το ποτηρι του αν το βραδυ κυλουσε με τον ιδιο τρόπο.

“Ελπιζω να μην μου κανετε το σπιτι σταβλο...κυρια...”, σταματησε στη μεση και σκεφτηκε οτι αυτή η γυναικα ήταν οντως παντρεμενη, το οποιο ήταν εκπληξη απο μονο του, “Αληθεια τι λεει ο κυριος Πουγαμίς για ολα αυτα;”, την ρωτησε καθως χτυπαγε το καρφι με το σφυρι πανω στη ξυλινη κασα της πορτας.

“Ο Αυγουστος ειναι πολύ πεγήφανος για το “ταλεντο” μου κύγιε Γκγαχαμ!”, του απαντησε χαρουμενη που μπορουσε να διαψευσει τις σκεψεις αυτου του νεαρου, “Ειναι το δεξί μου χέγι στη αποστολή μου και ειναι υπευθυνος για την έγευνα στις πγακτικές “καθαγισμού”, αν θέλετε να ξέγετε”

Ο Τερρυ βρήκε την ιδεα ενος αντρα διπλα σ’αυτη τη γυναικα αδυνατο να το φανταστει αλλα ποιος ήταν αυτος που θα μπορουσε να πει τι ήταν αδύνατο να γινει σε σχεσεις αφου ήταν να παντρευτει τη Σουζάννα μια μερα. Αν και στη περιπτωση της Κορνηλίας και του Αυγουστου Πουγαμίς...πιο πιθανο ήταν ο τεντζερης να κυλησε και να βρηκε το καπάκι αφου την βοηθούσε και με την αποστολή της.

Καθως κρεμουσε το πέταλο στη κορυφη της πορτας μια μυρωδια χτυπησε τα ρουθουνια του. Κατι σαν καμμένο λιβανιστηρι. Γυρισε και ανοιξε τα ματια του διαπλατα απο εκπληξη τη στιγμη που ειδε τη Κορνηλία.

“Τι τα χρειαζεσε αυτα Κορνηλία;”, πεταχτηκε με βιασυνη να ρωτήσει η κυρια Μαρλοου με ευγενικό τρόπο πριν προλάβει να πεταξει ο Τερρυ τιποτα αναγωγο.

Δεν διακυνδύνευε να εκνευρίσει τη γυναίκα. Θα μπορουσε να τους αφήσει συξυλους, και μετα δεν θα ειχαν καταφερει τιποτα εναντιον αυτων των σκοτεινών πνευμάτων που τυραννουσαν το καλο της παιδι.
Ο Τερρυ το καταλαβε αυτο. Η μητερα της Σουζάννας ειχε τη δικια της αποστολή απο τη μερα που πατησε το ποδι της στο διαμερισμα. Σταυρωσε τα χερια του στο στήθος περιμενοντας με διασκεδαστικο βλεμμα στο προσωπο του, την εξήγηση της κυριας Πουγαμίς γιατί στεκονταν με μια τεραστια κουδουνα περασμενη γυρω απο το λαιμο της με ενα σκοινι, ενω κρατουσε κατι σαν μεταλλικο δοχειο στο οποιο αρωματικά καρβουνακια ειχαν αρχισει να καινε. Το αρωμα ήταν βαρυ και σε χτυπαγε στο κεφαλι καθώς γεμιζε γρήγορα το χωλ εκει που και οι τεσσερις τους βρισκονταν. Ακουσε τη Σουζαννα που εβηχε απαλα και απο μεσα του χαμογελασε με ευχαριστηση. Ισως ενα μεντιουμ δεν ειναι τοσο καλη ιδεα Σουζάννα, σκεφτηκε καθως την ειδε να την πειραζει ο καπνος.

Η Κορνηλία γονατισε και κοιταξε στο εσωτερικό της τσαντας της μια τελευταια φορα πριν παρει ενα πουγγι απο μεσα που ήταν γεμάτο με κατι. Σηκώθηκε και εβαλε το πουγγι μεσα στην φαρδυα δεξία τσεπη του φορεματος της. Σηκωσε τα ματια της και κοιταξε τον Τερρυ που στεκονταν και περιμενε αυτο που περιμεναν και οι τρεις τους.

“Αλατι...κύγιε Γκγαχαμ...αλατι ειναι μεσα στο πουγγι...”, απαντησε με σνομπ υφος για την απολυτη τους ανιδεοτητα πανω στους τροπους που μπορεις να διωχνεις πνευματα απο ενα σπιτι.

“Τγίαααα δυνατα αποτγεπτικά...θόγυβος...”, ειπε με δυνατη φωνή σαν να απαγγέλει και χτυπησε τη κουδουνα μια φορα, παρατηρωντας ολους τους να στραβωνουν τη μουρη απο το δυνατο ήχο της, “Καπνος απο αγωματικά καγβουνάκια....”, συνεχισε και περασε το χερι της πανω απο τα καρβουνακια μερικες φορες δημιουργοντας ρευμα αερος, κανωντας ετσι τα καρβουνακια να καινε πιο λαμπερα και να παραγουν παραπάνω καπνό “Και αλάτι! Τα πνεύματα μισουν το αλατι! Θα πγέπει να γίξω αλάτι στις γωνίες σε κάθε δωματιο!”, τελειωσε τη συντομη διάλεξη της με μια επειγον χροια στη φωνή της σαν να κρεμονταν οι ζωές τους απο κεινη και το αλατι που θα σκορπάγε σ’ολο το σπιτι.

Εκεινος γύρισε τα ματια του προς τα πανω και χαζεψε το ταβανι χωρις να πιστευει τι ακουει απο αυτη τη γυναικα. Η Κορνηλία κοιταξε τις δυο γυναικες.

“Τώγα...που είναι το δωμάτιο που εχει τη πεγισσότεγη δγάση;”, τις ρώτησε, “Θα αγχίσουμε απο κει!”

Η κυρία Μαρλοου προχωρησε βιαστικά στο δωμάτιο της Σουζάννας για να της δειξει.

“Αυτό είναι Κορνηλία”, της ειπε με ελπίδα και αγωνία στη φωνή της. Περίμενε πραγματικα οτι τα πράγματα θα γυρναγαν πίσω στο κανονικό και ευχαρίστησε τα καλα της αστρα που βρήκανε τη Κορνηλία για να τους δώσει μια λύση για την οποια θα πανηγύριζαν.

Ολο το γκρουπ πηγε στο δωμάτιο της Σουζάννας. Στη πορτα το μεντιουμ γύρισε και τους κοιταξε με αυστηρο ύφος.

“Ευχαγιστώ...Θα πάω μόνη απο δώ...αν μπογείτε να κάνετε ησυχία όσο καθαγίζω...παγακαλώ”

Κανεις τους δεν είπε τίποτα και η γυναίκα προχώρησε ήσυχα μέσα στο δωμάτιο. Γύρισε για μια στιγμή και τους κοιταξε που στεκονταν στη πόρτα.

“Αχα! Νιώθω το κγύο σ’αυτο το δωμάτιο...σίγουγα έχει δυνατή ενέγγεια εδω μέσα!”, ανακοινωσε τη πρόγνωση της σαν το γιατρο που εξετάζει ασθενή.

Ο Τέρρυ δεν μπορουσε να τ’ακουει. Ενα μάτσο μα@ακίες!!!

“Ειχα ανοιξει τα παραθυρα να πάρει αερα το δωμάτιο νωρίτερα το απόγευμα κυρια Πουγαμίς...”

Μισοκλεισε τα ματια της καθώς τον κοιταξε και εσπρωξε τα γυαλιά της πισω στη θέση τους εχωντας γλυστρισει πάνω στη μύτη της. Ήταν φανερό οτι την ενοχλουσε ο Τέρρυ.

“Σας είπα να κάνετε ησυχία κύγιε! Δεν εχετε τη γνωση που έχω, αλλιως δεν θα με λέγανε “μεντιουμ” κύγιε Γκγάχαμ!”, ειπε χτυπωντας το ποδι της κάτω. “Το κγύο που νιώθω είναι απο παγαφυσική ενέγγεια...οχι αεγίζοντας το δωμάτιο”

Ο Τέρρυ θα μπορουσε να πει το αντίθετο. Το μονο παραφυσικο ή καλύτερα αφύσικο πραγμα εδω μέσα ήταν αυτή η γυναικα με τη κουδουνα να κρεμετε απο το λαιμο της που πίστευε οτι ειχε κηρυξει το πολεμο απεναντι σε κάτι που δεν υπήρχε.

“Οτι πείτε...”, της απαντησε κοφτα, πριν ακουσε τη Σουζάννα να του κανει σσς με το δαχτυλο στα χείλη. Τον παρακαλεσε με τα ματια της να μην πει τιποτα παραπανω. Εσφιξε τα χειλια του και εχωσε τα χερια του βαθιά μεσα στις τσεπες του απο τον εκνευρισμό.

Η Κορνηλία γυρισε τη πλατη της σε κεινους. Μετα απο μια στιγμη ησυχίας, αρχισε αυτη να εισπνεει και να εκπνεει με δυναμη τον αερα. Τα χερια του Τερρυ εγιναν γροθιές μέσα στις τσεπες του. Το τσιρκο είχε αρχίσει...σε μια προσπαθεια του για να μην γελάσει δυνατα αφησε ήσυχα το δωματιο για να βάλει αλλο ενα ποτο.

Απο το καθιστικό ακουσε το βαρυ μεταλλικο ήχο της κουδουνας. Οταν επεστρεψε, την είδε να κραταει τη κουδουνα ψηλα με το ενα χερι, το λιβανιστήρι απο την αλλη, περπαντώντας μεσα στο δωμάτιο, ενω ψιθύριζε λεξεις σε μια αγνωστη γλώσσα...πιθανοτατα Αυστριακα...ίσως καποια προσευχή...οτι και να’ναι...το όλο θέαμα ήταν απίστευτο. Κοιταξε τις δυο γυναικες που στεκονταν διπλα του που ειχαν κολλησει να κοιταν τις πρακτικες της Κορνηλίας με διαπλατα ματια και πολυ σοβαρότητα. Δεν ήξερε ποιος ήταν ο ποιο αστειος εκει μέρα. Η τρελλοκαμπέρο που μιλαγε αλαμπουρνέζικα περπαντώντας πάνω κατω στο δωμάτιο, χτυπωντας μια κουδουνα, καπνίζωντας ολο το μέρος, ή η Σουζάννα και η μάνα της που στεκονταν εκει και εμοιαζαν λες και ήταν μαρτυρες στην ανασταση του Λαζάρου!

“Εεεεεξωωωω....σας διατάσωωωω!!!”, εβγαλε μια κορώνα με τη ψιλή της φωνή και κάθε φορα που έφτανε σε γωνία, εβαζε το χερι της στη τσεπη και επιανε μια χουφτα αλατι να ρίξει.

Ο Τερρυ εφερε το χερι του μπροστα στα ματια του. Τι στο διαλο?!! Είχε δει αρκετα. Αφησε ενα δυνατο ξεφύσηγμα παρολο που τους είχε πει να κανουν ησυχία και εφυγε προς το δωμάτιο του. Θα εμενε εκει μέσα οσο ήταν αυτή εκει. Κι ας εριχνε και ολη τη Μαυρη Θαλασσα απο αλατι και ας επαιζε τη Πεμπτη του Μπετόβεν με τη κουδουνα. Ίσως να’ρχονταν και οι γείτονες να κάνουν κεφι. Τη στιγμη που έφευγε την ακουσε να του μιλάει.

“Κύγιε Γκγάχαμ δεν εχουμε τελειώσει ξέγετε...”

“Ωωωωω για μενα τελειώσε κυρια Πουγαμίς!”, γυρισε και της ειπε με μια φωνη που δεν αφηνε περιθώρια.

Η Κορνηλία ομως δεν επαιρνε απο τέτοια.

“Πιστευω πως πάτε στο δωμάτιο σας...θα πγέπει να το καθαγίσω και αυτο”, του ειπε.

“Ελπίζω να αστειευεστε γιατι το δωμάτιο μου είναι εκτός ορίων...εδω οι δυο κυριες θα σας το επαληθευσουν!”, απαντησε στη τρελλη της δηλωση με σταθερή φωνή.

Η κυρια Μαρλοου ήταν εκτος εαυτου και η Σουζαννα ευχονταν να βρει μια γωνία να κρυφτεί απο αυτό το καβγα που ήταν ετοιμος να ξεσπάσει μεταξυ του Τερρυ και του μεντιουμ.

“Μπορω να εχω οσα κακα πνευματα θέλω να’χω μεσα στο δωματιο ΜΟΥ Κορνηλία...”, της ειπε αφου η Σουζάννα και η μητερα της δεν ειχαν πει τιποτα πανω στο θεμα που είχε ο Τερρυ να εχει το δωματιο του κλεισμένο απο ολους τους αλλους.

“Αλλα μην ανησυχητε...Θα κρεμασω ενα μεγαλο, ΠΕΛΩΩΩΡΙΟ πεταλο πάνω απο τη πορτα και θα τα κρατήσω εκει μέσα κλειδωμένα για οσο μου κάνει ευχαρίστηση...”, προσθεσε με ενα σκανταλιαρικο χαμογελο στο προσωπο του.

Μην περιμένωντας για απαντηση απο καμοια απο τις τρεις γυναίκες, αδιαφορωντας για τη Κορνηλια που τον φώναζε να γυρίσε πίσω, μπήκε στο δωματιο του και χτυπησε με δυναμη τη πόρτα πίσω του. Θα μπορουσε τουλαχιστον να περασει λιγη ώρα χωρις να χρειαζετε να παρακολουθει τα τσαρλατανιστικα αυτης της γυναικας και τις αλλες δυο να τα καταπινουν μαζι με γερες δόσεις ευγνωμοσύνης και εντυπωσιασμου ως μαρτυρες στην λεγόμενη αποστολη εναντίον των πνευμάτων.

eleanna
Albert
Albert

Αριθμός μηνυμάτων : 131
Points : 2359
Ημερομηνία εγγραφής : 09/11/2010
Ηλικία : 46
Τόπος : Εδιμβούργο

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης