Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Music videos for Candy and Terry
Σήμερα στις 2:39 pm από stardustia

» Σκίτσα Anime VS Manga
Χθες στις 10:04 pm από HAMLET

» a song for him!!
Τετ Δεκ 07, 2016 12:39 pm από stardustia

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Δεκ 06, 2016 11:33 pm από Dalia

» Γιορτινό Theme
Δευ Δεκ 05, 2016 7:55 pm από ΜΙΜΙ

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

Η ζωή ένας κύκλος

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Κυρ Φεβ 05, 2012 12:09 pm


Το φικ "Η ζωή ένας κύκλος" ήταν μια έμπνευση μετά την κυκλοφορία της νέας νουβέλας της Μιζούκι. Πέρασε από πολλά στάδια από πέρσι τον Μάρτιο (ή Μάιο scratch ) που ξεκίνησα να το γράφω μέχρι σήμερα. Έχει πολλά στοιχεία από τα νέα στοιχεία που μας έδωσε η Μιζούκι και ασφαλώς και άλλα πλάσματα της δικής μου φαντασίας.

Ήθελα πολύ να αποδώσω όμορφα την αρχική ιδέα που είχα στο μυαλό μου, αλλά το τελικό αποτέλεσμα με απογοήτευσε. Σήμερα που σχεδόν ολοκληρώθηκε (λείπουν μόνο κάποια ενδιάμεσα κεφάλαια του τρίτου μέρους) αποφάσισα να αρχίσω να το σηκώνω σιγά-σιγά.

Το φικ αποτελείται από Πρόλογο, Πρώτο, Δεύτερο και Τρίτο Μέρος και Επίλογο. Είναι γραμμένο σε σκηνές οι οποίες είναι ανάκατες μέσα στο χρόνο. Συνήθως καμία σκηνή δεν ακολουθείται από την επόμενή της και πολλές σκηνές προηγούνται των επόμενων.

Βασισμένη στο γεγονός ότι ξέρετε την αρχική ιστορία απ'έξω και ανακατωτά ελπίζω να μην σας κουράσει η χρονική μετάθεση των γεγονότων και μέχρι να συνηθίσετε το στυλ θα μεταβείτε και στα καινούργια κομμάτια.

Καλό διάβασμα







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Κυρ Φεβ 05, 2012 12:11 pm


Η ζωή ένας κύκλος


Πρόλογος



Η μυρωδιά του οινοπνεύματος είχε εισβάλει στα ρουθούνια του. Ποτέ δεν συμπάθησε αυτή τη μυρωδιά. Την είχε συνδυάσει με τη βαριά ατμόσφαιρα του νοσοκομείου. Τελευταία τον βάραινε όλο και περισσότερο.

Μετά το ατύχημα της Σουζάνα, κάθε φορά που έμπαινε στο νοσοκομείο και την ένιωθε να εισχωρεί στα πνευμόνια του, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στήθος του. Την κατηγορούσε σαν να ήταν αυτή υπεύθυνη για όλο το βάρος που βρέθηκε στους ώμους του ξαφνικά. Ένα βάρος που δεν ζήτησε ποτέ και που ένιωθε να τον απειλεί κάθε στιγμή και περισσότερο. Ακόμα και σήμερα. Ειδικά σήμερα.

Στεκόταν ακίνητος στο πλατύσκαλο και κοιτούσε επίμονα την πόρτα. Τα μάτια του άδεια είχαν επικεντρωθεί στο πόμολο που δεν ήθελε να το δει να γυρίζει. Γιατί όταν αυτό θα γύριζε, αυτή θα έφευγε για πάντα από τη ζωή του. Για πάντα! Πόσο είναι αυτό το για πάντα; Πόσο διαρκεί το για πάντα όταν ήδη τα λεπτά που πέρναγε η Κάντυ στο δωμάτιο της Σουζάνα φαινόντουσαν αιώνες; Πόσο διαρκεί μια ζωή χωρίς το χαμόγελό της; Χωρίς τα καθαρά πράσινα μάτια της. Όχι. Αυτό ήταν αδύνατο! Αυτό δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Δεν ήθελε να το σκέφτεται καν. Μπορεί όλα να είναι απλά οι δικές του ανασφάλειες και όταν ανοίξει αυτή η πόρτα όλα να διορθωθούν. Με το μαγικό της ραβδάκι η νεράιδα του να τα αλλάξει όλα.

Τις σκέψεις του διέκοψε ο ήχος που δεν ήθελε να ακούσει και την επόμενη στιγμή αντίκρισε την Κάντυ να κλείνει πίσω της την πόρτα και να ρίχνει όλο το βάρος της σε αυτήν, παρακαλώντας την να τη στηρίξει, αφού η ίδια δεν είχε πια τη δύναμη να σταθεί όρθια. Τα μεγάλα της μάτια αντίκρισαν τα δικά του.

«Αντίο!» του είπε βιαστικά και έτρεξε προς τις σκάλες προσπερνώντας τον.

«Θα σε συνοδεύσω»

«Δεν χρειάζεται!»

«Θα σε συνοδεύσω είπα»

«Άφησέ με να φύγω Τέρρυ! Δεν καταλαβαίνεις ότι έτσι το κάνεις πιο δύσκολο;»

Η κραυγή της τρύπησε τα αυτιά του και την ψυχή του. Ήταν αλήθεια τελικά. Όλοι του οι φόβοι έπαιρναν σάρκα και οστά. Η ιδέα που τόσο καιρό τον τρόμαζε είχε ντυθεί με τη μορφή της και κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες αυτού του νοσοκομείου. Τι υπήρχε στο τέλος αυτής της σκάλας; Τι τον περίμενε όταν εκείνη θα είχε φτάσει πια εκεί και θα έφευγε για πάντα από τη ζωή του; Τι όμορφο υπήρχε σε αυτή τη ζωή χωρίς αυτήν;

Έπρεπε να τη σταματήσει! Δεν έπρεπε να την αφήσει να φύγει. Ήταν αργά όμως γι'αυτό. Πολύ αργά. Με γρήγορα βήματα έτρεξε ξωπίσω της και τη σταμάτησε. Την κράτησε στην αγκαλιά του όσο πιο σφιχτά μπορούσε. Εκείνη κοκάλωσε όταν ένιωσε τα χέρια του να τυλίγουν τη μέση της. Ένιωσε την καυτή ανάσα του στο λαιμό της και η καρδιά της διαλύθηκε αμέσως σε μικρά κομμάτια. Όλα τελείωναν σε αυτές τις σκάλες. Όλα τελείωναν εδώ. Τα όνειρά της, οι ελπίδες της... Ό,τι λαχτάρισε στη ζωή της περισσότερο έφτανε στην γραμμή του τέλους του.

«Να είσαι ευτυχισμένη Κάντυ. Αλλιώς δεν θα σε συγχωρέσω»
«Κι εσύ Τέρρυ» ακούστηκε η φωνή της σαν ψίθυρος.

Στα χέρια του ένιωθε ακόμα τη ζέστη του κορμιού της. Κοίταξε την παλάμη του, που μέχρι πριν λίγο ακούμπαγε το σώμα της.

«Ευτυχισμένος;» αναρωτήθηκε και άφησε το μυαλό του να πλανηθεί. «Να είμαι ευτυχισμένος εγώ; Πως μπορώ να είμαι ευτυχισμένος χωρίς εσένα Κάντυ; Πως μπορεί να είναι ευτυχισμένη η υπόλοιπη ζωή μου όταν η μόνη μου ευτυχία είσαι εσύ... Μόνο εσύ! Πως μπορώ να συνεχίσω όταν γνώρισα πως είναι η ζωή με το χαμόγελό σου στο πλάι μου. Όταν έζησα ευτυχισμένες στιγμές μαζί σου. Όταν με ξεκούρασες με τα λόγια σου και την αισιοδοξία σου.

Δεν υπάρχει ευτυχία μακριά σου Κάντυ. Δεν υπάρχει ζωή! Η δική μου ζωή τελειώνει εδώ!» ήταν η τελευταία σκέψη του προτού τραβήξει τη βαριά κουρτίνα του παραθύρου και ρίξει τα μάτια του στο πάτωμα.





Το είχε πάρει σχεδόν απόφαση. Όσο κι αν κοιτούσε τη ντουλάπα του δεν θα άλλαζε τίποτα. Θα έπρεπε αναπόφευκτα να την ανοίξει και να πάρει το πανωφόρι του για να φύγει. Η ώρα περνούσε και είχε ήδη αργήσει. Αν κι όλα του φώναζαν ότι θα πρέπει αναπόφευκτα να την αποχωριστεί, δεν έπρεπε να την αφήσει να περιμένει μόνη της στο σταθμό.

Με βήμα βαρύ, έφτασε και άπλωσε το χέρι του να πάρει το σακάκι του. Τύλιξε ένα κασκόλ στο λαιμό του και φόρεσε την τραγιάσκα του. Δεν έπρεπε να επιτρέψει κανέναν να αντιληφθεί την ταυτότητά του. Έκλεισε πίσω του την πόρτα του διαμερίσματός του και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του.

Αυτή ερχόταν κι αυτός δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ακόμα έμοιαζε σαν χτες η στιγμή που με όσα χρήματα είχε καταφέρει να συγκεντρώσει έκλεισε ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή στο όνομά της. Ένα εισιτήριο που θα την έφερνε επιτέλους κοντά του. Και πάλι σαν χτες ήταν η στιγμή που ο προβολέας τραυμάτισε τη Σουζάνα. Σαν χτες ήταν η στιγμή που αγωνιούσε έξω από το νοσοκομείο για τη ζωή της. Και σαν σήμερα η φωνή της μητέρας της αντηχούσε διαρκώς μέσα στα αυτιά του και τον καλούσε να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στην κόρη της.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο και έσβησε τη μηχανή. Κοίταξε την μεγάλη πόρτα του σταθμού που υψωνόταν δίπλα του. Ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι και έμεινε για λίγο σκεφτικός. Τι έπρεπε να κάνει; Τι μπορούσε να κάνει;








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Κυρ Φεβ 05, 2012 12:20 pm



Μέρος Πρώτο


Ο Τέρρυ άνοιξε τα μάτια και ανασηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι παίρνοντας μια βαθιά ανάσα σαν να ήταν αυτή η τελευταία του που έπαιρνε σε αυτή τη ζωή. Το πρόσωπό του έκαιγε λουσμένο στον ιδρώτα. Το κεφάλι του πόναγε. Η αναπνοή του έβγαινε γρήγορη. Λαχανιασμένη. Έξω από το παράθυρο η κολώνα που φώτιζε τον δρόμο μόλις που άφηνε το φως της να εισβάλει στο μικρό δωμάτιο και να φωτίζει αμυδρά τον χώρο. Έκατσε λίγη ώρα ανασηκωμένος στηρίζοντας το κεφάλι του στην παλάμη του, προσπαθώντας να συνέλθει και να επανέλθει σε φυσιολογικούς ρυθμούς.

Σηκώθηκε και διέσχισε το δωμάτιο. Βρέθηκε να γεμίζει ένα ποτήρι με ουίσκι και να πίνει βιαστικά τις πρώτες γουλιές, νιώθοντας το καυτό υγρό να καίει το λαιμό του. Πάλι αυτό το όνειρο. Δεν μπορεί! Πόσα βράδια ακόμα θα τον βασανίζουν ακόμα τα κλαμένα της μάτια; Μάτια πιο καθαρά από καθρέφτη, πιο ειλικρινή από την αλήθεια, πιο πονεμένα από τον ίδιο τον πόνο! Ένιωσε το στήθος του να φουσκώνει από οργή. Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ποτήρι και το ξαναγέμισε.

Από την ημέρα που επέστρεψε είχε δει δεκάδες φορές αυτό το όνειρο. Είχε ξυπνήσει δεκάδες φορές λουσμένος στον ιδρώτα. Είχε αναρωτηθεί χιλιάδες φορές αν ήταν αλήθεια. Αν τελικά δεν ήταν όλα της φαντασίας του αλλά αν εκείνη ήταν πραγματικά εκεί. Απέναντί του, να τον κοιτά δακρυσμένη με πόνο, με παράπονο, με θλίψη. Να τον κοιτάζει χαμένο στην μαύρη τρύπα που είχε γίνει η ζωή του. Δεν μπορεί! Δεν μπορεί να ήταν εκείνη. Κι όμως αν τελικά ήταν αυτή, αν τελικά δεν ήταν μόνο η φαντασία του, αλλά η ίδια, που με έναν απροσδιόριστο τρόπο βρέθηκε σε εκείνη την ξεχασμένη από τον Θεό πόλη, ήταν αυτός που της έφερε και πάλι δάκρυα στα μάτια. Πάλι αυτός την έκανε να πονάει. Πάλι αυτός την απογοήτευσε. Πάλι αυτός την άφησε να φύγει χωρίς να προλάβει να πει μια λέξη. Πάλι αυτός την έκανε δυστυχισμένη.

«Να πάρει», ακούστηκε οργισμένη η φωνή του και με μια κίνηση πέταξε με δύναμη στον τοίχο το ποτήρι που κρατούσε στα χέρια του. Αμέτρητα μικρά κρυσταλλάκια και σταγόνες αλκοόλ διασκορπίστηκαν στο δωμάτιο καθώς ο ίδιος έμεινε να κοιτάζει τον ίσκιο του που διαγραφόταν αχνά στο πάτωμα όπου λαμπίριζαν τα μικρά γυάλινα κομμάτια.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Δευ Φεβ 06, 2012 11:14 am


«Τέρρυ, Τέρρυ έλα γρήγορα! Τέρρυ!»

Η τρομαγμένη φωνή της κυρίας Μάρλοου έκανε τον Τέρρυ να πετάξει δίπλα του το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του και να ξεχυθεί ανήσυχος στον διάδρομο. Μπαίνοντας στο σαλόνι και πριν προλάβει να ρωτήσει τι συμβαίνει αντίκρισε τη Σουζάνα μισολιπόθυμη στο καρότσι της και την κυρία Μάρλοου από πάνω της να προσπαθεί να την επαναφέρει. Το κεφάλι της χλωμό, είχε πέσει στο πλάι και τα χέρια της κρέμονταν άψυχα στα πλευρά της.

«Σουζάνα», φώναξε τρομαγμένος αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Έπιασε δυνατά στα χέρια του το σαγόνι της και γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του. Μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρά της, με δυσκολία διακρίνονταν οι κόρες των ματιών της. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, ο Τέρρυ σήκωσε το σώμα της στα χέρια του και κατευθύνθηκε βιαστικά προς την εξώπορτα. Από πίσω ακολούθησε η κυρία Μάρλοου ρίχνοντας ένα σάλι στην πλάτη της και κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα του διαμερίσματος.




Καθισμένος στην αναπαυτική καρέκλα του, ο Άλμπερτ διάβαζε την εφημερίδα του. Είχε αρκετή ώρα μέχρι να πιάσει δουλειά και έτσι απολάμβανε την ησυχία του μικρού δωματίου.

Ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε το διάβασμά του. Δίπλωσε βιαστικά την εφημερίδα δίπλα του και σηκώθηκε για να την ανοίξει! Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι άκουγε τη φωνή της Κάντυ να τον καλεί.

«Γύρισα Άλμπερτ!» άκουσε την τρεμάμενη φωνή της και αμέσως απλώθηκε να την πιάσει μισολιπόθυμη.

Ο Άρτσι που την είχε συνοδεύσει μέχρι εκεί, ακολούθησε τον Άλμπερτ που τη μετέφερε στο δωμάτιό τους. Και οι δύο άντρες ήταν ανήσυχοι. Πρώτη φορά έβλεπαν την Κάντυ τόσο αδύναμη, να καίει από τον πυρετό.

Μόλις ο Άρτσι έφυγε από το σπίτι η Κάντυ πλησίασε κλαμένη τον Άλμπερτ που ετοίμαζε δροσερές κομπρέσες για να την ανακουφίσει από τον πυρετό. Ο Άλμπερτ την κοίταξε σαστισμένος.

«Τι έχεις μικρή μου; Δεν είναι μόνο ο πυρετός! Συνέβη κάτι με τον Τέρρυ;», ρώτησε με ενδιαφέρον.

Η Κάντυ σαν χείμαρρος ξέσπασε σε λυγμούς και άρχισε να του περιγράφει την ιστορία που έζησε κλαίγοντας απαρηγόρητη στην αγκαλιά του. Όσα τόσες ώρες μέσα της πάλευαν, βρήκαν το δρόμο τους και ξεχύθηκαν σαν λέξεις που κάλυψαν κάθε άλλο ήχο. Μόνο η δική της φωνή ακουγόταν στο δωμάτιο. Μόνο οι δικές της λέξεις αντηχούσαν. Μόνο ο δικός της πόνος και η απελπισία σκέπαζαν το χώρο.

Ο Άλμπερτ άκουγε προσεχτικά για τον ακρωτηριασμό της Σουζάνα και τη θυσία που έκανε η ίδια για να σώσει τη ζωή του Τέρρυ όταν έπεσε κατά πάνω του ο προβολέας του θεάτρου, για την απόπειρα αυτοκτονίας, για τη στάση του Τέρρυ. Δεν τη διέκοψε με περιττές ερωτήσεις. Ήταν τόσο ξεκάθαρο τι συνέβη σε αυτά τα δυο παιδιά.

«Κάντυ, ο Τέρρυ σε αγαπάει, αλλά δεν μπορούσε να επιλέξει αλλιώς. Το καταλαβαίνεις αυτό Κάντυ, έτσι δεν είναι;»

«Ναι Άλμπερτ. Το καταλαβαίνω, αλλά μου είναι τόσο δύσκολο να το δεχτώ. Δεν πρόκειται να τον ξαναδώ ποτέ! Ποτέ!».

Νέο κύμα αναφιλητών ήρθε να καλύψει όλους τους ήχους του δωματίου. Ο Άλμπερτ τη βοήθησε στοργικά να ξαπλώσει και την καθησύχασε. Την άφησε να κοιμηθεί και να ηρεμήσει. Βγήκε από το δωμάτιο με το μυαλό του μουδιασμένο. Πόσο άσχημα ένιωθε που αυτό το μικρό κοριτσάκι, το όλο χαμόγελο και ζωή, ζούσε τώρα ένα τέτοιο δράμα!




Η Σουζάνα στριφογύριζε ανήσυχη στο κρεβάτι της. Είχε ξαπλώσει εδώ και ώρα, αλλά δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί. Οι σκέψεις της ήταν και πάλι χαμένες στον Τέρρυ. Αν και είχαν περάσει λίγες εβδομάδες από το ατύχημα και από τη συγκατοίκησή τους, ο Τέρρυ έδειχνε πάντα απόμακρος. Ανησυχούσε για αυτόν. Τελευταία έβγαινε τα βράδια χωρίς η ίδια να έχει ιδέα που βρισκόταν. Δεν επέστρεφε σχεδόν ποτέ σπίτι προτού ξημερώσει για τα καλά. Και όποτε τελικά γύριζε ήταν μεθυσμένος. ‘Δεν θα κρατήσει έτσι την καριέρα του’ την είχε προειδοποιήσει ο Ρόμπερτ και πράγματι οι χειρότεροι φόβοι τους είχαν πραγματοποιηθεί. Οι παραστάσεις είχαν ακυρωθεί και οι δημοσιογράφοι είχαν φροντίσει να στολίσουν την αποτυχία του με διάφορα κοσμητικά επίθετα.

Αναρωτιόταν τι τον είχε κάνει να συμπεριφέρεται έτσι! Ο Τέρρυ ήταν πάντα φιλόδοξος και είχε όνειρα για τη ζωή του και την καριέρα του. Τώρα όλα αυτά του έμοιαζαν αδιάφορα, αλλά γιατί; Τι ήταν αυτό που τον ωθούσε εκεί;

Στιγμές-στιγμές αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να ήταν λόγο της Κάντυ, αλλά αμέσως η σκέψη αυτή έφευγε από το νου της. Ο Τέρρυ είχε κάποτε συναισθήματα για την Κάντυ, αλλά τώρα είχε επιλέξει να μείνει μαζί της. Ακόμα κι αν δεν την είχε ξεπεράσει, ο Τέρρυ δεν θα άφηνε ποτέ τον εαυτό του μόνο και μόνο για έναν χωρισμό. Ακόμα κι αν ήταν έτσι όμως ο Τέρρυ δεν θα άφηνε ποτέ τη Σουζάνα για να γυρίσει στην Κάντυ. Της το χρωστούσε να μείνει μαζί της και κύριος καθώς ήταν, δεν θα αθετούσε ποτέ το λόγο του. ‘Θα είμαι στο πλευρό σου... για πάντα’, της είχε πει εκείνη τη χιονισμένη νύχτα στο νοσοκομείο και αυτό έκανε. Ήταν πάντα μαζί της και της συμπαραστεκόταν. Τη βοηθούσε και τη στήριζε πάντα πρόθυμος. Ψυχρός, αλλά έτσι ήταν πάντα ο Τέρρυ. Όποτε όμως έφευγε από το σπίτι γινόταν άλλος άνθρωπος. Άρα κάτι άλλο ήταν. Κάτι άλλο συνέβαινε. Κάτι άλλο τον απασχολούσε! Κάτι εκεί έξω έκλεβε την ηρεμία του και η Σουζάνα καθηλωμένη μέσα στο σπίτι δεν μπορούσε να μάθει εύκολα τι!

Μέρες και νύχτες ολόκληρες προσπαθούσε να συμπεράνει τι ήταν αυτό. Η μόνη λογική εξήγηση ήταν ότι ο Τέρρυ είχε πιεστεί πολύ με τις παραστάσεις και η ίδια έτσι ένιωθε ότι ήταν. Μπορεί να είχε κουραστεί με όλη αυτή την πίεση που έχει ένας πρωταγωνιστικός ρόλος. Και όταν τελικά απέτυχε, το βάρος της αποτυχίας του τον πλάκωνε. Κάπως έπρεπε να τον στηρίξει η ίδια. Κάτι έπρεπε να κάνει για να τον βοηθήσει και να του επιστρέψει λίγη από την καλοσύνη που της είχε δείξει, αλλά τι;

Ένας ήχος στην εξώπορτα διέκοψε τις σκέψεις της. Ο Τέρρυ γύρισε σπίτι. Άκουγε τον ίδιο να προσπαθεί επί ώρα να ανοίξει την πόρτα, γρατζουνώντας την με το κλειδί στην προσπάθεια να εντοπίσει την κλειδαρότρυπα. Πρέπει να είχε πιει και απόψε πολύ. Λίγη ώρα αργότερα και αφού ο Τέρρυ κατάφερε να την ανοίξει, άκουσε τον ήχο από τα κλειδιά του που έπεσαν στο πάτωμα και αυτόν να βρίζει καθώς έκλεινε πίσω του με θόρυβο την πόρτα. Μετά από αυτό ένας γδούπος και μετά κενό...

Είδε τη φιγούρα της μητέρας της να διασχίζει με βιαστικά βήματα το διάδρομο.

«Τέρρυ... Τέρρυ... σήκω Τέρρυ παιδί μου. Δεν μπορείς να κοιμηθείς στο πάτωμα. Σήκω Τέρρυ», ακουγόταν η φωνή της μητέρας της από το σαλόνι.

«Χπέραα» ακούστηκε θολή η φωνή του Τέρρυ.

«Σήκω Τέρρυ. Έλα να σε βοηθήσω να πας στο κρεβάτι σου. Σήκω»

«Χμμμ!!! Ωραία νυχτικιά!» τρίκλισε ο Τέρρυ.

Διάφοροι ήχοι ακούστηκαν από το σαλόνι. Η κυρία Μάρλοου μάλλον προσπαθούσε να τον σηκώσει από το πάτωμα.

«Έλα, πάμε να ξαπλώσεις μέσα»

«Ντάξει... πάω μόνος μου... Χπέ-Χπέραααα»

Και μετά διάφοροι ήχοι στο σαλόνι έκαναν τη Σουζάνα να καταλάβει ότι ο Τέρρυ πρέπει να παρέσυρε διάφορα αντικείμενα στο πέρασμά του προς την κρεβατοκάμαρα.

Λίγο αργότερα υπήρχε και πάλι ησυχία στο διαμέρισμα. Η μητέρα της σταμάτησε από το δωμάτιό της πριν πάει στην κάμαρά της.

«Ξύπνησες κοριτσάκι μου;» την ρώτησε ανήσυχη.

«Είναι καλά ο Τέρρυ μητέρα;»

«Έπεσε κιόλας για ύπνο. Κοιμήσου κι εσύ. Καληνύχτα»

«Καληνύχτα» ψέλλισε η Σουζάνα και ακούμπησε στο απαλό μαξιλάρι της. Φαντάστηκε τον Τέρρυ ακόμα μια φορά σωριασμένο στο κρεβάτι του να κοιμάται με τα ρούχα σχεδόν αναίσθητος. Έτσι όπως τον έβρισκε κάθε πρωί! Κάτι έπρεπε να κάνει για να τον βοηθήσει, αλλά δεν ήξερε τι!




Οι σκάλες έμοιαζαν ατελείωτες. Τα βήματά του βάραιναν ολοένα και περισσότερο καθώς πλησίαζε το μεγάλο πλατύσκαλο. Στο στήθος του ένιωθε ένα βάρος. Δεν θα έκανε όμως πίσω! Είχε πάρει την απόφασή του. Έπρεπε να λάβει τέλος αυτή η περίοδος και να αρχίσει μια άλλη. Και έπρεπε να αρχίσει ακριβώς από εδώ. Από το σημείο από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει. Στάθηκε έξω από το διαμέρισμα και χτύπησε απαλά την πόρτα. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ.

«Καλησπέρα κυρία Μάρλοου», είπε στη γυναίκα που τον κοίταγε σαστισμένη.

«Τέρρυ… γύρισες!», ψέλλισε χωρίς να πιστεύει και η ίδια στα μάτια της.

«Μπορώ να περάσω;», ρώτησε τυπικά ο Τέρρυ. Η κυρία Μάρλοου έσκυψε και πήρε από το χέρι του τη βαλίτσα του καθώς άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Αν μη τι άλλο, η επιστροφή αυτού του νεαρού ήταν το μόνο που θα έδινε χαρά στην κόρη της.

Ο Τέρρυ πέρασε στο σαλόνι και αντίκρισε τη Σουζάνα στην άλλη άκρη του δωματίου. Τα μάτια της ήταν πλημυρισμένα από δάκρυα. Η ίδια καθόταν στο καροτσάκι της και τον κοιτούσε με λαχτάρα. Ένιωσε αμέσως ότι ο χρόνος δεν είχε περάσει από αυτό το σαλόνι. Τα πάντα ήταν ακριβώς όπως τα άφησε μερικούς μήνες πριν. Και δεν ήταν τα έπιπλα που είχαν μείνει ίδια, αλλά η ατμόσφαιρα αυτού του χώρου. Τα συναισθήματα που είχε ο ίδιος. Όλα αυτά από τα οποία κρυβόταν. Όλα αυτά που προσπαθούσε να ξεχάσει πίνοντας. Όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει και ήξερε πια καλά ότι δεν θα άλλαζαν ποτέ. Θα παρέμεναν πάντα ίδια, αλλά τώρα ένιωθε ότι όλα ήταν αλλιώς. Τώρα είχε γυρίσει για να τα αντιμετωπίσει και αυτό σκόπευε να κάνει.

«Καλησπέρα Σουζάνα»

«Καλωσόριζες Τέρρυ», απάντησε απαλά η Σουζάνα. Ο ήχος της φωνής της ξεσήκωσε ένα κύμα συναισθημάτων στον Τέρρυ. Κάθισε απέναντί της και έμεινε να την κοιτάζει. Όλο το βάρος της συνείδησής του τον πίεσε στο στήθος ακούγοντας μόνο αυτή τη φωνή. Δεν αντάλλαξαν για ώρα ούτε κουβέντα παρά μόνο κοίταζε ο ένας τον άλλον.

«Να σερβίρω λίγο τσάι;» προθυμοποιήθηκε η κυρία Μάρλοου προσπαθώντας να ελαφρύνει το πολύ βαρύ κλίμα ανάμεσα στα δύο παιδιά.

«Ναι. Ευχαριστώ», απάντησε ο Τέρρυ.

«Τέρρυ που ήσουν;» ρώτησε με φωνή όλο απορία γεμίζοντας ένα φλιτζάνι με τσάι.

Πριν προλάβει να απαντήσει όμως τη συζήτηση διέκοψε η Σουζάνα: «Μαμά, θα μπορούσες να μας αφήσεις λίγο μόνους;», ζήτησε δειλά.

Η κυρία Μάρλοου πρόσφερε το τσάι στον Τέρρυ και αποχώρησε από το δωμάτιο αφήνοντας μόνα τους τα δύο παιδιά.




Το σφύριγμα της τσαγιέρας την έβγαλε απότομα από τις σκέψεις της. Τράβηξε τα μάτια της από το χρωματισμένο με τα πρώτα χρώματα της ημέρας ουρανό και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Κατέβασε το νερό και άνοιξε αφηρημένα την τσαγιέρα. Ο ατμός που ξεπετάχτηκε απότομα θόλωσε τα γυαλιά της και την ανάγκασε να χαμογελάσει ελαφριά με τον ίδιο της τον εαυτό. Μόλις βεβαιώθηκε ότι η θολούρα είχε διαλυθεί από την πρωινή παγωνιά, γέμισε την κούπα της με το καυτό υγρό και ανακάτεψε αφηρημένα το ρόφημά της. Ο ήχος που έκανε το μεταλλικό κουταλάκι στο πορσελάνινο σκεύος έφερε στο νου της αναμνήσεις.

Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά πως θα ήταν άραγε η ζωή της αν δεν είχε φύγει για τον πόλεμο ο Στήαρ. Χρόνια ολόκληρα η ίδια ερώτηση τριγύριζε το μυαλό της. Με τον καιρό ο πόνος είχε ξεθωριάσει σαν σελίδα αφημένη για καιρό στον ήλιο. Ήταν ακόμα μέσα της αλλά ήταν τόσο αχνός πια που με δυσκολία διέκρινε την ένταση των πρώτων ημερών. Σαν να μην ήταν ποτέ αυτή στη θέση της κοπέλας που έχασε κάποτε τον αγαπημένο της. Σαν να ήταν μια άλλη που τον βίωσε από κοντά αλλά όχι η ίδια. Άπλωνε στην οθόνη του μυαλού της το χέρι της και χάιδευε απαλά τα μαλλιά της μαυροφορεμένης κοπελίτσας με τα γυαλιά που έκλαιγε απαρηγόρητη. Πόσο καλό θα της είχε κάνει αυτό το χέρι αν μπορούσε να της το απλώσει νωρίτερα. Αν μπορούσε να τη βεβαιώσει ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Ότι τα σημάδια που αφήνουν οι πληγές δεν πονάνε μετά από λίγο. Μένουν για πάντα για να μας θυμίζουν ότι κάποτε πονέσαμε, για να μας θυμίζουν όσα δεν πρέπει να ξεχνάμε, αλλά δεν πονάνε πια.

Σε μια μικρή επιστροφή στην πραγματική ζωή της, άφησε το κουταλάκι από το χέρι της και έφερε το τσάι της στα χείλη της. Είχε ήδη κρυώσει! Θέλησε αμέσως να πάρει στα χέρια της την πένα και να στείλει μια πρόσκληση στην Κάντυ να έρθει να μείνει για λίγο μαζί της. Ο καιρός της Φλόριντα θα έκανε καλό στη φίλη της, αλλά περισσότερο καλό θα έκανε η ίδια της η φίλη στην ίδια. Από την ημέρα που επέστρεψε στο σπίτι των γονιών της και ξεκίνησε τις σπουδές της είχανε ανταλλάξει δεκάδες γράμματα, αλλά καμία φορά δεν μπόρεσε να την ξανασυναντήσει. Σήμερα που η επέτειος του θανάτου του Στήαρ την είχε σηκώσει νωρίς από το κρεβάτι της, σήμερα περισσότερο από ποτέ ήθελε να δει την αγαπημένη της φίλη. Χωρίς να χάσει καιρό ακούμπησε το φλιτζάνι της πάνω στο γραφείο με τα στοιβαγμένα βιβλία και ξεκίνησε να γράφει το γράμμα. Μέχρι να λάβει η Κάντυ το γράμμα, η ίδια θα είχε πάρει το πτυχίο της και θα είχε όσο ελεύθερο χρόνο χρειαζόταν για να τον αφιερώσει στον άνθρωπο που πάντα ήταν δίπλα της και τη στήριζε.




Ο Τέρρυ καθόταν στον πάγκο έξω από το ιατρείο. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα και κόκκινα από το ξενύχτι. Με τους αγκώνες στα γόνατά του στήριζε το κεφάλι του στα χέρια του και περίμενε με αγωνία να περάσουν τα λεπτά. Κάποιες στιγμές νόμιζε πως όλα ήταν όνειρο, αλλά η ώρα που περνούσε βασανιστικά αργά δεν τον άφηνε να το πιστέψει για πολύ.

Ανασήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε την πόρτα. Παρά την ησυχία του νοσοκομείου δεν μπορούσε να ακούσει τι γινόταν πίσω από αυτήν. Είχαν περάσει ώρες από τη στιγμή που έφερε τη Σουζάνα. Είχε φύγει βιαστικά φορώντας μόνο ένα παντελόνι και ένα ψιλό λευκό πουκάμισο. Μετά από τόση ώρα ένιωθε το κορμί του να παγώνει. Ένιωθε το δέρμα του να ριγεί. Κοίταξε και πάλι το πάτωμα. Αναρωτιόταν πόσες φορές είχε μετρήσει τα πλακάκια όλη τη νύχτα.

Τις σκέψεις του διέκοψε το τρίξιμο της παλιάς πόρτας που άνοιγε και από μέσα έβγαιναν ο γιατρός που είχε εξετάσει τη Σουζάνα και η κλαμένη κυρία Μάρλοου. Σηκώθηκε απότομα και με τα χαρακτηριστικά του αλλοιωμένα από την αγωνία, πλησίασε προς το μέρος τους. Η κυρία Μάρλοου ακούμπησε το κεφάλι της στο στέρνο του και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητη. Ο Τέρρυ τύλιξε με τα χέρια του τους ώμους της που τραντάζονταν από τα αναφιλητά και προσπάθησε να την ηρεμήσει. Ο γιατρός απομακρύνθηκε στο διάδρομο με ύφος σοβαρό, ρίχνοντας το βλέμμα του χαμηλά. Τίποτα από αυτό δεν μπορεί να είναι καλό. Τίποτα δεν μπορεί να προμηνύει ευχάριστα νέα. Η σπασμένη φωνή της κυρίας Μάρλοου ήρθε απλά να επιβεβαιώσει τους φόβους του.

«Λίγες εβδομάδες Τέρρυ. Μόνο εβδομάδες», ψέλλισε και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς.

Ο Τέρρυ προσπάθησε να την παρηγορήσει κρατώντας την στοργικά στα χέρια του. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά. Προσπαθούσε να χωρέσει στο μυαλό του αυτό που μόλις είχε ακούσει.’Λίγες εβδομάδες’ ηχούσε ξανά και ξανά στο μυαλό του. Ξαφνικά το μέγεθος αυτό φαινόταν τραγικά μικρό. Τραγικά λίγο. Τραγικά περιορισμένο.








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Φεβ 07, 2012 1:59 pm


Ο Τέρρυ έφερε το φλιτζάνι στα χείλη του και ήπιε μια γουλιά από το καυτό τσάι. Το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του και κοίταξε τη Σουζάνα.

«Σουζάνα όλον αυτόν τον καιρό, ήμουν…», ξεκίνησε να μιλάει ο Τέρρυ.

«Μη συνεχίσεις Τέρρυ» τον διέκοψε ευγενικά η Σουζάνα.

Ο Τέρρυ την κοίταξε με απορία. Δεν συνήθιζε να διακόπτει το συνομιλητή της, πόσο μάλλον τον ίδιο και μετά από τόσο καιρό που είχαν να βρεθούν. Όταν έπρεπε τόσα πράγματα να ειπωθούν.

«Δεν θέλω να μου πεις που ήσουν. Δεν χρειάζεται να ξέρω. Πριν μου πεις οτιδήποτε θέλω πρώτα να μου απαντήσεις κάτι» Η Σουζάνα έκανε μια παύση και συνέχισε. Στο πρόσωπό της ήταν παντού χαραγμένη η αγωνία για την απάντησή του. «Τέρρυ, ήρθες για να μείνεις ή θα φύγεις πάλι;»

Τα ειλικρινή λόγια της αιφνιδίασαν τον Τέρρυ. Μπορούσε να διακρίνει επάνω της όλη την αγωνία που είχε περάσει όλο το χρονικό διάστημα της απουσίας του. Όλες τις πίκρες που άντεξε περιμένοντάς τον όταν αυτός εξαφανίστηκε και δεν ξανάδωσε κανένα σημείο ζωής. Συνειδητοποίησε πόσο την είχε πληγώσει και πόσο κακό της είχε κάνει.

«Δεν πρόκειται να ξαναφύγω Σουζάνα» βιάστηκε να της απαντήσει «Ήρθα για να σου ζητήσω να μείνω για πάντα στο πλευρό σου αν αυτό είναι που θέλεις ακόμα».

Η ως τώρα ψύχραιμη φιγούρα της Σουζάνας παραδόθηκε στην απέραντη χαρά των συναισθημάτων της. Δάκρυα χαράς ξέφυγαν από τα μάτια της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε ότι θα φύγει από τη θέση της.

«Ναι Τέρρυ. Δεν θέλω τίποτα στον κόσμο περισσότερο από αυτό», απάντησε η Σουζάνα και ο Τέρρυ της χάρισε ένα αχνό χαμόγελο.

«Συγχώρεσέ με Σουζάνα που δεν επικοινώνησα όλον αυτό τον καιρό μαζί σου», συνέχισε ο Τέρρυ γεμάτος τύψεις.

«Δεν έχω τίποτα να συγχωρέσω Τέρρυ. Αρκεί που είσαι εδώ!» είπε η Σουζάνα και άπλωσε το χέρι της για να ακουμπήσει το δικό του.

Ο Τέρρυ ένιωθε πιο εγκλωβισμένος από ότι πριν φύγει, αλλά αυτή τη φορά δεν θα το έσκαγε. Αυτή τη φορά θα έμενε να εκτελέσει το καθήκον του απέναντι στη Σουζάνα. Το όφειλε να το εκτελέσει. Στην ίδια, στον εαυτό του, αλλά κυρίως στην Κάντυ.




Το μεσημεριανό ζεστό αεράκι στέγνωνε τα δάκρυα από τα μάτια της Κάντυ. Η σκιά του μεγάλου δέντρου την προστάτευε από τον καυτό ήλιο. Το μυαλό της ταξίδευε ήδη πολύ μακριά. Όσο κι αν προσπαθούσε να αφήσει το παρελθόν πίσω, αυτό έμοιαζε να την κυνηγάει διαρκώς και να μην την αφήνει να συνεχίσει χωρίς τις πικρές αναμνήσεις του.

Όλο το μεσημέρι σκεφτόταν την πρόσκληση που έλαβε από την Έλεονορ Μπέικερ. Μια πρόσκληση για την παράσταση του Άμλετ, όπου πρωταγωνιστούσε ο Τέρρυ! Έπρεπε να της απαντήσει, αλλά δεν ήξερε τι. Πήρε για μια ακόμη φορά την πρόσκληση και την έφερε μπροστά της. Άπλωσε ασυναίσθητα το χέρι της και με τα ακροδάχτυλά της χάιδεψε το όνομα του Τέρρυ.

Της αρκούσε μόνο να δει γραμμένο το όνομά του για να ξεσπάσει για μια ακόμη φορά σε λυγμούς. Τέρρυ! Πόσο λαχταρούσε να τον δει να παίζει! Πόσο ήθελε να αφήσει τα μάτια της να χαθούν στη μορφή του πάνω στη σκηνή και η φωνή του να καλύψει όλες τις άλλες. Να την ακούσει και πάλι και να πλημμυρίσει το μυαλό της και τις αισθήσεις της. Τέρρυ! Μάταια προσπαθούσε να μη μαθαίνει νέα του. Οι εφημερίδες έγραφαν διαρκώς για την επιστροφή του στο χώρο του θεάματος και όλοι περίμεναν να τον δουν να μαγεύει το κοινό όπως μόνο αυτός μπορούσε να κάνει. Η ηθοποιία ήταν η δεύτερη φύση του Τέρρυ.

Γύρισε στο πλάι και άφησε το μυαλό της να γεμίσει με το χαμόγελό του. Πόσο θα ήθελε να τον ξαναδεί! Να του μιλήσει έστω για μια φορά. Πόσο απότομα έληξε η σχέση τους! Μέσα σε λίγες ώρες όλες της οι ελπίδες και τα όνειρα είχαν καταρρεύσει. Είχαν χαθεί κι αυτές μέσα στο χιόνι εκείνης της νύχτας.

Στο μυαλό της όμως ήρθε και η μορφή της δακρυσμένης Σουζάνα. Της είχε υποσχεθεί ότι δεν θα ξανάβλεπε τον Τέρρυ και δεν είχε σκοπό να αθετήσει την υπόσχεσή της. Έπρεπε να μείνει μακριά του. Και αυτό ήταν καλύτερο για όλους. Γιατί δεν ήξερε αν ποτέ τον έβλεπε πως θα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της μακριά του. Χρειάστηκε η δύναμη μιας ζωής για να το κάνει μια φορά. Χρειάστηκε δύναμη για να εξαφανιστεί εκείνη τη νύχτα στο Ρόκσταουν. Αλλά πόση δύναμη θα χρειαζόταν για να το ξανακάνει; Την ήξερε όμως την απάντηση. Τόση που δεν της είχε απομείνει.

Έσφιξε στο στήθος της την πρόσκληση και άφησε μερικά ακόμα δάκρυα να μουσκέψουν τα μάγουλά της και να ελαφρύνουν την καρδιά της. Έπρεπε να απαντήσει στην κυρία Μπέικερ και θα της έλεγε ακριβώς αυτά που σκεφτόταν. Η ίδια θα την ευγνωμονούμε για πάντα που της έστειλε αυτή την πρόσκληση. Θα την φύλαγε περισσότερο και από τα μάτια της και κάθε φορά που θα την έβλεπε θα αντηχούσε στο μυαλό της το κοινό που χειροκροτεί τον Τέρρυ, αφού η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να τον χειροκροτήσει, παρά μόνο στην καρδιά της.




Το ζεστό φως της λάμπας που τρεμόπαιζε, φώτιζε μέσα στο σκοτάδι τα όμορφα χαρακτηριστικά του Τέρρυ. Είχε και σήμερα κλειστεί στο δωμάτιό του και διάβαζε από νωρίς το απόγευμα. Οι ώρες κυλούσαν πολύ γρήγορα όταν αφοσιωνόταν στο διάβασμά του, κάτι που απολάμβανε και προσπαθούσε να κάνει όσο συχνά του δινόταν η ευκαιρία.

Η Σουζάνα σταμάτησε μπροστά από τη μισάνοιχτη πόρτα του για να τον καληνυχτίσει. Η φωνή της δεν κατάφερε να του αποσπάσει καν την προσοχή. Έμεινε να τον κοιτάζει για λίγο απορροφημένο στις σελίδες του και κατευθύνθηκε προς την κάμαρά της.

Ο μόνος ήχος που ακουγόταν για ώρες ήταν η ανάσα του και οι καλογραμμένες σελίδες καθώς τις ξεφύλλιζε. Όταν αυτές έφτασαν στο τέλος τους, ο Τέρρυ έτριψε τα κουρασμένα από το διάβασμα μάτια του και σηκώθηκε πηγαίνοντας προς το δωμάτιο της Σουζάνα. Αγνοώντας το γεγονός ότι σχεδόν ξημέρωνε η επόμενη μέρα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της και τη σκούντηξε για να την ξυπνήσει.

Η Σουζάνα άνοιξε τα μάτια της νυσταγμένη. Σάστισε μη ξέροντας τι να υποθέσει από την απρόσμενη επίσκεψή του. «Τέρρυ», ψέλλισε.

«Σουζάνα, πότε το έγραψες αυτό;» ρώτησε ανυπόμονα.

«Ποιο;» απόρησε η Σουζάνα ακόμα νυσταγμένη.

«Το κείμενο που μου έδωσες τις προάλλες να διαβάσω»

«Πάει αρκετός καιρός! Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς. Όταν έλειπες…»

«Σουζάνα είναι πάρα πολύ καλό. Το έχεις δώσει στον Ρόμπερτ;»

«Όχι!»

«Να πάρει Σουζάνα! Και τι περιμένεις για να του το δώσεις; Αύριο πρωί-πρωί θα πάμε να τον δούμε»

«Τέρρυ είναι σχεδόν ήδη πρωί», τόνισε η Σουζάνα δείχνοντάς προς το παράθυρο το πρώτο φως της μέρας να εισέβαλε πολύ αχνά στο χώρο.

Ο Τέρρυ κοίταξε ξαφνιασμένος προς το παράθυρο. «Συγνώμη Σουζάνα. Δεν συνειδητοποίησα την ώρα», είπε και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.

Η Σουζάνα παρέμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι αλλά δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Όχι μόνο επειδή ο Τέρρυ είχε μελετήσει το σενάριό της και του άρεσε, αλλά η ιδέα ότι θα τη βοήθαγε να το προωθήσει είχε ξεσηκώσει το μυαλό της και την έκανε να ταξιδεύει χιλιόμετρα μακριά από το κρεβάτι της.




Τα μάτια του έτρεχαν με γρήγορους ρυθμούς στις αράδες του γράμματος που κρατούσε, καθώς έτεινε το ελεύθερο χέρι του για να ανεβάσει τη δύναμη της λάμπας που φώτιζε το σκοτεινό δωμάτιο. Απορροφημένος καθώς ήταν δεν άκουσε τα ελαφριά της βήματα στο διάδρομο. Η Άννυ, όπως κάθε βράδυ τέτοια ώρα, έβαζε τα παιδιά τους για ύπνο και γύριζε στο δωμάτιό τους για να απολαύσει τη βραδινή κουβέντα με το σύζυγό της. Ήταν η μόνη ώρα της ημέρας που μπορούσαν να συναντηθούν ήσυχα και να συζητήσουν, αφού ο Άρτσι πέρναγε όλη την ημέρα στα γραφεία των οικογενειακών επιχειρήσεων.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα ξεχυνόταν στο διάδρομο το αχνό φως της λάμπας και ένα μέρος από τη σκιά του που χόρευε στο ρυθμό της. Πλησίασε αργά και τον είδε να κάθεται στη δική της πλευρά του κρεβατιού, διαβάζοντας με ένοχο ύφος το γράμμα που μόλις της είχε στείλει η φίλη της.

Τράβηξε γρήγορα το κεφάλι της μακριά από την πόρτα και κόλλησε την πλάτη της στον κρύο τοίχο. Έφερε στο νου της το περιεχόμενο του γράμματος. Νέα από το ορφανοτροφείο, από την κλινική και χαιρετίσματα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Ένα απλό γράμμα. Ένιωσε ένα τσίμπημα ζήλιας στο στήθος της. Τόσα χρόνια αργότερα την πόναγε που ο στοργικός κατά τ’άλλα σύζυγος και πατέρας των παιδιών της, ενδόμυχα έκρυβε ακόμα ένα μικρό ενδιαφέρον για την Κάντυ.

Έριξε τα μάτια στο πάτωμα και ξερόβηξε. Βεβαιώθηκε ότι άκουσε καθαρά τον ήχο του χαρτιού που διπλωνόταν βιαστικά και τον θόρυβο του συρταριού της καθώς έκλεινε πριν μπει στο δωμάτιο.




Η Σουζάνα κοιτούσε ζαλισμένη τα φώτα του κινηματογράφου. Με γράμματα που αναβόσβηναν ήταν γραμμένο το όνομα της μεγάλης ηθοποιού «Έλεονορ Μπέικερ - Η απαγορευμένη πόλη». Όλοι οι σταρ βρίσκονταν απόψε στην πρεμιέρα της ταινίας. Δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής και του θεάματος ήταν όλοι εκεί για να θαυμάσουν τη μεγάλη ηθοποιό.

Ο Τέρρυ έλαμπε στο κουστούμι του και η ίδια ένιωθε απολύτως στο επίκεντρο των γεγονότων με τους φωτογράφους να ρωτάνε διαρκώς ερωτήσεις το ζευγάρι και να το φωτογραφίζουν. Όλα απόψε έλαμπαν και η Σουζάνα ένιωθε ότι αυτός ο χώρος της ταιριάζει απόλυτα.

Η Έλεονορ τους είδε από μακριά και πλησίασε. Οι δημοσιογράφοι δεν σταμάταγαν λεπτό να τραβάν φωτογραφίες.

«Τέρρυ μωρό μου! Πόσο χαίρομαι που ήρθες απόψε», είπε η ηθοποιός και αγκάλιασε τρυφερά το γιο της.

«Εγώ και όλο το Μπρόντγουεη» της απάντησε ο Τέρρυ χαμογελώντας.

«Αφού ξέρεις καλά ότι μπροστά σε σένα δεν δίνω καμία σημασία στο υπόλοιπο Μπρόντγουεη μωρό μου»

«Σας ευχαριστούμε για την πρόσκληση Κυρία Μπέικερ», ευχαρίστησε δειλά η Σουζάνα.

«Ευχαρίστησή μου Δεσποινίς Μάρλοου!», απάντησε άχρωμα η ηθοποιός. «Θα σας δω αργότερα» συμπλήρωσε και αποσύρθηκε στους καλεσμένους της.

Ο Τέρρυ οδήγησε τη Σουζάνα στο εσωτερικό του κινηματογράφου πριν αρχίσει να γεμίζει η αίθουσα. Η Σουζάνα κοίταξε κατενθουσιασμένη την οθόνη. Ο Τέρρυ δίπλα της καθόταν σιωπηλός.

«Τέρρυ, μήπως θέλεις να πας να βρεις τη μητέρα σου;», ρώτησε ευγενικά η Σουζάνα.

«Όχι Σουζάνα. Θα με βρει αυτή. Γι’αυτό μπορείς να είσαι σίγουρη. Θα μείνω εδώ μαζί σου», την καθησύχασε το Τέρρυ.

Η Σουζάνα γύρισε ξανά το κεφάλι της κοιτώντας την αίθουσα που γέμιζε σιγά-σιγά! Από το μυαλό της πέρασαν δεκάδες σκέψεις και όλες είχαν να κάνουν με την παρουσία του Τέρρυ δίπλα της. Ένιωθε όπως πάντα ότι της ήταν ένας γνωστός άγνωστος. Ότι ήταν εκεί χωρίς να είναι. Προσπαθούσε συχνά να θυμηθεί το χαμόγελό του, αλλά ο Τέρρυ είχε τόσο καιρό να χαμογελάσει που η ίδια σχεδόν δεν το θυμόταν. Όταν τον είδε σήμερα να χαμογελάει στη μητέρα του ένιωσε σαν να τον γνώριζε πρώτη φορά.

Αυτό όμως που την μπέρδευε περισσότερο ήταν η συμπεριφορά του Τέρρυ. Ήταν πάντα καλός και ευγενικός μαζί της. Είχε σταματήσει εντελώς τα ξεσπάσματα, τις φωνές και τα μεθύσια. Ήταν πάντα ευγενικός και καλοπροαίρετος. Όμως ακόμα απόμακρος. Με αυτές τις σκέψεις τα φώτα έσβησαν και η προβολή ξεκίνησε. Η Σουζάνα απορροφήθηκε στην ταινία, αφήνοντας για μια ακόμη φορά αναπάντητα τα ερωτηματικά της.




Ο Τέρρυ περπατούσε αφηρημένος με το κεφάλι σκυφτό και το μυαλό του χαμένο σε σκόρπιες σκέψεις. Μετρούσε τα βήματά του πάνω στις πλάκες του δρόμου που τον οδηγούσαν προς το σπίτι του. Αναρωτιόταν τι βλάβη να είχε ξαφνικά το αυτοκίνητό του και τώρα έπρεπε να γυρίσει με τα πόδια. Όχι ότι τον ενοχλούσε αυτό. Αλλά έριχνε χιόνι και όταν χιόνιζε πάντα ήθελε να είναι κάπου ζεστά. Κάπου που δεν θα ένιωθε τις νιφάδες να πέφτουν στο πρόσωπό του και να χάνονται πάνω σε αυτό. Προσπέρασε αδιάφορα έναν κουλουριασμένο μεθυσμένο γέρο που είχε αποκοιμηθεί σε μια γωνιά του δρόμου και σταμάτησε δίπλα του, έξω από ένα μπαρ. Είχε καιρό να βγει και η ιδέα να πιει κάτι που θα τον ζέσταινε, αλλά και που θα τον απομάκρυνε από τις παγωμένες νιφάδες, ήταν πολύ ελκυστική.

Ανοίγοντας την πόρτα ένιωσε στο πρόσωπό του τη ζεστή πνιχτή ατμόσφαιρα που μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ. Χαρούμενες φωνές και μουσική. Κόσμος χαμένος στην ανωνυμία του. Πλησίασε στο μπαρ και παρήγγειλε ένα ουίσκι. Έβγαλε από την τσέπη του την ταμπακιέρα του βγάζοντας ένα τσιγάρο και τοποθετώντας το αργά στα χείλη του. Κοιτούσε τριγύρω ερευνητικά. Είχαν περάσει πάνω από δυο χρόνια μετά την επιστροφή του από το Ρόκστοουν. Όλα τα μπαρ έμοιαζαν πάντα ίδια. Σαν να μην πέρναγαν τα χρόνια πάνω από αυτά. Παρόμοια πρόσωπα, παρόμοια μουσική, παρόμοια συναισθήματα.

Άναψε το τσιγάρο του. Ένιωσε τον καπνό να κατεβαίνει και να γεμίζει τους πνεύμονές του και μαζί με αυτό ένιωσε την επιθυμία να νιώσει το αλκοόλ να καίει το λαιμό του. Δεν άργησε να νιώσει πιο ανάλαφρος και ζήτησε και επόμενο ποτό. Και μετά και ένα ακόμα. Κάθε γουλιά από το ουίσκι τον έπαιρνε πιο μακριά από τις σκέψεις του. Όλα ήταν πιο θολά και περίεργο! Πιο ξεκάθαρα!

Προτού και ο ίδιος το συνειδητοποιήσει, ήταν ήδη μεθυσμένος. Χαρούμενος που το μυαλό του ήταν ήδη πολύ θολό για να σκεφτεί οτιδήποτε. Και ήταν ακριβώς τότε που την είδε δίπλα του. Οι μακριές ξανθιές της μπούκλες, ξεχυμένες στην πλάτη της, κάλυπταν την λεπτεπίλεπτη φιγούρα της. Άνοιξε τα μάτια του διάπλατα και άπλωσε δειλά το χέρι του για να την αγγίξει. Να δει αν ήταν αληθινή ή αν ήταν ένα ακόμα πλάσμα της φαντασίας του, σαν τα δεκάδες που χάνονταν κάθε νύχτα στην απεραντοσύνη των ονείρων του. Η φιγούρα γύρισε προς το μέρος του μόλις ένιωσε το άγγιγμα και ο Τέρρυ χάθηκε στα πράσινα μάτια της. Ήταν τόσο άγνωστη η μορφή της και ταυτόχρονα τόσο γνωστή!

«Κάντυ!» μπόρεσε να ψελλίσει με δυσκολία.

«Μπορώ να είμαι όποια θες! Ακόμα και μια Κάντυ», απάντησε με ναζιάρικη φωνή η κοπέλα…

«Κάντυ!» ψέλλισε ο Τέρρυ ξανά και έπιασε με τα δάχτυλά του τις άκρες από τα μαλλιά της. Χάνοντας τον εαυτό του σε αυτό το άγγιγμα!







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Φεβ 08, 2012 2:03 pm


«Μάλιστα!» απάντησε η ηθοποιός σαστισμένη! «Είσαι σίγουρος για αυτή σου την απόφαση Τέρρυ μωρό μου;»

«Ήρθα μέχρι εδώ για να σε προσκαλέσω, οπότε, ναι! Είμαι απολύτως σίγουρος» απάντησε κοφτά ο Τέρρυ.

Η Έλεονορ σηκώθηκε από τον καναπέ και κατευθύνθηκε προς το αναμμένο τζάκι. Έμεινε σιωπηλή κοιτάζοντας τις φλόγες να τρεμοπαίζουν και ακούγοντας τις καύτρες από τα ξύλα να σπάνε την απόλυτη ησυχία του δωματίου. Μπορεί να μην πέρασε μια ολόκληρη ζωή δίπλα στον γιό της αλλά δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο για να καταλάβει ότι ο γιος της ήταν έτοιμος να παραδοθεί σε μια ανοησία. Να θυσιάσει τη ζωή του και την ελευθερία του για να ανταποδώσει την καλοσύνη σε μια γυναίκα που δεν αγάπησε και που δεν θα αγαπούσε ποτέ. Η θύμηση του πατέρα του σε μια τέτοια απόφαση την εξόργιζε ακόμα περισσότερο.

Γύρισε και τον κοίταξε εξεταστικά. Ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Η καριέρα του είχε λογαριθμικά ανοδική πορεία και ο ίδιος έμοιαζε ήρεμος. Κάτι όμως στα μάτια του πρόδιδε όσα προσπαθούσε να κρύψει βαθειά μέσα στην καρδιά του. Έμοιαζαν τόσο άδεια! Δεν είχαν το πάθος και τη ζωηράδα που είχαν κάποτε τα μάτια του Τέρρυ. Δεν είχαν τον ενθουσιασμό και τη ζωντάνια που θα έπρεπε να έχουν. Κενό! Μόνο αυτό υπήρχε στα μάτια του και η ίδια έπρεπε να κάνει μια προσπάθεια. Τρομαγμένη αλλά αποφασισμένη γύρισε σοβαρή και μίλησε στον γιό της αυστηρά!

«Τέρρυ δε βρίσκω το λόγο να προχωρήσεις σε αυτόν τον αρραβώνα»

Ο Τέρρυ που δεν είχε καμία διάθεση για διάλογο ή κριτική πάνω σε αυτή του την απόφαση, πέρασε αμέσως στην επίθεση: «Σου φαίνεται να έχω έρθει για να πάρω την άδειά σου; Ήρθα όπως σου είπα για να σε προσκαλέσω. Αν θέλεις έρχεσαι», σηκώθηκε εκνευρισμένος και πήρε το σακάκι του για να φύγει αλλά η ηθοποιός τον σταμάτησε αρπάζοντάς τον δυνατά από το μπράτσο.

«Αν είσαι τόσο σίγουρος Τέρρυ δεν θα έπρεπε να εκνευρίζεσαι. Πες μου τουλάχιστον γιατί;», επέμεινε η μητέρα του.

«Τι εννοείς γιατί;»

«Γιατί αρραβωνιάζεσαι; Την αγαπάς τη Σουζάνα;», φώναξε δυνατά η Έλεονορ.

«Γιατί αρραβωνιάζεται ο κόσμος;» απάντησε ενοχλημένος ο Τέρρυ. «Τη Σουζάνα την εκτιμώ σχεδόν όσο κανέναν άλλον. Της χρωστάω τη ζωή μου αν μη τι άλλο!»

«Δεν σε ρώτησα αυτό Τέρρυ. Σε ρώτησα αν την αγαπάς;», του απευθύνθηκε πιο ήρεμα αυτή τη φορά.

«Μα τι ερωτήσεις;» της απάντησε εκνευρισμένος νιώθοντας να πνίγεται με το κλίμα που είχε δημιουργηθεί.

«Πες μου αν την κοιτάς με τα ίδια μάτια που κοίταγες την Κάντυ όταν τη γνώρισα», τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον καθαρά στα μάτια.

Ο Τέρρυ ένιωσε ξαφνικά το θυμό να τον κατακλύζει. Σαν ηφαίστειο που σιγοβράζει και ξαφνικά εκρήγνυται, το πρόσωπό του φούντωσε. Έσφιξε τα δόντια του και τα χείλη του δυνατά. Τράβηξε απότομα το χέρι του από το δικό της και με δύναμη έριξε τη γροθιά του στον καθρέφτη που βρισκόταν από πίσω της σπάζοντάς τον σε μικρά κομμάτια.

«Τέρρυ» φώναξε η ηθοποιός ακούγοντας το δυνατό ήχο και βλέποντας το αίμα να τρέχει από το χέρι του καθώς τα μάτια του πέταγαν φωτιές από το θυμό.

«Παράτα με», της φώναξε και ξεχύθηκε έξω από το σπίτι αγνοώντας τη βροχή που έπεφτε μουσκεύοντάς τον. Ένιωθε τόσο εξοργισμένος με τη μητέρα του που αν άκουγε μια κουβέντα ακόμα μπορεί και να χτύπαγε την ίδια αυτή τη φορά. Μα πως είναι δυνατόν να αναφέρει την Κάντυ σε μια τέτοια στιγμή; Που ξέρει αυτή; Πως θα μπορούσε να ξέρει; Γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει; Γιατί έπρεπε όλα να γίνονται με τον πιο δύσκολο τρόπο; Γιατί έπρεπε τα πάντα να είναι δύσκολα; Γιατί έπρεπε πάντα να παλεύει για όλα; Γιατί δεν μπορούσε να ξεφύγει από όλα αυτά;




Ο Τέρρυ ένιωθε το κεφάλι του έτοιμο να σπάσει. Τα μάτια του πόναγαν και με δυσκολία τα άνοιξε καθώς ανασηκωνόταν από το μαξιλάρι του, μόνο για να αντικρύσει ένα άγνωστο δωμάτιο γύρο του. Στο πλάι του κοιμόταν μια όμορφη ξανθιά γυναίκα. Στο μυαλό του ήρθαν σκηνές έντονου σεξ και αλκοόλ από το προηγούμενο βράδυ. Έπιασε με το χέρι του το κεφάλι του. Να πάρει!!! Μόνο τόσο του χρειαζόταν για να βρεθεί μπλεγμένος.

Ανασήκωσε λίγο το μαξιλάρι του και μισοξάπλωσε στο κρεβάτι για να συνέλθει. Ωστόσο η μορφή της άγνωστης γυναίκας δεν τον βοηθούσε καθόλου. Ήθελε να φύγει τρέχοντας μακριά της για να μην αντικρίζει αυτό το θέαμα. Κάθε μέρα που άνοιγε τα μάτια του, ονειρευόταν να ξυπνήσει δίπλα σε μια τέτοια φιγούρα. Αλλά αυτή δεν ήταν η φιγούρα που η ψυχή του λαχταρούσε. Το όνομά της ξέφυγε για μια ακόμη φορά από τα χείλη του, σιγά σαν αναστεναγμός.

Η άγνωστη φωνή δίπλα του τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Αυτή η Κάντυ, ξέρει άραγε πόσο τυχερή είναι;».

Ο Τέρρυ την κοίταξε ξαφνιασμένος. «Καλημέρα», είπε απαλά προσπαθώντας να αγνοήσει το προηγούμενο σχόλιο. «Μάλλον δεν έπρεπε να μείνω εδώ τη νύχτα. Ζητώ συγνώμη για την ενόχληση».

Ο Τέρρυ σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του από το πάτωμα, ενώ η κοπέλα κοιτούσε το γυμνό, καλλίγραμμο σώμα του καθώς η ίδια στήριζε το βάρος του σώματός της στον λυγισμένο της αγκώνα.

«Καμία ενόχληση. Άλλωστε μπήκα σε μεγάλο πειρασμό χτες το βράδυ για να μην σε αφήσω να φύγεις»

Ο Τέρρυ την κοίταξε μπερδεμένος καθώς ντυνόταν.

«Στη δουλειά μου δεν συναντάς εύκολα ανθρώπους σαν κι εσένα. Χτες ήσουν τόσο παθιασμένος και τρυφερός, στοργικός και άγριος, δυνατός και αδύναμος, που νόμιζα ότι δεν δούλευα», σχολίασε ωμά η κοπέλα.

Η ίδια είχε μάθει να μιλάει με μια ειλικρίνεια που είχε καιρό να συναντήσει ο Τέρρυ, αλλά που τον πλήγωνε ακόμα περισσότερο θυμίζοντάς του όλα όσα λαχταρούσε, αλλά έπρεπε να ξεχάσει. Έριξε τα μάτια χαμηλά και αποχώρησε από το δωμάτιο χωρίς να πει κουβέντα. Ήθελε μόνο να φύγει μακριά και να κρυφτεί στη σιγουριά και την ασφάλεια της ζωής που ο ίδιος είχε πλάσει και όπου εκεί ένιωθε προφυλαγμένος από τον εαυτό του και τα θαμμένα του συναισθήματα.




Το χλωμό πρόσωπο της Σουζάνα ήταν γερμένο στο μαξιλάρι. Τα άλλοτε όμορφα χαρακτηριστικά της ήταν τώρα θαμπά και κουρασμένα. Τίποτα δεν θύμιζε πάνω της την ηλικία της. Ο Τέρρυ πλησίασε σιγά και την κοίταξε λυπημένος. Ένιωθε ένα σφίξιμο στο στήθος του κάθε φορά που την κοιτούσε. Τον έπνιγε ένας κόμπος στον λαιμό. Με αργές κινήσεις τράβηξε τα σκεπάσματα και τα ανασήκωσε λίγο παραπάνω ώστε να καλύπτουν ολόκληρο το λαιμό της. Έκατσε στην καρέκλα δίπλα της και έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλός. Άνοιξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του και ξεκίνησε να διαβάζει.

Στο μυαλό του πέρασε το πρόσωπό της εκείνο το χιονισμένο βράδυ όταν του άνοιξε την πόρτα του θεάτρου. Τα μάτια της έλαμπαν και το χαμόγελό της άστραφτε. Η κίνησή της πρόδιδε ακόμα και στον πιο άσχετο τον αέρα που είχε αυτή η κοπέλα για ηθοποιός. Οι ρόλοι της ήταν πάντα ζωηροί και δεν είχαν αφήσει ποτέ ασυγκίνητους ούτε τους πιο σκληρούς κριτικούς. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Μετρημένα στα δάχτυλα ήταν κι όμως… τώρα δεν είχε μείνει τίποτε από την παλιά της λάμψη! Τόσο χλωμή! Τόσο ταλαιπωρημένη! Δεν άργησε πολύ να αντιληφθεί ότι βρισκόταν από ώρα στην ίδια σελίδα.

Έκλεισε το βιβλίο και σήκωσε τα μάτια του για να συναντήσει τα δικά της.




«Κύριε Άρντλευ πως να σας ευχαριστήσω για όλα αυτά που έχετε κάνει για μας;», είπε με ευγνωμοσύνη η κυρία Πόνυ, ενώ η αδερφή Μαρία σέρβιρε τσάι στον χαμογελαστό και ευγενικό Άλμπερτ.

«Δεν χρειάζεται. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω τόσο για σας, όσο και για την Κάντυ», τη διαβεβαίωσε ο Άλμπερτ.

«Έχετε κάνει τόσα πολλά! Το όνειρό μας για όλα τα παιδιά είναι να υιοθετηθούν από καλές οικογένειες και να γίνουν ευτυχισμένα. Η Κάντυ μας ήταν τυχερή τουλάχιστον σε αυτό»

«Και όσο περνάει από το χέρι μου θα φροντίζω να είναι πάντα ευτυχισμένη. Μπορείτε να μείνετε ήσυχες γι’αυτό. Από την ημέρα που χτίστηκε η κλινική στο χωριό και συνεργάζεται με τον Δρ. Μάρτιν φαίνεται ιδιαίτερα ευδιάθετη και ευχαριστημένη και ήδη ανυπομονεί για να αρχίσουν οι εργασίες ανακαίνισης του ορφανοτροφείου»

«Πράγματι κύριε Άρντλευ. Αλλά...» οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν στα μάτια και τo λόγο πήρε η Αδερφή Μαρία.

«Ξέρετε κύριε Άρντλευ, η αλήθεια είναι ότι ανησυχούμε για την Κάντυ. Βλέπουμε βέβαια πόσο ευχαριστημένη είναι με τη δουλειά της και τόσα χρόνια έχει αποδειχθεί σπουδαία βοήθεια τόσο σε εμάς όσο και στην κλινική, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή να αποκολληθεί από αυτήν και να φροντίσει να αποκατασταθεί και να ξεκινήσει τη δική της οικογένεια»

Ο Άλμπερτ την κοίταξε με ενδιαφέρον «Συνεχίστε» την παρότρυνε.

«Εμείς κύριε Άρντλευ έχουμε προσπαθήσει να συζητήσουμε το θέμα μαζί της, αλλά η ίδια αποφεύγει να μας μιλήσει. Δεν θα θέλαμε επ’ουδενί να σας ζητήσουμε να ανακατευτείτε, απλά αν συμμερίζεστε κι εσείς τις ανησυχίες μας θα ήταν πολύτιμη μία προσπάθειά σας να εντοπίσετε τις προθέσεις της και να τη συμβουλεύσετε ανάλογα. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι εσείς είστε ο επίσημος κηδεμόνας της»

Ο Άλμπερτ έμεινε για λίγο σκεφτικός. Έβγαλε μια βαθιά εκπνοή και ρώτησε με ενδιαφέρον. «Έχει ποτέ η ίδια δυσανασχετήσει με τη ζωή της εδώ; Έχετε ποτέ αντιληφθεί ότι η ίδια δεν είναι ικανοποιημένη με τη ζωή της όπως ως τώρα την έχει επιλέξει;»

Η μεγαλύτερη κυρία πήρε το λόγο: «Όχι κύριε Άρντλευ. Αντιθέτως! Η ίδια δείχνει πολύ ικανοποιημένη με τη δουλειά της και με τη διαμονή της εδώ. Τα χρόνια όμως περνούν. Έχει περισσότερα από 5 χρόνια εδώ με καμία διάθεση ή πρόθεση να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια»

Ο Άλμπερτ σηκώθηκε από την καρέκλα του και οι γυναίκες τον μιμήθηκαν.

«Είναι ώρα να πηγαίνω. Θα λάβω σοβαρά υπόψη μου τις ανησυχίες σας και θα ενεργήσω ανάλογα», είπε κοφτά ο Άλμπερτ διακόπτοντας τη συζήτηση. «Θα πρέπει να αποχωρήσω», συμπλήρωσε και χαιρέτησε ευγενικά. Ο ίδιος όμως είχε ήδη αποφασίσει τι θα έκανε.




Ο Τέρρυ στεκόταν πίσω από την πεσμένη αυλαία και άκουγε ακόμα τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες του κοινού. Με βλέμμα κενό κοιτούσε τις πτυχώσεις της κόκκινης κουρτίνας και γέμιζε το μυαλό του με αυτόν τον ήχο για τον οποίο τόσο είχε προσπαθήσει τους τελευταίους μήνες. Κάποιος συνάδελφος τον αγκάλιασε και τον επανέφερε στην πραγματικότητα που ζούσε που δεν ήταν άλλη από αυτή της απόλυτης επιτυχίας. Κοίταξε τριγύρω του και είδε τους συναδέλφους του να γελούν σφιχταγκαλιασμένοι. Ο ίδιος, όσο ευχαριστημένος κι αν ήταν από το αποτέλεσμα, δεν μπορούσε να συμμετέχει στους εορτασμούς τους. Αποχώρισε ήσυχα και κλείστηκε στο καμαρίνι του. Έβγαλε το πάνω μέρος της στολής του, έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και άναψε τσιγάρο. Είχε μάθει να περνάει μόνος του τόσο τις χαρές, όσο και τις λύπες και δεν σκόπευε να αλλάξει συνήθειες τώρα.

«Το ήξερα ότι θα σε έβρισκα εδώ», άκουσε τη φωνή του Ρόμπερτ που μόλις είχε γύρει την πόρτα του καμαρινιού του διακόπτοντας τον ειρμό των σκέψεών του.

«Πέρασε Ρόμπερτ»

«Δεν ήρθα για να περάσω, αλλά για να βγάλω εσένα έξω παιδί μου. Θα βγούμε όλοι παρέα για να γιορτάσουμε τον Άμλετ σου. Δεν πιστεύω να λείπεις».

«Θα μείνω λίγο ακόμα εδώ και θα φύγω αργότερα για το σπίτι. Δεν ήταν πολύ καλά η Σουζάνα»

Ο Ρόμπερτ ήξερε πως ήταν μια ακόμα δικαιολογία, αλλά δεν τον πίεσε. «Όπως νομίζεις Τέρρυ. Θα σε δω αύριο», είπε και αποχώρησε.

Ο Τέρρυ έμεινε για λίγο ακόμα ξαπλωμένος και σκεφτικός στον καναπέ του. Αν και είχε ξεπεράσει τον εαυτό του απόψε, στο μυαλό του προσπαθούσε να εντοπίσει μικρές λεπτομέρειες που έπρεπε να διορθώσει. Κι αν δεν έβρισκε καμία, θα έπρεπε να βελτιώσει κάποια άλλα κομμάτια. Τους τελευταίους μήνες όλες του οι σκέψεις ήταν επάνω στη βελτίωση των ρόλων του. Ακόμα κι όταν ο Ρόμπερτ του έλεγε ότι δεν υπήρχε κάτι να διορθώσει, εκείνος έψαχνε διαρκώς να βρει ψεγάδια. Ζούσε με την αγωνία ότι κάποια στιγμή δεν θα μπορούσε να βελτιώσει περισσότερο το ρόλο του και πανικοβαλλόταν. Έδιωχνε από το μυαλό του αυτές τις σκέψεις και επικεντρωνόταν στη δουλειά του. Είχε ρίξει όλο του το είναι σε αυτή τη δουλειά.

Σηκώθηκε αργά και ντύθηκε αφοσιωμένος στις σκέψεις του. Έσβησε το φως και κατευθύνθηκε προς την πίσω έξοδο του θεάτρου. Προσπέρασε τις καθαρίστριες και τον επιστάτη που ήταν οι μόνοι εναπομείναντες στο άδειο πια θέατρο. Άνοιξε την πόρτα χαμένος στις σκέψεις του όταν τα απότομα φλας που άστραψαν τον επανέφεραν στην τρομακτική πραγματικότητα.

«Κύριε Γκράχαμ τι έχετε να πείτε για την αποψινή σας επιτυχία;»

«Είναι αλήθεια ότι λείπατε στο εξωτερικό;»

«Που ήσασταν όλον αυτόν τον καιρό;»

«Υπήρξαν διαφωνίες για τα οικονομικά;»

«Θα ακυρωθούν οι υπόλοιπες παραστάσεις;»

Διαφορετικές φωνές και ερωτήσεις που έπεφταν βροχή ηχούσαν στα αυτιά του καθώς κατευθυνόταν βιαστικά στο αυτοκίνητό του χωρίς να απαντάει και χωρίς να δίνει σημασία. Αντιπαθούσε όσο τίποτε άλλο τη δημοσιότητα και αυτοί οι δημοσιογράφοι ένιωθε ότι ήταν η χειρότερη κάστα ανθρώπων. Ένιωθε ότι το απέναντι πεζοδρόμιο απείχε χιλιόμετρα ενώ τα βήματά του ακολουθούσε μια άμορφη μάζα ανθρώπων που ήθελε να τους αποφύγει όσο τίποτε άλλο.

«Αληθεύει ότι την παράσταση παρακολούθησε και ο προκάτοχός σας;»

«Είναι αλήθεια ότι κρυβόσασταν με την ερωμένη σας;»

Ο Τέρρυ ένιωσε το αίμα του να παγώνει στις φλέβες του και αμέσως σταμάτησε τα βήματά του και έστρεψε το βλέμμα του στον άντρα που του έκανε την τελευταία ερώτηση. Τον κοίταξε με μάτια που έκαιγαν από θυμό και τις γροθιές του σφιγμένες.

«Ποιο είναι το όνομά σου;», ρώτησε αυστηρά.

«Τζέφερσον από την NY Post. Λοιπόν αληθεύει;» ρώτησε σαρκαστικά ο δημοσιογράφος.

Ο Τέρρυ χωρίς να απαντήσει κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητό του και έβαλε μπροστά φεύγοντας με ταχύτητα μέσα από το μικρό στενάκι. Ένιωθε τόσο εξοργισμένος που αν τελευταία στιγμή δεν είχε επικρατήσει η λογική θα τον είχε χτυπήσει. Ένιωθε ότι ο ρεπόρτερ αυτός τον ειρωνευόταν με τον χειρότερο τρόπο. Ότι εισέβαλλε στη ζωή του περισσότερο από όσο ο ίδιος σκόπευε ποτέ να επιτρέψει.








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Πεμ Φεβ 09, 2012 3:44 pm


Το φως του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο, φώτιζε το δωμάτιο και το έκανε επώδυνα φωτεινό για τα μάτια της. Τα ένιωθε βαριά και κάθε προσπάθεια να τα ανοίξει ήταν επώδυνη. Τόσο, που αποφάσισε να τα κρατήσει κλειστά. Δεν άργησε να ακούσει τα βήματά του να την πλησιάζουν. Το άρωμά του πλημμύρισε τις αισθήσεις της καθώς έσκυψε από πάνω της και την σκέπασε απαλά. Το σώμα του προστάτης της, μπήκε ανάμεσα σε αυτήν και τις φωτεινές ηλιαχτίδες. Έχοντας νέες δυνάμεις από την παρουσία του, προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της αργά.

Τα όμορφα μάτια του ήταν ριγμένα στις σελίδες ενός βιβλίου. Η μορφή του εντυπωσιακή καθόταν δίπλα της. Αναρωτήθηκε πόσες φορές στο παρελθόν τα μάτια της στάθηκαν για να διαβάσουν τη μορφή του. Περισσότερες από ό,τι θυμόταν. Στο μυαλό της υπήρχε μόνο αυτός. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του, τα δυνατά χέρια του, η καθαρή φωνή του, η επιβλητική κορμοστασιά του.

Πόσες νύχτες δεν ονειρεύτηκε ότι τον είχε στο πλευρό της! Ότι άνοιγε τα μάτια της και τον έβλεπε να κοιμάται ήρεμος δίπλα της. Απομάκρυνε τότε μακριά τις τούφες από το πρόσωπό του και τον κοιτούσε μέχρι να ξυπνήσει και να της χαρίσει ένα ακόμα χαμόγελό του. Πόσες νύχτες δεν ονειρεύτηκε τον έρωτά του! Πόσες νύχτες δεν κράτησε στα χέρια της τα αγέννητα παιδιά του! Ονειρεύτηκε να ζήσει μια ζωή μαζί του. Μα έμειναν όλα ένα όνειρο. Δεν πρόλαβε ποτέ να τον κερδίσει και να ζήσει δίπλα του, αλλά τώρα που όλα τέλειωναν, τώρα ένιωθε τουλάχιστον χαρούμενη ότι έζησε όσο είχε για να ζήσει κοντά του.

Τα χέρια του έκλεισαν το βιβλίο και τα μάτια του σηκώθηκαν αργά για να συναντήσουν τα δικά της. Από το μυαλό της πέρασαν όλες οι σκηνές της κοινής τους ζωής μέσα από το βλέμμα του. Αν έπρεπε να αλλάξει κάτι, αν έπρεπε να κάνει κάτι αλλιώς, δεν θα το έκανε. Δεν μετάνιωνε στιγμή για όσα έγιναν και όσα έδωσε για να είναι μαζί του. Γιατί ήταν όλα αυτά που τον έφερναν τώρα δίπλα της να της κρύβει το φως που της πλήγωνε τα μάτια. Να της δίνει ελπίδα ακόμα και αυτή τη στιγμή.

Η Σουζάνα προσπάθησε να του μιλήσει, αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν πια από το στόμα της. Όση δύναμη κι αν έβαζε τα χείλη της έμοιαζαν σφραγισμένα. Ο Τέρρυ έσκυψε και ακούμπησε τα χείλη του στο κούτελό της.

«Μην κουράζεσαι Σουζάνα» ακούστηκε απαλά η φωνή του.

Στο άκουσμά της ένιωσε ένα σκίρτημα στην καρδιά της. Έκλεισε τα μάτια της και κύλησε ένα δάκρυ. Ναι! Δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα!




«Μη συνεχίζεις Άλμπερτ», τον διέκοψε η Κάντυ. Πέρασε απαλά τα δάχτυλά της και χάιδεψε το απαλό γρασίδι που βρισκόταν γύρω της. Με μάτια χαμένα κοίταξε μακριά και χάθηκε στο τόσο γνώριμο τοπίο από τον αγαπημένο της λόφο. «Εσύ δεν μου είχες πει ότι ήθελες πάντα να είμαι ευτυχισμένη; Αυτό δεν θα’θελες ακόμα και τώρα για μένα;»

Ο Άλμπερτ παρατήρησε το χαμένο βλέμμα της. Πόνος κρυβόταν πίσω του και ο πόνος ήταν το τελευταίο που ήθελε να βλέπει στα μάτια της. «Μα και το ρωτάς μικρή μου;» απάντησε τρυφερά χαϊδεύοντας απαλά τις ξανθιές μακριές μπούκλες που έπεφταν στην πλάτη της.

«Τότε μην ξανανοίξεις μια τέτοια συζήτηση μαζί μου. Είμαι ευτυχισμένη εδώ και κάθε μέρα που περνάει νιώθω πιο χρήσιμη. Πιο δημιουργική. Πιο χαρούμενη... Δεν νιώθω...»

«Μόνη;»

«Ναι... Δεν νιώθω μόνη. Εδώ είναι οι φίλοι μου και ο κόσμος μου και εδώ θέλω να μείνω», είπε αποφασιστικά η Κάντυ.

«Δείχνεις πράγματι τόσο ευτυχισμένη ανάμεσα στα παιδιά! Δεν θα ήθελες να κάνεις κάποια μέρα και δικά σου παιδιά Κάντυ;»

«Μπορεί κάποτε να ήθελα. Αλλά... Κάποτε ήταν κάποτε... Τώρα είναι τώρα. Είμαι ευτυχισμένη δίνοντας την αγάπη μου και το χρόνο μου σε πολλά παιδιά και παρηγορώντας αρρώστους που με χρειάζονται. Αυτός ο κόσμος είναι η ευτυχία μου πια Άλμπερτ! Εσύ περισσότερο από όλους θα έπρεπε να το καταλαβαίνεις αυτό»

Ο Άλμπερτ την κοίταξε για μια ακόμη φορά εξεταστικά. Αλήθεια, πότε έπαψε στο πρόσωπό της να βλέπει μια νεαρή ατίθαση κοπελίτσα και άρχισε να βλέπει μια ώριμη και δυναμική γυναίκα; Σπάνια έσβηνε το χαμόγελο από τα χείλη της, αλλά όταν αυτό συνέβαινε ξαφνικά χανόταν όλη η ανέμελη εικόνα της και τη θέση της έπαιρνε μια γυναίκα που είχε χαράξει τη ζωή της και που αγωνιζόταν καθημερινά για την ευημερία και την καλή υγεία των γύρω της.

Έφερε στο νου του εικόνες μακρινές. Όταν την είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό στο ποτάμι στο Λέικγουντ ή όταν τη συνάντησε τυχαία κάποιο βράδυ γύρω από την κακόφημη γειτονιά με τα μπαρ στο Λονδίνο και του φαινόταν σαν χθες. Την κοίταξε ακόμα μια φορά πιο προσεχτικά και είδε στα χαρακτηριστικά της θολή και σβησμένη την εικόνα της αγαπημένης του αδερφής. Αχνογέλασε στην ανάμνηση και άφησε το σώμα του να ξαπλώσει πλήρως στο γρασίδι. Πόσο πολύ είχε μεγαλώσει πια αυτό το πλασματάκι! Πόσα λίγα πια πέρναγαν από τα χέρια του ως προς τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να επηρεάσει τη ζωή της...




Η Κάρεν έτρεχε στους στενούς διαδρόμους του θεάτρου με τη φρίκη ζωγραφισμένη στο έντονα βαμμένο πρόσωπό της. Το πλούσιο φόρεμά της πιανόταν στα διάφορα εμπόδια που έβρισκε στο πέρασμά της εκνευρίζοντάς την ακόμα περισσότερο. Ο κόσμος που περιφερόταν στα παρασκήνια του θεάτρου την καθυστερούσε και της φάνηκε πιο μακρινό από ποτέ το καμαρίνι του Ρόμπερτ.

Ο Ρόμπερτ πετάχτηκε από την καρέκλα του τρομαγμένος μόλις είδε την Κάρεν να ορμάει μέσα λαχανιασμένη χωρίς να χτυπήσει καν την πόρτα.

«Κάρεν!»

«Ο Τέρρυ είναι μεθυσμένος!», φώναξε χωρίς να πλατειάζει η Κάρεν.

Τα μάτια του Ρόμπερτ άνοιξαν διάπλατα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα έτρεξε προς το καμαρίνι του Τέρρυ με την Κάρεν να ακολουθεί, μαζεύοντας το φόρεμά της καθώς καταριόταν σε όλη τη διαδρομή. Ο Ρόμπερτ αρνιόταν να το πιστέψει. Ο Τέρρυ είχε χρόνια που ήταν πλήρως νηφάλιος. Είχε επανέλθει από τη μαύρη εκείνη τρύπα που τον είχε ρουφήξει στο παρελθόν και είχε γίνει πιο τυπικός και από τον ίδιο. Του ήταν αδύνατον να διανοηθεί την πιθανότητα να ξαναδεί τον Τέρρυ να κατρακυλάει από το ποτό.

Μπήκε στο καμαρίνι του Τέρρυ αντιγράφοντας τον τρόπο που είχε εισβάλει η Κάρεν πριν λίγο στο δικό του. Είδε τον Τέρρυ ντυμένο με τη στολή του Ρωμαίου να κάθεται στην καρέκλα του με ριγμένο το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι. Δίπλα του πεσμένο ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι.

«Τέρρυ!» φώναξε και άρχισε να τον ταρακουνάει από τους ώμους. «Τέρρυ σύνελθε. Σε λιγότερο από μια ώρα ξεκινάει η παράσταση».

Ο Τέρρυ προσπαθούσε να εστιάσει το βλέμμα του στον Ρόμπερτ, αλλά δεν τα κατάφερνε. «Έλα τώρα Ρόμπερτ!», ψέλλισε. «Ποιος θέλει να το παίξει Ρωμαίος σε αυτή την καταραμένη πόλη;»

«Τέρρυ τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που λες; Εσύ τρεκλίζεις! Πως θα ανέβεις στη σκηνή σε αυτά τα χάλια;»

«Ποια σκηνή; Ποια χάλια; Να τους στείλεις όλους σπίτι τους», απαίτησε ο Τέρρυ μεθυσμένος.

«Τέρρυ σύνελθε, με ακούς;» φώναξε ο Ρόμπερτ και τον κατέβρεξε με ένα μισοάδειο ποτήρι νερό που βρήκε δίπλα του.

Ο Τέρρυ τρόμαξε από το παγωμένο υγρό, αλλά μετά από λίγο επανήλθε στον μεθυσμένο εαυτό του. «Έχει και υγρασία! Ποιος θέλει να κάνει τον Ρωμαίο σε μια πόλη γεμάτη υγρασία; Μέχρι και η φθονερή σελήνη θα πούντιαζε», χαζογέλασε ο Τέρρυ.

Ο Ρόμπερτ γύρισε στην Κάρεν που κοιτούσε τον μεθυσμένο συμπρωταγωνιστή της χαμένη. «Κάρεν ειδοποίησε για την καθυστέρηση της παράστασης λόγω τεχνικών προβλημάτων. Θα βγούμε σε δυο ώρες από τώρα. Προσπάθησε να κρατήσεις εσύ η ίδια παρέα στον Δήμαρχο του Σικάγο και τη σύζυγό του και αγνόησε τους υπόλοιπους. Να ετοιμαστούν όλοι. Εγώ θα μείνω με τον Τέρρυ. Κατάλαβες; Φύγε τώρα!»

Η Κάρεν τον κοίταξε σαστισμένη και ψέλλισε μια θετική απάντηση ακολουθώντας τις οδηγίες του και κλείνοντας καλά την πόρτα πίσω της.

Ο Ρόμπερτ έμεινε να κοιτάζει τον Τέρρυ με θλίψη και θυμό. «Τέρρυ θα συνέλθεις επιτέλους;» τον ταρακούνησε ακόμα μια φορά, αλλά δεν έδειχνε να έχει αποτέλεσμα. Κοιτάζοντάς τον σε αυτά τα χάλια θυμήθηκε και πάλι την κατάσταση του Τέρρυ χρόνια πριν και αρνιόταν πεισματικά να τον αφήσει να ξεπέσει. Με βαριά καρδιά, έσφιξε τη γροθιά του και την προσγείωσε με δύναμη στο πρόσωπο του ηθοποιού.

Ο Τέρρυ σωριάστηκε στο πάτωμα και έμεινε εκεί νιώθοντας ένα μικρό ρυάκι αίμα να κυλάει από τα χείλη του. Τα μάτια του βούρκωσαν και ο πόνος επανέφερε μέρος από τη λογική του. Έμεινε εκεί και κουλουριάστηκε. Ο Ρόμπερτ τον κοιτούσε σαστισμένος.

«Είμαι καλύτερα τώρα Ρόμπερτ», είπε ψιθυριστά μετά από λίγο.

«Τέρρυ παιδί μου, μίλα μου. Τι σου συμβαίνει;» ρώτησε ο σκηνοθέτης κι έκατσε στο πάτωμα δίπλα του. «Συμβαίνει κάτι στη Σουζάνα; Ξέρω πως η υγεία της είναι πολύ κλονισμένη τελευταία».

Ο Τέρρυ σκέπασε με τις παλάμες του το πρόσωπό του και γέλασε δυνατά.

«Η Σουζάνα! Η Σουζάνα...» επανέλαβε. «Δεν φταίει σε τίποτα η Σουζάνα Ρόμπερτ! Ναι! Δεν είναι καλά στην υγεία της τελευταία, αλλά εκείνη δεν φταίει σε τίποτα. Εγώ δεν ήθελα να παίξω σήμερα. Δεν ήθελα να βγω στη σκηνή. Δεν ήθελα να είμαι ο Ρωμαίος. Δεν ήθελα να δω την Ιουλιέτα. Δεν ήθελα να ακούσω χειροκροτήματα και επευφημίες. Δεν ήθελα να είμαι σε αυτή την καταραμένη πόλη», η φωνή του αλλοιωμένη κάλυπτε τα πάντα στο μικρό δωμάτιο.

Ο Ρόμπερτ τον παρακολουθούσε σιωπηλός προσπαθώντας να διαβάσει τις αντιδράσεις στο πρόσωπό του. Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει τι σκεφτόταν αυτό το παιδί.

«Βοήθησέ με να σηκωθώ Ρόμπερτ. Πάω να κάνω ένα μπάνιο να συνέλθω» ζήτησε χαμηλόφωνα ο Τέρρυ.

«Είσαι καλά παιδί μου;», ρώτησε ανήσυχα ο Ρόμπερτ.

«Θα είμαι σε λίγη ώρα», τον καθησύχασε.

«Τέρρυ, μια παράσταση είναι. Αύριο θα έχουμε φύγει. Θέλεις να ακυρώσουμε την αυριανή περιοδεία;»

«Όχι Ρόμπερτ. Απλά με πνίγει αυτή η πόλη. Σε λίγο θα είμαι μια χαρά».

Ο Τέρρυ σηκώθηκε και κοιτάχθηκε στον καθρέφτη. Ένα ειρωνικό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του.

«Μάλλον θα μου χρειαστεί πολύ ώρα να μετατρέψω αυτή την αγριόφατσα σε Ρωμαίο!»

Ο Ρόμπερτ έβλεπε τον πόνο να ξεχειλίζει από τα μάτια του Τέρρυ, αλλά δεν μπορούσε να τον ρωτήσει περισσότερα.

«Θα περάσω σε λίγο να σε δω», του είπε ο Ρόμπερτ ανοίγοντας την πόρτα του καμαρινιού.

«Θα είμαι μια χαρά Ρόμπερτ! Δεν χρειάζεται να ανησυχείς άλλο», τον διαβεβαίωσε ο Τέρρυ, ακόμα ζαλισμένος.

Ο Τέρρυ ετοιμάστηκε να μπει στο μπάνιο. Είχε τόση ανάγκη να νιώσει το παγωμένο νερό να κυλά επάνω του! Να νιώσει το νερό να παίρνει μαζί του και όλα όσα βασάνιζαν το μυαλό του και δε τον άφηναν στην ησυχία του. Δεν άφηναν την ψυχή του να βρει γαλήνη και το μυαλό του να ξεχάσει. Άφησε το νερό να τρέχει επάνω του χωρίς να μπορεί να υπολογίσει πια την ώρα.




Τα νέα διείσδυσαν στο κεφάλι της σαν δηλητήριο. Ένιωσε την όρασή της να θολώνει από τα δάκρυα που λίμναζαν στα μάτια της. Το μυαλό της μούδιασε και καμιά της σκέψη δεν είχε πια λογική ή συνοχή. Τα πόδια της και τα χέρια της αδύναμα, καθώς ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν.

«Όχι», κατάφερε να ψελλίσει ενώ από τα χέρια της έπεσε η εφημερίδα και τα φύλλα της βρέθηκαν διάσκορπα στο πάτωμα.

Ο Άλμπερτ, που με αγωνία τόση ώρα προσπαθούσε να διαβάσει τις αντιδράσεις της Κάντυ, την πλησίασε γρήγορα προσφέροντας το σώμα του για στήριγμα. Τη βοήθησε να κάτσει στον καναπέ και έκατσε δίπλα της κρατώντας τα χέρια της μέσα στα δικά του.

«Όχι» ψέλλισε για μια ακόμη φορά η Κάντυ κοιτώντας τον στα μάτια, ψάχνοντας απεγνωσμένα για απαντήσεις στο ανήσυχο πρόσωπό του. Αυτό που πάντα ήταν εκεί γι’αυτήν και είχε μια λύση σε όλα της τα προβλήματα. Αλλά απόψε δεν έβλεπε τίποτα τέτοιο. «Δεν μπορεί...», ψέλλισε και όλα επάνω της μαρτυρούσαν τη δυσκολία της να πιστέψει αυτό που μόλις είχε διαβάσει.

«Προσπάθησε να ηρεμήσεις Κάντυ...», τη συμβούλεψε στοργικά ο Άλμπερτ.

«Τέρρυ...», ξέφυγε το όνομά του από τα χείλη της. Ένα όνομα που ήταν σε κάθε της σκέψη, σε κάθε μικρή ή μεγάλη στιγμή της ζωής της, σε κάθε γωνιά του μυαλού της, αλλά που τον ήχο του είχε να ακούσει χρόνια!

«Τέρρυ...» ψέλλισε ξανά με φωνή γεμάτη πόνο. Με μάτια γεμάτα δάκρυα και αγωνία, γύρισε το κεφάλι της προς το πάτωμα και είδε τυπωμένη στην εφημερίδα τη φωτογραφία της Σουζάνα ενώ από πάνω της απλωνόταν ο μακάβριος τίτλος με έντονα γράμματα 'Έσβησε χτες ένα αστέρι'.

Με όση δύναμη είχε, σηκώθηκε και πλησίασε τα χάρτινα φύλλα, γονάτισε στο πάτωμα και προσπάθησε να τα ξανασυναρμολογήσει. Με δάκρυα στα μάτια διάβασε το κείμενο ξανά... Κι όμως ήταν αλήθεια. Η Σουζάνα είχε φύγει από τη ζωή. Τόσο νέα! Τόσο άδικα! Και ξαφνικά μια ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό της. Όλα έγιναν μάταια. Όλα έγιναν χωρίς λόγο. Όλα χάθηκαν αναίτια. Η ιδέα της τόσης μοναξιάς της χωρίς αυτόν που τόσο λαχταρούσε η καρδιά της, χωρίς κανένα αποτέλεσμα θόλωσε ακόμα περισσότερο το μυαλό της και η καρδιά της πια πονούσε. Πονούσε τόσο πολύ που ένιωσε ότι δεν άντεχε άλλο αυτό τον πόνο. Πνιγόταν νιώθοντας τον αέρα στο δωμάτιο λιγοστό. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει και ξαφνικά την ησυχία του δωματίου έσπασε ένας μακρόσυρτος, οξύς, διαπεραστικός ήχος και στο δωμάτιο σύντομα αντηχούσε το όνομά του, χαμένο ανάμεσα στα αναφιλητά της.

Η Αδερφή Μαρία σταμάτησε την κυρία Πόνυ κρατώντας τη δυνατά από το χέρι ώστε να μην πάει στο διπλανό δωμάτιο. «Αφήστε την μόνη με τον κύριο Άρντλευ κυρία Πόνυ. Δεν χρειάζεται πολύ κόσμο αυτή τη στιγμή».

Ωστόσο εκείνη η κραυγή, ξεχυνόταν ασυγκράτητη σκεπάζοντας κάθε άλλο ήχο.



ΤΕΛΟΣ Α ΜΕΡΟΥΣ







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Φεβ 10, 2012 9:54 am



Μέρος Δεύτερο


«Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια στο γράμμα σας.
Εγώ θα έπρεπε να σας γράψω για να σας ευχαριστήσω.
Ζήσαμε πολύ άνετα στο σπίτι της Μανώλια εγώ και ο Άλμπερτ»


Η Γκλόρια δίπλωσε το χαρτί και το τοποθέτησε και πάλι στο συρτάρι.

«Μα που στην ευχή είναι ο φάκελος;» μονολόγησε ανακατεύοντας τα λίγα χαρτιά του συρταριού.

Ο κύριος Μπάνντογκ μάταια προσπαθούσε να αγνοήσει τις κινήσεις της συζύγου του. Μετά από τόση ώρα και τόση φασαρία ήξερε πια ότι έπρεπε να δείξει ενδιαφέρον. Βαριεστημένα και χωρίς να πάρει τα μάτια του από την εφημερίδα του της απευθύνθηκε αδιάφορα: «Ψάχνεις κάτι;»

«Δεν μπορώ να βρω πουθενά το φάκελο από το γράμμα της Κάντυ», απάντησε χωρίς καθυστερήσεις η κυρία Γκλόρια.

«Λυπάμαι. Δεν τον έχω δει».

«Μα δεν μπορεί. Θα πρέπει να είναι κάπου εδώ μέσα» συνέχισε ψάχνοντας και ανακατεύοντας και τα υπόλοιπα συρτάρια του γραφείου.

Ο κύριος Μπάντογκ ξεφύσησε: «Προς τι η αναγκαιότητα αγαπητή μου; Η Κάντυ έχει χρόνια που δεν μένει πια στα διαμερίσματά μας»

«Μα έχει έρθει ένα γράμμα από τη Νέα Υόρκη για εκείνη και θέλω να της το ταχυδρομήσω».

Ο κύριος Μπάντογκ γύρισε σελίδα στην εφημερίδα του: «Μην ανησυχείς! Είμαι σίγουρος ότι θα επικοινωνήσει εκείνη και πάλι μαζί σου».

Η σύζυγος τον κοίταξε διστακτικά: «Έχεις δίκιο. Θα περιμένω να επικοινωνήσει μαζί μου», είπε κλείνοντας το φάκελο στο συρτάρι του γραφείου.

Ανακουφισμένος από την ησυχία που απλώθηκε στο δωμάτιο, ο κύριος Μπάντογκ επέστρεψε στο διάβασμά του.




Το ρυθμικό κούνημα του τρένου που ταξίδευε πάνω στις ράγες, χαλάρωνε τον Τέρρυ και τον ξεκούραζε περισσότερο από τον βραδινό του ύπνο. Σήκωσε τα μάτια από το βιβλίο του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Θα έπρεπε να βρίσκονταν στα μισά της διαδρομής γιατί είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. Η ματιά του απλώθηκε στην πεδιάδα που διέσχιζαν. Το νωπό σκούρο πράσινο χρώμα του εδάφους του θύμιζε πάντα τη Σκωτία. Απολάμβανε την ησυχία του κουπέ του. Πάντα φρόντιζε να κλείνει μόνος του ένα κουπέ όταν ταξίδευε με τον θίασο για να αποφεύγει τους φλύαρους συναδέλφους του. Μια πολυτέλεια που όφειλε στον εαυτό του. Μια πολυτέλεια που μπορούσε πια άνετα να παρέχει στον εαυτό του.

Ακούμπησε το κεφάλι του στο τζάμι και η σκέψη του ταξίδεψε μακριά. Έκλεισε τα μάτια και το χαμόγελό της φώτισε τη σκέψη του. «Που να βρίσκεται άραγε;» αναρωτήθηκε για ποια; Χιλιοστή ή εκατομμυριοστή φορά; Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το θάνατο της Σουζάνα και η ιδέα να πάει να τη βρει τον φλέρταρε βασανιστικά. Δεν ήξερε τι να πει ή τι να κάνει. Μα ο κυριότερος φόβος του ήταν να αντιμετωπίσει την απόρριψή της. Έμεινε ξάγρυπνος αρκετές νύχτες ώστε να φανταστεί όλα τα πιθανά σενάρια. Από τη μία δεν είχε δικαίωμα να μπει ξανά στη ζωή της. Από την άλλη δεν είχε ζωή αν δεν αποκτούσε ξανά αυτό το δικαίωμα. Τόσα χρόνια η Σουζάνα σταμάταγε το δρόμο τους. Μα τώρα πια αυτή είχε φύγει και τελικά τι ήταν αυτό που τον κράταγε μακριά της; Τα δικά του συναισθήματα δεν είχαν αλλάξει καθόλου. Τα δικά της όμως; Να τον θυμόταν άραγε ακόμα ή να είχε φτιάξει τη ζωή της; Και που να ζούσε; Αναθεμάτισε για μια ακόμη φορά την τύχη του που δεν κατάφερε να κρατήσει επαφές με εκείνη την τρελοπαρέα της, αλλά από την άλλη πάλι, πως θα μπορούσε;

Άνοιξε τα μάτια του αργά. Η ανάσα του είχε σχηματίσει ένα θολό σύννεφο στο τζάμι του παραθύρου. Σήκωσε το δάχτυλό του απαλά και χάραξε ένα C. Βιάστηκε να το σβήσει ένοχα περνώντας το χέρι του από πάνω αλλά σάστισε. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να νιώθει ένοχα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην μπορεί να το γράψει. Όποιος λόγος κράταγε εφτασφράγιστα κλεισμένο το όνομά της στη σκέψη του, είχε πια εξαφανιστεί.

Πλησίασε και πάλι το τζάμι και φύσηξε την καυτή του ανάσα πάνω σε αυτό. Στο νέο συννεφάκι που δημιουργήθηκε χάραξε δειλά με το δάχτυλό του ένα C και δίπλα του ένα μικρότερο Τ. Ένιωσε κάτω από το παγωμένο του δάχτυλο, ανάλαφρος σαν μαθητής. Σαν να μην είχε κανένα βάρος στο μυαλό του και στην καρδιά του. Σαν να βρισκόταν στο κολέγιο του Αγίου Παύλου να την κοιτάζει από ψιλά να φοράει την στολή της Ιουλιέτας ένα ζεστό ανοιξιάτικο απόγευμα.

Τραβήχτηκε πιο μακριά και κοίταξε τα δυο αυτά γράμματα. Ένιωσε ότι το C είχε απλωθεί και είχε κλείσει μέσα του το Τ. Ένα αχνό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του και μια γλυκιά αίσθηση πλημμύρισε το μυαλό του. Κοίταξε ευθεία μπροστά του την άδεια θέση του βαγονιού, ενώ ένιωθε την παγωνιά του παραθύρου να καίει τα μάγουλά του που ξαφνικά είχαν αναπτύξει μια περίεργα μεγάλη θερμοκρασία. Ένιωθε το αίμα να τρέχει γρήγορα στις φλέβες του και την καρδιά του να χτυπάει πιο δυνατά. Ο ήχος του τρένου είχε δυναμώσει και όλα γύρω έμοιαζαν πιο έντονα.

Τη σκέψη του διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα του κουπέ από τον Ρόμπερτ. Έκανε νόημα στον σκηνοθέτη του από το γυάλινο τζάμι της πόρτας να περάσει. Γύρισε και κοίταξε δίπλα του τα δυο γράμματα. Δεν υπήρχε λόγος να τα σβήσει από το τζάμι. Δεν υπήρχε πια κανένας λόγος.




Με τα μάτια κόκκινα από το ξενύχτι και την ανάσα βαριά από το τσιγάρο, τα βήματά του τον έφεραν μπροστά από το γραμματοκιβώτιο. Οι πρωινές αχτίνες του ήλιου έκαναν τα μάτια του να τσούζουν ακόμα περισσότερο. Έβγαλε τον φάκελο από την τσέπη του και τον κοίταξε. Είχε περάσει όλη τη νύχτα μέχρι να αποφασίσει τι θα έγραφε. Άλλαξε σκέψεις πολλές, αλλά μόλις τελικά πήρε πριν λίγη ώρα την πένα στα χέρια του, έγραψε μόνο λίγες γραμμές. Και αυτές ήταν αρκετές. Δεν είχε περισσότερα από αυτά να πει άλλωστε. Όταν θα έφευγε αυτό το γράμμα από τα χέρια του θα περίμενε μια απάντηση που θα καθόριζε ολόκληρη τη ζωή του. Το πριν του, το μετά του αλλά και το για πάντα του.

Έσπρωξε απαλά το γράμμα στη σχισμή του γραμματοκιβώτιου αλλά αμέσως το τράβηξε απότομα προς το μέρος του. Διάβασε για μια ακόμη φορά τις διευθύνσεις για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε γράψει κάποια λάθος. Όχι! Οι διευθύνσεις ήταν σωστές. Γύρισε και έλεγξε αν ο φάκελος ήταν καλά κλεισμένος. Και πράγματι ήταν πολύ καλά κλεισμένος. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαναπλησίασε το γράμμα στη σχισμή του γραμματοκιβώτιου πιο τολμηρά. Το έσπρωξε απαλά και ένοιωσε το θόρυβο που έκανε καθώς έπεφτε μέσα, να πιέζει το στήθος του. Κοίταξε για λίγο το κουτί και προσπάθησε να βεβαιώσει τον εαυτό του ότι είχε ελέγξει καλά τις διευθύνσεις.

Γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Τώρα πια απλά έπρεπε να περιμένει.




Ο χώρος μύριζε φρεσκοαλεσμένο καφέ. Η φασαρία των ανθρώπων που μιλούσαν και γελούσαν τριγύρω του, άρχισε σύντομα να μην τον ενοχλεί. Κάθισε σε ένα τραπέζι στην πίσω γωνία του μαγαζιού κοιτώντας ακριβώς την πόρτα. Γύριζε απότομα το κεφάλι του προς τα εκεί κάθε φορά που ακουγόταν το καμπανάκι που παρέσυρε με το άνοιγμά της κάθε πελάτης καθώς έμπαινε. Μετά γύριζε απογοητευμένος προς το παράθυρο κοιτάζοντας έξω τους ανθρώπους να περνάνε βιαστικοί. Ήταν ακόμα νωρίς, αλλά ούτε και ο ίδιος μπορούσε να πει για ποιον λόγο βρέθηκε εκεί νωρίτερα. Πίσω από το τζάμι που τον χώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο, παρατηρούσε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι περπατούσαν. Άλλοι αργά και άλλοι βιαστικά. Κύριοι με τα μακριά παλτά τους, κυρίες με τα χρωματιστά καπέλα τους. Κάποιο ζευγάρι συναντήθηκε ακριβώς μπροστά του με κάποιον γνωστό. Σταμάτησαν να μιλήσουν κρύβοντάς του τον υπόλοιπο κόσμο που πέρναγε πίσω τους.

Το καμπανάκι τον έβγαλε για μια ακόμη φορά από τις σκέψεις του κάνοντάς τον να γυρίσει απότομα και πάλι το κεφάλι του προς την πόρτα. Επιστρέφοντας και πάλι προς το παράθυρο, κοίταξε το γεμάτο φλιτζάνι με τον καφέ. Έμοιαζε πια παγωμένος, αλλά δεν τον ενδιέφερε ούτως ή άλλως. Με την άκρη του ματιού του είδε τις πρώτες ψιλές σταγόνες βροχής να πέφτουν στο τζάμι. Ο κόσμος που μέχρι πριν λίγο περπατούσε αργά, επιτάχυνε τους ρυθμούς του. Σύντομα η βροχή δυνάμωνε και ο κόσμος άρχισε να περνάει κρυμμένος κάτω από ανοιχτές ομπρέλες. Κάποιοι καλύπτονταν ανασηκώνοντας τα παλτά τους και έτρεχαν σπρώχνοντας κάποιους άλλους.

Σκέφτηκε να βγει στη βροχή και να τη νιώσει να χτυπάει το πρόσωπό του. Σκέφτηκε να αφήσει τη βροχή να πάρει από πάνω του όλες τις ημέρες αγωνίας που πέρασε κοιτάζοντας καθημερινά το γραμματοκιβώτιό του. Την απογοήτευση που ένιωθε όταν το έβλεπε άδειο και αργότερα, τα βράδια, τον πόνο που κάρφωνε σαν μαχαίρι το στήθος του στην ιδέα πως δεν θα λάβει ποτέ μια απάντηση. Τιμωρούσε εκείνες τις στιγμές τον εαυτό του κατηγορώντας τον πως δεν άξιζε την απάντησή της. Δεν άξιζε ούτε τη ζεστασιά της που απλώθηκε κάποτε και αγκάλιασε την παγωμένη ψυχή του. Ό,τι πιο όμορφο, αγνό και τρυφερό της το ανταπέδωσε με δάκρυα, πόνο και χωρισμό. Ξημέρωναν εκείνες οι νύχτες και τον έβρισκαν καταρρακωμένο να αναζητάει παρηγοριά στο μαξιλάρι του. Μέχρι την άλλη μέρα που επαναλάμβανε την ίδια τιμωρία, προσπαθώντας έτσι να λυτρωθεί.

Κι όταν μια μέρα, μετά από καιρό, το γραμματοκιβώτιο δεν ήταν άδειο, άρχισε να αναρωτιέται αν στα αλήθεια άξιζε την απάντησή της.

«Θέλω να σε δω» έγραφε μόνο το χαρτί και όλοι οι φιλόλογοι θα απορούσαν για ποιο λόγο δεν χώραγε ο νους του για μέρες ολόκληρες, τέσσερις μόνο λέξεις. Κι εκείνος έκανε ό,τι θεωρούσε καλύτερο. Έκλεισε για δεύτερη φορά ένα εισιτήριο σε έναν φάκελο και της το έστειλε. Τι περίμενε από εκείνη; Τι ήθελε πραγματικά από αυτήν; Πως υπολόγιζε ότι θα τελειώσει η συνάντησή τους; Πόσα χρόνια αργότερα και τι ήθελε πια από εκείνη;

Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα εισιτήριο για Σικάγο. Το κοίταξε με μάτια θλιμμένα αλλά και θυμωμένα. Έκλεισε απότομα τη γροθιά του, αλλά σταμάτησε. Ήθελε να το σκίσει. Να το κάνει χίλια κομμάτια, να μην χρειαστεί να της το δώσει ποτέ. Αλλά όφειλε να μπορεί να της το προσφέρει και να δεχτεί ό,τι είχε απόψε να του πει. Κοίταξε και ξαναδιάβασε προσεκτικά ό,τι αναγραφόταν πάνω σε αυτό και σε λίγο το έκρυψε στην τσέπη του. Αυτή τη στιγμή παρακαλούσε μόνο να μπορέσει απόψε να το σκίσει.

Το καμπανάκι διέκοψε για μια ακόμη φορά τη σκέψη του, αλλά τα μάτια του αυτή τη φορά έμειναν καρφωμένα στην πόρτα. Η καλλίγραμμη φιγούρα της στεκόταν μπροστά του. Τα μαλλιά της ήταν λυτά στους ώμους της και το πρόσωπό της είχε ωριμάσει. Μα τι περίμενε; Να την δει ακόμα κοριτσάκι με κοτσίδες; Τι ανόητος! Ήταν ακόμα ομορφότερη από ό,τι θυμόταν. Την παρακολουθούσε να κλείνει με προσεκτικές κινήσεις την ομπρέλα της και να την τοποθετεί στην υποδοχή δίπλα από την πόρτα. Τα μάτια της έλαμψαν καθώς τα σήκωσε και κοίταξε ερευνητικά το χώρο. Αυτός σηκώθηκε όρθιος αλλά δεν κουνήθηκε από το τραπέζι. Η ματιά της έπεσε αμέσως στον όρθιο νεαρό που στεκόταν μόλις μερικά βήματα μακριά της.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Φεβ 14, 2012 3:06 pm


Η Κάντυ δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το μικρό πλεχτό παπουτσάκι που κρατούσε στα χέρια της. Το κοίταζε και μελετούσε κάθε γαλάζιο και κίτρινο πόντο που ήταν πλεγμένος, παρατηρώντας μάλιστα προβληματισμένη ένα λάθος που είχε κάνει στο πλέξιμο το οποίο δεν είχε αντιληφθεί νωρίτερα.

Η Άννυ μπήκε στο σαλόνι κρατώντας το μικρό Άντονυ στα χέρια της και παίζοντας με την μικροσκοπική μύτη του, κάνοντάς τον να χαμογελάει και να αποκαλύπτει το χωρίς ίχνος δοντιού μικρό στοματάκι του. Πλησίασε τον καναπέ που καθόταν η φίλη της και ξάπλωσε απαλά το μωρό ανάμεσά τους.

«Μεγάλωσε κι άλλο...» αναφώνησε έκπληκτη η Κάντυ.

«Μεγαλώνει κάθε μέρα» απάντησε η Άννυ και πήρε από τα χέρια της φίλης της τα μικροσκοπικά παπουτσάκια για να τα φορέσει στο μωρό.

Η Κάντυ φούσκωνε από υπερηφάνεια βλέποντας τον κόπο της να αγκαλιάζει τα ποδαράκια του μωρού. «Μου αρέσουν πολύ», δήλωσε υπερήφανα.

«Κι εμένα, αλλά θέλω να σε ρωτήσω κάτι τώρα που είμαστε ακόμα μόνες μας», σχολίασε σοβαρά η Άννυ.

«Τι συμβαίνει Άννυ;» ρώτησε ανήσυχα η Κάντυ αλλάζοντας πλήρως το χαρούμενο ύφος της.

«Διάβασες μήπως τις εφημερίδες της προηγούμενης εβδομάδας;»

«Ναι τις είδα. Αν θες να μου μιλήσεις για τον Τέρρυ, δεν χρειάζεται να περιμένεις να γίνει πρωτοσέλιδο η καινούργια του παράσταση για να το κάνεις», απάντησε η Κάντυ με εύθυμο τόνο, όμως στα μάτια της είχε απλωθεί ένα μαύρο σύννεφο που κινούνταν γρήγορα και απειλητικά κρύβοντας από πίσω του καταιγίδες και αστραπές.

«Ωραία λοιπόν Κάντυ. Ξέρω πολύ καλά ότι έχεις ακόμα στην καρδιά σου τον Τέρρυ όπως και ότι η Σουζάνα έχει πια πάνω από χρόνο που πέθανε. Γιατί δεν πας να τον βρεις;» ρώτησε αποφασιστικά η Άννυ σχεδόν με μια ανάσα. Ετοιμαζόταν μέρες για να θίξει το θέμα στη φίλη της όταν θα επισκεπτόταν την πόλη για να τους δει, αλλά μόλις η Κάντυ την ενθάρρυνε, αποφάσισε να της μιλήσει ανοιχτά χωρίς υπεκφυγές. Είχαν πια προ πολλού ξεπεράσει αυτό το στάδιο.

Η ευθύτητα της Άννυ ξάφνιασε την Κάντυ, αλλά η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είχε απαντηθεί πολλές φορές από την ίδια. Καθημερινά ερχόταν εδώ και ένα χρόνο στο μυαλό της και την παρενοχλούσε τις ώρες που προσπαθούσε να μείνει λίγο ήσυχη. «Πως θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο Άννυ; Με τον Τέρρυ χωρίσαμε πολλά χρόνια πριν. Αυτός συνέχισε τη ζωή του με την Σουζάνα. Κι όταν έφυγε η Σουζάνα, είμαι σίγουρη ότι θα συνέχισε με κάποια άλλη.»

«Πως μπορείς να το λες αυτό;» διέκοψε η Άννυ.

«Μα αν δεν ήταν έτσι, θα είχε επικοινωνήσει εκείνος μαζί μου Άννυ. Έτσι δεν είναι;» η φωνή της έβγαινε πνιχτή και πικραμένη.

«Κι αν διστάζει Κάντυ; Αν δεν επικοινωνεί επειδή διστάζει;»

«Ο Τέρρυ δεν θα δίσταζε να επικοινωνήσει αν το ήθελε Άννυ. Όχι ο Τέρρυ που γνωρίζω»

«Κι αν λοιπόν έχεις αποδεχτεί ότι αυτός έχει προχωρήσει πια, γιατί δεν κάνεις κι εσύ το ίδιο Κάντυ;»

«Μα αυτό κάνω. Έχω τη δουλειά μου, τα παιδιά στο ορφανοτροφείο, τους φίλους μου...»

«Ναι, αλλά δεν έχεις προσωπική ζωή. Έχεις μεγαλώσει αρκετά πια. Πότε θα κάνεις δική σου οικογένεια;»

«Έχω στη ζωή μου, όλα όσα χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένη Άννυ.»

«Δεν σε καταλαβαίνω Κάντυ... Αυτό που λες δεν μπορώ να το δεχτώ. Πρέπει κάποτε να παντρευτείς και να κάνεις δικά σου παιδιά. Κοίτα τον μικρό Άντονυ. Δεν...»

«Μόνο στο όνομα Άντονυ, αλλιώς είναι ίδιος ο πατέρας του» διέκοψε τη σύζυγό του ο Άρτσι που μπήκε στο σαλόνι μαζί με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του.

«Άρτσι, Στήαρ, Έλι!» αναφώνησε η Κάντυ και έτρεξε να τους χαιρετήσει ανακουφισμένη με την είσοδό τους που σηματοδοτούσε την ολοκλήρωση της συζήτησης που είχε με τη φίλη της. Μια συζήτηση που δεν ήθελε να συνεχίσει πια.




Η Κάντυ κοιτούσε από το παράθυρο του δωματίου της το συννεφιασμένο ουρανό της Νέας Υόρκης να στέλνει στο χώμα τις πρώτες ψιχάλες του. Τράβηξε την κουρτίνα και κατευθύνθηκε προς τη βαλίτσα της ψάχνοντας να βρει την ομπρέλα της. Το ρολόι ήθελε 10 λεπτά ακόμα για να δείξει 6. Έστρωσε το φόρεμά της και φόρεσε το παλτό της. Κουμπώνοντας ένα-ένα τα κουμπιά του, έφερνε με το νου της τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει. Την είχε κάνει ήδη το πρωί πριν φτάσει στο ξενοδοχείο. Ήθελε να ξέρει που έπρεπε να πάει το απόγευμα. Ήθελε να είναι σίγουρη πως δεν θα καθυστερούσε για κανέναν λόγο. Πήρε την ομπρέλα της, έκλεισε πίσω την πόρτα του δωματίου και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες. Είχε τα μάτια της ριγμένα χαμηλά κοιτάζοντας τα αργά και σταθερά βήματά της που αυτή τη φορά την οδηγούσαν στον Τέρρυ.

Βγήκε από τη μεγάλη είσοδο του ξενοδοχείου και άνοιξε την ομπρέλα της. Δύο τετράγωνα τους χώριζαν πια. Όταν έφτασε στο σταθμό εκείνο το πρωί κατέβηκε και στάθηκε μπροστά στο τρένο. Κόσμος σπρωχνόταν μέχρι να συναντήσει κάποιον φίλο ή συγγενή ή γνωστό ή μέχρι να πάρει μόνος του το δρόμο προς την έξοδο. Έψαχνε ανάμεσα στο πλήθος, όπως είχε κάνει και τότε, μόνο που αυτή τη φορά ήξερε πως δεν θα ήταν κανείς στο σταθμό. Παρατηρούσε ακίνητη σε ένα σημείο τον κόσμο που αγκαλιαζόταν. Αν θες να δεις πραγματικά χαρούμενα πρόσωπα θα πρέπει να πας σε έναν σταθμό τρένου, έλεγε στον εαυτό της καθώς παρατηρούσε τη λαχτάρα αυτών που περίμεναν και τον ενθουσιασμό μόλις συναντούσαν το φίλο, το γιο, το σύζυγο, τον άνθρωπό τους. Έμεινε μέχρι που άδειασε όλη η αποβάθρα και μόνο τότε, όταν δεν είχε μείνει κανείς, βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνη της και ότι μπορούσε κι αυτή με τη σειρά της να αποχωρήσει για το ξενοδοχείο της.

Μια αστραπή φώτισε τα βήματά της. Κοντοστάθηκε για λίγο παρατηρώντας το μικρό φωτεινό μαγαζί γεμάτο από κόσμο που ήταν απέναντί της. Κάπου ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο την περίμενε ο Τέρρυ. Της φαινόταν σχεδόν ουτοπικό ότι σε λίγα μόλις λεπτά θα τον έβλεπε μπροστά της. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει σε μένα» έγραφε στο γράμμα του. Μια γραμμή που ξύπνησε μέσα της ό,τι προσπαθούσε τόσα χρόνια να αφήσει σε λήθαργο. Οι σταγόνες που έτρεχαν από την ομπρέλα της πέρναγαν μπροστά από τα μάτια της και τη χώριζαν από την είσοδο του μικρού αυτού μαγαζιού. Πως την περίμενε μία τους συνάντηση μετά από τόσα χρόνια; Τι θα έπρεπε να ελπίζει ή να περιμένει;

Τα βήματά της αργά την έφεραν μπροστά στο μαγαζί. Ένα μικρό καμπανάκι ακούστηκε μόλις έσπρωξε την πόρτα που τη χώριζε από τον Τέρρυ. Έκλεισε την ομπρέλα της και την τοποθέτησε στην ειδική θήκη. Σήκωσε τα μάτια της και τον αναζήτησε. Και ήταν πράγματι εκεί. Στεκόταν στο βάθος πίσω από ένα τραπέζι και την κοιτούσε. Και μπορούσε πια να τον κοιτάξει κι αυτή!




«Μα πόσα φορέματα θα δούμε ακόμα;» διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ.

«Μη γίνεσαι γκρινιάρα. Κάνε υπομονή και συμπεριφέρσου ως καλή φίλη», απάντησε εύθυμα η Άννυ.

Η Κάντυ κάθισε βαριεστημένη στην αναπαυτική πολυθρόνα του καταστήματος καθώς κοιτούσε τα πολύχρωμα φορέματα με τις φανταχτερές μεταξωτές κορδέλες. Τριγύρω υπήρχαν πολλές κυρίες με ακριβά ρούχα και καπέλα που κοίταζαν με τον ίδιο ενθουσιασμό που κοιτούσε και η Άννυ τα καινούργια φορέματα που μόλις είχαν έρθει από το Παρίσι. Η Κάντυ αναρωτιόταν τι χρειαζόταν η φίλη της όλα αυτά τα φορέματα και ευχαρίστησε την τύχη της που στο ορφανοτροφείο, οι ενδηματικές της ανάγκες ήταν πολύ περιορισμένες. Ξανακοίταξε τριγύρω αδιάφορα τα φιγουρίνια.

«Ορίστε… Αυτό ήταν» είπε ικανοποιημένη η Άννυ. «Τα παρήγγειλα και τα τρία τελικά»

«Μα δεν βαριέσαι κάθε τρεις και λίγο να παίρνεις καινούργια φορέματα;» αναρωτήθηκε η Κάντυ καθώς έβγαιναν από το κατάστημα και κατηφόριζαν σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης.

«Ποτέ! Και ευτυχώς ο Άρτσι δεν διαμαρτύρεται ποτέ για αυτή μου τη συνήθεια. Αντιθέτως, την ενισχύει...»

Τη συζήτηση διέκοψε μια τρίτη φωνή από πίσω τους: «Κάντυ, Κάντυ!!!! Εσύ είσαι;»

Οι δυο κοπέλες κοίταξαν απορημένες προς τα πίσω.

«Κυρία Γκλόρια!» αναφώνησε χαρούμενη η Κάντυ και έτρεξε προς το μέρος της.

«Κάντυ καλή μου. Ήμουν σίγουρη ότι δεν με πρόδιδαν τα μάτια μου! Τι κάνεις;»

«Είμαι πολύ καλά. Εσείς; Ο κύριος Μπάντογκ; Ο κήπος είναι ακόμα σε καλή κατάσταση;»

«Ω Κάντυ καλή μου, μία-μία τις ερωτήσεις. Όλα είναι όπως τα θυμάσαι. Έχει έρθει και ένα γράμμα για σένα, αλλά δεν είχα τη διεύθυνσή σου. Χαίρομαι που σε συνάντησα σήμερα. Πέρασε όποτε θέλεις να στο δώσω».

«Γράμμα σε σας; Δεν περίμενα κάτι, αλλά θα περάσω οπωσδήποτε να το πάρω»

«Να έρθεις σύντομα γιατί έχει έρθει καιρό. Είναι από τη Νέα Υόρκη».

Στο άκουσμα αυτής της πόλης η Κάντυ ένιωσε το αίμα να παγώνει στις φλέβες της. Το χαμόγελό της έσβησε αμέσως και κοίταξε τη φίλη της που στεκόταν δίπλα της.

Η Άννυ γύρισε προς το μέρος της κυρίας Μπάντογκ: «Πόσο καιρό έχει έρθει αυτό το γράμμα;», απευθύνθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη κυρία.

«Δεν θυμάμαι ακριβώς. Δύο ή τρεις μήνες ίσως. Δεν νομίζω παραπάνω.. Όχι... Σίγουρα όχι παραπάνω».

Στο μυαλό της Κάντυ αντηχούσε ακόμα το όνομα «Νέα Υόρκη». Προσπαθούσε να σκεφτεί αν θα υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος εκτός από τον Τέρρυ ο οποίος θα μπορούσε να της στείλει γράμμα από κει, αλλά το μυαλό της είχε σταματήσει μόνο στο όνομά του.

«Θα περάσω οπωσδήποτε να το πάρω. Πολύ σύντομα. Χάρηκα πολύ που σας είδα», απάντησε η Κάντυ σε όσο πιο εύθυμο τόνο μπορούσε. «Αντίο σας», χαιρέτησε βιαστικά και με μία αναστροφή, βρέθηκε να απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας από το σημείο που στεκόταν μέχρι πριν λίγο, έχοντας την Άννυ να προσπαθεί να προλάβει τους ρυθμούς της, κρατώντας το καπέλο της σφιχτά στο κεφάλι για να μην της φύγει.




«Χρόνο...» ψέλλισε ο Τέρρυ. «Χρόνο...» επανέλαβε.

Η Κάντυ καθόταν απέναντί του αλλά με γυρισμένο το κεφάλι κοίταζε τον κόσμο που περνούσε απ’έξω. Χάζευε τους περαστικούς που προσπαθούσαν να αποφύγουν ο ένας τον άλλον μετακινώντας τις ομπρέλες τους σε έναν ακανόνιστο χορό. Ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει την παρουσία του στον ίδιο χώρο. Κοιτάζονταν αμήχανα για ώρα και μιλούσαν για την καριέρα του και τη δουλειά της. Για τις αλλαγές που είχαν γίνει όλα αυτά τα χρόνια. Οι φωνές τους έμοιαζαν με διάλειμμα στα μεγάλα κενά σιωπής που απλώνονταν διαρκώς ανάμεσά τους. Κι όταν εκείνος τη ρώτησε αν έχουν αλλάξει τα συναισθήματά της, εκείνη μόνο κούνησε το κεφάλι δίνοντάς του μια αρνητική απάντηση.

Τώρα που εκείνος ήθελε να είναι και πάλι μαζί, εκείνη δεν ήξερε αν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Δίσταζε. Δεν ήξερε όταν τον είχε τόσο κοντά της τι ήθελε πια. Φοβόταν και να τον κοιτάξει στα μάτια. Όλο το θάρρος που είχε πάντα και το κουράγιο να αντιμετωπίζει τη ζωή δυναμικά, είχαν κρυφτεί μαζί με την ομπρέλα της στην είσοδο εκείνου του χώρου. Τώρα ένιωθε ότι περπατάει πάνω σε πάγο και κάθε δευτερόλεπτο φοβόταν πως θα τον άκουγε να ραγίζει.

Ένα μικρό αγοράκι που περνούσε απ’έξω προσπαθούσε να κλείσει την ομπρέλα του, τώρα που η βροχή υποχωρούσε σιγά-σιγά και τα σύννεφα αραίωναν στον ουρανό. Όταν ξαφνικά την έκλεισε απότομα όλα τα νερά έτρεξαν πάνω στην τραγιάσκα του. Η Κάντυ χαμογέλασε αυθόρμητα για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα στη θέα του ξαφνιασμένου αγοριού και το πρόσωπό της έλαμψε ολόκληρο. Σύντομα όμως το εύθυμο ύφος της έσβησε και στη θέση του ήρθε μια έκφραση απορίας, καθώς οι παλμοί της χτυπούσαν πια πιο δυνατά. Γύρισε και κοίταξε σαστισμένη απέναντί της τον Τέρρυ που το χέρι του είχε απλωθεί και είχε σφίξει για πρώτη φορά το δικό της επάνω στο τραπέζι.

«Θα έχεις όσο χρόνο χρειάζεσαι. Και θα τον περνάμε μαζί», της είπε ο Τέρρυ καθώς εκείνη κοιτούσε σαν χαμένη το χέρι του που κάλυπτε το δικό της. Ένιωσε το σώμα της να ανατριχιάζει! Ένιωθε έναν δυνατό και γρήγορο παλμό να χτυπά ανάμεσα στα δυο τους χέρια. Δεν μπορούσε όμως πια να ξεχωρίσει. Ποιανού παλμός ήταν αυτός; Ο δικός της ή ο δικός του;







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Πεμ Φεβ 16, 2012 10:59 am


Ακουμπισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, η Κάντυ ένιωθε την καρδιά της να σπάει σε μικρά κομμάτια. Τα δάκρυα από τα μάτια της έτρεχαν ασταμάτητα ενώ η ίδια δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει όσα έγραφε η εφημερίδα που κράταγε στα χέρια της.

Δεν κρύβει ο Τέρρενς Γκράχαμ την ύπαρξη της ερωμένης του.
Ξεχάστηκε κιόλας η Σουζάνα;


Ένιωθε τη γη να μετακινείται κάτω από τα πόδια της και στο κεφάλι της υπήρχε ένα τεράστιο κενό. Κάτι έπρεπε να κάνει. Φοβόταν πως αν η σχέση τους συνεχιζόταν αυτό θα ήταν εμπόδιο για την καριέρα του. Κανείς δεν θα συγχωρούσε στον Τέρρυ την ύπαρξή της στη θέση της Σουζάνα και αν έπεφτε για μια ακόμη φορά ο Τέρρυ στα μάτια του κοινού, φοβόταν ότι δεν θα είχε ξανά την ευκαιρία να αναστηθεί.

Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρά της και άνοιξε τη ντουλάπα. Βλέποντας ότι έπρεπε να βγάλει τα λίγα ρούχα που άφηνε πάντα σπίτι του, μια πνιχτή κραυγή βγήκε από το στόμα της.

«Γιατί;» ήταν το μόνο που μπορούσε να ψελλίσει. «Γιατί;» Ένιωσε τα πόδια της να μην την κρατάν και την επόμενη στιγμή βρέθηκε γονατισμένη στο πάτωμα να κλαίει σιωπηλά και απαρηγόρητα με τις παλάμες της να καλύπτουν κάθε σπιθαμή του προσώπου της. Πάνω που νόμιζε ότι όλα ήταν καλά. Ακριβώς τη στιγμή που είχε αρχίσει να πιστεύει ότι όλα τα μαύρα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί από τον ουρανό τους. Ακριβώς τότε έπρεπε να διαλυθούν όλα. Πριν καν αρχίσουν.

Σκούπισε άτσαλα τα βρεγμένα μάτια της και σηκώθηκε αποφασιστικά. Κλαίγοντας ακόμα τράβηξε τη βαλίτσα της από το πάνω μέρος της ντουλάπας και την ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι. Έριξε ανάκατα μέσα μερικά ρούχα της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Μάζεψε βιαστικά κάποια προσωπικά της αντικείμενα ρίχνοντάς τα κι αυτά στη βαλίτσα. Προσπάθησε να την κλείσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο εκνευρισμός της την έκανε να ξεσπάσει σε λυγμούς. Άνοιξε τη βαλίτσα και πέταξε με δύναμη στο πάτωμα ένα από τα φορέματά της, κάνοντας μια δεύτερη, επιτυχή απόπειρα αυτή τη φορά να την κλείσει.




Η Κάντυ ένιωθε την πίεση από το σώμα του Τέρρυ να μην την αφήνει να αναπνεύσει άνετα. Τα γόνατά της λύγιζαν στην αίσθηση της ανάσας του στο λαιμό της. Κοίταξε δίπλα της τη σκάλα που οδηγούσε στον κάτω όροφο να απλώνεται επικίνδυνη. Ήταν σίγουρη πως τα πόδια της δεν θα είχαν τη δύναμη να τρέξουν μακριά του ακόμα κι αν την άφηνε.

«Τέρρυ, στάματα!», ψέλλισε με δυσκολία καθώς τα χέρια της προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν, έστω και λίγο, από κοντά της.

«Ποτέ», ψιθύρισε ο Τέρρυ περνώντας τα δάχτυλά του χεριού του στις ξανθιές μπούκλες της και ακινητοποιώντας με το ελεύθερο χέρι του το δικό της.

«...Μη...», πρόλαβε να πει η Κάντυ, πριν νιώσει τα χείλη του Τέρρυ να σφραγίζουν δυνατά και απότομα τα δικά της, πιέζοντάς την με το σώμα του ακόμα πιο δυνατά πάνω στον τοίχο.

«Πάμε να παντρευτούμε τώρα. Σήμερα» άκουσε τη φωνή του την ώρα που η ίδια προσπαθούσε να πάρει μια ανάσα καθώς ένιωθε τα πνευμόνια της να έχουν αδειάσει πλήρως από αέρα.

«Όχι ακόμα. Τα έχουμε πει. Γιατί επιμένεις;» διαμαρτυρήθηκε χαμηλά η Κάντυ.

«Επειδή σε θέλω δική μου» απάντησε με σταθερή φωνή ο Τέρρυ καθώς χάιδευε με τα χείλη του το λαιμό της.

«Είμαι δική σου», τον διαβεβαίωσε με σβησμένη φωνή η Κάντυ.

«Σε θέλω για πάντα. Θέλω να γεμίσει το σπίτι πιτσιρίκια γεμάτα φακίδες», ψιθύρισε στο αυτί της.

«Τέρρυ...» διαμαρτυρήθηκε χαμογελώντας η Κάντυ.

Ο Τέρρυ για μια ακόμη φορά σφράγισε τα χείλη της με τα δικά του σε ένα ακόμα απαιτητικό φιλί, καθώς τα χέρια του χάιδευαν πια τη μέση της.

Η Κάντυ ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να ακούσει τίποτε άλλο. Το μόνο που χτύπαγε πιο δυνατά απ’την καρδιά της ξαφνικά, ήταν το κουδούνι της εξώπορτας.

«Το κουδούνι», προσπάθησε να μουρμουρίσει ανάμεσα στο φιλί τους.

«Άστο...», απάντησε ο Τέρρυ χωρίς να πάρει τα χείλη του από τα δικά της.

«Πρέπει να ανοίξεις», επέμεινε η Κάντυ, κάνοντας με τα χέρια της μια δυνατή προσπάθεια να τον απομακρύνει. «Επιμένουν», συνέχισε η Κάντυ και ο Τέρρυ ξεφύσησε απρόθυμα και έτρεξε να κατέβει τα σκαλιά για να φτάσει στην εξώπορτα.

Με ένα πονηρό χαμόγελο η Κάντυ έτρεξε προς το δωμάτιό της ικανοποιημένη που ξεγλίστρησε για μια ακόμη φορά. Ο Τέρρυ με γυρισμένο το κεφάλι προς τα πάνω, την κοίταζε να χάνετε από μπροστά του και τα μάτια του έλαμπαν. Με μια βιαστική κίνηση άνοιξε την πόρτα.

«Τέρρυ ήμουν έτοιμος να φύγω», σχολίασε ο Ρόμπερτ, καθώς έβλεπε τον Τέρρυ να ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια προς τον πάνω όροφο και να του φωνάζει.

«Πέρνα στο σαλόνι Ρόμπερτ κι έρχομαι σε 2 λεπτά»

Λαχανιασμένος άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και την είδε να φτιάχνει αναψοκοκκινισμένη τα μαλλιά της στον καθρέφτη. Γύρισε ξαφνιασμένη και τον κοίταξε έκπληκτη. Δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει καν για να την τραβήξει κοντά του και με μια κίνηση να βρεθεί ξαπλωμένος επάνω της στο κρεβάτι της.

«Μη γελάς φακιδομουτράκι», ψιθύρισε ο Τέρρυ με τα χείλη του να γλιστρούν πάνω στα δικά της καθώς το ένα του χέρι πέρναγε απαλά πάνω από το ύφασμα του φορέματός της που κάλυπτε το στήθος της, κάνοντάς την να χάσει για μια ακόμη φορά το ρυθμό της αναπνοής της.

«Δεν θα περιμένω πολύ ακόμα να αλλάξεις άποψη. Θα με παντρευτείς σύντομα ακόμα και χωρίς τη θέληση σου» τη διαβεβαίωσε και σηκώθηκε από πάνω της όσο απότομα είχε ξαπλώσει.

Η Κάντυ έμεινε ακίνητη στη θέση της και κάλυψε με τα χέρια της το πρόσωπό της καθώς άκουγε τον Τέρρυ να απομακρύνεται τρέχοντας στο διάδρομο και στις σκάλες. Έμεινε εκεί ασάλευτη προσπαθώντας να ελέγξει τη σκέψη της. Έπρεπε να αλλάξει γνώμη το συντομότερο αν και ήταν ακόμα τόσο νωρίς!




Ο Τέρρυ έκλεισε την πόρτα πίσω του και κρέμασε το παλτό του στην κρεμάστρα. Άφησε τα κλειδιά του στο μικρό τραπέζι δίπλα από την είσοδο του σπιτιού και κοίταξε τριγύρω να βρει την Κάντυ. Από την κρεβατοκάμαρά της άκουσε ήχους και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Άνοιξε την πόρτα και προς στιγμήν πάγωσε αντικρίζοντας την Κάντυ να κλειδώνει τη βαλίτσα της.

«Κάντυ, τι συμβαίνει; Που πηγαίνεις;»

Τα κλαμένα της μάτια και η απόμακρη στάση της επαγρύπνησαν όλες του τις αισθήσεις. Ένιωθε πως ό,τι κι αν είχε να του πει, σίγουρα δεν θα ήταν κάτι που θα ήθελε να ακούσει. Η Κάντυ τον κοίταξε σοβαρή προσπαθώντας να μαζέψει όλο το κουράγιο της. ‘Ηλίθιο φόρεμα’, σκέφτηκε, ‘θα είχα προλάβει να φύγω’. Έκανε δυο βήματα αποφασιστικά προς το μέρος του και του απάντησε ψυχρά: «Φεύγω!»

«Που πας;»

«Στο Σικάγο», απάντησε η Κάντυ. Καθώς τον πλησίαζε ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατότερα.

Ο Τέρρυ έφραξε με το σώμα του την πόρτα για να τη σταματήσει.

«Άφησέ με να περάσω Τέρρυ», ψέλλισε η Κάντυ.

«Πρώτα θα μου εξηγήσεις τι συμβαίνει και μετά θα περάσεις Κάντυ», της είπε ο Τέρρυ και έσκυψε για να πάρει από το χέρι της την βαλίτσα. Η Κάντυ την κράτησε γερά στο χέρι της. Ο Τέρρυ αναγκάστηκε να την τραβήξει με δύναμη για να της την πάρει.

«Δεν έχω να σου εξηγήσω τίποτα Τέρρυ. Δεν μπορούμε να είμαστε πια μαζί» είπε θαρραλέα η Κάντυ.

Ο Τέρρυ που δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα. Ανησυχούσε με το ύφος της περισσότερο από όσο ποτέ θα παραδεχόταν. «Από πότε δεν μπορούμε να είμαστε μαζί; Ποιος το λέει αυτό Κάντυ;»

«Από τώρα Τέρρυ. Δεν διάβασες τις εφημερίδες;»

«Τις είδα. Ε, και;»

«Τέρρυ δεν καταλαβαίνεις πόσο κακό κάνει η σχέση μας στην καριέρα σου; Δεν μπορώ να σε ξαναδώ να πέφτεις για μια ακόμη φορά Τέρρυ. Άσε με να φύγω», είπε η Κάντυ και προσπάθησε να πάρει τη βαλίτσα της.

Ο Τέρρυ στην ιδέα ότι η Κάντυ σκεφτόταν σοβαρά να τον εγκαταλείψει ένιωσε ένα κύμα θυμού να πλημμυρίζει το μυαλό του και να θολώνει την κρίση του. Ένιωσε τη θερμοκρασία του να αυξάνεται επικίνδυνα καθώς οι παλμοί της καρδιάς του χτυπούσαν ανεξέλεγκτα. «Δεν έχεις να πας πουθενά», φώναξε απότομα καθώς την έσπρωξε με δύναμη προς τα πίσω και προχώρησε προς το μέρος της πετώντας τη βαλίτσα μακριά.

Η Κάντυ τον κοίταξε ξαφνιασμένη «Δεν μπορώ να μείνω άλλο Τέρρυ»

Ο Τέρρυ την έπιασε δυνατά απ’το μπράτσο: «Δεν έχεις να πας πουθενά», επανέλαβε.

Η Κάντυ τράβηξε το χέρι της με δύναμη προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί φωνάζοντάς του να την αφήσει. Με μάτια κόκκινα από θυμό, ο Τέρρυ προσγείωσε το χέρι του δυνατά στο πρόσωπό της. Τόσο δυνατά που τα μάτια της απελευθέρωσαν αμέσως τον χείμαρρο των δακρύων της που με δυσκολία συγκρατούσε τόση ώρα. Έμεινε παγωμένη να τον κοιτάζει έκπληκτη και σαστισμένη.

«Δεν πρόκειται να ξαναζήσω με την απουσία σου Κάντυ. Ποτέ! Καταλαβαίνεις; Γιατί ξέρω πολύ καλά πως είναι η ζωή μου χωρίς εσένα και δεν πρόκειται να αφήσω κανέναν δημοσιογράφο και καμία καριέρα να με στείλει πίσω σε μια ζωή στην οποία δεν θα υπάρχεις εσύ. Κατάλαβες;» φώναξε δυνατά ο Τέρρυ κάνοντας τις φλέβες στο λαιμό του να πετάγονται και να σχηματίζουν ραβδώσεις.

Η Κάντυ έγνεψε καταφατικά χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Ο Τέρρυ γύρισε στη ντουλάπα που υπήρχε δίπλα του και έριξε μια δυνατή γροθιά αφήνοντας στην πόρτα της ένα σχίσιμο. Ένιωσε όλη την ένταση και την οργή του να διοχετεύεται στο ξύλο και να καταπραΰνει τα νεύρα του.

Η Κάντυ άπλωσε το χέρι της και έφερε τη γροθιά του στα χείλη της γυρίζοντάς τον προς το μέρος της. Κούρνιασε σιωπηλή στο στήθος του και έμεινε εκεί ασάλευτη, καθώς ο Τέρρυ κοιτούσε το κενό, με βλέμμα χαμένο στο δωμάτιο και το μυαλό του να προσπαθεί να χωρέσει τα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία λεπτά. Η Κάντυ όμως είχε ήδη συνειδητοποιήσει τα πάντα.




Μετά το τέλος της παράστασης ο Ρόμπερτ κατευθύνθηκε στο καμαρίνι του Τέρρυ. Τελευταία στιγμή κοντοστάθηκε και χτύπησε την πόρτα πριν την ανοίξει διάπλατα από τη χαρά του. «Τέρρυ, έχω θαυμάσια νέα», ανακοίνωσε καθώς βολεύτηκε στον καναπέ στο καμαρίνι του Τέρρυ.

Ο Τέρρυ τον κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη και απάντησε καθώς ξεβαφόταν: «Πες μου Ρόμπερτ, σε ακούω»

«Πως θα σου φαινόταν να ηγείσαι στο εξής των παραστάσεων στο Στράστφορντ;»

Ο Τέρρυ σταμάτησε και τον κοίταξε απορημένος. «Τι εννοείς Ρόμπερτ;»

«Έλα Τέρρυ και αυτές οι ευκαιρίες είναι λιγότερες κι απ’το εκατομμύριο. Ξέρεις πως παρακολουθούν τις πρεμιέρες οι Άγγλοι σκηνοθέτες του Θιάσου και ζήτησαν να πας να παίξεις στην Αγγλία. Τέρρυ για φαντάσου! Ο επόμενος Άμλετ σου να ανέβει στη γενέτειρα του Σαίξπηρ! Ξέρω πως είμαι δυνατός σκηνοθέτης, αλλά στην Αγγλία υπάρχουν πολύ καλύτεροι από μένα και το παίξιμό σου θα βελτιωθεί ακόμα περισσότερο. Δεν χάνονται αυτές οι ευκαιρίες»

Ο Τέρρυ τον κοίταξε χαμογελώντας ικανοποιημένος. «Το ξέρω Ρόμπερτ. Είναι πραγματικά απίστευτο. Δεν το πιστεύω ότι μου δίνεται μια τέτοια ευκαιρία»

«Μα ήταν αναμενόμενο. Πάντα είχες τον τρόπο να καθηλώνεις το κοινό με την ερμηνεία σου, αλλά τελευταία λάμπεις επάνω στη σκηνή Τέρρυ. Και όχι μόνο στη σκηνή. Θα ήταν αδύνατον να μην το προσέξουν αυτό οι Άγγλοι»

«Πράγματι! Λοιπόν θα σου απαντήσω το συντομότερο δυνατό», απάντησε συγκρατημένα ο Τέρρυ.

Ο Ρόμπερτ σάστισε: «Το συντομότερο; Όχι αμέσως τώρα;»

«Όχι τώρα Ρόμπερτ, αλλά το συντομότερο» είπε ο Τέρρυ συνεχίζοντας να αφαιρεί το μακιγιάζ του.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Φεβ 17, 2012 3:46 pm


Η Κάρεν στάθηκε έξω από την πόρτα του καμαρινιού του Τέρρυ. Έτρεμε την αντίδρασή του, αλλά ο Ρόμπερτ δεν της άφησε και πολλές επιλογές. Χτύπησε την πόρτα με το χέρι και περίμενε μέχρι να της απαντήσει.

«Τέρρυ είσαι έτοιμος να βγεις; Ο Ρόμπερτ σε περιμένει»

«Πες του ότι δεν θα έρθω», απάντησε απότομα ο Τέρρυ.

«Τέρρυ δεν υπάρχει περίπτωση να αποφύγεις τους δημοσιογράφους σήμερα. Απλά δέξου το και βγες έξω να τελειώνουμε», ύψωσε αποφασιστικά τη φωνή της.

Ο Τέρρυ της έριξε μια λοξή ματιά.

«Συμφώνησες να βγεις και θα βγεις Τέρρυ. Πάρ’το απόφαση να γυρίσουμε όλοι στα σπίτια μας»

Ο Τέρρυ κοιτάζοντάς την εκνευρισμένος, σηκώθηκε από την καρέκλα, πήρε το σακάκι του και την έσπρωξε για να περάσει από δίπλα της και να κατευθυνθεί στο διάδρομο, αφήνοντάς την με ένα αστραφτερό χαμόγελό επιτυχίας που τον κατάφερε τόσο εύκολα αυτή τη φορά να βγει στους δημοσιογράφους.

Την ώρα που πλησίαζε το σημείο που στεκόταν ο Ρόμπερτ και του μιλούσε, τα φλας άρχισαν να αστράφτουν προς το μέρος του και οι ρεπόρτερ στραφήκαν όλοι προσπαθώντας να κερδίσουν μια απάντησή του.

«Είναι αλήθεια ότι είναι ο τελευταίος σας ρόλος κύριε Γκράχαμ;»

«Ασφαλώς και όχι», απάντησε εκνευρισμένα ο Τέρρυ στην ηλίθια ρεπόρτερ.

«Θα συνεχίσετε τις παραστάσεις και σε άλλες πολιτείες της Αμερικής;»

«Μόλις ολοκληρωθεί ο κύκλος παραστάσεων εδώ θα δοθούν άλλες 20 παραστάσεις σε διαφορετικές πολιτείες»

«Θρηνείτε ακόμα τον χαμό της συντρόφου σας Σουζάνα Μάρλοου;»

Ο Τέρρυ γνώρισε αμέσως την ενοχλητική φωνή του Τζέφερσον. Γύρισε το βλέμμα του για τον δει με ένα ειρωνικό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του. Γεμάτος οργή προσπάθησε να συγκρατηθεί.

«Δεν θα απαντήσω σε προσωπικές ερωτήσεις», απάντησε παγερά ο Τέρρυ.

«Φοβάστε μην ενοχληθεί η ερωμένη σας από την απάντηση;»

Ο Ρόμπερτ γύρισε θυμωμένος προς το μέρος του δημοσιογράφου με πρόθεση να τον επιπλήξει, αλλά πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβη είδε τον ρεπόρτερ να προσγειώνετε στο έδαφος κρατώντας το πονεμένο πηγούνι του από τη γροθιά του Τέρρυ που είχε πέσει με δύναμη επάνω του. Οι υπόλοιποι ρεπόρτερ προσπάθησαν να συγκρατήσουν τον Τέρρυ που πέταγε σπίθες από τα μάτια του ενώ ο Τζέφερσον χαμογέλαγε ικανοποιημένος που είχε έτοιμο το αυριανό θέμα για τη στήλη του.




Ξαπλωμένη πάνω στα μαλακά μαξιλάρια, η Κάντυ απολάμβανε τη ζεστασιά της φωτιάς. Το βλέμμα της ήταν χαμένο στον τρελό χορό που έκαναν οι φλόγες καθώς ανέβαιναν τρέχοντας ψηλά, για να χαθούν μέσα στην καμινάδα. Η μυρωδιά από καμένο ξύλο κάλυπτε το χώρο αλλά αυτή τη φορά η Κάντυ δεν μπορούσε να ακούει τον ήχο της φωτιάς που τόσο πολύ της άρεσε να απολαμβάνει. Ένας διαφορετικός ήχος είχε καλύψει το χώρο. Ένας ήχος που για χρόνια υπήρχε στο μυαλό της και που τώρα πλημμύριζε κάθε γωνιά αυτού του δωματίου. Είχε βγει από τη σφαίρα της φαντασίας της και είχε απλωθεί παντού. Στις γωνίες, στα παράθυρα, στα τραπέζια, στις καρέκλες. Ακόμα και βγαίνοντας από το δωμάτιο μπορούσες να τον αφουγκραστείς πίσω από την κλειστή πόρτα.

«-Οι άγιοι δεν έχουν χείλη, δεν έχουν χείλη κι οι προσκυνητές;
-Έχουν, προσκυνητή μου, για να λεν την προσευχή.
-Ε, τότε, άγγελε, άσε τα χείλη μου να γίνουν εκφραστές
της προσευχής μου: κάνεις την πίστη μου απαντοχή!
-Οι άγιοι μένουν ανέκφραστοι αλλά ακούνε τις δεήσεις.
-Ικέτης δέομαι κι εγώ-εσύ τίποτα μην κουνήσεις»*


Ο Τέρρυ σήκωσε τα μάτια του απ’το βιβλίο και το ακούμπησε δίπλα του. Ανασηκώθηκε και την πλησίασε αργά ακουμπώντας με τα χείλη του τα χείλη της χωρίς να πάρει στιγμή τα μάτια του απ’τα δικά της. Το φως της φωτιάς έκανε τα πράσινα μάτια της να γυαλίζουν. Μέσα σε αυτά έβλεπε να καθρεφτίζεται η δική του η ψυχή. Όλα όσα είχε πάψει να ελπίζει ότι υπάρχουν, κρύβονταν μέσα σε εκείνα τα μάτια που τώρα κοίταζαν ειλικρινά τα δικά του.

Απομάκρυνε τα χείλη του όσο χρειάζεται για να χωρέσει μια ανάσα. Γιατί μόνο τόσο μπορούσε να τα πάρει μακριά από αυτήν. Απομάκρυνε τα χείλη του, αλλά όχι και τα μάτια του: «Θέλω να γίνεις γυναίκα μου» άφησε την πλούσια φωνή του να απλωθεί, αλλά μόνο τριγύρω της αυτή τη φορά.

«Δεν λέει αυτό ο Ρωμαίος», απάντησε απαλά και παιχνιδιάρικα η Κάντυ.

«Όχι. Δεν λέει αυτό. Λέει ότι τα χείλη του λυτρώνονται από το αμάρτημά του. Τα δικά μου χείλη θα λυτρωθούν μόνο τη μέρα που θα γίνεις γυναίκα μου»

«Είναι νωρίς Τέρρυ...» ψέλλισε η Κάντυ ρίχνοντας τα μάτια της χαμηλά…

Ο Τέρρυ πλησίασε και φίλησε για μια ακόμη φορά τα χείλη της μην αφήνοντάς την να ολοκληρώσει την πρότασή της. Είχε συμφωνήσει να της αφήσει χρόνο και αυτό θα έκανε. Θα της έδινε όσο χρόνο χρειαζόταν αρκεί να έμενε κοντά του.




Ο κόσμος που έφευγε με τα βραδινά τρένα ήταν λιγότερος αυτή την εποχή και ο Τέρρυ το προτιμούσε αυτό. Τον ενοχλούσαν οι ανοιχτοί και εκτεθειμένοι χώροι. Κοίταξε την Κάντυ να πλησιάζει χαρούμενη κρατώντας το εισιτήριο στο χέρι της. Αντιπαθούσε τις στιγμές που έπρεπε να την αποχωριστεί για να γυρίσει στο Σικάγο, αλλά σήμερα η ανησυχία για την απάντηση που θα του έδινε τον έκανε ακόμα πιο σκεφτικό και σκυθρωπό.

«Έτοιμο κι αυτό», του είπε και ο Τέρρυ σήκωσε τη βαλίτσα της και προχώρησαν μαζί προς την αποβάθρα.

«Θέλω να σκεφτείς κάποια πράγματα σε αυτό το ταξίδι σου φακιδομούρα», είπε με σοβαρό τόνο ο Τέρρυ.

«Τι συμβαίνει Τέρρυ;» ρώτησε ανήσυχη η Κάντυ. Όλο το απόγευμα διάβαζε στο βλέμμα του μια ανησυχία και τώρα καταλάβαινε ότι ο Τέρρυ ήταν έτοιμος να της μιλήσει.

«Μου έγινε μια εξαιρετική πρόταση στη δουλειά μου. Μια ευκαιρία που δίνεται σε ελάχιστους καλλιτέχνες»

«Μα αυτό είναι υπέροχο!!!» αναφώνησε η Κάντυ.

«Μην βιάζεσαι να χαρείς Κάντυ», τη διέκοψε ο Τέρρυ φτάνοντας στην είσοδο του βαγονιού της και ακουμπώντας τη βαλίτσα κάτω. Ο Σταθμάρχης σφύριξε στους επιβάτες να επιταχύνουν την επιβίβασή τους στο τρένο. «Αν δεχτώ θα πρέπει να φύγω για Αγγλία για πάρα πολύ καιρό»

«Τέρρυ αυτό δεν θα έπρεπε να σε σταματάει»

«Κάντυ δεν πρόκειται να πάω αν δεν έρθεις μαζί μου. Γι’αυτό θέλω να κάτσεις και να σκεφτείς σοβαρά αυτή τη φορά. Στο λέω τώρα για να έχεις όσο χρόνο χρειάζεσαι για να σκεφτείς μέχρι να ξανασυνατηθούμε...»

Ο Σταθμάρχης σφύριξε για τελευταία φορά και η Κάντυ σήκωσε την βαλίτσα της και ανέβηκε στο βαγόνι. «Δεν έχω να σκεφτώ τίποτα Τέρρυ. Την ξέρεις την απάντηση» είπε καθώς το τρένο ξεκίναγε αργά να κυλάει στις ράγες και γέμισε την αποβάθρα με λευκό καπνό που ανέβαινε προς τα πάνω.

«Θα έρθεις μαζί μου;» ρώτησε ο Τέρρυ.

«Ναι!!!» απάντησε χαμογελαστά η Κάντυ καθώς ξεμάκραινε.

Η φιγούρα του Τέρρυ άρχισε να μικραίνει, αλλά το χαμόγελό του άστραφτε τόσο που διακρινόταν πεντακάθαρα στα μάτια της. «Και θα με παντρευτείς επιτέλους;» συνέχισε να φωνάζει.

«Ναι!!!»

«Και μου το λες τώρα;»

«Μα δεν ρώτησες νωρίτερα... Σήμερα», φώναξε η Κάντυ καθώς το τρένο έβγαινε από το σταθμό με κατεύθυνση προς Σικάγο. Μπήκε χαρούμενη στο βαγόνι και αναζήτησε να βρει το κάθισμά της. Έκατσε και έβλεπε μαύρα τα δέντρα να περνάν γρήγορα μπροστά της και να φωτίζονται από το δυνατό φως του φεγγαριού. Ένιωσε την καρδιά της πλημμυρισμένη από ευτυχία και ταυτόχρονα ανάλαφρη. Ήταν πιο εύκολο από ό,τι περίμενε τελικά. Όταν ο Τέρρυ της ζήτησε να τον ακολουθήσει, δεν υπήρχε ούτε μια αμφιβολία για την απάντησή της. Δεν είχε να σκεφτεί τίποτα. Δεν θα μπορούσε να είναι κάπου όπου δεν θα υπήρχε ο Τέρρυ!




Γερμένη στο στήθος του, η Κάντυ έπλεξε τα δάχτυλά της με τα δικά του και τέντωσε τα χέρια τους μακριά κοιτάζοντάς τα. Της άρεσε να βλέπει πως φαίνονται τα δάχτυλά τους ενωμένα. Ο Τέρρυ τράβηξε λίγο το σεντόνι αφήνοντας γυμνούς τους ώμους της.

«Μη... Κρυώνω!» διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ και χώθηκε γρήγορα στα σκεπάσματα.

«Κρυουλιάρα» την κορόιδεψε ο Τέρρυ και της δάγκωσε ελαφριά τον ώμο. «Αν ήξερα ότι θα διακινδύνευες τόσα δεν θα αποφάσιζα τόσο εύκολα να φύγω».

«Ήθελα να σε προλάβω στο λιμάνι. Κι όταν δεν σε πρόλαβα ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να γυρίσω πίσω στο κολέγιο. Έπρεπε να βρω το δρόμο μου. Κι αυτός δεν θα μπορούσε να ήταν τόσο μακριά σου»

Ο Τέρρυ την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του. «Ευτυχώς που δεν έπαθες τίποτα κυρία λαθρεπιβάτη. Αλλιώς θα έπρεπε τώρα να σε σκοτώσω, το ξέρεις;»

«Δεν με ξέρεις καθόλου καλά μου φαίνεται Τέρρυ. Η Κάντυ δεν φοβάται ποτέ τίποτα»

«Ελπίζω μόνο να μην σου ξαναμπούν τέτοιες ιδέες γιατί τότε θα με μάθεις κι εσύ καλύτερα», την απείλησε χαμογελόντας.

«Ας μην ξαναφύγεις μόνος σου για Αμερική, να μην μου μπαίνουν ιδέες»

«Μα μόλις πριν λίγους μήνες ήρθαμε στην Αγγλία και δεν σκοπεύω να γυρίσουμε στην Αμερική. Όχι σύντομα τουλάχιστον».

«Ούτε εγώ θα ήθελα να γυρίσουμε Τέρρυ. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Προτιμώ να είμαι μαζί σου εδώ μακριά από όλα και από όλους»

«Και θα είσαι όπου θέλεις και για όσο θέλεις. Αρκεί να είσαι κοντά μου»

Η Κάντυ έστρεψε τον κορμό της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Ο Τέρρυ ανέβασε τα σκεπάσματα για να σκεπάσει την ακάλυπτη πλάτη της και την έσφιξε δυνατά κοντά του, όμως σύντομα βρέθηκε κι αυτός χωμένος κάτω από αυτά.




«Μα για τον Θεό Κάντυ, για πόσο θα συνεχιστεί αυτή η κατάσταση;»

Η Κάντυ συνέχισε να πίνει την πορτοκαλάδα της καθισμένη άνετα στον μεγάλο καναπέ του γραφείου του Άλμπερτ προσπαθώντας να βρει τρόπο να αποφύγει τη συζήτηση που πήγαινε να ξεκινήσει. «Έλα τώρα Άλμπερτ. Τόσες δουλειές έχεις! Με αυτά θα ασχολείσαι;»

«Κάντυ σου μιλάω πολύ σοβαρά αυτή τη φορά» συνέχισε αυστηρά ο Άλμπερτ και η Κάντυ συνοφρυώθηκε γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν θα μπορούσε να αποφύγει εύκολα αυτή τη φορά τη συζήτηση. «Γιατί δεν παντρεύεστε Κάντυ; Σου το έχει ζητήσει ο Τέρρυ, έτσι δεν είναι;», ρώτησε καχύποπτα ο Άλμπερτ.

«Ναι, Άλμπερτ. Και βέβαια το έχει κάνει», τον διαβεβαίωσε η Κάντυ.

«Τότε τι σε εμποδίζει Κάντυ;»

«Δεν ξέρω...»

«Κάντυ, δεν μπορεί να μην ξέρεις τι συμβαίνει. Πηγαίνεις κάθε μήνα και περνάς σχεδόν μια βδομάδα μαζί του. Όποτε φεύγεις λάμπεις σαν πυροτέχνημα και όταν γυρνάς κάνουμε μέρες να σου πάρουμε κουβέντα. Τόσα χρόνια ξέρουμε και οι δυο μας καλά ότι περίμενες κάτι τέτοιο να συμβεί. Κι αν δεν το περίμενες, το έλπιζες και η καρδιά σου αυτόν λαχταρούσε πάντα. Και τώρα τι κάνεις; Παίζεις την αναποφάσιστη έφηβη; Δεν είσαι πια κοριτσάκι Κάντυ. Πρέπει να δεις σοβαρά τι συμβαίνει»

Η Κάντυ τον άκουγε σιωπηλή χαμένη στις δικές της σκέψεις.

«Λοιπόν;» επέμεινε ο Άλμπερτ.

«Τι λοιπόν;» ρώτησε η Κάντυ.

«Λοιπόν γιατί δεν πας να μείνεις μόνιμα μαζί του; Γιατί δεν παντρεύεσαι; Τι σου συμβαίνει Κάντυ; Μίλησέ μου. Έχεις μυστικά από μένα;» χαλάρωσε τη φωνή του ο Άλμπερτ.

Η Κάντυ μπορούσε εύκολα να συγκρατηθεί στο σπανίως αυστηρό ύφος του Άλμπερτ, αλλά τώρα που η φωνή του ήταν τόσο στοργική δεν άργησαν τα μάτια της να πλημμυρίσουν με δάκρυα και το κορμί της να φωλιάσει στην προστατευτική αγκαλιά του. Ο Άλμπερτ την κράτησε σφιχτά στα χέρια του και χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της.

«Φοβάμαι» ίσα που ακούστηκε η φωνή της Κάντυ. «Φοβάμαι τόσο πολύ Άλμπερτ»

«Τι σε φοβίζει Κάντυ; Πες μου»

«Κάθε φορά που έκανα όνειρα ότι θα είμαι με τον Τέρρυ, πάντα κάτι συνέβαινε. Πάντα χώριζαν οι δρόμοι μας και έμενα μόνη μου να προσπαθώ να ξεχάσω πόσο όμορφα ήταν να ονειρεύομαι τη ζωή μαζί του. Πρώτα στο κολέγιο που νόμιζα ότι θα μέναμε για πάντα να γελάμε ξαπλωμένοι στο γρασίδι του λόφου και ξαφνικά ο Τέρρυ έφυγε και έμεινα μόνη μου να διασχίζω τον Ωκεανό για να βρεθώ κοντά του. Και όταν τελικά ξαναβρεθήκαμε και μπήκα στο τρένο για να τον συναντήσω ένιωθα ότι τίποτα πια δεν θα ήταν ικανό για να μας χωρίσει. Κι όμως, βρέθηκε η Σουζάνα στο δρόμο μας εκείνη τη φορά»

«Αυτή την φορά όμως δεν υπάρχει καμία Σουζάνα στο δρόμο σας, έτσι δεν είναι;»

«Ούτε τότε υπήρχε Άλμπερτ, αλλά προέκυψε. Και τώρα... Τώρα που είμαστε και πάλι μαζί μετά από τόσα χρόνια και όλα είναι σαν όνειρο... Τώρα...»

«Τώρα τι;»

«Τώρα είναι που φοβάμαι περισσότερο από ποτέ ότι θα τον χάσω. Και αυτή τη φορά δεν ξέρω αν θα έχω τη δύναμη να μην είμαι πια μαζί του. Φοβάμαι Άλμπερτ. Φοβάμαι ότι αν δεχτώ να τον παντρευτώ κάτι κακό θα συμβεί και θα χωρίσουμε και πάλι.»

Ο Άλμπερτ κράτησε στην αγκαλιά του την Κάντυ και άφησε τη σιωπή να καλύψει για λίγο το χώρο. Τέλος της είπε απαλά: «Αυτός ακριβώς ο φόβος σου Κάντυ είναι η πιο μεγάλη απόδειξη ότι πρέπει να είσαι για πάντα μαζί με τον Τέρρυ».


ΤΕΛΟΣ Β ΜΕΡΟΥΣ







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Δευ Φεβ 20, 2012 9:11 am



Μέρος Τρίτο



«Πολίνα ρίξε κάτι επάνω σου σε παρακαλώ, θα κρυώσεις!!!» τη μάλωσε η Κάντυ.

«Δεν κρυώνω μαμά», είπε η Πολίνα και έτρεξε προς τους φίλους της.

«Το ξέρεις ότι γίνεσαι υπερβολική κάποιες στιγμές, έτσι;», ρώτησε ήρεμα ο Τέρρυ.

«Α ναι; Όπως την τελευταία φορά που ήσασταν και οι δύο με πυρετό;», σχολίασε καυστικά η Κάντυ και κάθισε δίπλα του στην κουνιστή κρεμαστή καρέκλα του κήπου.

«Γι’αυτό έχουμε την καλή μας νοσοκόμα μαζί μας για να μας κάνει καλά»

«Αυτό ξεχάστε το πατέρας και κόρη. Την επόμενη φορά θα σας αφήσω να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας», γκρίνιαξε ναζιάρικα η Κάντυ. «Θα έχω άλλα πράγματα να με απασχολήσουν αυτή τη φορά»

Ο Τέρρυ την άφησε να πιστεύει ότι είχε κερδίσει, αλλά ήξερε καλά ότι ο μικρός ξανθός άγγελος που έπαιζε με τους λιλιπούτειους φίλους του, δεν θα έβαζε ποτέ κάτι ζεστό επάνω του και η Κάντυ, θα ήταν και πάλι πιο περιποιητική από ποτέ αν τελικά συνέβαινε κάτι. «Α, ναι; Και ποια πράγματα είναι αυτά;»

«Έρχεται η Άννυ σε ενάμιση μήνα και θέλω να ετοιμάσω το δωμάτιό τους»

«Χμ! Θα έρθουν τελικά;»

«Ναι. Σήμερα έλαβα γράμμα της. Έχω τόσο μεγάλη χαρά που θα τη δω μετά από τόσα χρόνια Τέρρυ»

«Και θα χωρέσουμε όλοι μαζί στο σπίτι μας;»

«Μα τι ρωτάς; Το σπίτι μας μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλο όσο το δικό τους, αλλά σίγουρα μπορούμε να χωρέσουμε όλοι»

«Θα ήταν άβολο να στριμωχτούμε. Ίσως να ερχόταν η φίλη σου με τα παιδιά και να άφηνε τον αντιπαθητικό άντρα της στην Αμερική»

«Τέρρυ!» τον μάλωσε η Κάντυ.

«Όχι, όχι!!! Μην με κοιτάς με αυτό το βλέμμα. Μια ματιά του περιμένω Κάντυ. Μια ματιά του επάνω σου και θα τον προσγειώσω στο πάτωμα»

«Όπως έκανες πριν δυο χρόνια με τον γιατρό Σορτ;»

«Βλέπω θυμάσαι ότι έχουν περάσει δυο χρόνια»

«Το θυμάμαι γιατί ακόμα το αναφέρουν στα δημοσιεύματα οι εφημερίδες Τέρρυ»

«Ας ελπίσουμε τότε ότι δεν θα τους δώσουμε τροφή και για τα επόμενα δύο χρόνια Κάντυ», είπε ο Τέρρυ καθώς σηκώθηκε για να γυρίσει μέσα στο σπίτι τους.

«Να είσαι ευγενικός και καλός μαζί τους», φώναξε η Κάντυ ανήσυχη.

«Μια ματιά του περιμένω Κάντυ. Μόνο μία», της απάντησε αποφασιστικά ο Τέρρυ περνώντας το κατώφλι του σπιτιού.

Η Κάντυ έμεινε νε κοιτάζει ανήσυχη προς το μέρος της Πολίνας, ενώ στην πραγματικότητα ο νους της ταξίδευε μακριά. Παρακαλούσε μόνο η διαμονή των φίλων της εκεί να μην δημιουργούσε προβλήματα σε κανέναν τους.





Αγαπημένε μου Άλμπερτ

Δεν θα μπορούσα να εναντιωθώ στους λόγους που σε οδήγησαν στην απόφαση να πουλήσεις τη βίλλα στο Λεϊκγουντ, όποιοι κι αν ήταν αυτοί. Ένα μέρος της καρδιάς μου θα βρίσκεται πάντα εκεί, είτε ανήκει στην οικογένεια των Άρντλευς είτε όχι. Οι μέρες που πέρασα εκεί, ο κήπος με τα τριαντάφυλλα του Άντονυ, τα γεγονότα που μου άλλαξαν για πάντα τη ζωή, θα είναι πάντα στην καρδιά μου.

Στεναχωριέμαι μόνο για σένα και για τις αποφάσεις που χρειάζεται να παίρνεις. Ανυπομονώ να σε φέρουν σύντομα οι δουλειές σου στην Αγγλία. Θα ήθελα τόσο πολύ να σε δω! Υπάρχουν τόσα μέρη που θα ήθελα να κι εσύ να δεις! Ο ποταμός Έιβον που περνά έξω από το σπίτι μας θα ήταν το μέρος που θα έκλεβε τις εντυπώσεις σου. Σε φαντάζομαι ξαπλωμένο στις όχθες του να απολαμβάνεις τον ήλιο κι εγώ δίπλα σου να σου μιλάω ασταμάτητα. Να ξαναγελάσουμε παρέα όπως κάποτε και να χαθούν έστω για λίγο, οι έγνοιες σου και όλες σου οι στεναχώριες. Σαφώς οι μέρες με ήλιο σε αυτή την πλευρά του κόσμου είναι πολύ περιορισμένες, αλλά αυτό τις κάνει και αξιολάτρευτες. Είμαι σίγουρη ότι αν έρθεις ποτέ εδώ θα είναι όλες ηλιόλουστες όπως θα είναι και η καρδιά μου που θα σε ξαναδεί.

Υπάρχουν τόσα πράγματα που μου έχουν λείψει Άλμπερτ. Ο λόφος της Πόνυ, η κυρία Πόνυ και η Αδερφή Μαρία, τα παιδιά, ο γιατρός Μάρτιν, η Άννυ και ο Άρτσι, τα παιδιά, οι δρόμοι, ο αέρας, όλα. Όταν ο Τέρρυ βρήκε τον πίνακα του Σλιμ από το ορφανοτροφείο και μου τον έκανε δώρο τα μάτια μου γέμισαν με δάκρυα και έμεινα ώρες να τον κοιτάω χωρίς να τον χορταίνω. Πόσο θα ήθελα να γύρναγα για λίγο πάλι εκεί. Να μυρίσω τον αέρα και τα λουλούδια και το γρασίδι, αλλά όταν βλέπω τον Τέρρυ να μου χαμογελάει χάνονται όλες μου οι νοσταλγίες κι όσο κι αν με θλίβει που είμαι μακριά, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη θλίψη που μου προκαλεί η ιδέα να τον αποχωριστώ έστω για λίγο.

Κλείνω το γράμμα μου θυμίζοντάς σου όταν σου έγραψα στην αρχή. Μακάρι να σε φέρει ο δρόμος σύντομα κοντά μας και σε διαβεβαιώνω ότι θα ξεχάσεις κι εσύ όλες σου τις στεναχώριες.

Θα περιμένω νέα σου
Με αγάπη
Κάντυ

Η Κάντυ έβαλε το γράμμα στον φάκελο και ετοιμάστηκε να το ταχυδρομήσει. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας είχε αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια και το μόνο που την ενοχλούσε ήταν το βάρος που έπεφτε στους ώμους του Άλμπερτ. Ένα βάρος που δεν είχε ζητήσει ποτέ να του ανατεθεί. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της. Αν θα υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να κάνει για να τον απελευθερώσει από τον ζυγό του θα το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.




Ο παγωμένος αέρας και η υγρασία του ποταμού που αργοκυλούσε λίγα μέτρα μακριά του, τον έκαναν να νιώθει πιο καθαρές από ποτέ τις σκέψεις του. Έσβησε το τσιγάρο του και πήρε να ανάψει ένα καινούργιο. Το φεγγάρι που καθρεπτιζόταν στο νερό ήταν η μόνη του συντροφιά εκείνο το παγωμένο βράδυ. Δεν άκουσε καν τα βήματά της να τον πλησιάζουν και βγήκε από τις σκέψεις του μόνο όταν ένιωσε τα ακροδάχτυλά της να του χαϊδεύουν τρυφερά τα μαλλιά.

«Έχει κρύο Τέρρυ. Είσαι πολλές ώρες έξω. Έλα να κάτσεις μέσα μαζί μου»

«Θα έρθω σε λίγο», απάντησε ο Τέρρυ κοφτά.

«Ακόμα δεν κατέληξες σε μια απόφαση;»

«Το σκέφτομαι…»

«Και μόνο που το σκέφτεσαι τόσες ώρες καλέ μου σημαίνει ότι ξέρεις την απάντηση απλά δεν είσαι έτοιμος να την αποδεχτείς»

«Χμ… Δεν θα μπορούσες να το θέσεις καλύτερα»

«Δεν είσαι πια έφηβος. Νομίζω ότι τράβηξε αρκετά αυτή η ιστορία. Θα πρέπει να πας να συναντήσεις τον πατέρα σου πριν είναι πια αργά»

«Αν θέλεις τον τίτλο του Κάντυ, θα πάω»

«Με ξέρεις πολύ καλά για να γνωρίζεις ότι δεν είναι ο τίτλος του αυτό που θέλω, αλλά να συμφιλιωθείς επιτέλους μαζί του. Ό,τι διαφορές κι αν είχατε στο παρελθόν αυτές είναι πια μακρινές και θα έπρεπε να είναι και ξεχασμένες. Ξέρεις ότι αυτό που θέλω είναι η οικογένεια. Έναν παππού για την Πολίνα κι όχι τον τίτλο του. Αυτόν τον χαρίζω ευχαρίστως. Κι εσύ μέσα σου το πιστεύεις… είμαι σίγουρη. Αλλιώς δεν θα ήσουν τόσες ώρες έξω σε αυτό το κρύο!»

«Κρυώνεις;» ρώτησε ο Τέρρυ και έβγαλε το πανωφόρι του για να καλύψει τους ώμους της.

«Ευχαριστώ. Πάμε μέσα να ετοιμαστούμε για το ταξίδι σου Τέρρυ. Ούτε ο πατέρας σου θυμάται πια όσα κάποτε σας πλήγωναν… Δεν θα σου έστελνε μήνυμα διαφορετικά… Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;»

«Νομίζω πως ναι», συμφώνησε διστακτικά ο Τέρρυ.

«Δεν νομίζεις. Είσαι σχεδόν σίγουρος. Έλα μέσα. Η Πολίνα δεν σε είδε καθόλου σήμερα»

«Παίζει;»

«Κοιμήθηκε! Δες τι ώρα είναι!»

Ο Τέρρυ έβγαλε το ρολόι από την τσέπη του, μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι είχε περάσει τόσες ώρες έξω μόνος του, που είχε χάσει πλήρως την αίσθηση του χρόνου. Δεν είχε τίποτε άλλο να σκεφτεί. Είχε από καιρό συμφιλιωθεί τόσο με τις ανασφάλειές του όσο και με τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Ας ήταν κι αυτό το τελευταίο που είχε να κάνει για να απομακρύνει όλες τις σκιερές μέρες του παρελθόντος του. Κι όσο κι αν θα πληγωνόταν ο εγωισμός του, ήξερε πως δεν κέρδιζε τίποτα με το να κρατάει κακία στον άρρωστο πια πατέρα του και να δηλητηριάζει την ψυχή του με όσα κάποτε τον πλήγωναν και έμοιαζαν εμπόδια απροσπέραστα. Είχε περάσει τόσα στη ζωή του πια. Είχε πονέσει, είχε πληγωθεί, είχε αγωνιστεί, είχε πέσει και είχε ξανασηκωθεί, αλλά ήταν πια ολοκληρωμένος και ευτυχισμένος. Είχε στη ζωή του όλα όσα είχαν σημασία. Καριέρα, οικογένεια. Όλα! Και δεν έπρεπε να αφήνει τίποτε να του χαλάει τα όσα κατέκτησε.

«Θα με βοηθήσεις να ετοιμαστώ για το ταξίδι Κάντυ;»

Η Κάντυ τον αγκάλιασε σφιχτά «Το ήξερα ότι θα κατέληγες στη σωστή απόφαση», είπε καλοσυνάτα και τα μάτια της έλαμπαν στην ιδέα ότι ο Τέρρυ θα συμφιλιωθεί με τον πατέρα του.

«Μάλλον δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είχε τόση σημασία για σένα Κάντυ. Θα το είχα κάνει νωρίτερα»

«Αρκεί που θα το κάνεις τώρα Τέρρυ», απάντησε η Κάντυ καθώς ο Τέρρυ έκλεινε την πόρτα, αφήνοντας πίσω του τη γαλήνη και την παγωνιά εκείνης της νύχτας,




«Κάντυ, μήπως έχεις δει το γιλέκο μου;», ρώτησε ο Τέρρυ καθώς έδενε για πολλοστή φορά τη γραβάτα του μπροστά από τον καθρέπτη. Ήταν η ιδέα του ή δεν έστρωνε με τίποτα σήμερα η γραβάτα;

«Είναι στη ντουλάπα μαζί με το σακάκι σου» ακούστηκε μακρινή η φωνή της Κάντυ από το μπάνιο.

«Κοίταξα στη ντουλάπα αλλά δεν το βρήκα»

«Πριν 10 λεπτά ήταν εκεί Τέρρυ», απάντησε η Κάντυ μπαίνοντας γρήγορα στο δωμάτιο και ανοίγοντας τη ντουλάπα «Βλέπεις;» ρώτησε η Κάντυ βγάζοντας από τη ντουλάπα το γιλέκο «Ακόμα εδώ είναι!»

«Μα δεν ήταν πριν λίγο», απάντησε όλο έκπληξη ο Τέρρυ.

«Μην κάνεις σαν μωρό Τέρρυ. Πάντα εκεί ήταν! Δεν θα προλάβω να ετοιμαστώ», γκρίνιαξε η Κάντυ και ξαναγύρισε προς το μπάνιο.

«Αλήθεια δεν το είδα», φώναξε ο Τέρρυ.

«Το ξέρω», ανταπάντησε η Κάντυ από το διπλανό δωμάτιο.

Ο Τέρρυ ετοιμάστηκε και περίμενε υπομονετικά την Κάντυ, χωρίς να ξεστομίσει άλλη κουβέντα. Έριχνε κλεφτές ματιές στον καθρέπτη και ήταν πια πεισμένος ότι η γραβάτα του δεν ήταν σωστά δεμένη. Έκανε να την ξαναφτιάξει αλλά σταμάτησε. Ήταν ανούσιο να ασχοληθεί έστω και ένα δευτερόλεπτο ακόμα με αυτήν.

Όταν εκείνη μπήκε και πάλι βιαστική στο δωμάτιο, τα μάτια του Τέρρυ έλαμψαν. «Είσαι εκθαμβωτική», ψέλλισε ο Τέρρυ.

«Είσαι υπερβολικός», απάντησε αγχωμένη η Κάντυ.

«Φακιδομούρα, πίστεψέ με, δεν είμαι καθόλου υπερβολικός»

Η Κάντυ πλησίασε και με μια κίνηση έστρωσε σωστά τη γραβάτα του. Ο Τέρρυ κοίταξε τον καθρεύτη και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Του πρότεινε χαμογελαστή το χέρι της: «Λοιπόν, είστε έτοιμος να φύγουμε κύριέ μου;»

«Ασφαλώς κυρία μου», απάντησε χαμογελαστά ο Τέρρυ «Αλλά προσπάθησε να ηρεμήσεις λίγο. Μοιάζεις πολύ στρεσαρισμένη»

«Θα προσπαθήσω», απάντησε η Κάντυ και τον ακολούθησε προς στο αυτοκίνητο.

Σύντομα βρέθηκαν στην είσοδο του Δημαρχείου της πόλης όπου όλοι οι επίσημοι τους περίμεναν. Ο Τέρρυ ήταν επίτιμος καλεσμένος αφού ήταν και ο επικεφαλής των ηθοποιών του θιάσου και θα παραλάμβανε την τιμητική πλακέτα από τον Δήμαρχο.

Η Κάντυ δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή της την ώρα που παρέλαβε την πλακέτα ο Τέρρυ. Όσο κι αν είχαν περάσει τα χρόνια, όσο κι αν προσπάθησε να αποβάλει από το μυαλό της τη δραματική εικόνα να βλέπει τον Τέρρυ μεθυσμένο πάνω στην πρόχειρη σκηνή του Ρόκστοουν, δεν τα κατάφερε. Και τώρα που τον έβλεπε να αστράφτει στο κουστούμι του και να τον συγχαίρει ο Δήμαρχος, τα δάκρυα είχαν θολώσει την όρασή της και η ανάσα της έβγαινε πνιχτή.

Ο Τέρρυ, αφού ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους κατέβηκε και πλησίασε χαμογελαστός την Κάντυ. Καθώς τα βήματά του τον έφερναν πιο κοντά στο αστραφτερό της χαμόγελο και στα βουρκωμένα της μάτια ξαφνικά το δικό του χαμόγελό έσβησε απότομα και έτρεξε κοντά της για να την πάρει στα χέρια του το λιπόθυμο σώμα της.

«Κάντυ», φώναξε με όλη του τη δύναμη, αλλά εκείνη δεν έμοιαζε να αντιδρά. Με την αγωνία να έχει σκάψει κάθε πτυχή του προσώπου του, προσπάθησε να τη συνεφέρει δροσίζοντας το πρόσωπό της με λίγο νερό.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Φεβ 21, 2012 10:05 am



«Μαμά, να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ναι Πολίνα μου», απάντησε η Κάντυ και άφησε την πένα που έγραφε γράμμα από το χέρι της.

«Πως παντρευτήκατε εσύ με τον μπαμπά;»

«Τι ερώτηση είναι αυτή κοριτσάκι μου;» ρώτησε έκπληκτη η Κάντυ.

«Δεν σε έχω ρωτήσει ποτέ. Ξέρω μόνο ότι γνωριστήκατε με τον μπαμπά στο σχολείο και παντρευτήκατε μετά από πολλά χρόνια»

«Ναι… συνέβησαν πολλά μέχρι ο μπαμπάς σου κι εγώ να καταλήξουμε μαζί», παραδέχτηκε η Κάντυ.

«Όταν τον γνώρισες ήξερες ότι θα είσαστε κάποτε μαζί;»

«Όταν τον συνάντησα ήξερα ότι δεν ήθελα να τον ξαναδώ. Όταν τον γνώρισα όμως, ήξερα ότι δεν ήθελα να γνωρίσω ποτέ κανέναν άλλο άντρα στη ζωή μου»

«Πως παντρευτήκατε;»

«Παντρευτήκαμε σε μια μικρή εκκλησία τρεις μέρες πριν φύγουμε για Αγγλία. Μόνο η γιαγιά σου η Έλενορ και ο Άλμπερτ ήταν μαζί μας»

«Ο παππούς Άλμπερτ ήθελε πάντα να παντρευτείς τον μπαμπά;»

«Ο παππούς Άλμπερτ ευτυχώς που δεν είναι εδώ για να σε ακούσει να τον αποκαλείς παππού. Όμως ναι… Πάντα ήθελε να παντρευτώ τον πατέρα σου»

«Και όταν ο μπαμπάς σου ζήτησε να παντρευτείτε εσύ ήξερες ότι θέλεις να τον παντρευτείς; Ήσουν σίγουρη ότι θες να είσαι μια ζωή μαζί του;»

«Ούτε για το όνομά μου δεν έχω υπάρξει πιο σίγουρη Πολίνα μου. Είχα πολλούς ενδοιασμούς για πρακτικά ζητήματα που μας απασχολούσαν εκείνον τον καιρό, αλλά συναισθηματικά ήξερα πως ο πατέρας σου ήταν μονόδρομος για μένα. Γιατί ρωτάς;»

«Έτσι απλά ρωτάω. Χωρίς λόγο», είπε η Πολίνα ρίχνοντας τα μάτια της χαμηλά..

«Χωρίς λόγο ή μήπως έχεις έναν πολύ σοβαρό λόγο κοριτσάκι μου;» επέμεινε η Κάντυ!

«Δεν ξέρω», ψέλλισε.

«Το ξέρεις ότι μπορείς να μου μιλήσεις για τα πάντα. Σωστά;»

«Ναι… Απλά δεν είμαι σίγουρη…»

«Για να δούμε αν μπορώ να σε βοηθήσω εγώ τότε. Ποιο είναι το πρώτο αντρικό όνομα που έρχεται στο νου σου αυτή τη στιγμή;»

Η Πολίνα φόρεσε ένα πλατύ χαμόγελο «Πήτερ»

Η Κάντυ χαμογέλασε επίσης. «Και ποιος είναι αυτός ο Πήτερ που έχει κάνει κατάληψη στις σκέψεις του μικρού μου θησαυρού; Συμφοιτητής σου;»

«Ναι… Περίπου. Ο Πήτερ είναι τελειόφοιτος της σχολής μου. Γνωριστήκαμε στη βιβλιοθήκη»

«Και;» ρώτησε με ενδιαφέρον η Κάντυ.

«Δεν ξέρω… Δεν είμαι σίγουρη»

«Σου ζήτησε να παντρευτείτε;»

«Όχι!» βιάστηκε να απαντήσει η Πολίνα «απλά συναντιόμαστε στη βιβλιοθήκη και στη σχολή και συζητάμε, γελάμε, περνάμε τόσο όμορφα μαζί! Δεν συμβαίνει τίποτε άλλο… Νομίζω… Δεν ξέρω… Ειλικρινά δεν ξέρω μαμά»

Η Κάντυ έσκυψε και αγκάλιασε την Πολίνα «Μην ανησυχείς κοριτσάκι μου. Όταν θα έρθει η ώρα θα ξέρεις»

«Αλήθεια;» ρώτησε με αγωνία η κόρη της.

«Ναι… Αλήθεια. Όταν θα έρθει η ώρα θα είσαι σίγουρη. Αν δεν είσαι σίγουρη, πιθανών να μην έχει έρθει η ώρα ή ο άνθρωπος»

Η Πολίνα κοίταξε τη μητέρα της και χαμογέλασε. Ένιωθε πιο ανάλαφρη τώρα που της είχε μιλήσει και που της είχε πει έστω και στο ελάχιστο τις σκέψεις που την απασχολούσαν τον τελευταίο καιρό.




Ο Τέρρυ μπήκε στο σπίτι και έβγαλε βιαστικά το παλτό του. Ήταν τόσο κουρασμένος που ένιωθε ευγνώμων που οι υπόλοιποι συνάδελφοί του είχαν αποχωρίσει σήμερα από τις πρόβες νωρίτερα. Ο τελευταίος μήνας ήταν περισσότερο από εξοντωτικός. Οι πρόβες για τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα που θα ανέβαζαν σύντομα στο Royal Shakespeare Theater ήταν πολύ απαιτητικές και ο ίδιος ένιωθε έτοιμος να καταρρεύσει.

Κατευθύνθηκε βαριεστημένα προς την κρεβατοκάμαρά τους. Δεν είχε όρεξη ούτε για φαγητό εκείνη την ημέρα. Ήθελε να πάρει στην αγκαλιά του την Κάντυ, να της διαβάσει ίσως κάποιο ποίημα και να κοιμηθούν αγκαλιασμένοι. Η ησυχία του σπιτιού δεν τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Το σπίτι ήταν σκοτεινό και μόνο από την κρεβατοκάμαρά τους φωτιζόταν ο σκοτεινός διάδρομος. Σοβάρεψε απότομα όταν ανοίγοντας την πόρτα είδε την Κάντυ να σηκώνεται απότομα από το κρεβάτι και να σκουπίζει βιαστικά τα βρεγμένα της μάτια.

«Τι συμβαίνει;», ρώτησε σοβαρά ο Τέρρυ.

«Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς», απάντησε η Κάντυ χαμογελώντας και πηγαίνοντας προς το μέρος του.

«Τελειώσαμε νωρίτερα» απάντησε ανήσυχος ο Τέρρυ κλείνοντάς την στην αγκαλιά του «τι συμβαίνει Κάντυ;»

«Τίποτα. Όλα είναι καλά. Πάω να ετοιμάσω να φάμε», είπε η Κάντυ ξεγλιστρώντας από την αγκαλιά του.

«Δεν πεινάω. Έλα εδώ και πες μου τι συμβαίνει Κάντυ», επέμεινε ο Τέρρυ, τραβώντας την από το αριστερό μπράτσο και πάλι κοντά του.

Η Κάντυ τον κοίταξε με πρησμένα από το κλάμα μάτια. Τα όμορφα γαλαζοπράσινα δικά του μάτια, που πάντα μιλούσαν μέσα στην ψυχή της, την κοίταζαν επίμονα με τη δύναμη και την επίδραση που πάντα είχαν επάνω της. Χρειάστηκαν μόνο δευτερόλεπτα για να ξεσπάσει και πάλι σε λυγμούς. Μόνο που τώρα δεν έκλαιγε μόνη της στο κρεβάτι της αλλά στην αγκαλιά του Τέρρυ, που της χάιδευε απαλά τα μαλλιά και προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Ένα ατελείωτο παράπονο έβγαινε από μέσα της και το κορμί της σπαρτάραγε με κάθε ανάσα της. Χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτε άλλο ο Τέρρυ την κράτησε κοντά του καθησυχάζοντάς την μέχρι να ξεσπάσει ο λυγμός και να γίνει κλάμα. Και όταν η ώρα πέρασε και το παράπονο και ο πόνος της Κάντυ ξεθύμαναν πάνω στο μουσκεμένο πια πουκάμισό του, ο Τέρρυ την τράβηξε απαλά προς το κρεβάτι και την έβαλε να κάτσει απαλά δίπλα του. Σκούπισε με τα χέρια του τα δάκρυά της και απομάκρυνε τις τούφες της από το μέτωπό της. Έσκυψε και τη φίλησε απαλά.

«Νιώθεις καλύτερα;» τη ρώτησε απαλά.

Η Κάντυ μόνο ένευσε καταφατικά αλλά δεν σήκωσε τα μάτια να τον κοιτάξει.

«Τι είναι αυτό που σε πονάει τόσο φακιδομουτράκι;»

Η Κάντυ τον κοίταξε και προσπάθησε να διαβάσει στο πρόσωπό του τις πιθανές απαντήσεις του.

«Μίλησέ μου», την προέτρεψε απαλά ο Τέρρυ.

Η Κάντυ δεν ήθελε να του μιλήσει, αλλά τώρα που εκείνος γύρισε αναπάντεχα και την είδε σε αυτή την κατάσταση δεν θα ήταν εύκολο να του κρύψει τις σκέψεις της. Πήρε μια βαθειά ανάσα και η φωνή της έβγαινε απαλή, σιγανή, κουρασμένη…

«Τέρρυ, ξέρω πόσο πολύ θέλεις να κάνουμε οικογένεια, να κάνουμε παιδί ή καλύτερα, παιδιά και… Και ο καιρός περνάει. Είμαστε δυο χρόνια σχεδόν που προσπαθούμε και ακόμα δεν έχω μείνει έγκυος».

«Και γι’αυτό στεναχωριέσαι Κάντυ; Κάνε υπομονή. Ο χρόνος θα μας φέρει κι ένα παιδί»

«Δεν είναι αυτό Τέρρυ. Στεναχωριέμαι που δεν έχω καταφέρει να σου δώσω ένα δικό σου παιδί. Ένα παιδί που θα έχει τα μάτια σου. Το χαμόγελό σου. Κι αν δεν μπορώ εγώ ίσως θα έπρεπε να αφήσω κάποια άλλη να το κάνει»

Ο Τέρρυ την κοιτούσε με μάτια γουρλωμένα «Κάντυ τι λες; Τι σκέφτεσαι; Τι προτείνεις;»

«Αυτό που προτείνω είναι ότι ίσως θα έπρεπε να χωρίσουμε και να προσπαθήσεις να κάνεις καινούργια οικογένεια. Να βρεις μια γυναίκα που θα μπορεί να σου χαρίσει ένα παιδί, αφού εγώ δεν τα έχω καταφέρει»

Έξαλλος ο Τέρρυ πια σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. «Κάντυ τι είναι αυτά που λες;»

«Όχι Τέρρυ, άκουσέ με… Δεν θέλω να σου στερήσω την οικογένεια. Αν το είχα υποψιαστεί δεν θα δεχόμουν ποτέ να γίνω γυναίκα σου»

«Κάντυ τρελάθηκες;» τη διέκοψε ο Τέρρυ «Και ποιος σου είπε ότι εσύ ευθύνεσαι για το ότι δεν έχουμε κάνει ακόμα ένα παιδί; Ποιος σου είπε ότι φταις εσύ και όχι εγώ; Πως είσαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να κάνω παιδί με κάποια άλλη γυναίκα; Και για να τα πάρουμε τα πράγματα απ’την αρχή, ποιος σου είπε ότι θέλω παιδί από άλλη γυναίκα; Ποιος σου είπε ότι θα με ενδιέφερε να έχω μια άλλη οικογένεια;»

Η Κάντυ τον κοίταζε σαστισμένη. Ο Τέρρυ έκατσε δίπλα της και την έπιασε δυνατά από τους ώμους. «Πως σου πέρασε από το μυαλό Κάντυ κάτι τέτοιο; Για ποιον λόγο κλαις και στεναχωριέσαι; Πως φαντάστηκες ότι θα σε άφηνα ποτέ να φύγεις από τη ζωή μου; Εσύ είσαι για μένα όλα όσα έχουν σημασία. Το καταλαβαίνεις αυτό Κάντυ;»

Η Κάντυ ένευσε καταφατικά. «Είναι νωρίς ακόμα για εικασίες», συνέχισε ο Τέρρυ «κι αν δεν μπορέσουμε να κάνουμε ένα δικό μας παιδί, μπορούμε πάντα να υιοθετήσουμε ένα. Αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε Κάντυ είναι να αποχωριστούμε. Το καταλαβαίνεις αυτό;»

Για μια ακόμη φορά η Κάντυ ένευσε καταφατικά. «Μην κουνάς το κεφάλι. Απάντησέ μου να σε ακούσω. Το καταλαβαίνεις ότι εσύ δεν μπορείς να φύγεις από τη ζωή μου;»

«Ναι», ψιθύρισε η Κάντυ. Ο Τέρρυ την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του. «Δεν θέλω ποτέ να σε ξαναδώ έτσι. Δεν θέλω να ξέρω ότι εσύ στεναχωριέσαι όσο δεν είμαι μαζί σου. Πόσο μάλλον για κάτι για το οποίο πολύ πιθανόν και να μην ευθύνεσαι. Είμαστε σύμφωνοι Κάντυ;»

«Ναι», είπε απαλά η Κάντυ.

«Δεν σε άκουσα», την πρότρεψε ο Τέρρυ.

«Ναι, είμαστε», απάντησε πιο δυνατά αυτή τη φορά η Κάντυ και ένα χαμόγελο ανακούφισης χαράχτηκε στα χείλη της.




«Κάντε στην άκρη. Κάντε στην άκρη. Είμαι γιατρός», ακούστηκε μια φωνή μέσα στο πλήθος.

Ο Τέρρυ σήκωσε τα μάτια του και είδε τον νεαρό άντρα να πλησιάζει και να γονατίζει δίπλα του. «Επιτρέψτε μου να την εξετάσω, είμαι γιατρός», είπε στον Τέρρυ και ο Τέρρυ παραμέρισε παρατηρώντας εξεταστικά μία τον γιατρό και μία το αναίσθητο σώμα της Κάντυ.

«Τι συμβαίνει γιατρέ;» τον ρώτησε ο Τέρρυ ανήσυχος.

«Θα ήθελα λίγο χώρο να την εξετάσω. Μπορούμε να μεταφέρουμε την κυρία σε κάποιο δωμάτιο;» απάντησε ο γιατρός σηκώνοντας τα μάτια του προς τον Τέρρυ.

«Ασφαλώς» απάντησε ο Δήμαρχος που στεκόταν ανήσυχος παραδίπλα.

Ο Τέρρυ έσκυψε, σήκωσε στα χέρια του την Κάντυ και ακολούθησε το παχουλό και δυσκίνητο Δήμαρχο.

Σύντομα οι τρεις τους βρίσκονταν μόνοι σε ένα δωμάτιο. Ο γιατρός έπαιρνε το σφυγμό της Κάντυ και εξέταζε τις κόρες των ματιών της καθώς ο Τέρρυ βημάτιζε ανήσυχος. Μόλις την άκουσε να ψελλίζει το όνομά του, έτρεξε αμέσως δίπλα της.

«Κάντυ, πως είσαι;», ρώτησε ανήσυχος καθώς της φίλησε απαλά το χέρι. «Τι συμβαίνει γιατρέ;», ρώτησε γυρνώντας προς το μέρος του. Η Κάντυ προσπάθησε να ανασηκωθεί από τον καναπέ που βρισκόταν ξαπλωμένη και κοιτούσε χαμένη τον χώρο προσπαθώντας να αντιληφθεί που βρίσκεται. Ήταν σίγουρη ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε ένα τόσο όμορφα στολισμένο δωμάτιο.

Ο γιατρός τους χαμογέλασε «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αγαπητέ μου», τον διαβεβαίωσε… «Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αλλά θα πρέπει να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις σύντομα. Η κυρία σας μπορώ να πω σχεδόν με βεβαιότητα ότι βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα»

Ο Τέρρυ και η Κάντυ κοιτάχτηκαν σαστισμένοι. «Πως;» ψέλλισε η Κάντυ.

«Αγαπητή μου, μια πιθανή καθυστέρησή σας θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τις δικές μου υποθέσεις»

«Ναι, αλλά πως;» ρωτούσε απορημένη η Κάντυ. Τα μάτια του Τέρρυ έλαμψαν.

«Μια επίσκεψη στον γιατρό σας θα σας διαφώτιζε περισσότερο»

Ο Τέρρυ έδωσε το χέρι του στο γιατρό. «Σας ευχαριστώ γιατρέ…»

«Σορτ. Γιατρός Σόρτ, στη διάθεσή σας»

«Ευχαριστώ γιατρέ Σορτ», τον ευχαρίστησε ο Τέρρυ και πήγε προς το μέρος της Κάντυ η οποία δεν πίστευε αυτό που μόλις είχε ακούσει. Ο Τέρρυ τη σήκωσε στα χέρια του.

«Και τώρα γρήγορα στο κρεβάτι σου», της είπε ευτυχισμένος.

«Μη βιάζεσαι να χαρείς Τέρρυ. Ας ολοκληρώσω πρώτα τις εξετάσεις. Δεν θα το άντεχα να ελπίζω χωρίς λόγο»

«Είναι σίγουρο φακιδομούρα, Το νιώθω ότι έτσι θα πρέπει να είναι», της είπε ο Τέρρυ και τη φίλησε.

Η Κάντυ έβλεπε τα μάτια του να γυαλίζουν από ευτυχία και στο πρόσωπό του είχε ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο που η ίδια δεν θυμόταν πόσο καιρό είχε να δει. Έτρεμε στην ιδέα κάποιου λάθους. Αυτό το παιδί το περίμεναν με τόση λαχτάρα που δεν θα μπορούσε να δεχτεί εύκολα μια αρνητική απάντηση. Πόσο μάλλον να την ανακοινώσει στον Τέρρυ. Βγαίνοντας από τον παραμυθένιο κόσμο που έχτισε για λίγο ο γιατρός γύρω τους, συνειδητοποίησε ότι ο Τέρρυ θα έπρεπε να βρίσκεται στη δεξίωση.

«Ας γυρίσουμε στους καλεσμένους Τέρρυ»

«Φεύγουμε για το σπίτι μας τώρα»

«Τέρρυ δεν είναι σωστό να φύγουμε»

«Μάλλον δεν ακούς. Φεύγουμε τώρα», είπε ο Τέρρυ χωρίς να την αφήσει από τα χέρια του και βγαίνοντας βιαστικά από το Δημαρχείο.




Η Κάντυ περίμενε στην άκρη του δρόμου τον Τέρρυ που είχε ήδη καθυστερήσει. Έπρεπε να τη συναντήσει ακριβώς στις 6 και η ώρα ήταν 6:05.

«Κυρία Γκράντσεστερ», άκουσε μια άγνωστη φωνή δίπλα της και γύρισε ξαφνιασμένη.

«Παρακαλώ» είπε ευγενικά η Κάντυ.

«Είμαι ο γιατρός Σορτ. Είχα διαγνώσει την εγκυμοσύνη σας πριν μερικά χρόνια. Θυμάστε;»

«Μα βέβαια», χαμογέλασε η Κάντυ «Συγχωρέστε με δεν σας αναγνώρισα»

«Εγώ δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για εσάς. Εσείς είστε μια γυναίκα που δεν ξεχνά εύκολα ένας άντρας»

Η Κάντυ χαμογέλασε αμήχανα. «Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια γιατρέ»

«Έμαθα ότι γεννήσατε ένα κοριτσάκι. Είναι καλά στην υγεία του;»

«Ναι, βέβαια. Δυνατή σαν ταύρος»

«Χαίρομαι κυρία μου. Τι θα λέγατε να σας κεράσω ένα γλυκό εδώ πιο κάτω και να μου αφιερώσετε λίγο από τον χρόνο σας»

«Λυπάμαι. Περιμένω το σύζυγό μου να έρθει»

«Τότε αν θέλετε περάστε κάποια άλλη ημέρα από το ιατρείο μου. Θα χαρώ να σας γνωρίσω καλύτερα»

«Λυπάμαι γιατρέ», ψέλλισε αμήχανα η Κάντυ, όταν άκουσε δίπλα της τον Τέρρυ.

«Συγνώμη για την καθυστέρηση»

«Τέρρυ!» ξεφώνησε ανακουφισμένη η Κάντυ. «Θυμάσαι τον γιατρό Σορτ;»

Ο Τέρρυ κοίταξε εξεταστικά τον άντρα που είχε απέναντί του.

«Ναι, αλλά θα πρέπει να φύγουμε» απάντησε κοφτά ο Τέρρυ.

«Αντίο σας» χαιρέτησε η Κάντυ και απομακρύνθηκε μαζί με τον Τέρρυ μην αφήνοντας το γιατρό να συμπληρώσει κάτι άλλο.

«Τι σου έλεγε;» ρώτησε απότομα ο Τέρρυ πριν καν προλάβουν να απομακρυνθούν.

«Τίποτα σημαντικό», είπε ένοχα η Κάντυ.

Ο Τέρρυ σταμάτησε απότομα «Πες μου τώρα τι σου έλεγε εκείνος ο άντρας Κάντυ»

«Ασήμαντα πράγματα Τέρρυ. Προσφέρθηκε να με κεράσει ένα γλυκό για να με γνωρίσει καλύτερα και εγώ…»

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει η Κάντυ ο Τέρρυ έκανε απότομα αναστροφή και κατευθύνθηκε στο σημείο που βρισκόταν πριν λίγο ο γιατρός.

«Τέρρυ…» φώναξε η Κάντυ, αλλά η φωνή της δεν έφτασε ποτέ στα αυτιά του.

Ο Τέρρυ αναγνώρισε τον νεαρό άντρα να περπατά λίγα μέτρα μακριά από την αντίθετη κατεύθυνση. Με γρήγορο βήμα τον πλησίασε και τον τράβηξε απότομα από το μπράτσο. Ο γιατρός τον κοίταξε σαστισμένος. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Τέρρυ χρησιμοποίησε τη γροθιά του και χτύπησε τον ανυποψίαστο γιατρό που παραπάτησε και βρέθηκε ξαπλωμένος στο δρόμο.

«Την επόμενη φορά να ζητήσεις να γνωρίσεις καλύτερα πρώτα εμένα», φώναξε θυμωμένος ο Τέρρυ αφήνοντας άφωνους και σαστισμένους τους περαστικούς που έγιναν άθελά τους μάρτυρες στη σκηνή.

Η Κάντυ βρέθηκε αμέσως δίπλα του και τον τράβηξε δυνατά από το χέρι «Πάμε να φύγουμε Τέρρυ», απομακρύνοντάς τον από τον γιατρό που τους κοιτούσε σαστισμένος από τον δρόμο.

«Εις το επαν’ειδείν» του είπε ειρωνικά ο Τέρρυ πριν αλλάξει κατεύθυνση και βρεθεί και πάλι στο δρόμο για το σπίτι του.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Φεβ 22, 2012 10:22 am



Τα μάτια του κοιτούσαν αφηρημένα τα λευκά τριαντάφυλλα που είχε μπροστά του. Σαν οθόνη τα πέταλά τους και μέσα της περνούσε όλη του η ζωή. Χαρές και λύπες και εικόνες όμορφες και άλλοτε θλιβερές. Θυμήθηκε τις ξέγνοιαστες μέρες στο κολέγιο του Αγίου Παύλου που έμοιαζαν σαν χτες, και όμως ήταν τόσο μακρινές! Θυμήθηκε την πρώτη φορά που αντίκρισε τη μικρή Πολίνα και το κουρασμένο, αλλά ευτυχισμένο πρόσωπο της Κάντυ δίπλα του. Θυμήθηκε τα μικρά της δαχτυλάκια να προσπαθούν να σφίξουν το δικό του δάχτυλο και την καρδιά του να χτυπάει τόσο γρήγορα από την απέραντη ευτυχία που νόμιζε πως θα σπάσει. Θυμήθηκε την πρώτη της μέρα στο σχολείο, τις πρώτες συλλαβές που διάβασε έχοντάς την στην αγκαλιά του, τις μέρες που πέρασε βοηθώντας την να μπει στο πανεπιστήμιο και τώρα την περίμενε να βγει από το διπλανό δωμάτιο και να την παραδώσει στον μέλλοντα σύζυγό της.

Η καρδιά του μοιρασμένη στα δύο. Η μισή ένιωθε απέραντη ευτυχία που το μικρό κοριτσάκι του άνοιγε τα φτερά του και έφευγε για το δικό του σπιτικό. Αυτή η χαρά όμως ξεριζωνόταν από το άλλο μισό της καρδίας του που ενώ ήξερε πως έπρεπε να φύγει παρακαλούσε να είχαν διαρκέσει λίγο περισσότερο οι μέρες που την είχαν μαζί τους να τους ζεσταίνει με το χαμόγελό της. Να ήταν μεγαλύτερα τα απογεύματα που διάβαζαν μαζί μπροστά στο τζάκι. Να ήταν πιο πολλές οι Κυριακές που πήγαιναν βόλτα με τα άλογά τους και που ξεχνιόντουσαν να γυρίσουν πίσω. Να είχανε διαρκέσει περισσότερο οι ώρες που έπαιζαν παρέα πιάνο. Ακόμα θυμόταν πως φωτίστηκε το πρόσωπό της όταν τα μικρά της δάχτυλα πάτησαν το πρώτο πλήκτρο και ο ήχος απλώθηκε στο δωμάτιο. Ώρες και μέρες και χρόνια ολόκληρα πέρασαν μέχρι να της μάθει όσα ήξερε αλλά τώρα έμοιαζαν όλα τόσο λίγα!

Γύρισε το κεφάλι του και την αντίκρισε ντυμένη στα ολόλευκα, να στέκεται στην πόρτα που μόλις άνοιγε και να του χαμογελάει ευτυχισμένη. Τα μάτια της καθρέφτης των δικών του, αλλά η μορφή της τόσο ίδια και απαράλλακτη με αυτή της Κάντυ πριν 30 χρόνια, έφεραν δάκρυα στα μάτια του. Έκλεβε την εικόνα της και κράταγε κομμάτια της στη μνήμη του. Εικόνες που δεν θα αποχωριζόταν ποτέ. Την πλησίασε και την αγκάλιασε απαλά. Δεν φανταζόταν ποτέ πόση συγκίνηση θα έφερνε αυτή η στιγμή στη ζωή του. Καμία παράσταση ή επιτυχία δεν είχε φέρει τέτοια συναισθηματική φόρτιση στην καρδιά του. Δάκρυα ευτυχίας κάλυψαν τα μάγουλά του και το χαμόγελό του πλατύτερο από ποτέ γέμισε την καρδιά της με αγάπη και στοργή. Της πρότεινε το μπράτσο του και μόλις εκείνη το ακούμπησε με το χέρι της, ένιωσε ξαφνικά έτοιμος να την αφήσει να χτίσει τη δική της ζωή. Το δικό της μέλλον. Να ακολουθήσει τα χνάρια που αφήναν στο μυαλό της τα όνειρά της και να ζωγραφίσει τη δική της ζωή όπως η ίδια την είχε φανταστεί.




Τα μάτια του Άλμπερτ ακολουθούσαν το μικρό αυτό πλασματάκι που έτρεχε τριγύρω του και γέλαγε διαρκώς γεμίζοντας το χώρο με τη φωνή του. Ευχήθηκε για πολλοστή φορά να ήταν λίγα χρόνια νεότερος και να μπορούσε να τρέξει μαζί του και να το σηκώσει ψηλά και να ξαπλώσει στο γρασίδι. Το γερασμένο του σώμα όμως είχε άλλη άποψη. Όσο κι αν η καρδιά του λαχταρούσε όλα αυτά, το σώμα του είχε βολευτεί στην αναπαυτική καρέκλα κάτω από την ομπρέλα για να προστατεύεται από τον ήλιο και προσπαθούσε να συνηθίσει το νέο κλίμα.

Η μικρή Νίνα έκλεβε τα βλέμματα όλων και κάθε φορά που πρόφερε κάποιες συλλαβές, η Κάντυ και η Πολίνα έκαναν σαν τρελές από τη χαρά τους. Όταν έμαθε από την Κάντυ ότι η Πολίνα γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι, πήρε τη μεγάλη απόφαση να εγκαταλείψει πλήρως τις επιχειρήσεις, να πάψει να είναι πια ο υπέργηρος πρόεδρος και να φύγει για διακοπές διαρκείας. Ο ίδιος ήξερε καλά ότι δεν είχε σκοπό να επιστρέψει ποτέ από αυτές ή τουλάχιστον έτσι έλπιζε. Είχε δουλέψει τόσο σκληρά στη ζωή του και τώρα που όλα πια είχαν τακτοποιηθεί και που υπήρχαν ικανότατοι άνθρωποι να συνεχίσουν το έργο της οικογένειας, είχε αποσυρθεί με την ελπίδα να ταξιδέψει και να περάσει το λιγοστό υπόλοιπο της ζωής του όπως ο ίδιος είχε ονειρευτεί. Ανάμεσα σε νέες εικόνες και νέες εμπειρίες, σε νέες μυρωδιές, νέες γεύσεις και νέα χρώματα.

Είχε χαρεί πολύ όταν τον κάλεσε η Κάντυ να μείνει μαζί τους γιατί ήξερε ότι θα του έκανε πολύ καλό να ζήσει για λίγο μαζί με την οικογένειά της, αλλά ήξερε πως αυτό θα κράταγε λίγο και ήδη είχε φτιάξει τα πλάνα του. Η Ασία τον καλούσε εδώ και χρόνια και όσο μπορούσε ακόμα να περπατάει μόνος του, χωρίς καμία υποστήριξη, ήθελε να την κατακτήσει. Μέχρι τότε όμως, ζέσταινε την ψυχή του ανάμεσα στους ανθρώπους που στερήθηκε τόσα χρόνια κρυμμένος πίσω από ένα γραφείο και του άρεσε τόσο πολύ αυτή η ανάλαφρη αίσθηση που πλημμύριζε την καρδιά του γύρω τους που δεν χόρταινε τις ώρες που πέρναγε μαζί τους.

«Δεν είναι ένας άγγελος;» ρώτησε η Κάντυ καθώς απλωνόταν στη διπλανή καρέκλα.

«Είναι ακόμα πιο όμορφη από ότι μου έλεγες στο τηλέφωνο»

«Έπρεπε να είχες έρθει νωρίτερα. Αν την έβλεπες όταν μπουσούλαγε θα είχες ξεχάσει και το όνομά σου»

«Δηλαδή μπουσούλαγε διαφορετικά από την Πολίνα ή από τα άλλα μωρά;»

«Άσε τις εξυπνάδες Άλμπερτ! Αρκετά έχασες πράγματα από τη ζωή τους. Ήρθε ο καιρός να αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο. Θα νιώσεις ανανεωμένος χωρίς να προλάβεις να το καταλάβεις»

«Αυτό σε κάνει κι εσένα τόσο ανανεωμένη Κάντυ;»

«Αν εξαιρέσεις ότι πονάει όλο μου το σώμα όταν ξαπλώνω μετά από επίσκεψη της Νίνα, ναι, νιώθω 20 χρόνια μικρότερη κοντά της. Νιώθω τόσο όμορφα που θα μπορούσε να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου και να μην με νοιάξει καθόλου»

Ο Άλμπερτ γύρισε και ξανακοίταξε τη μικρή Νίνα που έπαιζε με τον Τέρρυ. Μπορούσε απόλυτα να καταλάβει πόσο πλήρης ένιωθε η Κάντυ ανάμεσα στην οικογένειά της γιατί για τον ίδιο, η Κάντυ ήταν πάντα η μόνη πραγματική οικογένεια που του είχε απομείνει.


ΤΕΛΟΣ Γ ΜΕΡΟΥΣ







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Η ζωή ένας κύκλος

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Φεβ 22, 2012 10:24 am



Επίλογος


«Σε μια σεμνή τελετή ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους κηδεύτηκε σήμερα ο γνωστός Σαιξπηρικός ηθοποιός Τέρρενς Γκράντσεστερ κάτω από τον βροχερό Γεναριάτικο ουρανό.
Ο Τέρρενς, γνωστός στον κύκλο του και ως Τέρρυ, ξεκίνησε μικρός την καριέρα του στο Θέατρο. Στην αρχή της καριέρας του, η πολυτάραχη προσωπική του ζωή προκάλεσε μια σειρά από ανεβοκατεβάσματα.
Ο ηθοποιός που προκάλεσε τις κάμερες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Τόσο η λαμπρή καριέρα του, όσο και ο οξύθυμος χαρακτήρας του, απασχόλησαν πολύ τον τύπο και τους δημοσιογράφους.
Ο διάσημος ηθοποιός εξέπνευσε την ημέρα της πρωτοχρονιάς σε ηλικία 70 ετών από φυσικά αίτια. ‘Θα μας καθοδηγεί πάντα’ είπε χαρακτηριστικά η συμπρωταγωνίστριά του Κάρεν ενώ ο Άλεκ Γκίνες δήλωσε ότι ‘Το 1967 είναι μια τραγική χρονιά για το Θέατρο’»


Η Πολίνα πέταξε μακριά την εφημερίδα εκνευρισμένη. «Ηλίθιοι δημοσιογράφοι... Τι ξέρουν αυτοί για τον πατέρα μου;», μουρμούρισε καθώς κατευθυνόταν στην κουζίνα.

Ο Πήτερ την πλησίασε και την αγκάλιασε. «Μη θυμώνεις Πόλι μου. Ο πατέρας σου ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Αρκεί που το γνωρίζεις εσύ και όλοι εμείς που είχαμε την τύχη να βρεθούμε κοντά του»

Η Πολίνα τον αγκάλιασε και ξέσπασε σε λυγμούς. «Ναι Πήτερ, έχεις δίκιο... Αλλά νιώθω τόσο μόνη! Το ήξερα ότι δεν θα κατάφερνε να αντέξει αυτή την Πρωτοχρονιά. Ήμουν σίγουρη ότι θα μας άφηνε αλλά... Τώρα που έγινε είναι αλλιώς. Έπεσαν όλα μαζεμένα. Μέσα σε μια βδομάδα...»

«Ησύχασε μωρό μου»

«Όλα έγιναν τόσο γρήγορα… Τόσο γρήγορα! Τα πάντα άλλαξαν σε μια βδομάδα… Μόνο σε μια βδομάδα», συνέχισε να παραμιλάει η Πολίνα μέσα σε αναφιλητά καθώς ο Πήτερ της χάιδευε παρηγορητικά το κεφάλι.




Η μυρωδιά του οινοπνεύματος είχε εισβάλει στα ρουθούνια του. Ποτέ δεν συμπάθησε αυτή τη μυρωδιά. Την είχε συνδυάσει με τη βαριά ατμόσφαιρα του νοσοκομείου. Τελευταία τον βάραινε όλο και περισσότερο.

Μετά τη διάγνωση της ασθένειας της Κάντυ, κάθε φορά που έμπαινε στο νοσοκομείο και την ένιωθε να εισχωρεί στα πνευμόνια του, ένιωθε ένα σφίξιμο στο στήθος του. Την κατηγορούσε σαν να ήταν αυτή υπεύθυνη για ό,τι κακό του συνέβη ξαφνικά. «Έξι μήνες ζωής» ακουγόταν η φωνή του γιατρού που αντηχούσε στα αυτιά του. Έξι μήνες ζωής, που κάθε μέρα έφταναν και πιο κοντά στη λήξη τους.

Σταμάτησε έξω από την πόρτα. Ήξερε ότι πίσω από την πόρτα, ήταν αυτή. Η γυναίκα που γέμισε με φως και αισιοδοξία τη ζωή του. Η μοναδική γυναίκα της ζωής του. Αυτή που με το σώμα της έδωσε σάρκα και οστά στο παιδί τους. Αυτή που ήταν πάντα εκεί για αυτόν πριν καν ο ίδιος νιώσει ότι τη χρειάζεται.

Γύρισε αργά το πόμολο της πόρτας και την επόμενη στιγμή βρισκόταν στο σκοτεινό δωμάτιο. Τα μάτια του ακολούθησαν αργά την πορεία του κρεβατιού ώσπου σταμάτησαν στο πρόσωπό της. Το κοιμισμένο πρόσωπό της πρόδιδε την ταλαιπωρία της. Πλησίασε αργά προς το παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα αφήνοντας το φως να εισχωρήσει στο χώρο.

Η Κάντυ άνοιξε αργά τα μάτια της. Το φως που έμπαινε από το παράθυρο την τύφλωσε και έκανε αμέσως έναν μορφασμό.

«Θέλεις να κλείσω την κουρτίνα;» ακούστηκε η ανήσυχη φωνή του Τέρρυ.

«Όχι. Άσε να μπει το φως! Αύριο δεν είναι Χριστούγεννα;»

Ο Τέρρυ έσκυψε και φίλησε απαλά το μέτωπό της. «Ναι. Αύριο είναι! Θα έρθουμε με την Πολίνα, τον Πήτερ και τη Νίνα, το θυμάσαι;»

«Ναι… Το θυμάμαι»

«Σήμερα τελειώνει με τα μαθήματά της. Πήρε άριστα στην αριθμητική και είναι πολύ χαρούμενη».

Η Κάντυ χαμογέλασε με δυσκολία. Ένιωθε ότι ήταν πολύ κουρασμένη, αλλά η φωνή του την ηρεμούσε όπως πάντα. «Τέρρυ. Μπορείς να μου διαβάσεις κάτι;»

«Και βέβαια μπορώ. Πες μου, τι θέλεις να ακούσεις;»

«Το αγαπημένο μου. Ξεκίνα από αυτό»

Ο Τέρρυ άνοιξε το συρτάρι της και έβγαλε από μέσα ένα βιβλίο. Η Κάντυ τον παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού της. Χωρίς να περιμένει κάτι άλλο, άνοιξε αργά το στόμα της και μίλησε. «Όταν θα φύγω...» η φωνή της κόμπιασε. Κοίταξε τα μάτια του και χάθηκε σε αυτά. Στην ευτυχία που είχε νιώσει κάθε φορά που τα κοίταζε «... θέλω να φύγω ήσυχη πως θα είσαι ευτυχισμένος»

Ο Τέρρυ έσκυψε και τη φίλησε στο κούτελο. Της χάιδεψε τα άσπρα της μαλλιά και της χαμογέλασε. Έπιασε με το χέρι του σφιχτά το δικό της και το κράτησε εκεί. Άνοιξε το βιβλίο που κράταγε και άρχισε να διαβάζει.

«Ό,τι σε άφησα,
κι είσαι μέσα μου, κρυστάλλινη
ή τρεμάμενη,
ή ανήσυχη, πληγωμένη από μένα τον ίδιο,
ή ξέχειλη από αγάπη, όπως όταν τα μάτια σου
κλείνουν πάνω από το δώρο της ζωής
που αδιάκοπα σου προσφέρω»


Η φωνή του σαν κελάηδισμα κάλυπτε όλους τους υπόλοιπους ήχους. Η Κάντυ ένιωθε το χέρι του στο δικό της και από το μυαλό της πέρναγαν όλες οι ευτυχισμένες στιγμές μαζί του. Χαμογελούσε αχνά ευχαριστημένη νιώθοντας ότι έχει ζήσει μια ζωή κοντά του. Μια ζωή μαζί του. Καλές και άσχημες στιγμές που μοιράστηκαν μαζί.

«συναντηθήκαμε
διψασμένοι κι ήπιαμε
όλο το νερό και το αίμα,
συναντηθήκαμε
πεινασμένοι
και δαγκώσαμε ο ένας τον άλλον
όπως η φωτιά δαγκώνει,
αφήνοντάς μας πληγές.

Αλλά περίμενέ με,
φύλαξέ μου τη γλύκα σου.
Θα σου δώσω
κι ένα τριαντάφυλλο»**



Ο Τέρρυ ένιωσε το χέρι της βαρύ να γλιστράει μέσα από το δικό του. Σήκωσε τα μάτια του και είδε ότι τα δικά της μάτια ήταν πια άδεια. Έτρεξε αμέσως στο διάδρομο και φώναξε έναν γιατρό. Μια νοσοκόμα ήρθε γρήγορα μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ό,τι ο ίδιος φοβόταν να παραδεχτεί. Τον απομάκρυναν από το κρεβάτι καθώς ο Τέρρυ κοιτούσε σαν χαμένος. Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω.

Στα χέρια του ένιωθε ακόμα τη ζέστη του κορμιού της. Κοίταξε την παλάμη του, που μέχρι πριν λίγο ακούμπαγε το σώμα της.

«Ευτυχισμένος;» αναρωτήθηκε και άφησε το μυαλό του να πλανηθεί. «Να είμαι ευτυχισμένος εγώ; Πως μπορώ να είμαι ευτυχισμένος χωρίς εσένα Κάντυ; Πως μπορεί να είναι ευτυχισμένη η υπόλοιπη ζωή μου όταν η μόνη μου ευτυχία είσαι εσύ... Μόνο εσύ! Πως μπορώ να συνεχίσω όταν γνώρισα πως είναι η ζωή με το χαμόγελό σου στο πλάι μου. Όταν έζησα ευτυχισμένες στιγμές μαζί σου. Όταν με ξεκούρασες με τα λόγια σου και την αισιοδοξία σου.

Δεν υπάρχει ευτυχία μακριά σου Κάντυ. Δεν υπάρχει ζωή! Η δική μου ζωή τελειώνει εδώ!» ήταν η τελευταία σκέψη του προτού τραβήξει τη βαριά κουρτίνα του παραθύρου και ρίξει τα μάτια του στο πάτωμα.

ΤΕΛΟΣ




Στο παραπάνω κείμενο χρησιμοποιήθηκαν:
  • *αποσπάσματα από τον "Ρωμαίο και Ιουλιέτα" του Γουίλιαμ Σαίξπηρ
  • **το ποίημα "Απουσία", του Πάμπλο Νερούντα







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης