Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Γιορτινό Theme
Σήμερα στις 9:07 am από Lizzy Cullen

» Σκίτσα Anime VS Manga
Σαβ Δεκ 03, 2016 5:39 pm από HAMLET

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Νοε 29, 2016 11:22 pm από nansecrets

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

» Σχολια για ''η εποχη των ασφοδελων - the season of daffodils (by josephine hymes)
Τρι Οκτ 18, 2016 1:25 pm από HAMLET

» Σχόλιια για The one I love belongs to somebody else
Τρι Οκτ 18, 2016 11:29 am από papirous

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση νέας Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Δευ Δεκ 05, 2011 2:24 am

Το χα ανεβάσει ξανά , ζήτησα να διαγραφτεί γιατί το δουλευω ξανά απ'την αρχή και κάνω διορθώσεις !
Τα πέντε πρώτα κεφάλαια είναι έτοιμα , διορθωμένα χωρίς σημαντικές αλλάγιες θα έλεγα !
Αποφάσισα να ανεβάζω ένα κεφάλαιο κάθε Σαββατοκύριακο γιατί ακόμα γράφω !
Τι να πω τώρα ?! Καλή ανάγνωση απ'την αρχή... lol!


Έχει επεξεργασθεί από τον/την ntalia στις Δευ Φεβ 27, 2012 3:46 am, 2 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Δευ Δεκ 05, 2011 2:27 am

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1898

Πριν από πολλά πολλά χρόνια κοντά στην λίμνη Μίσιγκαν στο βορειότερο άκρο της Αμερικής βρισκόταν ένα παλιό αρχοντικό που χρησίμευε σαν ορφανοτροφείο. Το έλεγαν "Σπίτι του Μικρού Αλόγου". Τα ορφανά στο σπίτι αυτό τα φρόντιζαν δύο ευγενικές κυρίες , η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία.

Ένα βράδυ λοιπόν σαν όλα τα άλλα η κύρια Πόνυ και η αδελφή Μαρία τάιζαν τα παιδιά στην μεγάλη τραπεζαρία του αρχοντικού.Όλα τα παιδάκια καθόντουσαν στις μικρές καρεκλίτσες τους και ευχαριστιόντουσαν το γεύμα τους. 'Η μάλλον σχεδόν όλα...διότι υπήρχε ένα μικρό αγοράκι που αρνιόταν πεισματικά να μείνει φρόνιμο στην θέση του και να φάει το φαγητό του. Ένα αγόρι γύρω στα τέσσερα είχε ξεφύγει απ'την τραπεζαρία και την προσοχή της αδελφής Μαρίας και χτυπούσε με όλη του την δύναμη το παράθυρο δίπλα στο τζάκι. Σε λίγο πλησίαζε χειμώνας και οι νιφάδες από χιόνι είχαν αρχίσει να κάνουν ήδη την πρώτη τους εμφάνιση. Αλλά ήταν φανερό πως κάτι άλλο απασχολούσε το μικρό αγόρι.
-"Κυρία , αδελφή...ελάτε εδώ! Ελάτε !" φώναζε και ξαναφώναζε ο μικρός.
-"Παιδιά ελάτε φάτε το φαί σας. Τομ φύγε αμέσως απ'το παράθυρο και έλα αμέσως εδώ παιδί μου." είπε η αδελφή Μαρία που προσπαθούσε να επαναφέρει την τάξη στην μεγάλη τραπεζαρία καθώς τα παιδάκια , όπως ήταν φυσικό , έκαναν φασαρία.
Ο Τομ υπάκουσε αλλά δεν το έβαλε κάτω. Κινήθηκε προς το μέρος της αδελφής και άρχισε να της τραβάει το φόρεμα.
-"Αδελφή Μαρία ελάτε στο παράθυρο ! Ελάτε...ελάτε!" Ο Τομ τράβαγε τώρα το χέρι της αδελφής δείχνοντας της το παράθυρο , αλλά φαίνεται πως η αδελφή Μαρία δεν καταλάβαινε τι ήθελε να της πει ο μικρός.
-"Τομ ηρέμησε παιδί μου και κάθησε να φας." και αμέσως η αδελφή τον πήρε στην αγκαλία της και τον έβαλε στην καρέκλα. Ο Τομ όμως ξαναγύρισε πίσω το κεφάλι του και έκανε να φύγει απ'την θέση του , ήθελε να ξαναπάει στο παράθυρο.
-"Μα εγώ αδελφή θέλω να πάω στο παράθυρο τώρα!"γκρίνιαξε ο Τομ.
-"Μη σε νοιάζει το χιόνι Τομ , έλα ορίστε το φαγητό σου , θα κρυώσει αν δεν φας...έλα Τομ παιδί μου."είπε η αδελφή προσπαθώντας να συνετίσει τον Τομ.
-"Δεν θέλω να φάω!!!Δεν θέλω !"φώναξε ξανά ο Τομ και αμέσως πέταξε το πιάτο απ'το τραπέζι , πήδηξε απ'την καρέκλα του και κατευθήνθηκε και πάλι προς το παράθυρο.
-"Τομ ! Τομ ! Κάτσε ήσυχα και έλα αμέσως εδώ!"η αδελφή Μαρία είχε χάσει την υπομονή της με τον μικρό.
-"Σσσς...Άκουσε αδελφή Μαρία."είπε η κυρία Πόνυ και έκανε νόημα με το χέρι της για ησυχία. Αμέσως εκείνη και η αδελφή κίνησαν προς το παράθυρο. Καθώς πλησίαζαν αντιλήφθηκαν καποιούς παράξενους ήχους να έρχονται απέξω. Ο Τομ συνέχιζε να χτυπάει το παράθυρο με όλη του την δύναμη.
-"Κυρία , αδελφή ακούστε , ακούστε!"
Η αδελφή Μαρία αμέσως κατάλαβε τον ήχο έντρομη "Ωχ Θεέ μου ...ακούγεται σαν να κλαίει ενα μωρό! Ωωω...Τομ ώστε αυτό προσπαθούσες να μας πεις;!"
-"Ναι αδελφή! Εδώ και πολλή ώρα ακούω αυτόν τον ήχο...σας φώναζα αλλά δεν..."
-"Να μην κουνηθεί κανείς από την θέση του!"είπε η κυρία Πόνυ με αυστηρό ύφος. "Τομ σαν μεγαλύτερος απ'ολους έχω το λόγο σου ότι θα προσέχεις τους υπόλοιπους;"
-"Μάλιστα κυρία Πόνυ , τον έχετε!"είπε χαρούμενα ο Τομ.
Αφού βεβαιώθηκαν ότι τα παιδιά με τον Τομ θα είναι εντάξει , η αδελφή Μαρία με την κυρία Πόνυ άνοιξαν την εξώπορτα του αρχοντικού και βγήκαν έξω. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει απαλά και έκανε πολύ κρύο. Η αδελφή Μαρία όντας νεότερη άρχισε να τρέχει προς το μέρος που ερχόντουσαν τα κλάμματα του μωρού.
-"Αδελφή Μαρία , περιμένετε , προσέχετε εκεί κάτω !"φώναξε η κυρία Πόνυ παραπατώντας και γλιστρώντας απ'το χιόνι.
Η αδελφή Μαρία είχε ήδη ανακαλύψει ένα καλαθάκι το οποίο βρισκόταν κοντά στην καγκελόπορτα του ορφανοτροφείου. Μέσα στο καλαθάκι βρισκόταν ένα κοριτσάκι με μαύρα μαλλάκια και σκούρα μπλε μάτια τα οποία είχαν γίνει κατακόκκινα απ'το κλάμμα καθώς επίσης και τα μαγουλάκια του λόγω του τσουχτερού κρύου που έκανε. Στο δεξί χέρι της μικρής υπήρχε ακόμη φορεμένη μια ασημένια αλυσίδα.
-"Κυρία Πόνυ εδώ! Ωωω... Θεέ μου το κακόμοιρο."είπε η αδελφή ενώ προσευχόταν η μικρή να είναι καλά στην υγεία της.
-"Αχ...το καημένο το μωράκι θα έχει ξεπαγιάσει."είπε η κυρία Πόνυ φτάνοντας και πέρνοντας στην αγκαλία της το μωρό.
-"Κοιτάξτε κυρία Πόνυ , υπάρχει ένα γράμμα εδώ."και στο λεπτό η αδελφή Μαρία τράβηξε ένα φάκελο που είχε χωθεί στο καλαθάκι καθώς έψαχνε. Άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει ενώ η κυρία Πόνυ κουνούσε την μικρή στην αγκαλία της για να σταματήσει να κλαίει.

"Εγώ δεν μπορώ να την φροντίσω περισσότερο. Ξέρω καλά πως κοντά σας θα είναι ευτυχισμένη. Το ονομά της είναι Ανν Τζόουνς. Επίσης πρέπει να γνωρίζετε ότι..."

Η αδελφή Μαρία σταμάτησε απότομα να διαβάζει. Τα χέρια της έτρεμαν και λίγο έλειψε να της φύγει το γράμμα από τα χέρια.Δεν μπορούσε να πιστέψει τι είχε διαβάσει στην συνέχεια.Φαινόταν σαν να είχε απορροφηθεί στις σκέψεις της...
-"Αδελφή Μαρία , αδελφή Μαρία τι συνέβη;"ρώτησε ανήσυχη η κυρία Πόνυ.
-"Κυρία Πόνυ διαβάστε εδώ σας παρακαλώ..."και η αδελφή της έδειξε τον φάκελο.
-"Ωωω...Θεέ μου!!!Μα ...μα...μα δεν είναι δυνατόν!"
-"Πράγματι κυρία Πόνυ ...δεν είναι δυνατόν! Τι θα κάνουμε;"η αδελφή Μαρία είχε θορυβηθεί με ότι είχε διαβάσει.
-"Ας μην πανικοβαλλόμαστε αδελφή , ας κρατήσουμε την ψυχραιμία μας. Προτείνω να το συζητήσουμε καλύτερα το θέμα μολίς μπούμε μέσα. Δεν νομίζετε;"την συμβούλεψε η κυρία Πόνυ.
-"Ναι κυρία Πόνυ ...έχετε δίκιο."συμφώνησε η αδελφή Μαρία και ύστερα στράφηκε προς την μικρή. "Ώστε εσύ είσαι η Ανν έτσι;"η αδελφή και η κυρία Πόνυ κοιτούσαν τώρα με στοργή και αγάπη την μικρή Ανν που είχε σταματησεί να κλαίει και είχε αρχίσει να γελάει. Ξάφνου από μακριά ακούστηκαν κι αλλά κλάμματα μωρού.
-"Αααα...κυρία Πόνυ κι άλλο παιδί!"φώναξε απ'τον φόβο της η αδελφή και έτρεξε προς την μεριά που βρισκόταν το άλλο μωρό αφήνοντας πίσω της την κυρία Πόνυ που προσπαθούσε να ηρεμήσει την Ανν που έκλαιγε πάλι.
Το άλλο μωρό έκλαιγε τόσο πολύ , που για την αδελφή Μαρία δεν ήταν καθόλου δύσκολο να το εντοπίσει. Βρισκόταν παρατημένο κάτω απ'τα κλαδιά ενός πελώριου και γέρικου δέντρου. Η αδελφή γονάτησε κατευθείαν για να περιεργαστεί το άτυχο πλασματάκι.
-"Ωχ το κακομοιρούλι θα χει ξεπαγιάσει κι αυτό."
-"Έχει κανένα γράμμα αδελφή Μαρία;"ρώτησε η κυρία Πόνυ φτάνοντας στο δέντρο έχοντας ακόμα στην αγκαλιά της την μικρή Ανν.
Η αδελφή έψαχνε στις κουβέρτες μέσα στο καλάθι αλλά δεν έβρισκε κάτι που θα βοηθούσε εκείνη και την κυρία Πόνυ για την ταυτότητα του μωρού. Μόνο κάποια στιγμή πήρε το μάτι της μια κούκλα που ήταν εκεί ακουμπησμένη δίπλα στο μωρό.
-"Μόνο αυτή την κούκλα..."είπε η αδελφή καθώς περιερζόταν την πάνινη κούκλα."Κάντυ.."διάβασε χαμηλόφωνα το όνομα της κούκλας και αμέσως κοίταξε την μικρή που ξαφνικά άρχισε να κουνάει χαρούμενα χέρια και πόδια μέσα στο καλαθάκι της. Η μικρή με τις κατάξανθες μπούκλες είχε παντού φακίδες στο πρόσωπο της και ανοιγόκλινε τα καταπράσινα μάτια της καθώς γελούσε.
-"Κάντυ;!Ώστε σε λένε Κάντυ έτσι;"η αδελφή κοιτούσε χαμογελαστή το μωρό καθώς το έπαιρνε στα χέρια της. "Σίγουρα είσαι η Κάντυ !"η αδελφή Μαρία ήταν χαρούμενη με το όνομα που είχε δώσει στην μικρή. Η αλήθεια ειναι πως κατά κάποιο τρόπο η κούκλα είχε συμβάλλει σ'αυτό.
-"Και τι θα γίνει με το επώνυμο αδελφή Μαρία;"ρώτησε με ύφος σοβαρό η κυρία Πόνυ.
-"Αφού την βρήκαμε μέσα στο χιόνι θα την πούμε Κάντυ Γουάιτ!"δήλωσε αποφασιστικά η αδελφή.
-"Από δω και πέρα λοιπόν θα χουμε κοντά μας την Ανν και την Κάντυ !"είπε η κυρία Πόνυ γελώντας και φέρνοντας την Ανν προς τον ουρανό.
-"Ομολογώ κυρία Πόνυ πως έχετε δίκιο...η Κάντυ και η Ανν!"συμφώνησε η αδελφή Μαρία σηκώνοντας με τα χέρια της και την μικρούλα Κάντυ προς τον ουρανό.

Λίγο πιο πέρα, ανάμεσα στα δέντρα , ήταν κρυμμένη μια φιγούρα που είχε ακούσει και είχε γίνει μάρτυρας αυτης της τόσο τρυφερής και ιδιαίτερης στιγμής. Ένα αγόρι γύρω στα οκτώ με χρυσόξανθα μαλλιά και ανοιχτογάλανα μάτια όταν βεβαιώθηκε ότι οι δύο γυναίκες μπήκαν πάλι μέσα στο αρχοντικό , γύρισε την πλάτη του ακουμπώντας πάνω στον κορμό ενος δέντρου , έχοντας δάκρυα στα μάτια. "Αντίο πολυαγαπημένη μου Κάντυ Γουάιτ! Θα είμαι πάντα δίπλα σου κι ας μην το γνωρίζεις και εύχομαι να έρθει γρήγορα η μέρα που θα ξανασυναντηθούμε εμείς οι δυο."μονολογούσε ώσπου κάποια στιγμή , όταν επιτέλους έκλεισαν τα φώτα του ορφανοτροφείου , σίγουρος πια ότι η μικρή προστατευομένη του ήταν ασφαλής , κίνησε να φύγει ρίχνοντας ένα τελευταίο βλέμμα προς το αρχοντικό.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:33 am, 3 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Κυρ Δεκ 11, 2011 3:24 pm

KΕΦΑΛΑΙΟ 2ο - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1905

Οι εποχές συνέχιζαν τον ασταμάτητο κύκλο τους και είχαν κιόλας περάσει επτά χρόνια από τότε που η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία είχαν βρει την Κάντυ και την Ανν έξω απ'το ορφανοτροφείο εκείνη την κρύα νύχτα του Νοέμβρη. Τα δυο μικρά κορίτσια μαζί με τα άλλα παιδιά μεγάλωναν ευτυχισμένα και χαρούμενα.

Ήταν και πάλι χειμώνας ακριβώς όπως και τότε , μόνο που τώρα η Κάντυ και η Ανν έτρεχαν ξέγνοιστες πάνω στους χιονισμένους λόφους σχοιματίζοντας αγγελάκια , πετώντας χιονόμπαλες η μια στην άλλη και φτιάχνοντας χιονάνθρωπο.
Η Ανν που είχε καταφέρει να φτιάξει , ύστερα από μεγάλη προσπάθεια τον δικό της , κοιτούσε κάθε τόσο το δεξί της χέρι , επειδή φοβόταν με το παραμικρό μήπως έχανε την ασημένια αλυσίδα της. "Ουφ...είναι στη θέση της ευτυχώς..."μουρμούριζε συνέχεια η μικρή.
-"Ανν πώς γίνεται ο δικός μου χιονάνθρωπος να μην φαίνεται τόσο ωραίος όσο ο δικός σου;"παραπονέθηκε η Κάντυ στην Ανν ενώ προσπαθούσε να τελειώσει αυτό που υποτίθεται έφτιαχνε στο χίονι , μάταια όμως.
-"Αυτό γίνεται γιατί είναι τεράστιος Κάντυ."απάντησε η Ανν και άρχισε να γελάει στο θέαμα αυτού που προασπαθούσε να φτιάξει η φίλη της. "Πάντως ούτε ο δίκος μου είναι εντάξει..."συνέχισε η Ανν "...ίσως αν του πρόσθετα λίγο χίονι περισσότερο...εεε Κάντυ τι λες; Κάντυ; Κάντυ !"
-"Μμμ...θα το φτίαξω!"γκρίνιαξε η Κάντυ ενώ σκαρφάλωνε πάνω στη σορό από χίονι που είχε φτίαξει. Φτάνοντας στην κορυφή όμως έχασε την ισορροπία της και έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω.
-"Κάντυ!"φώναξε η Ανν και έτρεξε έντρομη προς το μέρος της."Κάντυ είσαι καλά;"
-"Οοουυυ...αυτό πόνεσε...χαχαχαχα..."εκείνη έδειχνε να το ευχαριστιέται , είχε βάλει τα γέλια.
-"Κάντυ με κατατρόμαξες ! Να μην το ξανακάνεις αυτό!"της είπε η Ανν σαν να την μάλωνε. Αμέσως τα δυο κορίτσια άρχισαν να γελάνε με την ψυχή τους.

Την ίδια ώρα , λίγο πιο πέρα απ'το μέρος που έπαιζαν η Κάντυ με την Ανν , ένα αγόρι με μαύρα μαλλιά και γκριζογάλανα μάτια γύρω στα έντεκα προσπαθούσε να στοχεύσει τον πάσσαλο του φράχτη του ορφανοτροφείου με το λάσσο του , χωρίς επιτυχία όμως. Φαινόταν ότι η απογοήτευση ήταν χαραγμένη στα μάτια του διότι τον απασχολούσε και κάτι άλλο. Κάποια στιγμή κουράστηκε να προσπαθεί και σωρίαστηκε χάμω στο χίονι φέρνοντας τα χέρια στο κεφάλι και κοιτώντας προς τον ουρανό.Δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλάνε στο πρόσωπό του.Τις σκέψεις του διέκοψαν χαρούμενα ξεφωνητά και γέλια.
-"Τομ ! Τομ! Έλα να παίξουμε!"φώναζε η Κάντυ καθώς έτρεχε προς το μέρος του. Ξωπίσω της ακολουθούσε η Ανν. Ο Τομ σηκώθηκε απότομα σκουπίζοντας αμέσως τα μάτια του , δεν ήθελε να τον δουν έτσι τα κορίτσια και κίνησε προς το μέρος τους. "Τομ έλα να παίξουμε σε παρακαλώ!"η Κάντυ τώρα τραβούσε με δύναμη το χέρι του.
-"Ει! Σιγά μικρή φακιδομούρα. Θα μου το βγάλεις το χέρι. Προς τι ο τόσος σαματάς;"ρώτησε εκείνος όλο χαρά , η δίαθεση του είχε αλλάξει απότομα.
-"Έχουμε πρόβλημα με τους χιονανθρώπους μας!Θα μας βοηθήσεις να τους φτιάξουμε σε παρακαλώ Τομ."είπε η Ανν τραβώντας το άλλο του χέρι.
-"Πολύ θα το ήθελα αγαπητά μου ζηζάνια αλλά πρέπει να πάω μέσα να βοηθήσω την κυρία Πόνυ και την αδελφή Μαρία."τους είπε ήρεμα ο Τομ που είχε μεγάλη αδυναμία στα δυο κορίτσια και δεν τους χάλαγε ποτέ χατήρι. Ωστόσο εκείνη την στιγμή δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Η Κάντυ αμέσως πρόσεξε το λάσσο που κρατούσε στο δεξί του χέρι ο φίλος της.
-"Πάλι με το λάσσο προσπαθούσες Τομ; Είσαι στεναχωρημένος γι'αυτό δεν θέλεις να παίξεις μαζί μας;"του παραπονέθηκε η Κάντυ.
Ο Τομ κοκάλωσε. 'Μα πώς καταφέρνει πάντα αυτό το κορίτσι και διαβάζει τόσο εύκολα τις σκέψεις των άλλων;'αναρωτήθηκε.
-"Άστον Κάντυ , άστον ήσυχο."την συμβούλευσε η Ανν.
-"Μα πως σου πέρασε τέτοια ιδέα απ'το μυαλό Κάντυ Γουάιτ; Πως φαντάστηκες ότι δεν θα περάσει μέρα που δεν θα παίξεις με τον αρχηγό του ορφανοτροφείου;"της είπε ο Τομ και ένα πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του. Αμέσως η Κάντυ και η Ανν έπεσαν πάνω του κατακλύζοντας τον με φιλιά. Για τα δυο κορίτσια ο Τομ ήταν κάτι σαν τον μεγάλο τους αδελφό που δεν είχαν ποτέ.
-"Σε ευχαριστούμε Τομ! Σε ευχαριστούμε πολύ!"φώναζαν απ'την χαρά τους και οι δυο.
-"Ει!...Σταματήστε εσείς οι δυο , θα με πεθάνετε στο τέλος!"είπε πειράζοντας τες ο Τομ , προσπαθώντας να ξεφύγει απ'τα συνεχόμενα φιλιά τους. "Τώρα πρέπει να πάω μέσα να δω μήπως με χρείαζονται σε κάτι και σας υπόσχομαι πως θα γυρίσω και θα παίξω μαζί σας."
-"Τομ αν θες μπορώ να σε βοηθήσω και με το λάσσο , ξέρεις ότι είμαι πολύ καλη."πετάχτηκε η Κάντυ.
-"Χαχαχαχα...το γνωρίζω αυτό πολύ καλά μικρή φακιδομούρα αλλά καλύτερα να με αφήσεις να τα καταφέρω μόνος μου σε αυτό , εντάξει;"
-"Τομ στα αλήθεια χρειάζεται να πας μεσα...Δεν μπορείς να πας αργότερα;"γκρίναξε η Ανν κοιτώντας τον Τομ ικετευτικά στα μάτια.
-"Μάλλον έτσι φαίνεται γλυκιά μου Χιονάτη."της είπε τρυφερά ο Τομ σκύβοντας και χαιδεύοντας τα μαλλιά της.
-"Τομ σου χω πει τόσες φορές να μη με λες ετσί!"πείσμωσε η Ανν.
-"Αλήθεια Τομ γιατί φωνάζεις την Ανν έτσι; Έχω ακούσει και την αδελφή Μαρία να την λέει έτσι."παρατήρησε η Κάντυ.
Ο Τομ ξαφνικά έκλεισε τα μάτια του και έφερε στο νου του ένα καλοκαιρινό απόγευμα , πριν τέσσερα χρόνια , όταν η αδελφή Μαρία καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και τάιζε την μικρούλα Ανν κανακεύοντας την και λέγοντας της γλυκόλογα για να φάει το φαγητό της. "Τι γλυκό κορίτσι είσαι εσύ ε;"έλεγε και ξανάλεγε η αδελφή στην Ανν. "Γλυκό με δέρμα λευκό σαν το χίονι , μαλλιά κατάμαυρα όπως το κάρβουνο και χείλη κατακκόκινα σαν το αίμα...μοίαζεις..ναι μοίαζεις με την Χιονάτη! Είσαι η Χιονάτη μας!"
Ο Τομ , ως συνήθως , ήταν πίσω απ'την πόρτα εκείνη την ώρα και από τότε εκείνος και η αδελφή Μαρία φώναζαν καμιά φορά την Ανν και Χιονάτη.
-"Μμμ...είναι ένα γλυκό παρατσούκλι που αποφασίσαμε να δώσουμε εγώ και η αδελφή Μαρία στην Ανν Κάντυ."αποκρίθηκε ο Τομ αφού επανήλθε στην πραγματικότητα.
-"Εμένα δεν μ'αρέσει !"μούτρωσε και πάλι η Ανν.
-"Εμένα μ'αρέσει ! Θέλω κι εγώ ένα Τομ!"είπε η Κάντυ με πείσμα.
-"Εσύ είσαι το πιο γλυκό φακιδομουτράκι που υπάρχει , να μην το ξεχνάς ποτέ αυτό μικρή μου."
-"Τομ μην πας μέσα , μείνε να παίξουμε..."η Ανν συνέχισε να τον τραβάει.
-"Ανν πρέπει να ξέρεις οτί εκτός από αρχηγός είμαι ο μεγαλύτερος σε ηλικία και υπεύθυνος και σε άλλα πράγματα πέρα απ΄τα παιχνίδια."της εξήγησε ήρεμα ο Τομ.
-"Αλήθεια Τομ πως είναι να είσαι αρχηγός;"ρώτησε όλο περιέργεια η Κάντυ.
-"Θα το καταλάβεις αυτό Κάντυ όταν γίνεις εσύ αρχηγός."
-"Τι θες να πεις Τομ;Εσύ δεν θα είσαι αρχηγός για πάντα;"αναρωτήθηκε η Ανν.
-"Κάποια στιγμή θα αναγκαστώ να φύγω από εδώ Ανν. Ίσως με υιοθετήσει και μένα μια οικογένεια κάποτε."ο Τομ έσφιξε τα χείλη του , παρακαλούσε να τελειώσει όλο αυτό και να τρέξει προς το αρχοντικό διότι ήξερε τι θα επακολουθούσε.
-"Όχι δεν θέλω !Δεν θέλω να φύγεις από δω Τομ !Θέλω να μείνεις για πάντα εδώ μαζί με την Ανν και με μένα !"δάκρυα είχαν εμφανιστεί τώρα στα μάτια της Κάντυ.
-"Τομ δεν θέλουμε να φύγεις από δω."η Ανν είχε βάλει κι εκείνη τα κλάμματα.
Ο Τομ άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και τις πήρε και τις δυο στην αγκαλιά του.
-"Δεν θέλω να σας βλέπω να κλαίτε για κανέναν λόγο. Και σας το έχω πει πως όπου κι αν είμαι πάντα θα γυρίζω πίσω και θα σας βλέπω. Ούτε κι εγώ θέλω να μαι μακριά σας , σας νοιάζομαι και σας αγαπάω σαν να ήσασταν οι μικρές μου αδελφές και θέλω να μου έχετε εμπιστοσύνη."
Με τα λόγια του Τομ οι μικρές ξαναβρήκαν το χαμόγελο τους και τον έσφιξαν περισσότερο στην αγκαλιά τους.
-"Λοιπόν τώρα αφήστε με γιατί θα με σκάσετε ! Όσο με κρατάτε εδώ τόσο πιο πολύ θα αργήσω να γυρίσω για να παίξουμε ."συνέχισε να τις πειράζει.
-"Εντάξει Τομ , πήγαινε , πήγαινε τότε."τον έσπρωξε η Κάντυ.
-"Τομ μην αργήσεις να έρθεις!"του φώναξε η Ανν.
-"Μην ανησυχείς Χιονάτη !"την καθησύχασε ο Τομ κουνώντας το χέρι του από μακριά και την επόμενη στιγμή χάθηκε απ'τα μάτια τους.
-"Μου την δίνει όταν το λέει αυτό!"έκανε η Ανν μια γκριμάξα και σταύρωσε τα χέρια της ενώ η Κάντυ είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Κατευθείαν μπήκε μέσα στο αρχοντικό με προορισμό το δωμάτιο του. Στην πραγματικότητα δεν είχε να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο εκείνη την ημέρα για την κυρία Πόνυ και την αδελφή Μαρία. Το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει στο κρεβάτι του και να βυθιστεί στις σκέψεις του. Καθώς πλησίαζε τον κοιτώνα των παιδιών κοντοστάθηκε απέξω απ'το γραφείο της κυρίας Πόνυ για να ακούσει όσα λέγονταν. Ήταν φανερό πως η συζήτηση γινόταν ανάμεσα στην διευθύντρια και την αδελφή Μαρία.
-"Κυρία Πόνυ ανησυχώ πολύ για τον Τομ."
-"Μπορώ να φανταστώ τι θέλετε να πείτε."
-"Είναι ο μεγαλύτερος απ'ολους και πολλές φορές τον έχω πιάσει μόνο του να είναι απομονωμένος απ'ολα τα άλλα παιδιά."
-"Είναι ολοφάνερο πως ο Τομ νιώθει μοναξιά και θα ήθελε να υιοθετηθεί από μια οικογένεια."διαπίστωσε η κυρία Πόνυ.
-"Το πρόβλημα είναι πως η Κάντυ και η Ανν είναι πολύ δεμένες μαζί του , κι εκείνος με αυτές."σκέφτηκε η αδελφή Μαρία.
-"Είναι επειδή τις βρήκε και τις δυο την ίδια μέρα."της υπενθύμησε η κυρία Πόνυ.
-"'Οπως και να χει εγώ ανησυχώ ."επανέλαβε προβληματισμένη η αδελφή.
Ο Τομ είχε ακούσει αρκετά ,δεν άντεχε άλλο. Έτρεξε προς το δωμάτιο του , έπεσε με δύναμη πάνω στο κρεβάτι και αφέθηκε και πάλι στις σκέψεις του , έχοντας για μια ακόμη φορά τα δάκρυα να χουν πάρει την θέση τους στο πρόσωπό του.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:35 am, 3 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Τρι Ιαν 03, 2012 2:17 am

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3o - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1906

Σύντομα ήρθε η άνοιξη. Τα λουλούδια άνθισαν , τα πουλιά κελαηδούσαν και οι σκίουροι σκαρφάλωναν πάνω στα δέντρα. Όλη η γη γέμισε χάρη και ομορφία και τα πλάσματα της φύσης χαίρονταν κι αυτά μέσα στα δάση και τις λίμνες.
Η αδελφή Μαρία καθόταν σε μια γωνιά ενώ γύρω της είχαν μαζευτεί τα παιδιά του ορφανοτροφείου με σκοπό να ακούσουν το παραμύθι που θα τους έλεγε. Όλα τα παιδιά είχαν πάρει θέση και καθόντουσαν πάνω στο γρασίδι ήσυχα και αμέριμνα για να ακούσουν την ιστορία...ή μάλλον σχεδόν όλα.
Ο Τομ , που σαν μεγαλύτερος , βοηθούσε στην μεταφορά κάποιων τσουβαλιών με τρόφιμα , που είχαν φτάσει την προηγούμενη εβδομάδα στο αρχοντικό , μόλις τελείωσε , πλησίασε την μεγάλη συντροφιά που είχε συγκεντρωθεί εκεί κοντά στο λόφο.
-"Αδελφή Μαρία μήπως ξέρετε που είναι η Κάντυ και η Ανν;"ρώτησε ο Τομ , όταν συνειδητοποίησε οτί τα δυο κορίτσια δεν ήταν ανάμεσα στα άλλα παιδιά.
Η αδελφή έριξε μια ματιά τριγύρω και κατάλαβε πως ο Τομ είχε δίκιο. "Που να πήγαν πάλι αυτά τα παιδιά;"αναρωτήθηκε η αδελφή.Παράτησε το παραμύθι στη μέση και άρχισε να ψάχνει μαζί με τον Τομ.
-"Κάντυ...Ανν...!"φώναζαν και οι δυο τους.
-"Εδώ ειμαστέ!!!"φώναξε η Κάντυ με την δυνατή και τσιριχτή φωνή της.
-"Που ακριβώς είστε;"φώναξε ο Τομ το ίδιο δυνατά και απ'τον ήχο της φωνής του φαινόταν οτί ήταν θυμωμένος. Υποψιαζόταν που μπορεί να βρίσκονταν και πάλι αυτά τα κορίτσια.
-"Εδώ πάνω αδελφή!"η Ανν κουνούσε τα χέρια της πάνω στο δέντρο.
Ο Τομ και η αδελφή Μαρία κόντεψαν να τρελλαθούν απ΄την αγωνία τους μόλις αντίκρισαν την Κάντυ και την Ανν πάνω στα κλαδιά του πελώριου και γέρικου δέντρου , κάτω απ'το οποίο πριν από χρόνια η αδελφή με την κυρία Πόνυ είχαν βρει την Κάντυ.
-"Βοηθάμε ένα μικρό πουλάκι που έπεσε απο την φωλιά του!"εξήγησε όλο χαρά η Κάντυ.
-"Κάντυ ! Κατέβα αμέσως κάτω! Κατέβα αμέσως !"φώναζε έντρομη τώρα η αδελφή Μαρία.
-"Κάντυ αν σε πιάσω στα χέρια μου εγώ ο ίδιος θα σε κάνω λιώμα ! Πόσες φορές σας έχω πει να μην σκαρφαλώνετε σε δέντρα ε;! Εμ...βέβαια όταν μιλάω εγώ εσείς τον χαβά σας!!"ο Τομ ήταν εκτός ελέγχου , φαινόταν σαν να ήταν έτοιμος να εκραγεί.
-"Τομ μην κάνεις έτσι , αφού έχει υπέροχη θέα από δω πάνω."βιάστικε να δικαιολογηθεί η Ανν ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα γέλια της καθώς παρατηρούσε την έκφραση που είχε πάρει ο Τομ. Κάποια στιγμή η αλυσίδα της που ήταν φορεμένη στο δεξί της χέρι λύθηκε και έπεσε καθώς κατέβαινε απ'το δέντρο.
-"Ωχ...η αλυσίδα μου."έσκουξε η Ανν και ενώ έκανε να την πιάσει παραπάτησε και έπεσε.
-"Ανν!!!"τσίριξαν η Κάντυ και η αδελή Μαρία ταυτόχρονα.
Η Ανν δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Την επόμενη στιγμή καθώς άνοιγε τα μάτια της βρισκόταν στην αγκαλιά του Τομ.
-"Σε ευχαριστώ πολύ Τομ."κατάφερε να πει και ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της.
-"Ωχ Θεε μου..."είπε ο Τομ με ανακούφιση και στράφηκε προς το δέντρο. "Κάντυ κατέβα αμέσως από κει γιατί αλλιώς..."
-"Έρχομαι αμέσως...χαχαχα!"η ανησυχία για την φίλη της είχε εξαφανιστεί και η χαρωπή της διάθεση είχε ξαναπάρει τη θέση της
-"Πρόσεχε , πρόσεχε Κάντυ , πρόσεχε σε παρακαλώ."η αδελφή Μαρία κόντευε να τρελαθεί απ'την ανησυχία της.
-"Προσέχω , προσέχω...χαχαχα!"η Κάντυ προσπάθησε να χαιδέψει ένα σκιουράκι καθώς κατέβαινε τον κορμό του δέντρου , γρήγορα όμως παραπάτησε κι εκείνη και βρέθηκε στο έδαφος κάνοντας μια μεγαλοπρεπή τούμπα.
-"Κάντυ , Κάντυ είσαι καλά;"η Ανν άφησε τον Τομ και μαζεύοντας την αλυσίδα της απ'το χώμα έτρεξε προς το μέρος της. Ο Τομ την πλησίασε κι εκείνος και την σκούντησε για να δει αν όντως ήταν καλά γιατί φαινόταν πως της είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι τόση ώρα πάνω στο δέντρο κάνοντας ακροβατικά.
-"Κάντυ χτύπησες πουθενά λέγε !"ο Τομ την είχε πιάσει απ'τους ώμους και την ταρακουνούσε. Εκείνη αφού τον κοίταξε περίεργα ξέσπασε σε δυνατά γέλια και η Ανν που δεν φοβόταν πια την μιμήθηκε.
-"Θα σας σκοτώσω και τις δυο!"φώναξε αγριεμένος ο Τομ καθώς τα δυο κορίτσια άρχισαν να τρέχουν γύρω απ'το δέντρο με εκείνον κατά πόδας να θέλει να τις λιανίσει στο ξύλο.

Λίγο αργότερα στο αρχοντικό , η Κάντυ και η Ανν βρίσκονταν στο γραφείο της κυρίας Πόνυ.
-"Κάντυ Ανν σας έχουμε πει επαναλλημένα κι εγώ και η αδελφή Μαρία να μην ανεβαίνετε στα δέντρα. Γιατί δεν μας ακούτε ποτέ παιδιά μου;! Αν πάθετε κάτι τι θα γίνει μετά;"ρώτησε αυστηρά η κυρία Πόνυ.
-"Μα εμείς..."ξεκίνησε η Ανν.
-"Δεν καταλαβαίνετε πως είστε πολύ μικρές για κάτι τέτοιο και οτί αν το κάνετε συνέχεια μπορεί να πληγωθείτε;"συνέχισε η διευθύντρια.
-"Μα εμείς προσέχαμε κυρία Πόνυ."δικαιολογήθηκε η Κάντυ.
-"Και η θέα ήταν πολύ όμορφη κυρία..."συμπλήρωσε η Ανν.
-"Το ξέρεις Ανν πως αν δεν ήταν ο Τομ μπορεί αυτή τη στιγμή να είχες πληγωθεί σοβαρά;!"παρενέβη στην συζήτηση η αδελφή Μαρία. Η Ανν δεν μίλησε παρά έγειρε το κεφάλι της στο πάτωμα και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Η Κάντυ βλέποντας την φίλη της λυπημένη έσπευσε να σώσει την κατάσταση.
-"Κυρία Πόνυ η Ανν δεν φταίει σε τίποτα , εγώ της ζήτησα να ανέβουμε στο δέντρο. Εγώ φταίω εμένα πρέπει να τιμωρήσετε. Σας παρακαλώ μην την μαλώνετε."η Κάντυ ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάμματα.
-"Κάντυ..."η Ανν την πλησίασε."Σε παρακαλω μην κλαις..."της είπε γλυκά χαιδεύοντας την στο κεφάλι.
Η κυρία Πόνυ παρακολουθούσε με αγάπη και στοργή τα δυο κορίτσια. "Μου υπόσχεστε οτί την επόμενη φορά θα είστε πιο προσεχτικές;"
-"Ναι!"απάντησαν με μια φωνή και οι δυο.
-"Δεν θα το ξανακάνουμε!"βιάστηκε να συμπληρώσει η Ανν.
-"Ωραία λοιπόν μπορείτε να πηγαίνετε."είπε η διευθύντρια και ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της.
-"Σας ευχαριστούμε πολύ!"φώναξαν η Κάντυ και η Ανν και αμέσως βγήκαν έξω στον καταπράσινο λόφο για να παίξουν.
-"Κυρία Πόνυ δεν έπρεπε να τις αφήσετε τόσο εύκολα."την συμβούλεψε η αδελφή.
-"Μα αδελφή Μαρία οι καρδίες τους είναι τοσό ευγενικές τι λέτε κι εσείς;"είπε η κυρία Πόνυ και κίνησε προς το παράθυρο.
-"Έχετε δίκιο."συνειδητοποίησε η αδελφή.
-"Κοιτάξτε αδελφή πως παίζουν χαρούμενες και ανέμελες."της έδειξε η διευθύντρια απ'το παράθυρο. "Είδατε πως η Κάντυ κάλυψε την Ανν και πως η Ανν πήγε κόντα της μετά και την παρηγόρησε;"η κυρία Πόνυ ξαναγύρισε στο γραφείο της αυτή τη φορά ανήσυχη και σκεφτική.
-"Μα τι σας προβληματίζει κυρία Πόνυ πέστε μου παρακαλώ."την ρώτησε η αδελφή καθώς το ύφος της διευθύντριας δεν της άρεσε καθόλου.
-"Αδελφή Μαρία σκεφτόμουν οτί κάποια μέρα η Κάντυ και η Ανν αναγκαστικά θα χωριστούν."της εξήγησε.
-"Ναι υπάρχει πιθανότητα να τις υιοθετήσουν δυο διαφορετικές οικογένειες."η αδελφή στράφηκε προς το παράθυρο. "Αλλά αυτή η μέρα αργεί ακόμα κυρία Πόνυ."
-"Ίσως όχι τόσο πολύ σε μια βδομάδα από σήμερα έρχονται οι επισκέπτες."της υπενθύμησε η διευθύντρια. Η αδελφή Μαρία αμέσως θυμήθηκε πως την τρίτη Κυριακή κάθε μήνα έρχονταν άνθρωποι απ'τις γύρω περιοχές στο ορφανοτροφείο με σκοπό να υιοθετήσουν ένα παιδί. "Ελπίζω αυτή τη φορά ο Τομ να βρει ένα σπιτικό."ευχήθηκε η κυρία Πόνυ. "Δεν θα έπρεπε στην ηλικία που είναι να βρίσκεται εδώ κοντεύει τα δώδεκα."
Η αδελφή όμως δεν πρόσεχε την κυρία Πόνυ.
-"Μα τι σας συμβαίνει αδελφή;"ήταν φανερό πως ο νους της ταξίδευε κάπου αλλού.
-"Κυρία Πόνυ τι θα κάνουμε με το θέμα της Ανν; Δεν νομίζετε οτί πρέπει να ενημερώσουμε τους γονείς που θα την υιοθετήσουν;"
-"Έχετε απόλυτο δίκιο αδελφή."έγνεψε σοβαρά η κυρία Πόνυ. "Αλλά καλύτερα να το αφήσουμε αυτό για εκείνη την στιγμή."
Ο Τομ όλη αυτή την ώρα βρισκόταν απέξω απ'την πόρτα του γραφείου και κρυφάκουγε. 'Τι να συμβαίνει με την Ανν;'αναρωτήθηκε.

Δεν άργησε να έρθει η συγκεκριμένη Κυριακή και το αρχοντικό γέμισε από ανθρώπους που ενδιαφέρονταν να έχουν ενα παιδί στην οικογένεια τους. Όλα τα μικρά , εκτός απ΄τον Τομ βέβαια, ήταν ευγενικά για να εντυπωσιάσουν τις κυρίες και τους κυρίους στην συνάντηση. Ήταν όλα ήσυχα , προσεχτικά και χαριτωμένα.Η διευθύντρια είχε μαζέψει όλους τους επισκέπτες στο μεγάλο χωλ του αρχοντικού που χρησίμευε ως χώρος για την παιδική χωροδία του ορφανοτροφείου. Οι επισκέπτες παρακολουθούσαν την χωροδία και αναλόγως όποιο παιδί τους έλκυε περισσότερο ζητούσαν να το υιοθετήσουν. Η αδελφή Μαρία διήυθυνε αυτού του είδους την συνάντηση των παιδιών με τους μεγάλους. Ο Τομ σαν μεγαλύτερος ,επειδή δεν μπορούσε να τραγουδήσει καθόταν σε μια μεριά με τα καλα του ρούχα και παρατηρούσε τα μικρά που τραγουδούσαν και συγκεκριμένα προς το σημείο των δυο κοριτσιών. Η Κάντυ στρίγγλιζε άθελά της , δεν τα πήγαινε τόσο καλά με το τραγούδι , αλλά η Ανν δεν φαινόταν να έχει το ίδιο πρόβλημα , η φωνη της έβγαινε καθαρή σε κάθε στίχο του τραγουδίου. Εκείνος προσπάθησε να πνιξει ένα χαμόγελο. Όλη αυτή την ώρα δεν είχε πάρει είδηση δυο μάτια που είχαν καρφωθεί πάνω του και τον εξέταζαν εξονυχιστηκά. Ένας κύριος με μελαμψό δέρμα και άσπρα μαλλιά κοιτούσε με ενδιαφέρον τον Τομ ενώ πλησίαζε λίγο αργότερα την κυρία Πόνυ για να της μιλήσει.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:37 am, 2 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Σαβ Ιαν 14, 2012 2:12 pm

KΕΦΑΛΑΙΟ 4ο - ΙΟΥΝΙΟΣ 1906

Οι μέρες περνούσαν γρήγορα και δεν άργησε να μπει ο πρώτος καλοκαιρινός μήνας αλλά ούτε και η μέρα όπου θα γιορτάζονταν τα γεννέθλια της Κάντυ και της Ανν. Ήταν βράδυ , ο ουρανός ήταν καθαρος και τα αστέρια που ήδη είχαν κάνει την εμφάνιση τους λαμποκοπούσαν γύρω απ'το φεγγάρι.
Τα φώτα του αρχοντικού απόψε ήταν ανοιχτά και από μέσα ερχόντουσαν ξεφωνητά και γέλια.Η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία με τα παιδιά γιόρταζαν τα γεννέθλια της Κάντυ και της Ανν. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι στην μεγάλη τραπεζαρία αυτή τη φορά όμως η αίθουσα περιελάμβανε πολλά μικρά τραπεζάκια στα οποία καθόντουσαν τα παιδιά τριγύρω και στο κεντρικό είχαν πάρει τις θέσεις τους μόνο η Κάντυ με την Ανν που κοίταγαν και οι δυο με χαρά και ανυπομονησία την τεράστια τούρτα που δέσποζε μπροστά τους. Η Κάντυ δεν μπορούσε να συγκρατηθεί , είχε κολλησει τα μάτια της πάνω στο γλυκό και κουνούσε πέρα δώθε την γλώσσα της λαίμαργα ενώ η Ανν μετρούσε τα οκτώ κεράκια που ήταν πάνω στην τούρτα. Τα παιδία που είχαν σηκωθεί απ'τις θέσεις τους μαζεύτηκαν γύρω απ'τα δυο κορίτσια για να τους ευχηθούν χρόνια πολλά.Μόλις σταμάτησαν το τραγούδι η Κάντυ πετάχτηκε απ'την θέση της και είπε χαρούμενα.
-"Τελείωσε το τραγούδι κυρία Πόνυ;"
-"Κάντυ παιδί μου ηρέμησε επιτέλους."προσπάθησε να την συνετήσει η αδελφή Μαρία.
-"Μπορείτε να σβήσετε τα κεράκια τώρα κορίτσια."είπε η κυρία Πόνυ χαμογελώντας.
Και αμέσως τα κορίτσια φύσιξαν με όλη τους την δύναμη μέχρι που σβήστηκε και το τελευταίο κεράκι.Τα παιδιά χειροκρότησαν παλαμάκια και ευχήθηκαν στην Κάντυ και στην Ανν χρόνια πολλά και καλά. Ένα δάκρυ κύλισε απ'τα μάτια του Τομ , ο οποίος για να μην τον πάρουν είδηση οι υπόλοιποι ξαναγύρισε στην θέση του και κάθησε σε ένα απ'τα τραπέζια.
-"Κάντυ και Ανν χρόνια πολλά και καλά και στις δυο σας , να ζήσετε , να ζήσετε κορίτσια μου."τους ευχήθηκε η αδελφή Μαρία καθώς έκοβε την τούρτα και την τοποθετούσε στα πιατάκια.
-"Σας ευχαριστούμε πολύ αδελφή Μαρία!"είπαν με μια φωνή τα δυο κορίτσια καθώς υποκλίνονταν μπροστά σε όλους.
-"Γιατί τα γεννέθλια της Κάντυ και της Ανν είναι την ίδια μέρα;"πετάχτηκε ξαφνικά ένα μικρό αγόρι που το έλεγαν Τζον.
-"Αχ...Τζον όπως πάντα περίεργος και με ένα σωρό ερωτήσεις."τον κοίταξε τρυφερά η αδελφη Μαρία.
-"Η αλήθεια είναι πως γνωρίζαμε ακριβώς πότε είναι τα γεννέθλια της Ανν αλλά επειδή δεν είχαμε καμιά πληροφορία γα το ποια μέρα γεννήθηκε η Κάντυ αποφασίσαμε τα γεννέθλια της να είναι την ίδια μέρα με την φίλη της."εξήγησε η κυρία Πόνυ στον Τζον.
-"Τι;"αναφώνησαν ταυτόχρονα τα δυο κορίτσια.
-"Πάντα νομιζα ότι γεννήθηκα την ίδια μερα με την Ανν!"είπε η Κάντυ ελαφρώς ενοχλημμένη απ'το νέο που μόλις είχε μάθει.
-"Κι εγώ το ιδιο!"συμφώνησε η Ανν και αφού σκέφτηκε για λίγο συνέχισε. "Δηλαδή τα γεννέθλια μου είναι στις 8 Ιουνίου κυρία Πόνυ;"ρώτησε ενώ κοιτούσε εξεταστικά την ασημένια αλυσίδα στο δεξί της χέρι.
-"Πολύ σωστά Ανν. Πιθανότατα κάπου εκεί γύρω να ναι και τα γεννέθλια της Κάντυ γιατί ήσασταν πολύ μικρές όταν σας βρήκαμε."αποκρίθηκε η διευθύντρια.
Η Κάντυ τώρα είχε καθήσει ξανά στην καρέκλα της με το κεφάλι της στραμμένο προς το έδαφος και τα χέρια της να σφίγγουν την ποδιά της.
-"Δεν καταλαβαίνω κυρία Πόνυ γιατί...γιατί δεν υπάρχει και σε μένα μια μέρα στην οποία γεννήθηκα;"
-"Κάντυ..."η διευθύντρια δεν περίμενε τέτοια ερώτηση και βεβαίως δεν μπορούσε να απάντησει. Ο Τομ και η Ανν πλησίασαν την φίλη τους.
-"Κάντυ δεν ύπαρχει λόγος να στεναχωριέσαι , ούτε εγώ ξέρω πότε γεννήθηκα."της είπε ο Τομ κλείνοντας της το μάτι τρυφερά.
-"Αλήθεια;"ρώτησε εκείνη κοιτάζοντάς τον με απορία.
-"Φυσικά!"
-"Κάντυ δεν έχει σημασία το πότε γεννήθηκε η καθεμιά μας. Σημασία έχει ότι η ζωή μου ξεκίνησε την ημέρα που με βρήκαν έξω απ'το ορφανοτροφείο κι αυτό έγινε την ίδια μέρα που βρήκαν και σένα."είπε η Ανν κοιτάζοντας την Κάντυ έντονα στα μάτια.
Αμέσως η Κάντυ όρμησε στην αγκαλιά της φίλης της. "Ανν σ'αγαπώ πολυ! Πολύ..πολύ!!!"
-"Κι εγώ σ'αγαπώ Κάντυ!"
-"Κι εγώ κάθε μέρα έχω γεννέθλια!!! Μ'αρέσουν!!!"φώναξε ο μικρούλης Τζον και η αίθουσα γέμισε για ακόμη μια φορά με γέλια και ξεφωνητά.
Η Κάντυ , που τώρα πια η στεναχώρια της είχε περάσει , δεν άντεχε άλλο και πάνω στο γέλιο της έχωσε βαθιά το δάχτυλό της στην τούρτα και στην συνέχεια άρχισε να το γλύφει. Την κίνησή της την μιμίθηκε και η Ανν.
-"Κορίτσια μα επιτέλους δεν μπορείτε να περιμένετε!"τις μάλωσε η αδελφή Μαρία. "Καλύτερα να μην φέρεστε έτσι όταν θα σας υιοθετήσουν , εντάξει θα το θυμάστε;"
-"Μα εμείς θα μείνουμε για πάντα εδώ μαζί μέχρι να γεράσουμε , συμφωνείς Ανν;"στράφηκε η Κάντυ προς την φίλη της.
-"Και βέβαια Κάντυ!"δήλωσε αποφασιστικά η Ανν. "Που θα βρούμε καλύτερα."συνέχισε.
-"Μην είστε και τόσο σίγουρες."τους προειδοποίησε η κυρία Πόνυ. "Τι λες κι εσύ Τομ;"ρώτησε κάποια στιγμή με νόημα η διευθύντρια το δωδεκάχρονο αγόρι.
Ο Τομ που είχε αποσυρθεί σε μια γωνιά του τραπεζιού , βυθισμένος στις σκέψεις του την φοβόταν αυτήν την στιγμή γι'αυτό και μόλις άκουσε την φωνή της κυρίας Πόνυ να του μιλάει ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Γύρισε το βλέμμα του προς την διευθύντρια και περιορίστηκε σε ένα αμήχανο χαμόγελο.
Η Ανν έντρομη πετάχτηκε απ'την θέση της. "Τι θέλετε να πείτε κυρία Πόνυ; Πως ο Τομ θα φύγει από δω;"ρώτησε με αγωνία.
-"Ναι Ανν φεύγει , ο Τομ υιοθετήθηκε από έναν πλούσιο κτηματία."απάντησε ήρεμα η κυρία Πόνυ.
-"Αυτό σημαίνει πως ο Τομ θα έχει καινούρια μαμά και μπαμπά;"ρώτησε ο μικρούλης Τζον.
-"Ναι ναι και είναι και οι δυο πολύ καλοί άνθρωποι Τζον."συμπλήρωσε η αδελφή Μαρία.
Η Κάντυ τότε έσπρωξε με δύναμη την καρέκλα της και με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς το μέρος του Τομ. Το πρόσωπό της είχε πάρει μια λυπημένη έκφραση. Ο Τομ την κοιτούσε σαν ένοχος και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι'αυτό που θα επακολουθούσε.
-"Κάντυ μην το κάνεις αυτό..."κατάφερε να πει καθώς έβλεπε τα καταπράσινα μάτια του κοριτσιού που γέμιζαν δάκρυα.
-"Εγώ...εγώ...εγώ δεν θέλω να φύγει ο Τομ! Όχι δεν θέλω , δεν θέλω !!!"φώναξε η Κάντυ με όλη της την δύναμη και έτρεξε αμέσως προς τις σκάλες για το δωμάτιο της.
-"Κάντυ!"φώναξε η Ανν."Γιατί Τομ; Γιατί θέλεις να φύγεις; Γιατί θέλεις να μας αφήσεις;"και με αυτά τα λόγια η Ανν έτρεξε κι αυτή ξοπίσω απ'την φίλη της.
-"Κάντυ , Ανν!"έκανε να σηκωθεί ο Τομ αλλά το χέρι της διευθύντριας τον συγκράτησε.
-"Άστες Τομ , ήταν επόμενο να συμβεί , άστες να ηρεμήσουν , θα τους περάσει."
-"Μα κυρία Πόνυ..."
-"Τομ δεν χρειάζεται να ανησυχεις θα είναι καλά."τον καθησύχασε η αδελφή Μαρία.
Ο Τομ όμως δεν μπορούσε να ηρεμήσει και κοιτούσε με αγωνία και πόνο προς τα σκαλοπάτια όπου είχαν τρέξει πριν από λίγο τα δυο κορίτσια.

Λίγο αργότερα στο δωμάτιο των κοριτσιών η Κάντυ με την Ανν μιλούσαν σιωπηλά για να μην ξυπνήσουν τα υπόλοιπα παιδιά.
-"Κάντυ τι θα κάνουμε τώρα που θα φύγει ο Τομ;"ρώτησε η Ανν ενώ στηριζόταν στο μαξιλάρι της.
Η Κάντυ αδυνατούσε να απαντήσει, δεν άντεχε στην ιδέα ότι θα αποχωριζόταν τον αγαπημένο της φίλο , δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν απ'τα μάτια της και δυστυχώς η φίλη της το πρόσεξε. Η Ανν ευχόταν εκείνη την ώρα να μην της έκανε αυτήν την ερώτηση και έστρεψε δειλά το βλέμμα της προς τα σκεπάσματα.
Αμέσως όμως η Κάντυ σκούπησε τα μάτια της. "Μην ανησυχείς Ανν. Θα συνεχίσουμε τις ζωές μας και χωρίς τον Τομ."της αποκρίθηκε. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της σκεφτόμενη. "Μην ξεχνάς ότι υποσχέθηκε να έρχεται να μας βλέπει απ'όπου κι αν βρίσκεται."συνέχισε. "Εξάλλου Ανν έχουμε η μία την άλλη."της χαμογέλασε στο τέλος.
-"Κάντυ..."η Ανν ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάμματα. "...είσαι η καλύτερη μου φίλη να το θυμάσαι αυτό."
-"Κι εσύ Ανν είσαι η καλύτερη μου φίλη και όλη μου η οικογένεια!"
Τα δυο κορίτσια αγκαλιάστηκαν για μια στιγμη και στην συνέχεια άρχισαν να συζητάνε για τους γονείς του Τομ.
-"Αναρωτιέμαι πως θα είναι οι καινούριοι γονείς του Τομ;"ρώτησε η Ανν κοιτώντας με απορία την αλυσίδα της.
-"Όπως είπε και η αδελφή Μαρία πρέπει να ναι καλοί άνθρωποι για να διάλεξαν τον Τομ."της απάντησε η Κάντυ.
-"Σωστά πρέπει να είμαστε και οι δυο πολύ χαρούμενες γι αυτόν."
-"Ελπίζω να είναι πάντα ευτυχισμένος."ένα δάκρυ εμφανίστηκε στα μάτια της Κάντυ ξανά. "Εμένα πάντως μ'αρέσει εδώ στο 'Σπίτι του Μικρού Αλόγου' και δεν θα θελα να φύγω ποτέ...ποτέ Ανν!"
-"Κάντυ..."η Ανν τώρα κοιτούσε στο κενό ενώ έσφιγγε με όλη της την δύναμη την κουβέρτα της. "Ούτε εγώ θέλω να φύγω από δω Κάντυ , θέλω να μεγαλώσω αρκετά ούτως ώστε να είμαι σε θέση να πάω να βρω τους πραγματικούς μου γονείς...είμαι σίγουρη πως κάπου εκεί έξω θα βρίσκονται...είμαι σίγουρη..."συμπλήρωσε η Ανν ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην ασημένια αλυσίδα της.
-"Ανν...".
Την συζήτηση τους διέκοψε ένας παράξενος θόρυβος που ερχόταν απέξω. Περίεργες και οι δυο κίνησαν προς το παράθυρο. Φαινόταν πως ο Τομ για μια ακόμη φορά προσπαθούσε να σημαδέψει τον πάσσαλο απ΄τον φράχτη με το λάσσο του χωρίς όμως καμιά ιδιάιτερη επιτυχία.
-"Πάω να ντυθώ!"είπε η Κάντυ αποφασιστικά.
-"Τι κάνεις Κάντυ; Τρελάθηκες; Θα βγεις έξω με τέτοιο κρύο;"παραπονέθηκε η Ανν.
-"Ανν! Είμαι καλή στο λάσσο! Θέλω να τον βοηθήσω να τα καταφέρει...Θέλω να χαρούν για εκείνον οι γονείς του...είναι φίλος μας...έχει κάνει τόσα για μας...δεν καταλαβαίνεις;"η Κάντυ δεν άκουγε τίποτα και κατευθύνθηκε προς την ντουλάπα.
-"Υποθέτω πως έχεις δίκιο."συμφώνησε η Ανν. "Αλλά καλύτερα εγώ να μείνω εδώ , κάνει πολύ κρύο...ντύσου καλά!"και με μια κίνηση έβαλε την μάλλινη ζακέτα της και βάλθηκε να παρατηρεί τον Τομ απ'το παράθυρο.

Λίγα λεπτά αργότερα η Κάντυ ντυμένη με το παλτό της , τα γάντια της , τις μπότες της και το λάσσο της ανά χείρας πλησίαζε τον Τομ. Εκείνος ήταν τόσο αφηρημένος που δεν πρόσεξε τόση ώρα ότι τον παρακολουθούσε.
-"Θέλεις πολλή εξάσκηση ακόμα."του είπε ξαφνικά.
-"Ώπα! Φακιδομούρα εσύ είσαι; Τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ; Θα πρεπε να κοιμάσαι."την πείραξε.
-"Μπορώ να σε βοηθήσω. Σου χα πει ότι είμαι καλή στο λάσσο."είπε η Κάντυ αποφεύγοντας να απαντήσει.
-"Σε ευχαριστώ πολύ φακιδομουτράκι αλλά καλύτερα άσε με μόνο μου να τα καταφέρω εντάξει;"ο Τομ έκανε άλλη μια προσπάθεια η οποία κατέληξε κι εκείνη στο κενό.
-"Πιστεύω πως αν κάνεις εξάσκηση μαζί μου όλη νύχτα το πρωί θα χεις γίνει ξεφτέρι."του είπε πάλι αγνοώντας τον.
Ο Τομ την πλησίασε , γονάτισε μπροστά της και την άγγιξε στους ώμους. "Κάντυ είσαι καλά; Είσαι ακόμα θυμωμένη που φεύγω;"την ρώτησε.
Η Κάντυ απέφυγε να απαντήσει. "Τομ πολύ ωραίο το καπέλο σου. Ποιος σου το έδωσε;"ήθελε να αλλάξει θέμα.
-"Α! Ο καινούριος μου πατέρας μου χάρισε αυτό το καπέλο."της αποκρίθηκε ο Τομ κοιτώντας όλο καμάρι το νέο του απόκτημα.
-"Πολύ ωραία χαίρομαι για σένα Τομ."στην πραγματικότητα η Κάντυ ήθελε να βάλει τα κλάμματα αλλά συγκρατήθηκε. "Λοιπόν ξεκινάμε την εξάσκηση;"τον ρώτησε στο τέλος.
-"Κάντυ είσαι σίγουρα καλά;"ο Τομ ανησυχούσε γι'αυτήν. Εκείνη έκανε να του ξεφύγει αλλά ο Τομ που ήταν δυνατός και πιο γρήγορος την άρπαξε με τη λαβή του χεριού του. "Κάντυ!"της είπε θυμωμένα εκείνος. Η Κάντυ ξέφυγε απότομα απ'τα χέρια του και έτρεξε προς τον φράχτη.
-"Λοιπόν Τομ δεν μπορώ να ασχολούμαι όλη την νύχτα μαζί σου!Θες να γίνεις ένας τέλειος καουμπόι που να ξέρει να ρίχνει σωστά το λάσσο του ή όχι; Θες οι καινούριοι σου γονείς να ναι περήφανοι για σένα ή όχι;"του φώναξε.
-"Εεε...ναι..."ο Τομ τα χε χαμένα.
-"Ε τότε πάρε τα πόδια σου να τελειώνουμε!"
-"Χαχαχαχα...Εντάξει φακιδομούρα θα σε λιώσω!"της φώναξε στον ίδιο τόνο κι εκείνος.
-"Αυτό θα το δούμε!"του είπε η Κάντυ αγριεύοντας και οι δυο τους άρχισαν να πετάνε το λάσσο τους προς τον φράχτη.
Εντωμεταξύ μέσα στο αρχοντικό υπήρχε ένα αναμμένο φως. Ήταν η Ανν που παρακολουθούσε την σκηνή. 'Όλα θα πάνε καλά.'σκέφτηκε και άφησε ένα χαμόγελο να στολίσει το πρόσωπό της.

Το επόμενο πρωί όλοι είχαν συγκεντρωθεί έξω απ'το αρχοντικό για να αποχαιρετίσουν τον Τομ που θα έφευγε. Ο κύριος Τζόνσον , ο κτηματίας και πατέρας από δω και μπρος του Τομ που θα τον υιοθετούσε είχε φτάσει πολύ νωρίς στο ορφανοτροφείο και περίμενε υπομονετικά με το κάρο του στην είσοδο. Όταν είδε να τον πλησιάζουν η κυρία Πόνυ με την αδελφή Μαρία και τον Τομ ανάμεσά τους πήδηξε απ'το κάρο και κίνησε προς το μέρος τους. Τα υπόλοιπα παιδιά μαζί με την Κάντυ και την Ανν βρίσκονταν λίγο πιο πίσω και παρακολουθούσαν την στιγμή του αποχαιρετισμού. Τα δυο κορίτσια ήταν πολύ λυπημένα. Ο Τομ κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματίες προς τα πίσω.
-"Μην ανησυχείτε για τον Τομ κυρία Πόνυ."τους καθησύχασε ο κύριος Τζόνσον. "Αφήστε τον σε μένα θα τον κάνω τον καλύτερο καουμπόι της περιοχής!"
-"Το ξέρουμε κ.Τζόνσον ότι είστε πολύ καλός."
-"Να προσέχεις σε παρακαλώ Τομ."είπε η αδελφή Μαρία και αφού γονάτησε μπροστά του, του φόρεσε ένα σταυρό στο λαιμό. "Και να έχεις αυτό πάντοτε μαζί σου , μου το υπόσχεσαι;"
-"Σας το υπόσχομαι αδελφή Μαρία , σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ."αποκρίθηκε ο Τομ ελαφρώς κοκκινίζοντας.
-"Τομ μόνο αυτό έχεις να πεις στους ανθρώπους που σε φρόντιζαν όλα αυτά τα χρόνια;"ο κ.Τζόνσον τον κοίταζε με ένα περίεργο ύφος.
-"Ασφαλώς και όχι κ.Τζόνσον έχω να πω πολύ περισσότερα!"του αποκρίθηκε ο Τομ και για μια ακόμη φορά κίνησε προς το μέρος της κυρίας Πόνυ και της αδελφής Μαρίας. "Σας ευχαριστώ για όσα κάνατε για μένα όλα αυτα τα χρόνια.Σας είμαι ευγνώμων για όσα μου μάθατε."
-"Να είσαι πάντα ευτυχισμένος Τομ."του είπε η κυρία Πόνυ και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
-"Ευλογιμένος να είσαι πάντα παιδί μου."συμπλήρωσε η αδελφή Μαρία με κόπο ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της.
-"Θα τα ξαναπούμε παιδιά !Θα ρχομαι να σας βλέπω!"φώναξε έπειτα προς τα παιδιά ο Τομ και πλησίασε ύστερα τα δυο κορίτσια. Η Ανν δεν είχε σταματήσει να κλαίει ενώ η Κάντυ προσπαθούσε να φανεί ψύχραιμη. "Και το εννοώ όταν λέω ότι θα έρχομαι να σας βλέπω."τους είπε για μια ακόμη φορά και άπλωσε τα χέρια του για να τις πάρει στην αγκαλιά του. Η Ανν έτρεξε κατευθείαν και γατζώθηκε πάνω του.
-"Τομ να έρχεσαι να μας βλέπεις μη μας ξεχνάς σε παρακαλώ."τον παρακάλεσε.
-"Στο υπόσχομαι γλυκιά μου Χιονάτη , ότι θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ και θα σας βλέπω...στο υπόσχομαι."της είπε ο Τομ και της έπιασε το δεξί της χέρι για να δει την αλυσίδα της. "Ανν σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις και άκουσε με. Ποτέ μην σταματήσεις να ελπίζεις μικρή μου. Αυτή η αλυσίδα είναι ο μοναδικός σου δεσμός με το παρελθόν."της είπε κοιτώντας την έντονα στα μάτια.
-"Εεε...;!"η Ανν δεν καταλάβαινε τίποτα.
-"Μου δίνεις τον λόγο σου ότι δεν θα σταματήσεις να ελπίζεις Ανν το κατάλαβες;"
-"Εεε...ναι το κατάλαβα Τομ."η Ανν δεν είχε ιδέα απ'οσα της έλεγε ο φίλος της αλλά η σιγουριά που της μετέδιδε την έκανε να ξαναβρεί το χαμόγελό της.
Ύστερα ο Τομ έχοντας ακόμα στην αγκαλιά του την Ανν έστρεψε το βλέμμα του προς την Κάντυ. "Κάντυ...εσύ δεν θα με χαιρετήσεις;"
Η Κάντυ στεκόταν ακίνητη και αμίλητη απέναντι του. Κατέλαβε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατηθεί , τα χέρια της έτρεμαν καθώς κοιτούσε τον Τομ με ένα παρακλητικό βλέμμα όλο στοργή και αγάπη. "Τομ! Δεν θέλω να φύγεις! Δεν θέλω..."δεν άντεξε, ελευθέρωσε και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ποτάμι απ'τα μάτια της ενώ λούφαζε μέσα στην αγκαλία του.
-"Κάντυ δεν θα αλλάξεις ποτέ θα παραμείνεις ίδια."της είπε ο Τομ χαμογελώντας και της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί. "Σε ευχαριστώ πολύ γλυκιά φακιδομούρα που με έμαθες λάσσο. Δεν θα μπορούσα να έχω καλύτερο δάσκαλο από σένα."
Αμέσως η Κάντυ ξαναβρήκε το κέφι της και ελευθερώθηκε απ'τα δεσμά του. "Α..μα αυτό δεν ήταν τίποτα Τομ. Αν θέλεις ξαναέλα να σου κάνω μερικά μαθήματα."του είπε πειράζοντας τον.
-"Χαχαχα...να είσαι σίγουρη πως θα ξανάρθω."της υποσχέθηκε ο Τομ.
-"Χαχαχαχα...πάμε, πάμε λοιπόν γιε μου!"ο κ.Τζόνσον γελούσε με την ψυχή του με τον μορφασμό της Κάντυ.
-"Μάλιστα κ.Τζόνσον!"ο Τομ δίνοντας από ένα φιλί στο μάγουλο στην Κάντυ και στην Ανν , έτρεξε προς το κάρο.
-"Μα τι συμβαίνει Τομ; Θέλω να σε ακούσω να με λες πατέρα το κατάλαβες;"του είπε ο κ.Τζόνσον με άγριο ύφος.
-"Εντάξει πατέρα!"
-"Μπράβο αυτο θέλω! Χαχαχα!!!Τώρα μιλάς σαν ένα πραγματικό μέλος της οικογένειας μας!"φώναξε ο κ.Τζόνσον απ'τη χαρά του και μαζί με τον Τομ ανέβηκαν πάνω στο κάρο.
-"Γεια σας!!!"φώναζε ο Τομ προς τα παιδιά τα οποία τον είχαν πάρει κατά πόδας για να τον χαιρετίσουν.
-"Γεια σου Τομ!"φώναζαν η Κάντυ με την Ανν.
-"Γεια σας παιδιά !Θα ξανάρθω!Το υπόσχομαι!Θα ξανάρθω!"
Καθώς το κάρο απομακρυνόταν η κυρία Πόνυ έπιασε τους ώμους των δυο κοριτσιών και αυτά γύρισαν αμήχανα για να την κοιτάξουν.
-"Δεν σας το έχω πει μα πρέπει να ξέρετε πως ο Τομ σας άκουσε όταν κλαίγατε μέσα στο χιόνι πριν από οκτώ χρόνια περίπου. Έτσι βγήκαμε έξω και σας βρήκαμε."τους εξήγησε η κυρία Πόνυ.
-"Πως;! Ο Τομ μας βρήκε;"ρώτησε έντρομη η Ανν.
Η Κάντυ κοιτούσε το κάρο το οποίο όλο και απομακρυνόταν. Ξαφνικά άρπαξε απότομα το χέρι της Ανν και άρχισαν να τρέχουν.
-"Ανν γρήγορα τρέξε να τον προλάβουμε!"της είπε καθώς έτρεχαν πάνω στο λόφο.
Όταν επιτέλους έφτασαν στην κορυφή του λόφου λαχανιασμένες είδαν με ανακούφιση το κάρο που πέρναγε ακριβώς από κάτω τους. Αμέσως σήκωσαν τα χέρια τους προς το μέρος που περνούσε για να χαιρετήσουν τον φίλο τους.
-"Τομ! Σε ευχαριστούμε Τομ σε ευχαριστούμε πολύ !"φώναζαν τα δυο κορίτσια με όλη τους την δύναμη.
Ο Τομ έκπληκτος γύρισε προς το μέρος που ακουγόταν το όνομά του και αναγνώρισε στο λεπτό τις δυο φιγούρες που τον χαιρετούσαν. Σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος στο κάρο κι άρχισε να κουνάει τα χέρια του προς τη μεριά του λόφου. "Γεια σου γλυκιά μου Χιονάτη , γεια σου φακιδομούρα! Γεια σας! Γεια σας!!!"τους φώναξε δυνατά.
-"Γεια σου Τομ !Ελπίζω να γίνεις ο καλύτερος καουμπόι!"φώναζε η Κάντυ.
-"Γεια σας, γεια σας , θα σας ξαναδώ , δεν θα σας ξεχάσω ποτέ , γεια σας , δεν θα σας ξεχάσω ποτέ...ποτέ...ποτέ..."ο Τομ κάθησε πάλι δίπλα στον πατέρα του , ένα δάκρυ κύλισε απ'τα μάτια του καθώς οι φυγούρες των κοριτσίων γίνονταν όλο και πιο μακρινές.
-"Έλα Τομ αγόρι μου μην κλαις."τον παρότρυνε ο πατέρας του ακουμπώντας τον στοργικά στην πλάτη.
-"Ναι πατέρα."είπε αμέσως. 'Όχι δεν πρεπει να κλαίω...θα τις ξαναδώ..κάποια μέρα θα τις ξαναδώ!'σκεφτόταν ο Τομ σκουπίζοντας τα δάκρυα του.
-"Έυχομαι να είναι πάντα ευτυχισμένος ο Τομ."είπε η Κάντυ.
-"Θα μου λείψει...αλλά θα είναι καλά."'έλεγε η Ανν σκουπίζοντας τα δάκρυα της με την ποδιά της και ύστερα κοίταξε ερωτηματικά την αλυσίδα της. Τι να εννοούσε άραγε ο Τομ με αυτά που της είπε; Η Ανν δεν μπορούσε ούτε να σκεφτει ούτε να καταλάβει γιατί όσα της είχε πει εκείνη την στιγμή τα είχε διαγράψει απ'την μνήμη της.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:39 am, 4 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Σαβ Ιαν 21, 2012 4:05 pm

KEΦΑΛΑΙΟ 5ο - ΜΑΙΟΣ 1910

Σχεδόν τέσσερα χρόνια είχαν συμπληρωθεί απο τότε που ο Τομ είχε φύγει απ'το Σπιτάκι του Μικρού Αλόγου και τα πράγματα συνέχιζαν να κυλούν ήρεμα. Για τον Τομ τώρα πια που ήταν μεγαλύτερος ήταν πιο εύκολο να επισκέπτεται το πρώτο του σπιτικό και βεβαίως δεν θα μπορούσε να ξεχάσει τόσο εύκολα τους ανθρώπους όπως την κυρία Πόνυ και την αδελφή Μαρία που τον φρόντισαν όταν εκείνος τις είχε ανάγκη. Ούτε ακόμα την Κάντυ και την Ανν που τις ένιωθε σαν αδελφές του.
Ήταν ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό και ο Τομ είχε φτάσει από νωρίς στο αρχοντικό και βοηθούσε όπως πάντα στην μεταφορά τροφίμων και άλλων σημαντικών προιόντων για το ορφανοτροφείο. Συνήθιζε να κάνει συχνές επισκέψεις τα σαββατοκύριακα , όταν δεν είχε δουλεία στο ράντζο του πατέρα του , ούτως ώστε να μην λείπει και στα δυο κορίτσια που τον περίμεναν πάντα πως και πως να έρθει.
Όταν τελείωσε και με τα τελευταία τσουβάλια , ο Τομ , επειδή ένιωθε πνιγμένος μέσα στην φανέλα του την έβγαλε και σκούπισε το πρόσωπό του. Καυτός ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη του και τους καλογυμνασμένους μυς του. Είχε μεγαλώσει αρκετά , κόντευε πλέον τα δεκάξι , τα κατάμαυρα μαλλιά του ίσα που έφταναν τους ώμους του και τα γένια του είχαν αρχίσει να κάνουν αραιά την εμφάνιση τους. Όπως είχε πει κάποτε η Κάντυ και ευχόταν είχε γίνει ο καλύτερος καουμπόι και γυτευτής των αλόγων της περιοχής.
Η κυρία Πόνυ στάθηκε κάποια στιγμή στο περβάζι του παραθύρου.
-"Σε ευχαριστούμε Τομ , πολύ παιδί μου ! Πως μπορούμε να στο ξεπληρώσουμε;"
-"Αυτό κυρία Πόνυ να μην το ξαναπείτε , απλώς κάνω αυτό που έκανα πάντα. Βοηθάω τα αγαπημένα μου πρόσωπα...το μόνο που με στεναχωρεί είναι ότι δεν περνάω όσες ώρες θα ήθελα μαζί τους."
-"Παιδί μου θα χεις κουραστεί πολύ , τι θα έλεγες να περάσεις μέσα να ξαποστάσεις; Για ένα ζεστό ρόφημα κακάο τι λες;"
-"Μάλιστα κυρία Πόνυ...αχχ...σαν τον παλιό καλό καιρό."είπε ο Τομ και έριξε μια ματιά τριγύρω ψάχνοντας τους άλλους. Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε την αδελφή Μαρία στο μέρος όπου τα παιδιά άπλωναν τα ρούχα. Φαίνεται πως ο μικρούλης Τζον είχε ξεχάσει να κάνει το δικό του πλύσιμο ρούχων.
-"Ποιο παιδάκι από σας δεν έπλυνε τα ρούχα του; Ποιος ήταν;"
-"Εγώ το ξέχασα."απάντησε ο Τζον με ένοχο ύφος.
Ο Τομ που απολάμβανε την στιγμή κατσαδιάσματος του Τζον δεν πήρε είδηση δυο σμαραγδένια μάτια που τον παρακολουθούσαν.
-"Ακόμα εδώ είσαι Τομ;...Βιάσου η ζεστή σοκολάτα σου σε περιμένει!"
Ο Τομ που αναγνώρισε την φωνή που του απηύθηνε τόσο γλυκά το λόγο , έβαλε κατευθείαν την φανέλα του ελαφρώς κοκκινίζοντας και γύρησε προς το μέρος του κοριτσιού. Μπροστά του πρόβαλλε η Κάντυ , χαμογελαστή και πιο γλυκιά από ποτέ. Με τις κατάξανθες σγουρές μπούκλες της να έχουν μακρύνει κι άλλο και να πέφτουν λυτές πάνω στους ώμους της με μόνο ένα ροζ φιόγκο να τις συγκρατεί στην κορυφή του κεφαλιού της. Οι φακίδες της πάντα εκεί να στολίζουν το γλυκό προσωπό της και τα πράσινα μάτια της να λάμπουν από ζωντάνια και ευτυχία. Φορούσε την ποδιά της και στα χέρια της κρατούσε ένα καλαθάκι.
-'Όσο μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο όμορφη.'συλλογίστηκε ο Τομ και αμέσως άλλαξε θέμα για να μην καταλάβει η Κάντυ την αμηχανία του. "Για που το βάλες μικρή φακιδομούρα;"
-"Πάω στο κοτέτσι να ταίσω τις κότες και να μαζέψω και κανένα αυγό! Θέλεις να σου φέρω τίποτα;"
-"Όχι μικρή μου δεν θέλω τίποτα."
-"Και μη με ξαναπείς μικρή!"νευρίασε η Κάντυ. "Γίνομαι δώδεκα σε λίγες μέρες το ξέχασες;"
-"Όχι...αλλά για μένα θα σαι πάντα η μικρή μου αδελφή."της είπε ο Τομ τρυφερά. "Κάντυ που είναι η Ανν;"
-"Βγήκε έξω πολύ νωρίς...είναι κάτω απ'το μεγάλο-γέρικο δέντρο και κόβει λαχανικά. Θα πάω να τη δω σε λίγο...δεν μου φάνηκε και πολύ ευδιάθετη σήμερα..."σκέφτηκε η Κάντυ ενώ έφερνε την πρωινή εικόνα της φίλης της στο νου.
-"Τι έχει;"ρώτησε όλο αγωνία ο Τομ.
-"Δεν νομίζω να είναι τίποτα το σοβαρό , θα πάω να την δω σε λίγο."
-"Καλά...πάω κι εγώ να δω πως ειναι και αργότερα έρχεστε μαζί στο αρχοντικό, μόνο να μην αργήσετε έτσι;"
-"Εντάξει Τομ , μην ανησυχείς! Μεγαλώσαμε πια!"είπε η Κάντυ και χαρούμενη κίνησε για το κοτέτσι.
-'Ποτέ δεν θα πάψω να ανησυχω για εσάς Κάντυ.'είπε από μέσα του ο Τομ κι αφού πήρε το σακάκι του ξεκίνησε για το λόφο.

Κάτω απ'το τεράστιο δέντρο-Πατέρα , ονομασία που είχαν δώσει τα παιδιά του ορφανοτροφείου , καθόταν η Ανν και ψιθύριζε έναν ήσυχο σκοπό ενώ έκοβε τα χόρτα. Ο Τομ δεν δυσκολεύτηκε να την βρει απ'την φωνή της και μόνο , κρύφτηκε πίσω απ'τους θάμνους και αφέθηκε στον γλυκό ήχο της φωνής της. Ένιωσε ότι ήθελε να μείνει μόνη της εκείνη την στιγμή και ότι δεν θα πρεπε να παρέμβει. Η Ανν καθώς μάζευε τα λαχανικά στο καλάθι της παρατήρισε ένα μικρό πουλάκι που βρισκόταν πεσμένο στο γρασίδι. Το πήρε στη χούφτα της και το χάιδεψε.
-"Πάλι έπεσες απ'την φωλιά σου εσύ;"και αφού το έβαλε στην τσέπη της ποδίας της άρχισε να σκαρφαλώνει στο δέντρο.
Ο Τομ, που την παρακολουθούσε να ανεβαίνει, τον ζώσανε αμέσως τα φίδια.'Όχι πάλι Ανν...'
Φτάνοντας στο κλαδί που ήταν η φωλιά, η Ανν άφησε το πουλάκι και χαρούμενο αυτό πήγε στην αγκαλιά της μαμάς του. Στη συνέχεια βολεύτηκε καλά καλά στο κλαδί και βάλθηκε να παρατηρεί την ανατολή του ηλίου απορροφημένη στις σκέψεις της. Δεν πρόσεξε ούτε την αλυσίδα της που για μια ακόμη φορά είχε φύγει απ'το χέρι της και είχε βρεθεί στο έδαφος. Έδειχνε να μην την ένοιαζε. Ο Τομ που είχε ξεχωρήσει το αντικείμενο που λαμπύριζε στο γρασίδι πλησίασε , το μάζεψε και έστρεψε το βλέμμα του στα κλαδια του δέντρου ψάχνοντας για το βλέμμα της Ανν. Τώρα πια μπορούσε να ακούσει καθαρά τους λυγμούς της , έκλαιγε...Εκείνη δεν τον είχε προσέξει όλη αυτή την ώρα. Δεν άντεχε να την βλέπει έτσι.
-"Ανν σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις...και κατέβα απ'το δέντρο."
Η Ανν τρόμαξε στο άκουσμα της φωνής του και γύρισε να δει ποιος της είχε φωνάξει. "Τομ...εσύ..."
-"Τα δάκρυα δεν ωφελούν γλυκιά μου Χιονάτη και σε κάνουν να νιώθεις θλιμμένη ενώ είσαι τόσο όμορφη!"ο Τομ είχε ανοίξει τα χέρια του και την περίνεμε να κατέβει. "Έλα!"της είπε.
Η Ανν που προσπαθούσε με κόπο να σκουπήσει τα δάκρυα της άρχισε προσεχτικά να κατεβαίνει το δέντρο. Το κλάμμα και οι σκέψεις της όμως δεν την βοηθούσαν και χάνοντας την ισορροπία της για μια ακόμη φορά βρέθηκε στην αγκαλιά του Τομ.
-"Μμμ...κάτι μου θυμίζει αυτό..."της ψιθύρισε πονηρά στο αυτί της ενώ την κράταγε σφιχτά στα χέρια του.
Η διάθεση της Ανν δεν έδειχνε να αλλάζει με τα λόγια του Τομ. Αντίθετα συνέχισε να σφίγγει τον ώμο του φίλου της με τα δυο της χέρια , λέγοντας του έτσι να μην την αφήσει και συνεχίζοντας να κλαίει. Κρύος ιδρώτας έλουσε στο λεπτό το μέτωπο του Τομ , δεν άντεχε ούτε να ακούει αλλά ούτε και να βλέπει αυτό το πλάσμα να κλαίει.
-"Χιονάτη μου γιατί κλαις; Πες μου...τι σε βασανίζει;"ο Τομ έφερε το κεφάλι της μπροστά του και αναζήτησε τα μάτια της. Το πρόσωπο της Ανν είχε καλυφθεί απ'τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της που τα στόλιζε μόνο μια κόκκινη κορδέλα. Εκείνος με μια κίνηση του χεριού του τα παραμέρησε για να την διακρίνει καλύτερα. Τα ροδομάγουλα της όπως και τα γαλάζια μάτια της είχαν γίνει κατακόκκινα απ΄το κλάμμα. Ήταν φανερό ότι όπως και η Κάντυ έτσι και η Ανν όσο μεγάλωνε τα θηλυκά χαρακτηριστικά της γίνονταν όλο και πιο έντονα , κι αυτό έιχε γίνει αντιληπτό απ'τον Τομ , ο οποίος προσπαθούσε με κόπο να το προσπερνάει υπενθυμίζοντας στον εαυτό του πως τα δυο κορίτσια για κείνον ήταν μόνο αδελφές του και τίποτα άλλο. Ένιωσε την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή και την αφήσε απαλά κάτω απ'το δέντρο ενώ εκείνος έπαιρνε την θέση του δίπλα της και της φορούσε την αλυσίδα της.
-"Υποθέτω πως αυτό ανήκει σε σένα."της είπε και την κοίταξε τρυφερά.
-"Δεν το θέλω..."μούγκρισε η Ανν. "Μόνο προβλήματα μου προκαλεί..."
-"Ανν θυμάσαι που σου είπα πως αυτή η αλυσίδα..."
-"Αποτελεί τον μοναδικό σύνδεσμο μου με το παρελθόν...ναι το θυμάμαι , όσο μεγαλώνω το φέρνω όλο και πιο πολύ στην μνήμη μου...αλλά δεν ξέρω σε τι ωφελεί αυτό...δεν νομίζω πως αξίζει κάτι..."
-"Ανν..."
-"Τομ μου δημιουργεί εφιάλτες , αμφιβολίες , εμμονές...κάθε φορά που κοιτώ την αλυσίδα αναρωτιέμαι γιατί με άφησαν! Τι τους έκανα και δεν με ήθελαν;! Γιατί για να μου δώσουν αυτή την αλυσίδα πάει να πει ότι κάπου είναι οι δυο τους και είναι μαζί...Το ξέρω πως είναι ζωντανοί , το νιώθω..."η Ανν σηκώθηκε και έριξε άλλη μια ματία στην ανατολή του ηλίου.
-"Το ξέρεις πως εμείς εδώ σε αγαπάμε πολύ και θα στεναχωρηθούμε όταν θα φύγεις..."της είπε ο Τομ με το βλέμμα του στο κενό και σταυρώνοντας τα πόδια του.
-"Κι εγώ σας αγαπώ πολύ...αυτό εδώ είναι το σπίτι μου , εδώ είναι η οικογένεια μου!"δήλωσε η Ανν με αποφασιστικό ύφος. "Γι'αυτό και δεν σκοπεύω να φύγω από εδώ! Δεν θέλω να υιοθετηθώ από άλλη οικογένεια...θα μείνω εδώ μέχρι να μεγαλώσω αρκετά ακόμα για να μπορέσω να τους βρω μόνη μου..."
-"Ξέρεις...ίσως είναι πιο εύκολο αν φύγεις από εδώ...τα πράγματα θα είναι αλλιώς αν φύγεις..."της είπε ο Τομ διστακτικά. "Εγώ στην ηλικια σου ήμουν απογοητευμένος επειδή νόμιζα πως δεν με ήθελε καμία οικογένεια. Είναι διαφορετικά όταν έχεις ένα σπιτικό όπου σε φροντίζουν , έστω κι αν αυτο δεν ειναι το πραγματικό σου. Γονείς είναι αυτοί που σε μεγαλώνουν και όχι αυτοί που σε αφήνουν ή σε φέρνουν στον κόσμο."
-"Τομ ο λόγος της απογοήτευσης μου δεν είναι ίδιος με τον δικό σου..."
-"Ανν..."
-"Δεν θα φύγω από δω! Το πες και μόνος σου...εδώ είναι οι γονείς μου , έχω δυο πολύ καλές μητέρες , μια αξιαγάπητη αδελφή και έναν υπέροχο αδελφό..."η Ανν κάθησε δίπλα στον Τομ και χάιδεψε τα μαλλιά του."...που χωρίς την βοήθεια του είμαι σίγουρη πως θα είχα σπάσει κανά πόδι , έστι δεν είναι;"του είπε και βάλαν και οι δυο τα γέλια.
-"Θα μου λείψεις τόσο πολύ όταν φύγεις από δω..."της είπε ύστερα από λίγο ο Τομ με ένα μελαγχολικό ύφος και της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
-"Δεν θα φύγω από δω..."επανέλαβε η Ανν και έφερε τα χέρια της γύρω απ΄τη μέση του αγαπημένου της 'αδελφού' καθώς εκείνος την αγκάλιαζε ενστικτωδώς.

Η Κάντυ μόλις είχε τελειώσει με το κοτέτσι και πλησίαζε τώρα το δέντρο-Πατέρα οπού η φίλη της συνέχιζε να κόβει λαχανικά και να τα τοποθετεί στο καλάθι της.
-"Αχχ...οι κότες ήταν πολύ ζωηρές σήμερα! Δεν μπορούσα με τίποτα να τις σταματήσω..."συλλογιζόταν η Κάντυ ενώ παρατηρούσε τα τσιμπήματα στα πόδια της που προφανως δεν υπήρχαν το πρωί και τα είχε αποκτήσει πριν από λίγη ώρα. "Μμμ...το φάγανε όλο το καλαμπόκι όμως...και πόσα αυγά μάζεψα! Μου φαινεται πως θα κρατήσω μερικά για τον εαυτό μου κάνοντας μια ωραιότατη ομελέτα! Χιχιχιχιχι...τι αναίσθητη όμως που είμαι , δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι..."είπε αμέσως και χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι της.
-"Κάντυ ! Κάντυ !"η Ανν την φώναζε από μακριά για να κάνει πιο γρήγορα , η παρουσία του Τομ της είχε κάνει μεγάλο καλό.
-"Ανν!"η Κάντυ άρχισε να τρέχει προς το μέρος της φίλης της."Τι σου συνέβη το πρωί; Μήπως ήσουν άρρωστη; Τι έχεις;"
-"'Οχι δεν ήμουν άρρωστη Κάντυ μου."της απάντησε και έφερε τα χέρια της μέσα στα δικά της.
-"Τότε τι είχες;"
Η Ανν κοίταξε την αλυσίδα και την έζωσαν πάλι τα φίδια , αλλά δεν ήθελε να ανησυχήσει περισσότερο την φίλη της. Θυμήθηκε τα λόγια του Τομ και πήρε κουράγιο. "Απολύτως τίποτα Κάντυ!"
-"Εεε;"
-"Απλώς είχα ένα πολύ άσχημο ξύπνημα , δεν λένε πως η μέρα απ'το πρωί φαίνεται; Τώρα όμως είμαι μια χαρά!"είπε η Ανν και άρχισε να γυροφέρνει την Κάντυ απ'τα χέρια.
-"Αααα...κατάλαβα !"είπε ξαφνικά η Κάντυ.
-"Τι;"ρώτησε η Ανν με περιέργεια.
-"Ανν πραγματικά είναι πολύ βαρετά εδώ πέρα."εξήγησε η Κάντυ. "Χρειαζόμαστε λίγη περιπέτεια."
-"Καμία φορά αισθάνομαι λίγο στεναχωρημένη αλλά πίστεψε με Κάντυ , αυτό δεν έχει καμία σχέση με εσένα."προσπάθησε να απολογηθεί η Ανν.
-"Ανν σε καταλαβαίνω και ξέρω πως θα σου περάσει αυτό!"της είπε η Κάντυ κλείνοντας της το μάτι.
-"Και τώρα που είπες για περιπέτεια ο Τομ προσφέρθηκε αύριο να μας πάει μια εκδρομούλα! Με το κάρο του !"
-"Αααα!!! Και γιατί δεν μου το λες τόση ώρα Ανν;!"φώναξε η Κάντυ κι ήταν η σειρά της τώρα να τραβήξει τα χέρια της Ανν και να την παρασύρει στο χορό.
-"Ναι...ναι ! Μου είπε ότι το πρωί θα κάνουμε μια μεγάλη εκδρομή και το βράδυ θα μείνουμε στο ράντζο του πατέρα του! Άχου τι ωραία! Θα έχει και άλογα ...μπορεί να κάνουμε και ιππασία! Τι ωραία!"η Ανν και μόνο στη σκέψη ένιωθε να ξεχειλίζει από ευτυχία.
-"Αχχχ...ανυπομονώ για αύριο το πρωί!"είπε η Κάντυ χοροπηδώντας.
-"Είπε όμως ότι πρέπει να σηκωθούμε απ'το χάραμα...μμμ τι να εννοούσε άραγε; Η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία να είναι ενήμερες;"αναρωτήθηκε η Ανν.
-"Εγώ ξέρω τι εννοεί...χαχαχα..."είπε η Κάντυ με πονηρό ύφος και πήρε το μαχαίρι για να συνεχίσει το κόψιμο των λαχανικών που είχε αφήσει στη μέση η φίλη της.

Η Κάντυ έριξε μια ματιά στο ρολόι δίπλα της για να βεβαιωθεί. Ένα πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της όταν είδε ότι η ώρα ήταν περασμένες 5.30 το πρωί. Ήξερε καλά πως ο Τομ θα έφτανε σύντομα να της πάρει για τον σημερινό τους περίπατο , γι'αυτό και δεν έχασε καιρό, έγειρε προς την μεριά της Ανν για να την ξυπνήσει , η οποία δεν είχε πάρει είδηση την Κάντυ που χοροπηδούσε κάτω απ'τα σκεπάσματα. Αντιθέτως η Ανν συνέχιζε τον ύπνο της ατάραχη.
-"Ανν...Ανν !'Ωχου...ξύπνα επιτέλους υπναρού ! Ανν !"
-"Εεεε...τι είναι Κάντυ; Τι έγινε;"η Ανν ανασηκώθηκε ζαλισμένη απ'το μαξιλάρι της.
-"Ετοιμάσου γρήγορα ! Ο Τομ θα ναι εδώ από ώρα σε ώρα ...χαχαχα.."ήταν φανερό πως η ξαθιά φακιδομούρα ανυπομονούσε.
-"Κάντυ δεν μιλάς σοβαρά...δεν είναι ούτε καν 6 ;!"έσκουξε η Ανν.
-"Σήκω γρήγορα και ντύσου."της είπε με ένα τρυφερό ύφος που ταυτόχρονα δεν σήκωνε αντιρρήσεις και στη συνέχεια στράφηκε προς τα καπέλα που βρισκόντουσαν ακουμπισμένα στην καρέκλα. "Μμμ...αναρωτιέμαι ποιο να πάρω μαζί μου..εε Ανν;"η Κάντυ έτεινε τα δύο καπέλα προς το μέρος της φίλης της.
-"Αχχ...σηκώνομαι ...μπορώ να κάνω κι αλλιώς..."είπε η Ανν με ένα κουρασμένο ύφος και έκανε προσπάθεια να ισορροπήσει χωρίς να παραπατήσει αλλά την επόμενη στιγμή βρισκόταν πεσμένη ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι. "Κάντυ...νυστάζω..άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα..."γκρίνιαξε η Ανν.
-"ΑΝΝ !!!"φώναξε η Κάντυ με όσο πιο σιγανή φωνή μπορούσε διότι δεν ήθελε να ξυπνήσει τους άλλους.
Καθώς η Ανν έκλεινε για μια ακόμη φορά τα μάτια της έφερε στο νου της το καλοσυνάτο πρόσωπο του Τομ που της έλεγε ότι την επόμενη μέρα έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς. 'Γλυκιά μου Χιονάτη πρέπει να είστε έτοιμες...θα έρθω τα ξημερώματα να σας πάρω.'της είχε πει φιλώντας την παλάμη του χεριού της και αφήνοντας την μόνη στο λόφο. Η Ανν μηχανικά άνοιξε τα μάτια της , χαμογέλασε και κατευθήνθηκε προς την ντουλάπα.
Ξάφνου ένας περίεργος ήχος ακούστηκε και μια πέτρα εξφεδονίστηκε στο δωμάτιο των κοριτσιών.
-"Παναγία μου !"φώναξε έντρομη η Ανν καθώς προσπαθούσε να καλύψει την γύμνια της, μόλις είχε βγάλει το νυχτικό της και δεν είχε προλάβει να ντυθεί ακόμα.
-"Ωχχ...Θεε μου..."έγνεψε η Κάντυ προς το παράθυρο κουρασμένα, είχε υποψιαστεί ποιος θα μπορούσε να χτυπήσει έτσι το παράθυρο.
-"Χριστούλη μου...Κάντυ τι ήταν αυτό;"ρώτησε η Ανν ξαναβρίσκοντας την ψυχραιμία της.
-"Περίμενε , πάω να δω."και δένοντας την κόκκινη ποδιά της στην μέση πλησίασε και ανοίξε το παράθυρο. Ο Τομ βρισκόταν ήδη από κάτω με το κάρο του και τις περίμενε. Όταν είδε την Κάντυ να ξεπροβάλλει σηκώθηκε όρθιος για να την χαιρετήσει , αλλά δεν πρόλαβε να ανοίξει το στόμα του..."Τομ ! Τομ, ανόητε Τομ να μην το ξανακάνεις αυτό! Μας κατατρόμαξες !"είπε θυμωμένα η Κάντυ και οι φακίδες στο μετωπό της έγιναν πιο έντονες.
-"Χαχαχαχα...Καλημέρα και σε σένα γλυκία φακιδομούρα ! Xαχαχαχαχα !"της έγνεψε με το χέρι του ο Τομ.
-"Κάντυ ποιος είναι;"η Ανν είχε πλησιάσει κι εκείνη το παράθυρο περίεργη. Ένα ζεστό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της μόλις αντίκρισε τον Τομ. "Καλημέρα Τομ."του είπε γλυκά.
-"Κκκ...καλημέρα..."ξεροκατάπιε εκείνος και γύρισε απότομα την πλάτη του στα κορίτσια ελαφρώς κοκκινίζοντας.
-"Τι συμβαίνει Τομ;"τον ρώτησε ανήσυχη η Ανν.
-"Ανν...είσαι...είσαι..."ο Τομ προσπαθούσε να βρει τις κατάλληλες λέξεις αλλά μάταια. Η Ανν δεν είχε ακόμα ντυθεί με όλο αυτόν τον σαματά με αποτέλεσμα να έχει πλησιάσει το παράθυρο με ένα σεντόνι καλύπτοντας την γύμνια της.
-"Εεε...;"η Ανν κοίταξε με ένα ερωτηματικό ύφος την Κάντυ. Αμέσως η φακιδομούρα έμπηξε μια φωνή.
-"Ανν πήγαινε ντύσου επιτέλους !"
-"Α...ναι..."και φέρνοντας τα χέρια στο κεφάλι της έτρεξε ανήσυχη προς την ντουλάπα.
-'Χιονάτη...'μουρμούρισε ο Τομ μέσα απ'τα δόντια του. 'Θα γίνεις πολύ όμορφη όταν μεγαλώσεις.'συλλογίστηκε καθώς φανταζόταν την Ανν λίγα χρόνια αργότερα.

Λίγη ώρα αργότερα η Κάντυ με την Ανν έβγαιναν με προσοχή απ'το δωμάτιο και περνoύσαν με διακριτικότητα απ'τους διαδρόμους του αρχοντικού για να μην ξυπνήσουν τους υπόλοιπους. Καθώς περνούσαν και την τελευταια πόρτα άκουσαν τα σιγανά ροχαλητά του Τζον που μουρμούριζε στον ύπνο του. 'Στοιχηματίζω ότι πάλι κατουρίθηκε.'σκέφτηκε η Κάντυ και συγκρατήθηκε για να μην βάλει τα γέλια. Πλησίασαν την εξώπορτα και η Κάντυ έτεινε το καλαθάκι στην Ανν για να ανοίξει την πόρτα.
-"Κάντυ τι είναι αυτό;"ρώτησε η Ανν κοιτώντας το καλαθάκι.
-"Α τίποτα σπουδαίο..."απάντησε απλά καθώς έβγαιναν εξώ και εισέπνευσαν τον καθαρό άερα που έμπαινε στα πνευμόνια τους. Τα πουλιά είχαν αρχίσει να κελαηδούν και οι αχτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει ήδη να κάνουν την πρώτη τους εμφάνιση. "Απλά σκέφτηκα να μας εφοδιάσω με λίγα πραγματάκια ακόμα...χιχιχι...αλλά νομίζω πως ο Τομ έχει πάρει περισσοτερα μαζί του, εε... Τομ ;"είπε η Κάντυ πηδώντας ταυτόχρονα στο κάρο του Τομ και παίρνοντας θέση ακριβώς δίπλα του.
-"Κάτι έχω πάρει μαζί μου Κάντυ αλλά αν δεν καθήσεις φρόνιμα φοβάμαι ότι θα μείνεις νηστικιά."την πείραξε εκείνος τείνοντας το χέρι του στην Ανν για να την βοηθήσει να ανέβει στο κάρο.
-"Συγγνώμη για πριν Τομ..."είπε η Ανν ελαφρώς κοκκινίζοντας με τα μάτια στραμμένα στο έδαφος.
-"Δεν πειράζει Ανν."της είπε τρυφερά αγγίζοντας την απ'τους ώμους.
-"Τι θα γίνει; Θα ξεκινήσουμε καμιά φορά;"γκρίνιαξε η Κάντυ.
Η Ανν και ο Τομ που είχαν παραμείνει ακίνητοι σαν στήλη άλατος τρόμαξαν στο άκουσμα της τσιριχτής φωνής της φίλης τους και αμέσως ο Τομ πήρε τα ινία στα χέρια του , ενώ η Ανν έπαιρνε θέση ακριβώς από πίσω του.
Δεν είχαν περάσει δέκα λέπτα απ'την ώρα που ξεκίνησαν και η Κάντυ κάποια στιγμή κοίταξε με παρακλητικό ύφος τον Τομ.
-"Ωχ...το ξέρω αυτό το ύφος ...τι θέλεις Κάντυ;"την ρώτησε όλο υποψία ο Τομ.
-"Σε παρακαλώ Τομ μπορείς να μου δώσεις τα ινία για λίγα λεπτά ...σε παρακαλω , υπόσχομαι να μαι προσεχτική."είπε η Κάντυ κρατώντας τα χέρια της.
Η Ανν στο άκουσμα των λόγων της φίλης της πήρε μια ανήσυχη έκφραση. Η αλήθεια είναι ότι την τελευταία φορά που πήρε η Κάντυ τα ινία , η Ανν την επόμενη στιγμή είχε κατέβει απ'το κάρο και έκανε εμετό.
Ο Τομ μη μπορώντας να αντισταθεί στο γλυκό και αθωό πρόσωπο της Κάντυ της έδωσε τα ινία. "Μου υπόσχεσαι ότι θα είσαι προσεχτική έτσι;"
-"Μα ναι...και βέβαια !"αμέσως η Κάντυ άρπαξε τα ινία απ'τα χέρια του Τομ και σηκώθηκε όρθια απ'το κάρο. "Τρεξτε αλογάκια μου."φώναξε η Κάντυ όλο χαρά παροτρύνοντας τα δύο άτη. Την επόμενη στιγμή τα δυο άλογα άρχισαν να τρέχουν περισσότερο απ'το κανονικό.
-"Κάντυ ...είπες πως θα είσαι προσεχτική!"της φώναξε θυμωμένος ο Τομ.
-"Γιουπι !!!"η Κάντυ δεν έδειχνε να δίνει σημασία στις κατσάδες του Τομ. Αντίθετως συνέχιζε να παροτρύνει τα δυο άτη με την ίδια ζωηράδα και ενέργεια.
Η Ανν ακουμπώντας το κεφάλι της ένιωσε τα πρώτα σημάδια της ζαλάδας να έρχονται. Χωρίς να το σκεφτεί τύλιξε τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό του Τομ και προσπάθησε να κρατηθεί.
-"Ανν...είσαι καλά;"την ρώτησε ανήσυχος αφού την ένιωσε να τρέμει πάνω του.
-"Δεν είναι τίποτα...το χω ξαναπάθει."του ψιθύρισε χαμογελώντας η Ανν στο αυτί του.
-"Κλείσε τα μάτια σου..."της είπε στον ίδιο ανήσυχο τόνο και συνέχισε, "...κλείσε τα μάτια σου και κάνε ωραίες σκέψεις..."
-"...είναι ο μόνος..."αρχίσε να λέει η Ανν.
-"...τρόπος να αποφύγουμε..."συνέχισε ο Τομ.
-"ΤΟΝ ΕΜΕΤΟ !"είπαν με μια φωνη και οι δυο και γραπώθηκαν ο ένας πάνω στον άλλον.
-"ΓΙΟΥΠΙ !!!"ούρλιαζε και τσίριζε η Κάντυ και ασφαλώς δεν έδινε καμία σημασία για την σωματική και ψυχική κατάσταση των φίλων της.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:41 am, 2 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Τρι Φεβ 21, 2012 3:24 am

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο - ΜΑΙΟΣ 1910

Είχε πλέον ξημερώσει για τα καλά, ο ήλιος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά στον ουρανό, δίνοντας με το σπινθηροβόλο φως του χρώμα και ζωή σε όλα τα πλάσματα της γης, πανίδα και χλωρίδα. Οι ηλιαχτίδες είχαν κρυφτεί ανάμεσα στις φυλλοσιές των δέντρων και φώτιζαν ανυπόμονα τα δέντρα, τα λουλούδια, το καταπράσινο γρασίδι, τους βάλτους, τις λίμνες, τα ζωάκια... Ο λόφος της Πόνυ έλαμπε από χάρη και ομορφία, για ακόμη μια φορά εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό.
Οι κόκορες λαλούσαν τώρα χωρίς σταματημό, αλλά ήταν φανερό πως στο αρχοντικό επικρατούσε από πολύ νωρίς μια περίεργη αναστάτωση. Η αιτία της προερχόταν απ'τις ξαφνικές φωνές της αδελφής Μαρίας, η οποία έτρεχε προς το γραφείο της κυρίας Πόνυ πανικόβλητη κρατώντας ένα χαρτί στο χέρι της.
-"Πρέπει να το δει αυτό η κυρία Πόνυ ! Κυρία Πόνυ ;!"φώναζε έντρομη η αδελφή Μαρία καθώς άνοιγε απότομα την πόρτα του γραφείου.
-"Καλή σου μέρα αδελφή Μαρία."της έγνεψε ήρεμα η διευθύντρια γυρνώντας προς το μέρος της και δένοντας προσεχτικά την ποδιά της στην μέση της.
-"Φοβάμαι οτί δεν είναι καλή η μέρα κυρία Πόνυ...Βλέπετε μόλις βρήκα αυτό το γράμμα στο δωμάτιο των κοριτσιών."της είπε και της έτεινε το χαρτί στα χέρια.
-"Αχ...ναι μα αυτός είναι ο γραφικός χαρακτήρας της Ανν...Για να διαβάσουμε τι λέει;"η κυρία Πόνυ στερέωσε καλύτερα τα μικροσκοπικά γυαλία της πάνω στην μύτη της κι άρχισε να διαβάζει το γράμμα.

'"Αγαπητή κυρία Πόνυ και αδελφή Μαρία, σε περίπτωση που δεν το γνωρίζετε, ο Τομ χθες το πρωί προσφέρθηκε σήμερα να μας πάει μια βόλτα με το κάρο του κι εμείς ξετρελαθήκαμε τόσο με την ιδέα μιας τέτοιας εξόρμησης που βεβαίως δεν μπορέσαμε να του το αρνηθούμε. Κι εγώ και η Κάντυ σκεφτήκαμε πως θα μας έκανε καλό ένα μικρό ταξιδάκι, νομίζω ότι θα το ευχαρηστηθούμε πολύ. Θα περάσουμε καλά, θα ντυθούμε καλά και το βράδυ θα μείνουμε στο αγρόκτημα του Τομ, γι'αυτό και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε. Ο Τομ θα μας προσέχει και θα μας φέρει ξανά πίσω αύριο το πρωί. Σας υποσχόμαστε κι εγώ και η Κάντυ πως θα είμαστε πολύ φρόνιμες.
Με πολύ Αγάπη Κάντυ και Ανν."'


-"Αχχ...αυτά τα παιδιά..."χαμογέλασε η κυρία Πόνυ μόλις τελείωσε το διάβασμα, δίπλωσε το γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του φορέματος της.
-"Κυρία Πόνυ τι λέει;"ρώτησε ανυπόμονα η αδελφή Μαρία.
-"Πραγματικά αδελφή Μαρία δεν νομίζω πως συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας."της είπε ήρεμα η διευθύντρια.
-"Τι εννοείτε κυρία Πόνυ ;"
-"Εννοώ πως χθες το απόγευμα ο Τομ είχε την ευγενή καλοσύνη να με ενημερώσει για αυτού του είδους την εκδρομή. Μάλιστα με παρακάλεσε, με διαβεβαίωσε πως τα κορίτσια δεν θα διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο, εφόσον θα είναι όλη την ημέρα μαζί του. Εμπιστεύομαι τον Τομ γι'αυτό και τον άφησα να τις πάρει μαζί του. Έπειτα σκέφτηκα..."η κυρία Πόνυ κόμπιασε, ξαφνικά φαινόταν πολύ σκεφτική.
-"Τι σκεφτήκατε ;"την παρότρυνε η αδελφή Μαρία.
-"Αδελφή Μαρία νομίζω ότι φταίω κι εγώ σε αυτήν την ιστορία. Από τότε που ήρθαν τα κορίτσια εδώ ποτέ δεν μπορέσαμε να τις πάμε ένα ταξιδάκι, μια εκδρομούλα..."
-"Μα κυρία Πόνυ δεν ήταν δυνατόν !"την διέκοψε η αδελφή.
-"Αν είχαμε αρκετό χρόνο και βοήθεια θα μπορούσαμε να πάμε ταξίδια."
-"Ναι..."μουρμούρισε μελαγχολικά η αδελφή Μαρία, βαθιά μέσα της ήξερε πως η κυρία Πόνυ είχε δίκιο.
-"Μα δεν μπορούμε γι'αυτό και δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση. Η Κάντυ και η Ανν πρέπει να αισθάνονται πολύ τυχερές που έχουν τον Τομ κοντά τους, νοιάζεται πολύ για εκείνες γι'αυτό και δεν ανησυχώ. Είμαι σίγουρη πως θα περάσουν καλά κι οτί θα έχουν μια περιπέτεια."είπε η κυρία Πόνυ χαμογελώντας στο τέλος, κλείνοντας τα μάτια της και φέρνοντας την εικόνα των δυο κοριτσιών στο νου της.

O Toμ τώρα έπαιρνε με φόρα το μπουκάλι με το κρασί απ'τα χέρια της Κάντυ φανερά εξαγριωμένος.
-"Μα γιατί ;!"παραπονέθηκε η Κάντυ.
-"Σε καμία περίπτωση Κάντυ Γουάιτ !"της δήλωσε ορθά-κοφτά ο Τομ κι απ'το ύφος του φαινόταν πως δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Εκείνος και τα κορίτσια βρίσκονταν ήδη πολύ μακριά απ'το αρχοντικό. Ταξίδευαν εδώ και πολλή ώρα γι'αυτό και κάποια στιγμή, ο Τομ βλέποντας τα κορίτσια εξουθενωμένα, τους πρότεινε να σταματήσουν για λίγο παίρνοντας μια ανάσα αλλά και για να τσιμπήσουν κάτι, έπρεπε να πάρουν δυνάμεις. Έστρωσαν πάνω στο γρασίδι, κοντά σε ένα ξέφωτο και άρχισαν να μεταφέρουν τα καλαθάκια με το κολατσιό που υπήρχαν ακουμπησμένα στο πίσω κάθισμα του κάρου. Μόλις ο Τομ αντίκρισε την Κάντυ με το μπουκάλι γεμάτο κρασί στο χέρι της, κόντεψε να του ανέβει το αίμα στο κεφάλι.
-"Θεωρώ πως είσαι ακόμα αρκετά μικρή για να πιείς κάτι τέτοιο !"συνέχισε εκείνος στον ίδιο τόνο.
-"Πάντα πίστευα πως αυτό το μπουκάλι περιέχει κάποιου είδους ηρεμιστικό που πίνει η κυρία Πόνυ για να κοιμάται." αποκρίθηκε σκεφτική η Ανν, ξίνοντας το κεφάλι της. "Άρα αφου το παίρνει εκείνη γιατί όχι κι εμείς ;! Δεν θα πάθουμε τίποτα."
-"Κι εγώ το ίδιο ακριβώς είχα στο μυαλό μου κι επειδή αυτό είναι ένα ταξίδι αλλιώτικο γι'αυτό και το πήρα μαζί μου."η Κάντυ τώρα πλησίαζε τον Τομ με ένα αθώο ύφος, προσπαθώντας να του αποσπάσει την προσοχή και να βουτήξει το κρασί απ'τα χέρια του. "Σε παρακαλώ Τομ...άσε μας να πιούμε μια γουλίτσα."του είπε κάνοντας του τα γλυκά μάτια.
-"Είπα όχι !"είπε κατηγορηματικά ο Τομ και αφού σηκώθηκε, κίνησε προς το κάρο, κρατώντας σφιχτά το μπουκάλι.
-"Στάσου Τομ !"η Ανν παίρνοντας δυο μικρά ποτήρια στις παλάμες της, έτρεξε από πίσω του και τα έτεινε προς το μέρος του. "Είμαι σίγουρη πως μια γουλίτσα δεν θα μας κάνει κακό...Δεν συνφωνείς ;"του είπε η Ανν κι ένα πλατύ χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της. "Σε παρακαλώ Τομ...κάνε μου το χατήρι..."
Ο Τομ, στο άκουσμα των λόγων της, κοκκίνησε αμέσως από ντροπή. Άπο τότε που εμφανίστηκε η Ανν στη ζωή του, δεν μπορούσε να θυμηθεί στιγμή που να της είχε πάει κόντρα ή να της είχε αρνηθεί κάτι, κυρίως όταν του το ζητούσε με τέτοιον γλυκό τρόπο. Με την Κάντυ ήταν πάντα πολύ διαφορετικά. Στο τέλος θα περνούσε πάντα το δικό του, αφου θα είχαν έρθει στα μαχαίρια προηγουμένως. Αλλά με την Ανν ένιωθε αβοήθητος και ανυπεράσπιστος, αυτή η κοπέλα είχε κάτι που τον επηρέαζε, τον αναστάτωνε κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της. Εκείνος το ήξερε και έκανε προσπάθειες να μην δίνει σημασία, αλλά ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να ξεφύγει απ'τα συναισθήματα του. 'Που να πάρει ! Πως μπορεί και το καταφέρνει πάντα αυτό ;' μουρμούριζε από μέσα του, ενώ άνοιγε το καπάκι κι έχυνε από λίγο κρασί στα δυο ποτήρια.
-"Σε ευχαριστώ πολύ Τομ !"και μη χάνοντας καιρό, η Ανν τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο, κι αμέσως μετά έτρεξε πίσω στην Κάντυ δίνοντας της το ένα ποτήρι.
-"Ωραία ! Αυτό είναι ! Άσπρο πάτο λοιπόν !"είπε η Κάντυ κι ήπιε το κόκκινο υγρό μονορούφι.
-'Ελπίζω να μην πάθουμε τίποτα...'σκέφτηκε η Ανν που μιμήθηκε την κίνηση της φιλής της.
-"Πιείτε...να δω τι θα καταλάτε !"τους είπε ο Τομ με ένα βλοσυρό ύφος σταυρώνοντας τα χέρια του και κοιτάζοντας τες με περιέργεια. Ταυτόχρονα έφερνε το χέρι στο σημείο που τον είχε φιλήσει η Ανν προολίγου. Προσπάθησε να διώξει το ξαφνικό τρέμουλο που τον είχε πίασει και να φανεί ψύχραιμος μπροστά στα κορίτσια.
-"Απλώς θα μας ηρεμήσει αφού και η κυρία Πόνυ πίνει συνήθως απ'αυτό."αποκρίθηκε η Κάντυ αφήνοντας το ποτήρι της στο έδαφος ατάραχη και βγάζοντας έναν περίεργο ήχο που προήλθε απ'το στόμα της. "Αχ...χιχιχιχι...ωραία. Ηρέμησα...χαχαχαχα..."η μύτη της είχε ελαφρώς κοκκινίσει απ'τον λόξιγκα που της είχε προκαλέσει το κρασί, αλλά η ίδια φαινόταν να το διασκεδάζει.
-"Άουτς ! Κάντυ αυτό τσούζει ! Ή μάλλον για την ακρίβεια νιώθω τον λαιμό μου να με γαργαλάει...χαχαχαχα..."η Ανν, αγγίζοντας για μια στιγμή τον ουρανίσκο της, είχε πάρει ακριβώς την ίδια έκφραση.
-"Εεε...είστε και οι δυο αδιόρθωτες !"διαπίστωσε ο Τομ, φέρνοντας απελπισμένα τα χέρια του στον αέρα και γονατίζοντας κι εκείνος δίπλα τους στη συνέχεια, παίρνοντας ένα μήλο.
-"Τέρμα το πιοτό και το φαγητό ! Ώρα για παιχνίδι !"πετάχτηκε η Κάντυ λίγο αργότερα, πριν προλάβει ο Τομ να ολοκληρώσει την μπουκιά του. Η ξανθιά φακιδομούρα τώρα ορμούσε με φόρα προς το λιβάδι, γεμάτο από κάθε λογής λουλούδια ενώ ανέβαινε με κόπο τον μικρό λοφίσκο, ούτως ώστε να πέσει μέσα στη σορό του.
-"Περίμενε Κάντυ ! Έρχομαι κι εγώ..."φώναξε η Ανν που την πήρε αμέσως κατά πόδας. Ο Τομ βρισκόταν ήδη στο πλευρό της.
-"Να μαι !!! Πέφτω...Κοιτάχτε με πως πέφτω ! Γιούπι !!!"φώναζε και τσίριζε η Κάντυ καθώς εξαφανιζόταν μέσα στη σορό απ'τα λουλούδια του λιβαδιού.
-"Κάντυ...;"η Ανν τώρα περίμενε αν θα ξεπεταγόταν η φίλη της μέσα απ'τα άνθη, μάταια όμως. 'Αχ...Κάντυ εσύ και τα παιχνίδια σου...'σκέφτηκε και αφού αγκάλιασε τα γόνατά της ετοιμάστηκε να πέσει κι εκείνη. Νιώθοντας όμως παράξενα ακούμπησε ανήσυχα το μέτωπό της.
-"Ανν ! Τι έχεις ;! Είσαι καλά;"την ρώτησε γρήγορα ο Τομ, γονατίζοντας δίπλα της και πίανοντάς την απ'τους ώμους.
-"Χμμ...αυτό το πράγμα τελικά ήταν πολύ δυνατό...χαχαχα!"είπε η Ανν χαχανίζοντας, φέρνοντας στο νου της την εικόνα του κρασιού.
-"Σας προειδοποίησα να μην πιείτε απ'αυτό !"γρύλισε ο Τομ, δείχνοντας την με το δάχτυλό του, μαλώνοντάς την με αυτόν τον τρόπο.
-"Ηρέμησε Τομ...χαχαχα δεν πάθαμε και τίποτα. Έλα θα πέσουμε μαζί."και φέρνοντας τα χέρια του γύρω απ'την μέση της, η Ανν τον τράβηξε μαζί της για να πέσουν μαζί απ'τον λοφίσκο. Ο Τομ έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και τα μάγουλά του είχαν γίνει κατακόκκινα καθώς χάνονταν κι οι δυο τους μέσα στη σορό από άνθη. Μέσα σε δευτερόλεπτα σηκώνονταν κι οι δυο, κάνοντας πέρα τα πέταλα των λουλουδιών για να διακρίνουν καλύτερα ο ένας τον άλλον.
-"Μα που είναι η Κάντυ ;"αναρωτήθηκε η Ανν.
-"Χιονάτη...αυτό είναι για σένα..."
Η Ανν έγυρε προς το μέρος του Τομ για να τον δει να της προσφέρει ένα λευκό άνθος. Εκείνη του χαμογέλασε, το πήρε απ'τα χέρια του και το έφερε στη μύτη της, κλείνοντας τα μάτια της για να αισθανθεί το άρωμά του.
-"Εμ...είναι γαρδένια..."βίαστικε να συμπληρώσει ο Τομ.
-"Σε ευχαριστώ πολύ Τομ."του είπε η Ανν χαιδεύοντας τον στο πρόσωπο.
-"Πππ...παρακαλώ..."τραύλισε εκείνος.
Αμέσως η Κάντυ πετάχτηκε μέσα απ'τα λουλούδια, ορμώντας προς το μέρος τους, κάνοντάς τους και τους δυο να πέσουν ξανά μέσα στη σορό, αφήνοντας τους κυριολεκτικά 'στον τόπο'! "ΤΣΑ !!! Χιχιχιχι !"φώναξε εκείνη ενώ ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
-"Στ'αλήθεια με φόβισες πολύ Κάντυ !"είπε η Ανν, σφίγγοντας τις γροθιές της θυμωμένη.
-"Ειλικρινά Κάντυ δεν έχεις τον Θεό σου !"μούγκρισε ο Τομ κοιτώντας την με ύφος δολοφονικό.
Το γέλιο όμως της φίλης τους ήταν τόσο δυνατό και ηχηρό που έκανε και εκέινους να γελάσουν μαζί της. Τα γέλια και τα ξεφωνητά τους διέκοψε ένα παράξενος ήχος που προήλθε μέσα απ'το δάσος. Τα τρία παιδία έγυραν το βλέμμα τους προς το σημείο όπου είχε έρθει ο ήχος, για να αντικρίσουν ένα μικρό ελάφι, το οποίο μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία τους έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
-"Ανν...Έλα πάμε να το πίασουμε !"είπε η Κάντυ, ρίχνοντας της ένα βλέφαρο και την επόμενη στιγμή άρχισαν να τρέχουν και οι δυο πίσω απ'το ελάφι. "Στάσου !"φώναζε τώρα η Κάντυ.
-"Προσέχετε ! Μην απομακρυνθείτε πολύ !"τους φώναξε ο Τομ ενώ γυρνούσε στο σημείο οπού υπήρχαν τα καλαθάκια. Τα μάζεψε και τα μετέφερε στο κάρο.
Η Κάντυ και η Ανν συνέχιζαν να τρέχουν χαρούμενες πίσω απ'το ελάφι. Κάποια στιγμή εκείνο σταμάτησε και έγυρε προς τα πίσω κοιτώντας τα δυο κορίτσια. "Κοίταξε Ανν...Μας περιμένει !"είπε η Κάντυ όλο χαρά. Το ελάφι ξεκίνησε και πάλι να τρέχει ώσπου γρήγορα γρήγορα γλύστρισε όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος, ενώ η Κάντυ και η Ανν βρίσκονταν ακριβώς από πίσω του και το ακολουθούσαν. Ξαφνικά το ελαφάκι έφτασε σε ένα ψηλό βράχο όπου στάθηκε με τον 'πατέρα' του κοιτάζοντας από ψηλά έναν καταρράκτη και το ρυάκι που κυλούσε. Τα κορίτσια μόλις έφτασαν στο βράχο, άρχισαν να παρατηρούν με δέος και έκπληξη το μεγαλύτερο ελαφι με τα κέρατα που δέσποζαν στη κεφαλή του. Η μικρή αυτή οικογένεια, χάθηκε στο λεπτό απ'τα μάτια των κοριτσιών, όταν πήρε είδηση την παρουσία τους.
-"Χμμ...Δεν είναι δίκαιο ! Το βάλαν στα πόδια και τα δυο ! Τζάμπα τρέξαμε τόσο δρόμο ;"η Ανν κοιτούσε προς την μεριά του βράχου, φέρνοντας τα χέρια στη μέση της, φανερά ενοχλημένη.
-"Έλα Ανν μην κάνεις έτσι...χαχαχα...ίσως τα ξαναδούμε κάποια άλλη στιγμή."της απoκρίθηκε η Κάντυ κλείνοντας της πονηρά το μάτι της, καθώς πλησίαζε το ρυάκι και έμπαινε μέσα."Ανν ! Ανν έλα ! Το νερό είναι υπέροχο ! Έλα !"η Κάντυ που είχε βγάλει τα παπούτσια της, τώρα περπατούσε μέσα στο νερό σηκώνοντας προσεχτικά την φούστα της και ξαλαβουτώντας τα πόδια της.
-"Κάντυ τρελάθηκες ;!Τι κάνεις εκεί ; Το ρεύμα είναι δυνατό και επιπλέον το νερό κρύο. Θα ξεπαγιάσουμε ! Βγες έξω !"η Ανν τώρα της κουνούσε τα χέρια της κάνοντάς της νόημα να βγεί απ'το νερό.
-"Έλα ντε...έλα, περίμενε μια στιγμή..."η Κάντυ έχωσε το χέρι της βαθιά μέσα στην τσέπη της ποδιάς της βγάζοντας το λάσσο της, το οποίο την επόμενη στιγμή το πέταξε προς το πλησιέστερο κλαδί που υπήρχε εκεί κοντά.
-"Αχ...Κάντυ τι κάνεις πάλι ;!"η Ανν φαινόταν να έχει συνηθίσει τις ξαφνικές στιγμές τρέλας που έπιαναν συνεχώς την φίλη της.
-"Να το ! Τα κατάφερα...τα κατάφερα !"έμπηξε μια φωνή η Κάντυ μόλις το σκοινί της τυλίχτηκε αμέσως γύρω απ'τα κλαδιά του δέντρου. Αμέσως το έσυρε προς την μεριά της Ανν. "Πιάστο τώρα είναι στερεωμένο στο δέντρο."
-"Δεν μπορώ να καταλάβω πως κάθε φορά κατεβάζει τέτοιες τρελές ιδέες το κεφαλάκι σου."σχολίασε χαμογελώντας η Ανν ενώ την χτυπούσε μαλακά στο μέτωπό της και την επόμενη στιγμή έμπαινε με αργά και προσεχτικά βήματα μέσα στο ρυάκι, κρατώντας γερά το σχοινί στα χέρια της.
-"Τι να κάνουμε ; Έτσι είμαι εγώ."αποκρίθηκε η Κάντυ απλά, κάνοντας μια γλυκιά γκριμάτσα. Λίγα λεπτά αργότερα τα δυο κορίτσια συνέχισαν να κινούνται προσεχτικά μέσα στο ρυάκι, μην αφήνοντας ούτε στιγμή το σκοινί που ήταν τεντωμένο και δεμένο στα κλαδιά του δέντρου. "Χαχαχα ! Δεν είναι αστείο Ανν ;! Έχει πολύ πλάκα."με το ένα της χέρι η Κάντυ πήρε λίγο νερό στην χούφτα της και το έριξε προς την μεριά της φίλης της.
-"Έχει, το νερό είναι πολύ δροσερό, αλλά σταμάτα Κάντυ γιατι θα αναγκαστώ να σε πιτσιλίσω κι εγώ !"την μάλωσε η Ανν με ύφος κοροιδευτικό.
-"Ανν ! Πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, ξέρω τι πρέπει να κάνουμε."τα μάτια της ξανθιάς φακιδομούρας έλαμπαν τώρα από χαρά.
-"Ωχ...τι σκέφτηκε πάλι το σαίνι;"ρώτησε η Ανν χαχανίζοντας.
-"Απλό, θα περάσουμε απ'την απέναντι πλευρά."
-"Δεν το νομίζω Κάντυ, το ρεύμα είναι πολύ δυνατό. Καλύτερα να βγούμε έξω."την συμβούλευσε η Ανν γυρνόντας της την πλάτη και κατευθυνόμενη προς την αντίθετη μεριά που της υποδείκνυε η Κάντυ.
-"Ωωωω...Έλα τώρα Ανν μην είσαι φοβητσιάρα, θα δεις θα χει πολύ πλάκα."την παρότρυνε η Κάντυ.
-"Ποιος σου είπε οτί φοβάμαι ;!"μούγκρισε η Ανν, σμίγοντας τα φρύδια της κι έχοντας πάρει ένα ύφος αγριωπό.
Την ίδια ώρα γύρισε προς το μέρος της φίλης της με τέτοιον απότομο τρόπο, με αποτέλεσμα να χάσουν την ισορροπία τους και οι δυο, το σκοινί να λυθεί απ'την μια μεριά που ήταν δεμένο και τα δυο κορίτσια να παλεύουν να κρατηθούν γερά απ'το λάσσο, το οποίο δεν μπορούσε να συγκρατήσει το βάρος και των δυο και αργά ή γρήγορα θα λυνόταν κι απ'την άλλη πλευρά του ρυακιού. Η Κάντυ και η Ανν καταλάμβαναν μεγάλη προσπάθεια να αντέξουν μέσα στο ποτάμι που είχαν πέσει, μην αφήνοντας το σκοινί, αλλά το ρεύμα ήταν πολύ δυνατό και το νερό τις παρέσερνε όλη την ώρα, μην μπορώντας να σταθούν σε μια μεριά. Κάποια στιγμή τα χέρια της Ανν δεν άντεξαν άλλο, γλύστρισαν και την παρέσυρε το ρεύμα, αλλά η Κάντυ ενστικτωδώς άπλωσε το χέρι της και την τράβηξε προς το μέρος της όσο μπορούσε, ενώ με το άλλο κρατούσε ακόμα το σκοινί, που βρισκόταν ακόμα μισολυμένο στο σχεδον σπασμένο κλαδί του δέντρου.
-"ΑΝΝ !!! Σε καμιά περίπτωση μην αφήσεις το χέρι μου ! Με άκουσες ;! Κρατήσου !"ούρλιαξε η Κάντυ.
-"Κάντυ δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ."έλεγε συνεχώς η Ανν, που το ρεύμα την τράβαγε με μανία.
Από μακριά τώρα ακούγονταν γαβγίσματα σκυλιών, που έτρεχαν καταμήκος του ποταμού, ακολουθούμενα απ'τις κραυγές και τα ξεφωνητά των κοριτσιών.
-"Κύριε Μπράιτον ;! Κύριε Μπράιτον ;! Στο ποτάμι...δυο κορίτσια, τα χει παρασύρει το ρεύμα ! Ελάτε γρήγορα !!!"φώναξε ένας άντρας, ο οποίος είχε ακολουθήσει τρέχοντας τα δυο σκυλιά.
-"Να τις πιάσουμε !"αποκρίθηκε ανήσυχος ο κ.Μπράιτον αντικρίζοντας τα δυο κορίτσια που πάλευαν με το ρεύμα, ενώ ο άντρας που είχε φωνάξει νωρίτερα, τώρα έμπαινε μέσα στο νερό και κατευθυνόταν προς το μέρος τους.
-"Ανν μην αφήσεις το χέρι μου ! Κράτα με γερά !"τσίριζε η Κάντυ απ'τον φόβο της.
-"Κάντυ...δεν πειράζει..."τραύλισε σιγανά η Ανν, αφήνοντας απότομα τον καρπό της Κάντυ, μην αντέχοντας την πίεση που ασκούσε πάνω της το ρεύμα, κλείνοντας τα μάτια της καθώς έχανε τις αισθήσεις της και χανόταν μέσα στο νερό.
-"ΑΝΝ ;!!!"ούρλιαξε ξανά η Κάντυ, κάνοντας μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πιάσει το χέρι της, αντι αυτού όμως έμεινε να κρατάει την ασημένια αλυσίδα που είχε ξεφύγει απ'το χέρι της φίλη της. Την ίδια ώρα τα χερία του άντρα την έπιαναν και την σήκωναν στον αέρα. "Αφήστε με !!! Αφήστε με !!! Ανν ...Ανν !"φώναζε η Κάντυ, ενώ ο άντρας προσπαθούσε να την βγάλει έξω.
-"Κρατήσου παιδί μου, μην φοβάσαι θα την σώσουμε."έλεγε τώρα ο κ. Μπράιτον, ενώ άπλωνε τα χέρια του και τράβαγε το κορίτσι με τις ξανθιές μπούκλες προς το μέρος του. Έπειτα έγυρε με ένα σκληρό ύφος στον άντρα. "Μαίκλ γρήγορα το κορίτσι !" διέταξε.
-"Μάλιστα κ.Μπράιτον !"είπε εκείνος κι άρχισε να τρέχει καταμήκος ξανά του ποταμού, οπού είχε χαθεί η Ανν.
-"Σώστε την σας παρακαλώ..."παρακαλούσε η Κάντυ που δεν άντεχε και εκείνη, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της.
-"Μην ανησυχείς, θα σωθεί, μην φοβάσαι."έλεγε ξανά και ξανά ο κ.Μπράιτον, καθησυχάζοντας την.
-"Ανν..."ψέλλισε για μια φορά ακόμα η Κάντυ, καθώς έκλεινε κι εκείνη τα μάτια της, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι την αλυσίδα.
Εντωμεταξύ ο Μάικλ που έψαχνε συνεχίζοντας να τρέχει, άρχισε να τραβά τα μαλλιά του πανικόβλητος, αντιλαμβανόμενος οτί δεν έβρισκε πουθενά το κορίτσι.
-"Ωωωω Θεέ μου !! Δεν μπορεί να πνίγικε !Όχι !"ξεφώνησε κάποια στιγμή τρομαγμένος.
-"Όχι δεν έχει πνιγεί !Σας το εγγυώμαι εγώ !"ακούστικε ξάφνου μια νεανική φωνή δίπλα του. Ο Μάικλ έγυρε ξαφνιασμένος προς την μεριά που είχε ακουστεί η φωνή για να δει έναν νεαρό να βγάζει το γιλέκο και το πουκάμισό του και να είναι έτοιμος να πηδήξει στο ποτάμι. Ο Τομ χωρίς να χάσει καιρό του είπε. "Περιμένετε με εδώ ! Θα κάνω όσο πιο σύντομα μπορώ."δεν έδωσε το περιθώριο στον Μάικλ να του αποκριθεί, διότι την επόμενη στιγμή βρισκόταν ήδη μέσα στο νερό και κολυμπούσε.
Tη μια στιγμή βουτούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στο νερό σε περίπτωση που έβλεπε κάποια φιγούρα να αιωρείται χαμένη στο βυθό, ενώ δεν παρέλειπτε να ξαναγυρίζει στην επιφάνεια, βγάζοντας το κεφάλι προς τα έξω, ανοιχνεύοντας το πεδίο, σε περίπτωση που η Ανν είχε καταφέρει να βγεί μόνη της. Ο Τομ παίρνοντας μια βαθιά ανάσα και κρατώντας όσο μπορούσε την αναπνοή του, έκανε άλλο ένα μακροβούτι και συνέχισε να ψάχνει, χωρίς να είναι διατεθειμένος να τα παρατήσει. Με τα μάτια του ορθάνοιχτα μέσα στο νερό, μπόρεσε να διακρίνει καθαρά τα κατάμαυρα μαλλιά, το πράσινο φουστάνι καθώς και την λευκή ποδιά της Ανν, η οποία τώρα χανόταν όλο και πιο πολύ στο βυθό έχοντας τα χέρια της απλωμένα σε πλήρη ακινήσια. Ο Τομ κινήθηκε γρήγορα προς το μέρος της, τραβώντας την απαλά απ'την μέση, οδηγώντας την προς την επιφάνεια. Βγάζοντας και οι δυο τα κεφάλια τους έξω απ'το νερό, εκείνος πρόσεξε έντρομος το αίμα που προερχόταν απ'την πληγή που είχε δημιουργηθεί στο μέτωπο της Ανν. 'Όχι Θεέ μου !'συλλογίστηκε πανικόβλητος και κρατώντας γερά την Ανν στα χέρια του, τράβηξε τα κορμιά τους έξω απ'το νερό. Όταν πλέον μπορούσε να σταθεί στα πόδια του με εκείνη στην αγκαλιά του, πλήσιασε τον γέρικο κορμό ενός δέντρου κι έκατσε κάτω απ'την σκιά του και τοποθετώντας την Ανν στα γόνατά του. Την ίδια ώρα έφερνε τα χέρια του στο πρόσωπό της.
-"Χιονάτη ; Χιονάτη μου ; Άνοιξε τα μάτια σου, σε παρακαλώ."της ψιθύριζε κάθε τόσο τρίβωντας με την παλάμη του το μέρος οπού η Ανν είχε χτυπήσει το κεφάλι της, αλλά ο ίδιος δεν έπαιρνε καμιά απόκριση, ενώ τα μάτια του κοριτσιού παρέμεναν κλειστά και ανέκφραστα. "ΑΝΝ ;! ΑΝΝ !! Άνοιξε τα μάτια σου ! Απάντησέ μου !"φώναζε τώρα ο Τομ ενώ την ταρακουνούσε τρομαγμένος. Τα λεπτά περνούσαν γρήγορα βασανιστικά, ενώ εκείνος συνέχιζε να μην παίρνει καμιά απόκριση. 'Όχι, όχι δεν μπορεί, δεν μπορεί. Δεν είναι αλήθεια !'σκεφτόταν συνεχώς εκείνος, μην μπορώντας να πιστέψει στην ιδέα οτί εκείνη είχε χαθεί για πάντα απ'την ζωή του. "Χιονάτη μου σε παρακαλώ..."η φωνή του ακουγόταν σπασμένη, ενώ τα δάκρυά του έπεφταν ελεύθερα πάνω στα μάγουλα της. "Ανν μη μου το κάνεις αυτό, απάντησέ μου σε παρακαλώ."ο Τομ την έσφιγγε τώρα όλο και πιο πολύ στην αγκαλιά του, ενώ ταυτόχρονα έδινε απαλά φιλιά στο μέτωπό της, παίρνοντας όσο αίμα είχε απομείνει εκεί. 'Θεέ μου τι να κάνω ; Θα τρελαθώ !'μουρμούριζε από μέσα του. Έφερε προσεχτικά το κεφάλι του στο στήθος της, προσπαθώντας να αφουγκραστεί την καρδιά της...Χτυπούσε ! Στην συνέχεια έγειρε και πάλι το βλέμμα του σε εκείνη, ενώ περνούσε μια σκέψη απ'το μυαλό του, για την οποία δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αλλά και η οποία τον έκανε να κοκκινήσει από ντροπή. 'Δεν μου μένει όμως άλλη επιλογή.'σκέφτηκε κι έφερε το κορίτσι όλο και πιο κοντά του. "Ανν..."ψιθύρισε απαλά το όνομά της. "Συγχώρεσέ με γι'αυτό γλυκιά μου Χιονάτη."κι με αυτά τα λόγια ο Τομ έφερε διστακτικά τα χείλη του πάνω στα δικά της, δίνοντάς της έτσι το φιλί της ζωής.
Ο ξαφνικός βήχας συνοδευόμενος από λυγμούς, καθώς η Ανν έβγαζε το νερό από μέσα της, έκαναν τον Τομ να αποτραβηχτεί και ανασηκώνοντας την καλύτερα στην αγκαλιά του, την κοίταξε ξανά ανήσυχος. "Ανν ;!Ανν ;! Είσαι καλά ;"εκείνη προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της, την επόμενη στιγμή όμως έγειρε στο στήθος του και την πήρε ο ύπνος, ενώ ανάσαινε αδύναμα. Ο Τομ την έσφιξε όλο και πιο πολύ πάνω του. 'Σε ευχαριστώ Θεέ μου !'έλεγε εκείνος από μέσα του, κλείνοντας τα μάτια του και δίνοντας διάσπαρτα φιλιά στην κορυφή του κεφαλιού της. Την επόμενη στιγμή σηκώθηκε όρθιος και παιρνόντας το ένα χέρι της γύρω απ'το λαιμό του, άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση που βρισκόταν ο Μάικλ. "Όλα θα πάνε καλά Χιονάτη μου. Θα γίνεις καλά Ανν. Στο υπόσχομαι !"μουρμούρισε σιγανά. 'Σε ευχαριστώ Θεέ μου, δεν θα άντεχα χωρίς εκείνη !'συλλογιζόταν καθώς έτρεχε και η προοπτική αυτής της ιδέας, ήταν κάτι που δεν ήθελε με τίποτα να διανοηθεί.

~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:43 am, 7 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Τρι Φεβ 21, 2012 4:01 am

~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~


Η Κάντυ άνοιγε σιγά-σιγά τα μάτια της, ανασηκώθηκε προσεχτικά ανέμεσα στα μαξιλάρια και στα σκεπάσματα κι άρχισε να επεξεργάζεται γύρω τις τον χώρο. Βρισκόταν μέσα σε μια τεράστια κρεβατοκάμμαρα, με την μπαλκονοπόρτα μισάνοιχτη στα δεξιά της να μπαίνει ελεύθερα το φως του ήλιου. Ξαπλωμένη εκεί στο κρεβάτι-ουρανό με τις κουρτίνες ολόγυρά του τις τράβηξε λίγο περισσότερο και έριξε μια ματιά τριγύρω. 'Τι κάνω εδώ ; Πως βρέθηκα εδώ ;'σκεφτόταν ανήσυχη. Έκανε να σηκωθεί και να περπατήσει αλλά την επόμενη στιγμή έχασε την ισορροπία της και ως γνωστόν έφαγε τα μούτρα της. "Άουτς ! Μα τι στο καλό ;!"γρύλισε κι κοίταξε τα ρούχα της. Φορούσε ένα κάτασπρο μακρύ δαντελωτό νυχτικό. "Γιατί είμαι ντυμένη έτσι ;" εξωτερίκευσε φωναχτά και αφού σηκώθηκε απ'το πάτωμα, πλησίασε την τουαλέτα του δωματίου, οπού μποροστά της δέσποζε ένας ολόσωμος καθρεύτης και βάλθηκε να παρατηρεί τον εαυτό της. Οι κατάξανθες μπούκλες της έπεφταν λυτές πάνω στους ώμους της χωρίς να συγκρατούνται απ'τους ροζ φιόγκους της. Και βέβαια το φουστάνι της είχε δώσει τη θέση του στο κάτασπρο νυχτικό που φορούσε και που εφάρμοζε τέλεια πάνω της. 'Μα αυτό μοιάζει με νυφικό...Τι όμορφο που είναι !'συλλογιζόταν καθώς έκανε μερικούς γύρους μπροστά στον καθρεύτη, ενώ χαμογελούσε. Ένας παράξενος ήχος ήρθε στα αυτιά της, καθώς γυρνούσε πέρα-δόθε και έφερε τα χέρια της μπροστά της. Στον αριστερό της καρπό φορούσε μια ασημένια αλυσίδα. Το χαμόγελο της Κάντυ χάθηκε δια μαγείας απ'τα χείλη της έτσι όπως είχε εμφανιστεί. Αμέσως στο μυαλό της ήρθαν όλες οι εικόνες που είχαν διαδραμματιστεί νωρίτερα, εκείνο το πρωινό. 'Το ελάφι, το ρυάκι, το λάσσο, το ρεύμα, το χέρι μου, η αλύσιδα...Ωχ όχι !'έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της. "ΑΝΝ !!!" φώναξε δυνατά μέσα στον πανικό της.
Την ίδια ώρα η πόρτα χτυπούσε διακριτικά και έμπαινε μέσα μια νεαρή γυναίκα κρατώντας στα χέρια της μια αλλαξιά ζεστά και καθαρά ρούχα.
-"Αααα...πόσο χαίρομαι που η δεσποινίς ξύπνησε και είναι καλά."της αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο εκείνη. Η Κάντυ όρμησε προς το μέρος της.
-"Σας παρακαλώ πέστε μου που είναι η φίλη μου ; Που είναι η Ανν ; Πέστε μου σας παρακαλώ !"έλεγε και ξανάλεγε με σπασμένη φωνή. Απ'τα μάτια της τώρα έτρεχαν δάκρυα.
-"Εεε ;"η γυναίκα κοιτούσε το κορίτσι με ένα ερωτηματικό ύφος.
-"Που είναι η Ανν ; Θέλω να δω την Ανν !"
-"Ηρεμήστε δεσποινίς και καθήστε να σας ντύσω."της είπε η γυναίκα πιάνοντας την απ'τους ώμους και τραβώντας την προς το κρεβάτι ξανά.
-"Δεν θέλω να ντυθώ ! Θέλω να δώ την Ανν ! Πέστε μου που είναι ;"απαίτησε η Κάντυ με ύφος πεισματάρικο.
-"Αφησέ την Λούσυ."στο άνοιγμα της πόρτας τώρα στεκόταν ένας κύριος, μεσήλικας, ντυμένος με ένα μπλε κουστούμι, γκριζοκάστανα μαλλιά, καστανά μάτια και ένα μουστάκι στο στόμα.
-"Μα κύριε Μπράιτον ..."άρχισε η υπηρέτρια, αλλά το προειδοποιητικό βλέμμα του κυρίου της δεν της άφησε περιθώρια. "Όπως επιθυμείτε."είπε εκείνη στη συνέχεια, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση και αποχωρόντας απ'το δωμάτιο. Η Κάντυ κινήθηκε αργά και διστακτικά προς το μέρος του.
-"Μπορείτε να με πάτε στην Ανν σας παρακαλώ ;"ρώτησε ευγενικά.
-"Μα φυσικά παιδί μου."της αποκρίθηκε ο κ.Μπράιτον χαμογελώντας της και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της, τείνοντας της τον δρόμο.
-"Σας ευχαριστώ πολύ."είπε η Κάντυ ακολουθώντας τον. Καθώς διέσχιζαν μαζί τον διάδρομο, κάθε τόσο παρατηρούσε το χώρο γύρω της. Ποτέ στη ζωή της ως τώρα δεν είχε ξαναβρεθεί σε ένα τόσο μεγάλο σπίτι όπως αυτό. Προσπάθησε να μην δώσει σημασιά στα αμέτρητα κάδρα και ποτρέτα που είχε δει έως τώρα και απευθήνθηκε ξανά στον κ.Μπράιτον. "Είναι καλά ; Την είδατε ;"ρώτησε δειλά, αλλά εύκολα θα μπορούσε κάποιος να ξεχωρίσει την αγωνιά στη φωνή της.
-"Αυτή τη στιγμή κοιμάται παιδί μου. Δεν έχει συνέλθει ακόμα απ'την ώρα που την βρήκαμε. Ωστόσο πιστεύω πως εσείς οι δυο θα είστε τα πιο κατάλληλα άτομα που θα πρέπει να έχει στο πλάι της, μόλις ανοίξει τα μάτια της επιτέλους."της εξήγησε ο κ.Μπράιτον.
-"Εμείς οι δυο ; Τι εννοείτε ;"η Κάντυ πήρε την απάντησή της όταν ο κ.Μπράιτον άνοιξε την πόρτα ενός δωματίου μπροστά της και απ'αυτην σιγά-σιγά ξεπρόβαλλε το κεφάλι του Τομ, ο οποίος καθόταν δίπλα στο κεβάτι και κρατούσε σφιχτά μέσα στις παλάμες του το χέρι της Ανν. "Τομ ! Ανν !"φώναξε στη συνέχεια και με μια γρήγορη κίνηση βρέθηκε ξαπλωμένη στο πλευρό κοριτσιού. Ο κ.Μπράιτον έκλεισε διακριτικά την πόρτα για να αφήσει τα τρία παιδιά μόνα τους. "Ανν ; Ανν ; Γλυκιά μου Ανν... Αααχχχ Θεέ μου φοβήθηκα τόσο πολύ."ξεφυσούσε ανακουφισμένη η Κάντυ ενώ χαίδευε τα μαλλιά της φίλης της.
-"Πως είσαι φακιδομουτράκι ;"ρώτησε ήρεμα το Τομ γέρνοντας το βλέμμα του προς το μέρος της.
-"Άσε με εμένα και πες μου για την Ανν."απάντησε γρήγορα εκείνη. "Γιατί φοράει επίδεσμο στο κεφάλι της ;"ρώτησε στη συνέχεια ανήσυχη.
-"Είχε ένα ατύχημα, αλλά ο γιατρός που την εξέτασε, είπε πως θα γίνει καλά."εξήγησε ο Τομ σαν να μην συνέβη τίποτα. Αλλά η αγωνιά του και ο φόβος του φαινόντουσαν απ'τις εκφράσεις του προσώπου του. Όσο κι αν προσπαθούσε να φανεί ψύχραιμος δεν τα κατάφερνε.
-"Εγώ φταίω, εγώ φταίω για όλα και κανείς άλλος."μουρμούρισε η Κάντυ κατηγορώντας τον εαυτό της, ενώ τα δάκρυα αβλάκωναν ξανά το πρόσωπό της.
-"Κάντυ σε παρακαλώ ό,τι έγινε έγινε. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι τώρα πια. Όλα τελείωσαν, σημασία έχει που είστε και οι δυο σας καλά."είπε με σοβαρό ύφος ο Τομ.
-"Όχι...αν δεν της έλεγα να μπούμε μέσα στο νερό δεν θα ήταν τώρα σε αυτήν την κατάσταση."η Κάντυ έφερε το χέρι της στο μέτωπο της Ανν και την χάιδεψε απαλά. "Εγώ φταίω."επανέλαβε.
-"Κάντυ κόιταξέ με."ο Τομ άπλωσε το χέρι του φέρνοντας το στο πηγούνι της. "Η Ανν θα γίνει καλά και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Μου το υπόσχεσαι ; Είμαστε σύνφωνοι ;"εκείνη του έγνεψε καταφατικά και βάλθηκε να παρατηρεί μια εκείνον και μια την Ανν, ξαπλώνοντας ξανά δίπλα της. Λίγα λεπτά αργότερα πετάχτηκε απ'την θέση της.
-"Ωωω Θεέ μου ! Κόντεψα να το ξεχάσω !"αναφώνησε ξαφνικά.
-"Έλεος, κάνε λίγη ησυχία ! Είπαμε να συνέλθει ήρεμα όχι να χαλάσουμε τον κόσμο !"την επέπληξε σιγανά ο Τομ.
-"Έχεις δίκιο, συγγνώμη."δικαιολογήθηκε η ξανθιά φακιδομούρα κάνοντας την χαρακτιριστική της γκριμάτσα με την γλώσσα της. Έπειτα έλυσε την αλυσίδα απ'το καρπό της και την έδεσε προσεχτικά στο χέρι της Ανν.
-"Νόμιζα πως είχε χαθεί, δεν την είδα στο χέρι της όταν την βρήκα και υπέθεσα πως χάθηκε στο νερό."είπε ο Τομ ενώ έβλεπε το γυαλιστερό αντικείμενο να κοσμεί το χέρι της φίλης τους.
-"Φρόντισα εγώ γι'αυτό. Καταβάθως ήξερα πως η Ανν δεν θα πάθαινε τίποτα και την τράβηξα απ'το χέρι της ούτως ώστε να της την έδινα αργότερα. Την χρειάζεται αυτήν την αλυσίδα προκειμένου να βρει την οικογένειά της."έλεγε τώρα η Κάντυ με το βλέμμα χαμένο στο κενό.
-"Γι'αυτό και σώθηκε και είναι ζωντανή. Για να υλοποιήσει αυτό το σκοπό."συμπλήρωσε με την σειρά του ο Τομ. 'Και Θεέ μου χαίρομαι τόσο πολύ γι'αυτό.'συλλογιζόταν αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο.
Ξαφνικά η Ανν αναδύθηκε μέσα στον ύπνο της, σφίγγοντας άθελά της όλο και πιο πολύ το χέρι του Τομ μέσα στο δικό της και τραβώντας τον την ίδια ώρα προς το μέρος της αλλάζοντας πλευρό. Το χέρι του Τομ τώρα ήταν τεντωμένο και δεν ήξερε τι να κάνει.
-"Αμάν ;! Τι ήταν αυτό ;"ρώτησε η Κάντυ κοιτώντας περίεργα και τους δυο.
-"Δεν ξέρω αλλά δεν μπορώ να είμαι έτσι όλη την ώρα. Κάντυ μπορείς να τραβήξεις το χέρι μου απ'το δικό της ;"την ρώτησε ο Τομ ενώ είχε γίνει κατακόκκινος από ντροπή. Εντωμεταξύ η Ανν άφησε έναν ακόμα αναστεναγμό και έφερε το χέρι του στο στόμα της φιλώντας το απαλά.
-"Φοβάμαι πως δεν μπορώ να το κάνω αυτό Τομ."είπε η Κάντυ πνίγοντας ένα γέλιο. "Δείχνει να της αρέσει."
-"Κάντυ !"γρύλισε σιγανά εκείνος, φοβούμενος μην την ξυπνήσουν. "Και τι θα κάνω ; Έχει πιαστεί το χέρι μου."παραπονέθηκε στη συνέχεια.
-"Απλό. Ξάπλωσε δίπλα της και πάρτην αγκαλιά."αποκρίθηκε η Κάντυ, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή το χαμόγελο της.
-"Κάντυ είσαι με τα καλά σου ;"είπε ο Τομ φανερά ενοχλημένος, ενώ το κόκκινο χρώμα στα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχε γίνει πιο έντονο. "Δεν μπορώ να το κάνω αυτό."είπε με φωνή που έτρεμε.
-"Καλά, δική σου είναι η επιλογή. Αν θες να κάτσεις εκεί και να πιαστεί το χέρι σου."σχολίασε η ξανθιά φακιδομούρα σαν να μην την ένοιαζε.
Ο Τομ κλείνοντας τα μάτια του, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τα παπούτσια του και ανέβηκε πάνω στο κρεβάτι ξαπλώνοντας δίπλα στην Ανν. Εκείνη μόλις αισθάνθηκε την παρουσία του δίπλα της, ενστικτωδώς γύρισε προς το μέρος του και κούρνιασε στην αγκαλιά του. Ο Τομ έφερε προστατευτικά το χέρι του στο κεφάλι της και άρχισε να την χαιδεύει.
-"Δεν το πιστεύω οτί το κάνω αυτό."είπε εκείνος αμήχανα.
-"Αααχχχ τι ωραία ! Πάντα πίστευα πως εσείς οι δυο ταιρίαζετε ο ένας με τον άλλον !"είπε η Κάντυ χτυπώντας τα χέρια της μαλακά ούτως ώστε να μην ξυπνήσει την Ανν. "Αααχχχ και τώρα είστε μαζί, τι ρομαντικό."αναστέναξε.
-"Κάντυ !"μούγκρισε ξανά με τρόπο ο Τομ ρίχνοντας της ένα βλέμμα προειδοποιητικό.
-"Έλα τώρα Τομ, αφού την αγαπάς. Παραδέξου το !"βίαστικε να του πει εκείνη δείχνοντας τον με το δάχτυλό της.
-"Κάντυ μην λες ανοησίες. Σας αγαπώ και τις δυο το ίδιο."προσπάθησε να δικαιολογηθεί εκείνος, χωρίς όμως καμιά ιδιαίτερη επιτυχία.
-"Δεν θα το έλεγα Τομ. Εμένα με αγαπάς σαν αδελφή σου και την Ανν με τρόπο όμως διαφορετικό, αλλίως δεν θα βρισκόσουν στο προσκεφάλι της, καθώς επίσης δεν θα την έσωζες από βέβαιο πνιγμό. Κάνω λάθος ;"
-"Ήμουν στο προσκεφάλι της για τον απλούστατο λόγο γιατί εκείνη χτύπησε ενώ εσύ όχι !"
-"Τομ όλες οι πράξεις σου μαρτυρούν ακριβώς το αντίθετο. Γιατί το αρνήσαι ;"τον ρώτησε η Κάντυ με ειλικρίνεια, κοιτώντας τον παρακλητικά στα μάτια. Εκείνος ξεφύσιξε αγανακτισμένος δίνοντας ταυτόχρονα ένα φιλί στη βάση του κεφαλιού της Ανν, επιβεβαιώνοντας στην ξανθιά φακιδομούρα αυτό που τόση ώρα μάταια απέφευγε. "Το ήξερα !"αποκρίθηκε όλο χάρα η Κάντυ.
-"Είναι γνωστό οτί από μικρή είχες αυτό το χάρισμα."η Κάντυ τον κοίταξε παραξενεμένη. "Του ξερόλα εννοώ."συμπλήρωσε ο Τομ.
-"Ξέρεις κι εκείνη ακριβώς το ίδιο αισθάνεται για σένα. Γι'αυτό λέω πως ταιρίαζετε."του εξήγησε η Κάντυ κι ο Τομ γύρισε προς το μέρος της, κοιτώντας την με ύφος ανυπόμονο αλλά και όλο προσμονή.
-"Πως το ξέρεις αυτό ; Σου έχει μιλήσει, σου έχει πει τίποτα ;"ο Τομ τώρα έτρεμε, ένιωθε πως του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι κι ήταν σίγουρος πως δεν θα άντεχε οτιδήποτε κι αν άκουγε αυτή τη στιγμή.
-"Δεν χρειάζεται να μου πει τίποτα. Είμαι πολύ έξυπνη για να το καταλάβω και μόνη μου."του αποκρίθηκε η Κάντυ με ύφος δήθεν και ο Τομ κούνησε το κεφάλι του απηυδισμένος. "Ναι κύριε μου κορόιδευε εσύ. Όταν το βράδυ εκείνη παραμιλάει στον ύπνο της φωνάζοντας το όνομά σου ή όταν κάθε φορά πριν πέσει να κοιμηθεί σε αναφέρει μέσα στις προσευχιές της...Εεε συγγνώμη Τομ, αλλά δεν θέλει και πολλή θεογνωσία για να το καταλάβω."του 'πέταξε' στη συνέχεια θυμωμένη σταυρώνοντας τα χέρια της.
-"Τι έκανε λέει ;"ο Τομ ανασηκώθηκε με τρόπο απ'το κρεβάτι αλλά την επόμενη στιγμή λούφαξε και πάλι στη θέση του φοβούμενος τις αντιδράσεις της Ανν και ξεχνώντας για δευτερόλεπτα οτί την είχε στην αγκαλιά του.
-"Ακριβώς ! Κάποια μέρα την πίεσα για να μου πει και μου το ξεφούρνησε, ενώ το δάκρυ έτρεχε κορόμυλο και μου εξομολογούνταν οτί σε αγαπάει."
-"Δεν είναι δυνατόν ;"έλεγε τώρα ο Τομ μην μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε. "Κάντυ μου λες αλήθεια ή με κοροιδεύεις ;"την ρώτησε στη συνέχεια.
-"Τομ..."εκείνη γύρισε προς το μέρος του με ένα κουρασμένο ύφος. "Πότε θα καταλάβεις επιτέλους πως είστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον ; Δεν έχω κανέναν λόγο να σου πω ψέμματα, ούτε σε σένα αλλά ούτε και σε κείνην. Γιατί και σε κείνη έλεγα ακριβώς το ίδιο και δεν με πίστευε όπως δεν με πιστεύεις κι εσύ τώρα, αλλά δεν είναι αλήθεια. Είναι άδικο να μην είστε μαζί, αφού νοιάζεστε τόσο πολύ ο ένας τον άλλον."ο Τομ κλείνοντας για άλλη μια φορά τα μάτια του, ήσυχος τώρα, ακουμπούσε το μάγουλό του πάνω στο κεφάλι της Ανν, φέρνοντας το ένα χέρι του γύρω απ'την μέση της και παίρνοντας στο άλλο την παλάμη της που ήταν ακουμπησμένη στο στήθος του. Ενα αχνό χαμόγελο είχε εμφανιστεί στα χείλη του. Ένιωθε την απόλυτη ευτυχία, σαν να έβλεπε όνειρο. "Κακομοίρη μου όμως αν μάθω οτί την πλήγωσες θα σε 'καθαρίσω' ! Κι αυτή τη φορά δεν θα σε αφήσω να με νικήσεις όπως έκανες τις άλλες φορές. Θα φας γερό ξύλο."τον κατσάδιασε η Κάντυ, επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα.
Το έντονο γουργουρητό που άφησε η Ανν, καθώς δήλωνε την παρουσία της, έκανε και τους δυο να γυρίσουν έντρομοι προς το μέρος της. Εκείνη άνοιγε σιγά-σιγά τα βλέφαρά της και ανασήκωνε αργά-αργά το κεφάλι της για να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το αγόρι που την κρατούσε αγκαλιά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου πεταγόταν απ'την θέση της, ενώ αποτραβιόταν απ'τα δεσμά του Τομ και κρυβόταν πίσω απ'την Κάντυ.
-"Βοήθησέ με σε παρακαλώ. Τούτος εδώ με φίλησε !"δήλωσε με ύφος τρομαγμένο, δείχνοντας με το δάχτυλό της τον Τομ.
-"Τι έκανε λέει ;"ήταν η σειρά της Κάντυ να αναρωτηθεί γυρίζοντας το βλέμμα της προς τον φίλο της, παρατηρώντας τον με ένα ύφος πονηρό. "Για πες μας Τομ, τι έκανες ;"τον ρωτούσε ξανά η Κάντυ σταυρώνοντας τα χέρια της, έχοντας ένα σαρδόνιο χαμόγελο τώρα στα χείλη της.
-"Κάντυ κόφτο αυτό το ύφος."της αντιγύρισε εκείνος κι έκανε να πλησιάσει την Ανν. "Χιονάτη μου δεν χρειάζεται να φοβάσαι, απλώς σου έδωσα το φιλί της ζωής, ήθελα να δω αν είσαι καλά. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς."προσπάθησε να εξηγήσει ο Τομ που είχε γίνει ξανά κόκκινος σαν πατζάρι.
-"Χιονάτη ; Τι παράξενο όνομα, έτσι με λένε ;"η Ανν τώρα έφερνε το χέρι της στο κεφάλι της και το έξινε. Τα δυο παιδία την κοίταξαν παραξενεμένα. Η Κάντυ την έπιασε γρήγορα απ'τους ώμους.
-"Ηρέμησε Ανν μου δεν είναι τίποτα. Εγώ είμαι η Κάντυ, δεν με θυμάσαι."της είπε γλυκά ενώ την έτριβε στα μπράτσα και την παρότρυνε να ξαπλώσει το κρεβάτι.
-"Όχι δεν σε ξέρω. Θα πρεπε ;"της αποκρίθηκε η Ανν με ύφος ερωτηματικό.
-"Ανν..."ο Τομ έτεινε το χέρι του προς το μέρος της, αλλά εκείνη αποτραβήχτικε κατευθείαν και με ένα ξαφνικό πήδημα κατέβηκε απ'το κρεβάτι και βρέθηκε μακριά τους, ενώ κοιτούσε και τους δυο περίεργα. Λες και τους έβλεπε για πρώτη φορά. 'Όχι δεν μπορεί να είναι αλήθεια, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Είναι αδύνατον !'συλλογιζόταν ο Τομ, καθώς συνειδητοποιούσε πως το όνειρό του είχε μόλις τελείωσει και ξεκινούσε ένας απ'τους χειρότερούς του εφιάλτες.
-"Ανν καλή μου ηρέμησε, δεν πρόκειται να σου κάνουμε κακό. Εμείς...εμείς είμαστε φίλοι σου."είπε ξανά η Κάντυ ενω έκανε άλλη μια απεγνωσμένη προσπάθεια να την πλησιάσει. "Δεν μπορεί να μην θυμάσαι τον Τομ που σου έσωσε την ζωή."συνέχισε δείχνοντας της το αγόρι που στεκόταν ακριβώς από πίσω της.
-"Εσύ με έσωσες ;"ρώτησε η Ανν στα γρήγορα με ένα σκληρό ύφος απευθυνόμενη στον Τομ. Εκείνος της έγνεψε καταφατικά κι εκείνη βιάστικε να του αποκριθεί. "Τότε θα πρεπε να ξέρεις πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να σώσεις ένα κορίτσι εκτός απ'το φιλί της ζωής !"συνέχισε νευριασμένη. "Παρ'όλα αυτά σε ευχαριστώ που με έσωσες αλλά λυπάμαι γιατί ούτε και σένα σε θυμάμαι."μουρμούρισε τελικά και την επόμενη στιγμή γυρνούσε και στους δυο την πλάτη της, θέλοντας να μείνει μακριά απ'τα έντονα βλέμματά τους.
-"Ανν εμείς..."άρχισε η Κάντυ αλλά αυτόματα έγυρε προς την μεριά του Τομ και του ψιθύρισε. "Τομ λες να...το χτύπημα στο κεφάλι της ;"τον ρώτησε ανήσυχη.
-"Προφανώς έχει χάσει την μνήμη της Κάντυ."της απάντησε εκείνος χαμηλόφωνα για να μην τους ακούσει η Ανν, η οποία γυρνούσε απότομα προς το μέρος τους, βάζοντας τους τις φωνές.
-"Τι ψιθυρίζετε εσείς εκεί πέρα ;"φώναξε δυνατά σφίγγοντας τις γροθιές της. "Κι επιτέλους ποιοι είστε και τι θέλετε από μένα ; Γιατί για να με έσωσες εσύ..."και έδειξε ξανά τον Τομ. "Πάει να πει οτί με γνωρίζετε !"στα μάτια της τώρα είχαν εμφανιστεί δάκρυα. "Γιατί δεν σας θυμάμαι ;"έλεγε για τελευταία φορά με ραγισμένη φωνή, ενώ ταυτόχρονα έπιανε με τα χέρια της το κεφάλι της και γονάτιζε στο έδαφος, μην αντέχοντας τους πόνους που είχαν προκληθεί.
-"ΑΝΝ !!!"έμπηξαν με μια φωνή ο Τομ και η Κάντυ και έτρεξαν στο λεπτό προς το μέρος της.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Αυγ 29, 2012 12:47 am, 3 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Παρ Αυγ 03, 2012 5:59 am

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο ~ ΙΑΝΟΥΆΡΙΟΣ, ΝΈΑ ΥΌΡΚΗ 1898

Το άρωμα λεβάντας πλημμύρισε για ακόμα μια φορά το δωμάτιο της Ελεονόρ Μπέικερ. Όπως πάντα ήταν καθισμένη μπροστά στην πολυτελή από καλυντικά και μπιζού τουαλέτα της και περιπιούνταν τον εαυτό της. Όμορφη, επιβλιτική, με μια όψη που δεν την είχε αγγίξει καθόλου ο χρόνος, παρά την εγκυμοσύνη της. Το βλέμμα της διαπεραστικό και ταυτόχρονα σκεπτικό καθώς κρατούσε στα χέρια της ένα μαργαριταρένιο κολιέ σε σιέλ απόχρωση και ένα περιδέραιο με ένα ημιπολύτιμο λίθο στο κέντρο του. Όλα δώρα από εκείνον. Το πρόβλημα όμως ήταν ποιο απ'τα δυο θα φορούσε εκείνη για να τον ευχαριστήσει. Πάντα ήθελε να δείχνει εκθαμβωτική για εκείνον, αλλά η αποψινή νύχτα ήταν ιδιαίτερη. Γιατί απόψε θα της έλεγε αυτό που εκείνη λαχταρούσε, αυτό που θα άλλαζε τις ζωές τους για πάντα. Και πολύ περισσότερο αυτό που θα ήθελαν και τα παιδιά τους, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο ένα σίγουρο μέλλον για εκείνα.
Τελικά αφού φόρεσε το μαργαριταρένιο κολιέ, σηκώθηκε και κινήθηκε προς την ντουλάπα. Ανοίγοντας την αργά-αργά τράβηξε ένα απ'τα αμέτρητα παλτά που πλαισίωναν την γκαρνταρόμπα της και τυλίγοντας με προσοχή ένα γούνινο φουλάρι γύρω απ'τον λαιμό της κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ξανά. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να πιάσει κότσο τα μαλλιά της. Αμέσως όμως σκέφτηκε ότι θα ήταν προτιμότερο να τα αφήσει λυτά να πέφτουν πάνω στους ώμους της. Εξάλλου αυτό ήταν κάτι που άρεσε και σε εκείνον. Τοποθεντώτας ένα διαμαντένιο χτενάκι στην δεξιά μεριά των κατάξανθων μαλλιών της, φορώντας τα δερμάτινα γάντια της και παίρνοντας στα χέρια της το λουλουδάτο καπέλο της πλησιάσε την πόρτα. Βγαίνοντας απ'το δωμάτιο ακούμπησε την βάση της σκάλας και αφήνοντας ένα αχνό χαμόγελο άρχισε να κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά προσεχτικά. Τα ξεφωνητά και τα γέλια όμως των δυο αγοριών που έτρεχαν προς το μέρος της την έκαναν να μην μπορεί να συγκρατηθεί με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται το αστραφτερό της χαμόγελο.
-"Μαμά!!!"φώναξε με μανία το ένα απ'τα δυο, τραβώντας ανυπόμονα το φόρεμά της. Η Ελεονόρ μόλις κατέβηκε τις σκάλες πήρε στην αγκαλιά της τον μικρότερο απ'τους δυο γιούς της και χάιδεψε το μέτωπό του κάνοντας πέρα τα καστανά μαλλάκια του.
-"Τέρρενς, μωρό μου, τι είναι αυτοί οι λεκέδες στο πρόσωπο και στα ρούχα σου;"
-"Συγγνώμη μαμά..."αποκρίθηκε ο μικρός μουτρωμένος παίρνοντας την ίδια ώρα ένα στενάχωρο ύφος.
-"Ο Τέρρυ μητέρα πάλι δεν έφαγε και λέρωσε και την Ρίτα που προσπάθησε να τον ταίσει."μίλησε το μεγαλύτερο αγόρι πλησιάζοντας κι αυτό την Ελεονόρ.
-"Καρφί!"μούγκρισε ο Τέρρυ κάνοντας μια 'ωραιότατη' γκριμάτσα προς τον αδελφό του, βγάζοντάς του τη γλώσσα.
-"Τέρρενς!"η Ελεονόρ κοιτούσε τώρα με βλέμμα αυστηρό το μικρό ζηζάνιο που κρατούσε στην αγκαλιά της, ενώ παιρνούσε το ένα χέρι της γύρω απ'την πλάτη του άλλου αγοριού. "Είναι αλήθεια αυτά που λέει ο Σαμ;"
-"Ναι μαμά."απάντησε ο Τέρρυ με ύφος σκυθρωπό
-"Μωρό μου πρέπει να φας. Δεν θες να μείνεις νηστικός όλη νύχτα, έτσι;"
-"Μα μαμά εγώ θέλω να με ταίσεις εσύ!"παραπονέθηκε ο μικρός. "Κι όχι αυτή!"συνέχισε με απάθεια δείχνοντας με το δάχτυλο την κουβερνάντα που στεκόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά τους σε άθλια κατάσταση. Έδειχνε αγανακτισμένη και καταβεβλημένη, αλλά πολύ περισσότερο φαινόταν να έχει προσαρμοστεί με τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν συνήθως.
-"Κυρία, ο δούκας Γκράντσεστερ μόλις έφτασε."δήλωσε κουρασμένα η Ρίτα σκουπίζοντας ταυτόχρονα τον ιδρώτα που έτρεχε απ'το μέτωπό της.
-"Αλήθεια; Ο πατέρας είναι εδώ;"ρώτησε ο Σαμ ζωηρά, ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια του.
-"Γιούπι! Ήρθε ο μπαμπάς!"φώναξε ο Τέρρυ και πριν προλάβει να ελευθερωθεί απ'τα δεσμά της μαμάς του ο Έντουαρντ έτρεχε ήδη προς το χολ της εισόδου του σπιτιού.
-"Σε ευχαριστώ πολύ Ρίτα."είπε η Ελεονόρ αφήνοντας τον μικρό και γέρνοντας ξανά προς το μέρος της. "Η Μπερνάντα είναι εδώ;" ρώτησε στη συνέχεια.
-"Ναι κυρία, έχει έρθει από νωρίς και περιμένει τα δυο αγόρια στην αίθουσα μουσικής."την πληροφόρησε η Ρίτα.
-"Πολύ καλά. Πήγαινε να δεις αν χρειάζεται κάτι σε παρακαλώ και θα έρθω κι εγώ σε λίγο."
-"Μάλιστα."η Ρίτα έκανε μεταβολή προς την αίθουσα μουσικής ενώ η Ελεονόρ έφτιαχνε για τελευταία φορά το καπέλο στα μαλλιά της.
Λίγο αργότερα στεκόταν στην είσοδο του σαλονιού και θαύμαζε εκείνον έχοντας στα χέρια του τους δύο γιούς του. Πόσο της άρεσε να τον βλέπει έτσι, λάτρευε να τον παρατηρεί που ήταν ευτυχισμένος. Γιατί το ίδιο αισθανόταν κι εκείνη και μπορούσε να νιώσει την χαρά του. Αυτοί οι τρεις ήταν οι άντρες της ζωής της, δεν άντεχε χωρίς αυτούς. Δεν θα άντεχε ούτε στην σκέψη ότι μπορεί και να έχανε τον έναν απ'αυτούς. Ο δούκας αντιλαμβανόμενος την παρουσία της, έγειρε προς το μέρος της. Χαρίζοντας της ένα πλατύ χαμόγελο, την πλησίασε έχοντας στην αγκαλιά του τον Τέρρυ και κρατώντας απ'το χέρι τον Σαμ.
-"Είσαι έτοιμη;"την ρώτησε εκείνος αδυνατώντας να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της και κοιτώντας την εξονυχιστικά. Εκείνη του έγνεψε καταφατικά. Στη συνέχεια έσκυψε στο αυτί της. "Είσαι πανέμορφη."της ψιθύρισε δίνοντας της ένα φιλί στο μάγουλο. Η Ελεονόρ του χαμογέλασε παίρνοντας την ίδια ώρα τον Τέρρυ απ'τα χέρια του. Έμειναν να κοιτάζονται κι οι δυο για μια ατελείωτη στιγμή και λίγο μετά κινήθηκαν με τα παιδιά τους προς στην αίθουσα μουσικής, πιασμένοι χέρι-χέρι.
-"Μαμά πάλι θα βγείτε έξω με το μπαμπά;"γκρίνιαξε ο Τέρρυ αντικρίζοντας την Μπερνάντα που τους περίμενε δίπλα στο πιάνο, την νταντά των δυο αγοριών.
-"Αφού είναι στολισμένη χαζέ, δεν την βλέπεις;"του αποκρίθηκε ο Σαμ μιμούμενος την γκριμάτσα του αδελφού του.
-"Εσύ είσαι χαζός!"γρύλισε ο Τέρρυ κι έκανε να ελευθερωθεί απ'τα δεσμά της μητέρας του αλλά εκείνη τον έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά της.
-"Για ηρεμήστε εσείς οι δυο."ακούστηκε επιταχτική η φωνή του δούκα Γκράντσεστερ κι αμέσως τα δυο αγόρια σιώπησαν υπακούοντας τον πατέρα τους. "Χαίρομαι που σας βλέπω, λυπάμαι που σας βάλαμε σε κόπο αλλά ήταν επείγον."είπε στη συνέχεια στρέφοντας την προσοχή του στην Μπερνάντα.
-"Μην απολογείστε κ.Γκράντσεστερ. Ξέρετε πολύ καλά πως αυτή είναι η δουλειά μου."η Μπερνάντα κοίταξε με στοργή τα δυο αγόρια κι άπλωσε τα χέρια της καλώντας τα με αυτόν τον τρόπο προς το μέρος της. "Να είστε σίγουρος πως θα είμαστε όλοι μια χαρά, έτσι παιδιά;"τους έγνεψε. Ο δούκας γονάτισε δίπλα στον Σαμ και τον έσφιξε στην αγκαλιά του.
-"Πατέρα θα μου φέρεις τίποτα εκεί που θα πας;"τον ρώτησε όλο λαχτάρα ο μικρός.
-"Λυπάμαι γιε μου όχι απόψε. Σίγουρα όμως αύριο μετά την δουλειά."είπε εκείνος κλείνοντας του τρυφερά το μάτι. Τον έσπρωξε απαλά προς την Μπερνάντα κι εκείνος τρέχοντας με φόρα προς το πιάνο έπιασε στην στιγμή το χέρι της νταντάς του.
-"Γλυκιέ μου θα είσαι φρόνιμος μέχρι να γυρίσει η μανούλα;"ρώτησε η Ελεονόρ τον Τέρρυ καθώς τον άφηνε στο έδαφος.
-"Ναι!"της αποκρίθηκε ο μικρός φέρνοντας κατευθείαν τα χέρια του γύρω απ'το λαιμό της. "Σ'αγαπώ μαμά."μουρμούρισε ο Τέρρυ βυθίζοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα μαλλιά της μητέρας του.
-"Κι εγώ σ'αγαπώ μωρό μου."του ψιθύρισε απαλά εκείνη στ'αυτί του. Λίγα λεπτά αργότερα η Ελεονόρ έβλεπε τον γιο της να πλησιάζει διστακτικά την νταντά του και να της πιάνει το χέρι. "Καληνύχτα Μπερνάντα και σε ευχαριστούμε για όλα. Αν αργήσουμε μπορείς να κοιμηθείς στον ξενώνα, η Ρίτα θα σου προσφέρει ότι χρειάζεσαι."
-"Μείνετε ήσυχη δεσποινίς Μπέικερ, σας εύχομαι να περάσετε ένα ευχάριστο βράδυ."αποκρίθηκε εκείνη με βλέμμα σίγουρο και αποφασιστικό. Το ζεύγος αφού τους χαιρέτησε άρχισε να απομακρύνεται απ'την αίθουσα μουσικής μέχρι που ακούστηκε το κλείσιμο της εξώπορτας του σπιτιού, σημάδι ότι είχαν ήδη φύγει. Η νταντά των δυο αγοριών αφήνοντας ένα εύθυμο αναστεναγμό πήρε θέση μπροστά στο πιάνο ανάμεσα στα δυο αδέλφια. Έσπρωξε το άνοιγμα με προσοχή κι άρχισε να χαιδεύει απαλά τα πλήκτρα. "Λοιπόν παιδιά τι θα παίξουμε απόψε;"τους απήυθυνε χαμογελαστή το λόγο.
-"'Τα ξύλινα στρατιωτάκια!'"φώναξε ο Τέρρυ και σηκώθηκε όρθιος πάνω στο κάθισμα.
-"'Τους ευέλπιδες της Γκασκώνης!'"είπε ο Σαμ στον ίδιο τόνο μιμούμενος τον αδελφό του.
-"Τα στρατιωτάκια!"μούγκρισε ο Τέρρυ.
-"Τους ευέλπιδες!"γρύλισε ο Σαμ.
-"Λυπάμαι 'κύριοι' αλλά αφού δεν συμφωνείτε μεταξύ σας απόψε λέω να σας παίξω ένα δικό μου κομμάτι."σχολίασε η Μπερνάντα με ύφος πονηρό κι αφού ένιωσε τα δυο αγόρια να ξαναπαίρνουν την θέση τους δίπλα της, άρχισε να παίζει έναν γλυκό σκοπό.
-"Μπερνάντα τι είναι αυτό που παίζεις;"ρώτησε όλο απορία ο Σαμ.
-"Είναι πολύ ωραίο..."είπε ο Τέρρυ ενώ παρατηρούσε τα χέρια της νταντάς του που κινούνταν με χάρη πάνω στο όργανο.
-"Λέγεται 'Βήματα στο Σεληνόφως'."τους εξήγησε εκείνη κι συνέχισε να παίζει αργά-αργά και με συναίσθημα ευχόμενη πως με αυτή την μελωδία τα δυο αγόρια θα έπεφταν και πάλι μισοκοιμησμένα στην αγκαλιά της, όπως συνέβαινε σχεδόν κάθε νύχτα.

Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά του υπερπολυτελούς εστιατορίου, η Ελεονόρ ένιωσε ξαφνικά να χάνει την γη κάτω απ'τα πόδια της και κρατήθηκε ενστικτωδώς απ'την βάση της σκάλας. Ο δούκας που βρισκόταν ακριβώς από πίσω της την κράτησε αμέσως στην αγκαλιά του, κλείνοντας την μέσα στα δεσμά του.
-"Ρίτσαρντ..."ψέλλισε εκείνη αδύναμα το όνομά του.
-"Νόρα..."ψιθύρισε ανήσυχος. "Τι συμβαίνει; Αισθάνεσαι καλά;"την ρώτησε ύστερα από λίγο χωρίς να την αποχωρίζεται.
-"Ναι ναι μια χαρά. Απλώς ζαλίστηκα λίγο, δεν είναι τίποτα. Ένιωσα ακριβώς το ίδιο και σήμερα το πρωί στις
πρόβες."ανασήκωσε το βλέμμα της για να συναντήσει το δικό του, βιάστηκε να τον καθησυχάσει αλλά εκείνος δεν την άφησε.
-"Ξέρεις πως δεν θα το άντεχα αν πάθαινες κι εσύ κάτι. Είναι άδικο, για τον Σαμ είσαι η μοναδική μητέρα που γνώρισε ποτέ."ο Ρίτσαρντ την έσφιξε πιο πολύ στην αγκαλιά του φοβούμενος μήπως κι εξαφανιζόταν. Εκείνη τον χάιδεψε απαλά στο μάγουλό του. "Απλώς δεν θέλω να χάσω κι εσένα Νόρα."αναστέναξε στη συνέχεια. "Είσαι τα πάντα για μένα!"
-"Το ξέρω... κι εσύ είσαι τα πάντα για μένα."του εκμυστηρεύτηκε εκείνη ακουμπώντας μαλακά με το χέρι της το στήθος του. "Αγαπώ το γιο σου σαν να ήταν δικό μου παιδί. Κι ο Τέρρενς..."δεν την άφησε να ολοκληρώσει, έφερε τα ακροδάχτυλά του στα χείλη της διακόπτοντας την.
-"Ο Τέρρενς μας χρειάζεται και τους δυο!"δήλωσε εκείνος αποφασιστικά.
-"Ρίτσαρντ... εγώ θέλω να σου πω..."η Ελεονόρ έφερε ενστικτωδώς την μία παλάμη της στην κοιλιά της.
-"Θα έχουμε όλο το χρόνο να μιλήσουμε όταν τελείωσει αυτή η βραδιά και θα'χουμε μείνει μόνοι. Μην ανησυχείς."ο Ρίτσαρντ πήρε τα δάκρυα απ'τα μάτια της και στη συνέχεια έφερε το ένα του χέρι γύρω απ'τη μέση της προτρέποντας την έτσι να ανέβουν την σκάλα.
-"Ξέρεις μπορεί να είναι κι απ'το άγχος. Τι εντύπωση θα σχηματίσουν οι δικοί σου για μένα;"αναρωτήθηκε εκείνη ενώ τώρα διέσχιζαν την μεγάλη σάλα. Ο δούκας πήρε το ένα της χέρι μέσα στο δικό του φέρνοντας το στα χείλη του και χαρίζοντας της ένα τρυφερό φιλί.
-"Όλα θα πάνε καλά. Δεν θα αφήσω κανέναν να σε βλάψει, στο υπόσχομαι."της αποκρίθηκε. Για ένα ολόκληρο λεπτό, που τους φάνηκε σαν αιώνας, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους χωρίς να πουν τίποτα. Έπειτα εκείνος έχοντας συνεχώς το χέρι του περασμένο στη μέση της την παρέσυρε ανάμεσα στο πλήθος οδηγώντας την προς το τραπέζι όπου τους περίμενε η οικογένεια του.


~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~



ΜΑΙΟΣ, ΛΟΝΔΙΝΟ 1910


Τέρρενς Γκράχαμ ~ Γκράντσεστερ


Σάμιουελ Γκράχαμ ~ Γκράντσεστερ

-"ΤΈΡΡΥ!!! Συνεχίζεις να 'κλέβεις' και να μου αποσπάς την προσοχή με τα ανόητα αστεία σου, δεν μ'αφήνεις να παίξω το κομμάτι!"γκρίνιαξε η Σκάρλετ που στη στιγμή πετάχτηκε απ'το κάθισμα, σταύρωσε τα χέρια της κι έμεινε να κοιτάζει με βλέμμα βλοσυρό τον μεγαλύτερο αδελφό της που είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. "Μου φαίνεται θα πάω να παίξω με τα δίδυμα, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν θα έχει πλάκα διότι είναι μικρότερα." μουρμούρισε απογοητευμένη κι έκανε να απομακρυνθεί.
-"Έλα Σκάρλετ, μη κατσουφιάζεις αμέσως. Αφού σου έχω πει ότι μ'αρέσει να σε πειράζω."της εξομολογήθηκε για άλλη μια φορά εκείνος πλησιάζοντας την και κρατώντας την απ'τα μπράτσα.
-"Γιατί δεν μου μαθαίνεις απλά το κομμάτι και να μ'αφήσεις ύστερα να παίξω με την ησυχία μου; Τόσο δύσκολο σου είναι; Αφού ξέρεις πόση σημασία έχει για μένα."του εξήγησε εκείνη.
-"Εντάξει λοιπόν. Έλα κάθησε δίπλα μου και σου υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να σε ενοχλήσω ξανά. Αυτή τη φορά θα παίξεις μόνη σου και περιμένω να παίξεις σωστά."της υπενθύμισε εκείνος δείχνοντας την με το δάχτυλό του.
-"Ναι εύκολο να το λες με σένα που έμπλεξα."μούγκρισε η Σκάρλετ ενώ έπαιρνε θέση και πάλι στο πιάνο. Ο Τέρρυ την μιμήθηκε χωρίς να χάνει το χαμόγελό του και μόλις η αδελφή του άγγιξε με τα δάχτυλά της τα πλήκτρα την κάρφωσε με την ματιά του. Η Σκάρλετ όμως δεν πρόλαβε να παίξει τις πρώτες νότες διότι εκείνη την ώρα ορμούσε μέσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας ο Σαμ.
-"Αδελφέ μου πρέπει να..."τα λόγια όμως του Σαμ έμειναν μετέωρα στο κενό μόλις αντίκρισε μπροστά του την μικρότερη αδελφή τους. Καθάρισε τον λαιμό του και πήρε μια πιο αξιοπρεπή στάση, φτιάχνοντας και ισιώνοντας την ίδια ώρα την γραβάτα στο κουστούμι του. "Εμ... με συγχωρείτε, δεν φανταζόμουν πως θα κάνατε τέτοια ώρα μάθημα."είπε και πλησιάζοντας την πόρτα έγνεψε στον Τέρρυ. "Τέρρυ θα μιλήσουμε αργότερα, δεν υπάρχει λόγος να σηκώνεσαι απ'την θέση σου."τον συμβούλεψε βλέποντας τον αδελφό του να είναι όρθιος.
-"Όχι, κανένα πρόβλημα. Θα μιλήσουμε τώρα."είπε εκείνος αποφασιστικά ενώ τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έπαιρναν μια ανήσυχη έκφραση που δεν έγινε φανερή απ'την Σκάρλετ. Με γρήγορες κινήσεις έκανε να φύγει απ'το πλευρό της.
-"Εεε! Και τι θα γίνει με μένα; Πως θα ξέρω αν παίζω σωστά αν δεν μ'ακούς;"παραπονέθηκε εκείνη αμέσως. Ο Τέρρυ της έριξε ένα βλέμμα δολοφονικό σαν απάντηση. "Δεν έχει ο τοίχος άποψη ξέρεις. Κι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να περιμένει αυτό το τόσο σημαντικό που έχετε να πείτε οι δυο σας; Αμάν!"του αντιγύρισε στη συνέχεια εκνευρισμένη.
-"Όχι αγαπητή μου δεν μπορεί να περιμένει."της αποκρίθηκε ο Τέρρυ ειρωνικά με την απαλή φωνή του και σπρώχνοντας μαλακά τον αδελφό του προς τα έξω γύρισε να κλείσει τις πόρτες πίσω του προειδοποιώντας την. "Και μην νομίζεις πως επειδή θα ανέβω πάνω και οι πόρτες θα είναι κλειστές δεν έχω αυτιά για να ακούσω. Γι'αυτό ξεκίνα να παίζεις και φρόντισε κακομοίρα μου να παίξεις καλά. Γιατί να μην αμφιβάλλεις πως σε ακούω."και με αυτά τα λόγια της έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα κι έμεινε για λίγη ώρα πίσω απ'αυτήν με τον αδελφό του για να αφουγκραστεί.
-"Είσαι ανυπόφορος! Ανυπόφορος! Και βλάκας!"τσίριζε για κάμποση ώρα στην αρχή η Σκάρλετ. Ο Τέρρυ κι ο Σαμ είχαν λυθεί στα γέλια ακούγοντας την να καταργιέται θεούς και δαίμονες. "Θα παίξω όμως καλά για να σου αποδείξω πως δεν χρειαζόμουν την βοήθειά σου. Βλάκα... εεε βλάκα!"πρόσθεσε εκείνη και λίγο έμεινε να βάλει τα κλάματα κι να ανοίξει ο Τέρρυ την πόρτα πηγαίνοντας κοντά της, παρηγορώντας την. Αλλά δεν χρειάστηκε γιατί λίγο αργότερα ακούστηκε ένας σιγανός, ήρεμος και γεμάτος ζωντάνια και συναίσθημα ήχος που προερχόταν απ'το πιάνο.
-"Χμ... παίζει όντως καλά."σχολίασε ο Σαμ χαμογελώντας λίγες στιγμές αργότερα καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά για το επάνω πάτωμα.
-"Εμ τι νόμιζες; Γιατί ξημεροβραδιαζόμουν κάνοντας της εντατικά μαθήματα; Φαίνεται ότι απέδωσαν επιτέλους."ο Τέρρυ αφού προχώρησε κατευθείαν προς το δωμάτιό του, κοίταξε τριγύρω στον διάδρομο να δει αν υπήρχε κανείς κι έκανε νόημα στον αδελφό του να μπει μέσα. Κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του στράφηκε προς τον Έντουαρντ και χωρίς περιστροφές του απήυθυνε ξανά το λόγο. "Λέγε τώρα τι νέα έχουμε απ'την Αμερική γιατί θα σκάσω!"
-"Τα παιδιά λένε πως την βρήκαν."απάντησε ο Σαμ με ύφος μελαγχολικό. Αμέσως τα μάτια του Τέρρυ έλαμψαν, αλλά την ίδια ώρα κοίταξε τον αδελφό του που παρατηρούσε το έδαφος με βλέμμα ανέκφραστο. Γιατί δεν συμμεριζόταν την χαρά του; "Τέρρυ είναι βαριά άρρωστη. Πάσχει απ'τη νόσο Αλτσχάιμερ και κατά πως φαίνεται είναι στο τελικό στάδιο. Την περιμένουν από ώρα σε ώρα. Μπορεί κι από μέρα σε μέρα, τίποτα δεν είναι σίγουρο... Και πάλι να ταξιδεύαμε για να την βρούμε είμαι σίγουρος πως δεν θα την προλαβαίναμε. Κι ούτε θα αποκομούσαμε κάτι."έσπευσε να του εξηγήσει βγάζοντας τον απ΄την απορία του αλλά ταυτόχρονα βυθίζοντας τον και πάλι στην απελπισία.
-"Θέλεις να μου πεις πως δεν μπορεί να μιλήσει και δεν θυμάται τίποτα;"τον ρώτησε αμέσως περνώντας τα χέρια του μέσα απ'τα μαλλιά του.
-"Δυστυχώς έτσι έχουν τα πράγματα."τον επιβεβαίωσε ο αδελφός του. Ο Τέρρυ σωριάστηκε στο κρεβάτι φέρνοντας τα χέρια του στο μέτωπό του έτοιμος να τρελαθεί. Ο Σαμ ξεφύσιξε νευρικά, έφερε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και στάθηκε όρθιος στην άκρη του κρεβατιού.
-"Δεν μπορεί... δεν γίνεται. Ρώτησαν τους συγγενείς της; Δεν μπορεί να μην γνωρίζει κανείς τίποτα, μια ολόκληρη οικογένεια Σαμ! Αυτό είναι παράλογο!"συνέχισε ο Τέρρυ μέσα στο παραλλήλημά του.
-"Ο άντρας της Μπερνάντα είχε πεθάνει πολύ πριν ξεκινήσει να εργάζεται για εμάς Τέρρυ. Είχε μόνο μια κόρη που σπούδαζε στο εξωτερικό και δεν ήξερε απολύτως τίποτα όσον αφορά το επάγγελμα της μητέρας της, μόνο ότι εργαζόταν ως νταντά για να βγάλει τα προς το ζην."ο Σαμ είχε αρχίσει να βηματίζει τώρα πάνω-κάτω το δωμάτιο. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα καστανά μαλλιά του κάνοντας τα πέρα.
-"Δηλαδή η οικογένεια Τζόουνς έχει πλήρη άγνοια για το τι συνέβη στην μητέρα μας απ'την στιγμή που ο δούκας την εγκατέλειψε μαζί με εμάς τους επόμενους μήνες της εγκυμοσύνης της. Αυτό προσπαθείς να μου πεις Σάμμυ;!"διαπίστωσε ο Τέρρυ υψώνοντας κατά μια οκτάβα τη φωνή του. Ακολούθησε σιωπή και το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος του αδελφός απέφευγε να του απαντήσει επιβεβαίωνε τους χειρότερους φόβους του Τέρρυ. "Να πάρει!"γρύλισε στην συνέχεια χτυπώντας το πόδι του στο πάτωμα με δύναμη.
-"Η μόνη που γνωρίζει και θα μπορούσε να μας πει είναι η Μπερνάντα που έμεινε και μαζί της τους υπόλοιπους μήνες. Αλλά κι η 'μητέρα' μας. Την οποία όμως ο πατέρας μας έχει απαγορέψει να την δούμε."επισήμανε ο Σαμ.
-"Μην τον αποκαλείς έτσι. Δεν είναι πατέρας μου! Έπαψε να είναι το βράδυ που την εγκατέλειψε σε αυτήν την κατάσταση." μουρμούριζε τώρα ο Τέρρυ μέσα απ΄τα δόντια του, καθώς έφερνε την εικόνα στο μυαλό του. Η μητέρα του εκείνο το βράδυ τον παρακαλούσε να μην την αφήσει και πως τον χρειαζόταν. "Ακόμα και τώρα μπορώ και την ακούω να φωνάζει μέσα στα αυτιά μου. Τους λυγμούς της, τους σπαραγμούς της... Του έλεγε συνεχώς να πάρει τουλάχιστον εσένα και να αφήσει εμένα ενώ... ενώ δεν μπορώ ακόμα και τώρα να ξεχάσω την φουσκωμένη της κοιλιά. Χριστέ μου..."ο Τέρρυ χτύπησε με δύναμη το πρόσωπό του με το χέρι του, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του, προσπαθώντας να διαγράψει αυτήν την ανάμνηση απ'το μυαλό του όπου είχε μείνει χαραγμένη εκεί.
-"Αν ξέραμε, αν γνωρίζαμε τουλάχιστον τι συνέβη αφότου φύγαμε από την Νέα Υόρκη. Αν εκείνη όντως γέννησε, τι απέγινε το μωρό, η Μπερνάντα την βοήθησε αρκετά ούτως ώστε να ανταπεξέλθει;"αναρωτιόταν τώρα ο Σαμ τρίβοντας τον σβέρκο του.
-"Κορίτσι, ήθελε κορίτσι..."μονολογούσε τώρα ο Τέρρυ πλησιάζοντας το κομοδίνο του, ανοίγοντας το συρτάρι και παίρνοντας μια απ'τις ελάχιστες φωτογραφίες της μητέρας του που έκρυβε εκεί. Άρχισε να την παρατηρεί εξονυχιστικά φέρνοντας τα δάχτυλά του πάνω της. "Μου το είχε πει όταν την ρωτούσα κάθε φορά γιατί είχε φουσκώσει τόσο πολύ. Θυμάσαι;"στράφηκε προς τον αδελφό του και στη θύμηση αυτή άφησαν κι οι δυο ένα αχνό χαμόγελο. "Νόμιζα πως είχε φάει πολύ, γι'αυτό ήταν έτσι. Εσύ έλεγες και διαλαλούσες συνέχεια φωνάζοντας μέσα στο σπίτι ότι η μαμά είχε πάθει τυμπανισμό."
-"Μη μου το θυμίζεις."ο Σαμ είχε αρχίσει να γελάει μη μπορώντας να συγκρατηθεί. "Τέρρυ δεν ξέραμε, ήμασταν πολύ μικροί κι δεν είχαμε ιδέα."πρόσθεσε στη συνέχεια καθώς κινούνταν προς το μέρος του κι έπαιρνε κι εκείνος την φωτογραφία απ'τα χέρια του για να δει την 'μητέρα' του. "Τέρρυ...;"ο Σαμ κοιτούσε τώρα συνοφρυωμένος.
-"Τι συμβαίνει;"τον ρώτησε αμέσως εκείνος αναγνωρίζοντας το παράξενο βλέμμα του αδελφού του.
-"Η αλυσίδα που φοράει στο χέρι η 'μητέρα' μας..."
-"Ναι;"
-"Όταν την ρωτούσαμε και μας έλεγε τι ήθελε να φέρει στον κόσμο μας έλεγε συνέχεια ότι αν ήταν κορίτσι θα της έδινε την αλυσίδα που της είχε χαρίσει ο δούκας."μίλησε ο Σαμ κοιτώντας τον αδελφό του με νόημα στα μάτια. Ο Τέρρυ όμως δεν μπορούσε να αποκριθεί σε τούτα τα λόγια, γι'αυτό και έγνεψε σε εκείνον να συνεχίσει. "Κι όταν τα παιδιά προσπάθησαν να επισκεφτούν την Μπερνάντα ναι μεν δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τίποτα απ'όσα τους έλεγε εκείνη αλλά συνεχώς αναφερόταν σε μια αλυσίδα και πως δεν έπρεπε να φύγει σε καμιά περίπτωση απ'την θέση της."ο Σαμ έπιασε απ'τα μπράτσα τον αδελφό του προσπαθώντας να τον συγκρατήσει γιατί φαινόταν πως ήταν σε θέση να καταρρεύσει.
-"Κορίτσι, είναι κορίτσι..."επαναλάμβανε κάθε τόσο ο Τέρρυ. "Σάμμυ είναι κορίτσι, είναι ζωντανή, είναι στην Αμερική, είναι η αδελφή μας κι είναι ζωντανή!"σε λίγη ώρα εκείνος ήταν που βημάτιζε πάνω-κάτω το δωμάτιο κάνοντας ανήσυχους κύκλους. "Πρέπει να τη βρούμε! Πρέπει με κάποιο τρόπο να ταξιδέψουμε ως την Αμερική... και τότε..."
-"Τέρρυ σύνελθε!"είπε ο Σαμ πιάνοντας τον σφιχτά απ'τους ώμους, προσπαθώντας να τον συνετίσει. "Δεν είμαστε σίγουροι. Πρέπει να επικοινωνήσω, να ξαναγράψω στα παιδιά για να το ψάξουν και να διασταυρώσουμε τις πληροφορίες. Κι ακόμα κι αν ίσχυε κάτι απ'αυτά που σου είπα δεν θα μπορούσαμε να ταξιδέψουμε. Μόλις πριν από λίγους μήνες έκλεισες τα 15 κι εγώ τα 16. Ο δούκας δεν θα μας αφήσει να το κουνήσουμε από δω αν δεν ολοκληρώσουμε ή έστω δεν πατήσουμε το πόδι μας στο κολέγιο για όσο θα το θέλει εκείνος τουλάχιστον."
-"Που να πάρει!! ΔΙΆΟΛΕ!!!"έβρισε φωνάζοντας ο Τέρρυ έξαλλος απ'το πανικό και την οργή που έτρεφε γι'αυτόν τον άνθρωπο που στο κάτω-κάτω μπορεί να ήταν πατέρας του αλλά την συμπεριφορά του απέναντι στη μητέρα του και κατά πάσα πιθανότητα στην 'εν ζωή' αδελφή του, δεν θα του τη συγχωρούσε ποτέ. Ο Σαμ τον άφησε για λίγο να ξεθυμάνει, αφού αυτός ήταν συνήθως ο τρόπος με τον οποίο ξεσπούσε. "Δεν χωρεί αμφιβολία. Είναι κορίτσι, η Μπερνάντα γνωρίζει πολλά αφού μίλαγε συνεχώς για την αλυσίδα. Αυτό σημαίνει πως ήταν κοντά στο μωρό περισσότερο από εκείνη όταν γεννήθηκε. Κι η μητέρα ξέρει κι εμείς δεν μπορούμε να την δούμε που να πάρει ευχή!!"βλαστήμησε ξανά χτυπώντας τα χέρια του με μανία πάνω στο έπιπλο και αντικρίζοντας το είδωλό του στον καθρέφτη. Τα γαλαζοπράσινα μάτια του είχαν σκουρήνει απ'το θυμό τους κι έμοιαζαν με φουρτουνιασμένες θάλασσες. "Θα περιμένω όσο χρειαστεί. Ακόμα κι ένα κι δυο χρόνια μέχρι να καταφέρω να φύγω από δω και να πάω να την ψάξω στην Αμερική. Θα κάνω υπομονή."συμπλήρωσε τρέμοντας βρίσκοντας για λίγο την αυτοκυριάρχιά του.
-"Πως είσαι τόσο σίγουρος πως είναι κορίτσι; Πως είναι εκείνη; Πως θα καταφέρουμε να την βρούμε ανάμεσα σε τόσο κόσμο; Η Αμερική είναι τεράστια κι επιπλέον δεν γνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά της εκτός βέβαια απ'το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι κάπου γύρω στα 12."ο Σαμ είχε φέρει τώρα τα δάχτυλά του στο πηγούνι του σκεφτικός.
-"Σαμ δεν καταλαβαίνεις;!"ο Τέρρυ μπορεί να φαινόταν τώρα εκτός εαυτού αλλά σίγουρα δεν έχανε τις ελπίδες του. Έγειρε προς το μέρος του αδελφού του ρίχνοντας του μια στενάχωρη ματιά. "Φορά το οικόσημο των Γκράντσεστερ!" δήλωσε αργά και σταθερά. "Θα την βρούμε, είμαι απόλυτα σίγουρος γι'αυτό."πρόσθεσε ήρεμα στη συνέχεια.
[u]


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Μαρ 26, 2014 8:24 pm, 5 φορές συνολικά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Τρι Οκτ 16, 2012 10:34 pm

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο ~ ΜΑΙΟΣ, ΑΜΕΡΙΚΉ 1910



Άννα Τζόουνς

Τα σκούρα μπλε μάτια της Ανν στράφηκαν ξανά απ'την δύση του ηλίου στα τεράστια κλαδιά του δέντρου-Πατέρα στο οποίο βρισκόταν εδώ και λίγη ώρα. Καθισμένη σε μια γωνιά, πλήρως συνεπαρμένη απ'τα χρώματα του ουρανού, το βλέμμα της περιεργαζόταν ανήσυχο το τοπίο που απλωνόταν μπροστά της ενώ ταυτόχρονα η θύμησή της ξαναγύριζε και πάλι σε όλα εκείνα τα γεγονότα που είχε περάσει την τελευταία βδομάδα.
Πέντε μέρες είχαν περάσει σχεδόν μετά από εκείνο το ατύχημα στο ποτάμι, το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενα του γιατρού, των φίλων της και φυσικά του κ. Μπράιτον που τους είχε φιλοξενήσει το ίδιο βράδυ, της είχε στοιχίσει την απώλεια της μνήμης της. Η Ανν δεν καταλάβαινε τίποτα, της φαινόταν αδιανόητο το να μην θυμάται. Η αντίδρασή της και μόνο μαρτυρούσε την αρνητικότητα της σε όλο αυτό. Τελικά κατέθεσε τα όπλα και δέχτηκε την κατάστασή της όταν ο γιατρός προσπάθησε να την κάνει να θυμηθεί, προσπαθώντας να την ηρεμήσει απ'τις επανηλημένες κρίσεις πανικού που πάθαινε αμέσως μόλις είχε συνέλθει απ'το χτύπημα. Η Κάντυ κι ο Τομ βρισκόντουσαν συνέχεια στο πλευρό της όλη την ώρα. Δεν την άφησαν ούτε λεπτό απ'τα μάτια τους. Ακολουθώντας τις οδηγίες του γιατρού, την ρωτούσαν αν θυμόταν κάτι πριν συμβεί το ατύχημα. Η μόνη απάντηση που έπαιρναν ήταν το αρνητικό κούνημα της Ανν ακολουθούμενο από δάκρυα που κυλούσαν κάθε τόσο απ'τα μάτια της. 'Αυτό είναι άδικο! Γιατί να μην θυμάμαι τίποτα;!'σκεφτόταν εκείνη με πείσμα χτυπώντας το χέρι της στον κορμό του δέντρου με δύναμη. Κι όμως... ήξερε...
Εδώ και μια βδομάδα περίπου, απ'την στιγμή που είχαν επιστρέψει στο ορφανοτροφείο, κατά κάποιον τρόπο ήξερε πως να σκαρφαλώνει στα δέντρα. Αυτό την είχε βάλει σε σκέψεις και την ανησύχησε προς στιγμήν. 'Πως στα κομμάτια γινόταν αυτό;!'έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. 'Από που κι ως που μπορώ και ανεβαίνω σε δέντρα τόσο άνετα;'η ίδια παιδευόταν χωρίς να το θέλει. Την καθησύχασαν όμως οι δυο κυρίες που την φρόντιζαν, η κυρία Πόνυ και η αδελφή Μαρία της είπαν πως αυτό ήταν μια ασχολία που συνήθιζε να κάνει συχνά λίγο πριν το ατύχημα. Ακούγοντας τα λόγια αυτά ανακουφίστηκε. Ο γιατρός της είχε εξηγήσει πως κάποιες κινήσεις και πράξεις προφανώς είχαν απομνημονευτεί κι είχαν μείνει στο υποσυνείδητό της, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να φέρει στο μυαλό της κάποιο γεγονός ή  εικόνα που θα την βοηθούσε να θυμηθεί. Επίσης δεν απέκλειε το ενδεχόμενο ότι θα συνερχόταν. Μπορεί να μην γινόταν σύντομα, μπορεί να περνούσαν μέρες, βδομάδες, μήνες ακόμα και χρόνια. Αυτό εξαρτιόταν απ΄την ίδια την Ανν, την ψυχολογική της κατάσταση κι απ'το εάν ήθελε να παραμείνει στην άγνοια ή όχι. Εκείνη όμως ήθελε να θυμηθεί, δεν άντεχε να βλέπει τα πράσινα μάτια εκείνου του κοριτσιού με τις κατάξανθες μπούκλες να την κοιτούν κάθε μέρα που περνούσε με προσμονή, ελπίδα αλλά και ανησυχία συνάμα έκδηλη στο πρόσωπό της. Με κάποιον τρόπο ήθελε να την ευχαριστήσει, που νοιαζόταν, που ήταν εκεί όταν την είχε ανάγκη, που... που την αγαπούσε σαν να ήταν 'αδελφή' της... φίλη της... 'Μια αδελφική φίλη.'μουρμούρισε η Ανν ενώ έφερνε την εικόνα της Κάντυ στο μυαλό της. Κι ήλπιζε πως ο μόνος τρόπος για να της το ανταποδώσει και να την κάνει να χαρεί ήταν με το να ξαναβρεί την μνήμη της. Ύστερα ήταν κι εκείνος...
Ο Τομ. Η Κάντυ της είχε πει πως εκείνος ήταν ο λόγος που δεν είχαν πεθάνει απ'το κρύο την νύχτα που τις είχαν βρει στο ορφανοτροφείο. Η Ανν είχε μάθει απ'την φίλη της πως όλα αυτά τα χρόνια το αγόρι με τα μαύρα μαλλιά και τα γκρίζα μάτια ήταν σαν 'αδελφός' και για τις δυο τους και πως ακόμα και μετά την υιοθεσία του δεν δίσταζε να κάνει συχνές επισκέψεις στο αρχοντικό με σκοπό να τις δει. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. 'Και τότε γιατί...;' αναρωτιόταν η Ανν από μέσα της φέρνοντας ξανά τις εικόνες στο μυαλό της.
Αργότερα, εκείνο το απόγευμα όταν ο γιατρός είχε αποσυρθεί, ο Μπράιτον είχε προσφερθεί να φιλοξενήσει τα παιδιά σπίτι του. Ο Τομ του είχε εξηγήσει πως δεν χρειαζόταν και πως ούτως ή άλλως το ράντζο του πατέρα του ήταν στο δρόμο τους. Ο κ. Μπράιτον όμως ήταν ανένδοτος γι'αυτό και το αγόρι συμφώνησε τελικά πως θα ήταν καλύτερο για μια μέρα η Ανν να μην αναστατωνόταν περισσότερο, δεν ήταν ανάγκη να μπει σε τέτοια διαδικασία. Εξάλλου εκείνος κι η Κάντυ θα ήταν κοντά της, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Τα δυο κορίτσια βρισκόντουσαν μέσα στο δωμάτιο όπου λίγες ώρες πριν είχε ξύπνησε η Ανν. Ένα αχνό χαμόγελο στόλισε τα χείλη της καθώς έφερνε την σκηνή ξανά στο νου της...

-"Χαχα! Αυτά τα ρούχα είναι πολύ ωραία!"σχολίασε η Κάντυ χαμογελώντας. Έδεσε την ζώνη της γύρω απ'το ροζ σακάκι της, έφτιαξε την παντελόνα της και κατευθύνθηκε προς το μέρος της Ανν. "Άσε με να στο φτιάξω..."της είπε γλυκά ενώ την έβλεπε να προσπαθεί να στηρίξει τον κίτρινο φιόγκο στο λαιμό της.
-"Ευχαριστώ."της αποκρίθηκε εκείνη αμήχανα, μη μπορώντας ακόμα να πιστέψει τι ακριβώς συνέβαινε και πως είχαν βρεθεί ξαφνικά εκεί.
-"Ορίστε! Περίμενε μισό λεπτό..."η Κάντυ πήρε στα χέρια της το πράσινο καπελάκι και το φόρεσε στο κεφάλι της Ανν. Ο κίτρινος φιόγκος της σε συνδυασμό με το σιέλ σακάκι και την παντελόνα της την έκαναν να δείχνει μια σωστή δεσποινίδα. "Είσαι πολύ όμορφη."
-"Κι εσύ το ίδιο."ψιθύρισε ντροπαλά η Ανν που δεν ήξερε τι να πει. Κι όμως βαθιά μέσα της ένιωθε πως έπρεπε να ανταποδώσει. "Εσύ δεν θα φορέσεις το δικό σου;"την ρώτησε στη συνέχεια δείχνοντας της το ροζ καπέλο της.
-"Φυσικά."η Κάντυ φόρεσε το καπέλο της ρίχνοντας άλλη μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη. Μετά στράφηκε προς την φίλη της πιάνοντας απαλά το χέρι της. "Ώρα να πηγαίνουμε, μας περιμένουν."την οδήγησε προς την πόρτα. Το χέρι όμως της Ανν έσφιξε απότομα τον καρπό της.
-Κάντυ;!"πρόφερε με τρεμάμενη φωνή η Ανν, το βλέμμα της ήταν γερμένο προς το έδαφος και τα μάγουλά της κατακόκκινα από ντροπή. Η Κάντυ την κοιτούσε παραξενεμένη. "Θα... θα είναι κι εκείνος;"κατάφερε να μιλήσει ύστερα από λίγο.
-"Ναι καλή μου θα είναι κι εκείνος. Μην φοβάσαι Ανν, ο Τομ νοιάζεται για σένα. Δεν θα σου έκανε ποτέ κακό."
-"Γιατί με φίλησε Κάντυ;"δάκρυα είχαν εμφανιστεί τώρα στα μάτια της Ανν κι η φωνή της ακουγόταν σπασμένη. Η Κάντυ την έσπρωξε μαλακά προς το κρεβάτι προτρέποντας την να καθίσουν.
-"Ανν είμαι σίγουρη πως ο Τομ φοβήθηκε για την ζωή σου και αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Πίστεψε εκείνη την στιγμή πως μόνο έτσι θα ξυπνούσες. Τρελάθηκε απ'την αγωνία του, νόμιζε πως είχες πνιγεί. Για εκείνον όπως και για μένα σημαίνεις πολλά και δεν θα αντέχαμε στην σκέψη και μόνο πως είχες χαθεί απ'τις ζωές και των δυο μας."η Κάντυ έσκυψε προς το μέρος της αναζητώντας το βλέμμα της. "Για πες μου τώρα εσύ αν βρισκόσουν στη θέση του τι θα έκανες; Δεν θα είχες πανικοβληθεί;"
-"Θα καλούσα βοήθεια."αντέτεινε η Ανν με σθένος. "Σε καμιά περίπτωση δεν θα τον φιλούσα, δεν θα υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο..."
-"Αν νοιαζόσουν πραγματικά για εκείνον κι υπήρχε έστω κι η ελάχιστη πιθανότητα να τον σώσεις εσύ η ίδια;"την πίεσε περισσότερο η ξανθιά φακιδομούρα.
-"Υποθέτω πως θα έκανα το ίδιο."μουρμούρισε η Ανν καταθέτοντας τα όπλα. "Αλλά δεν τον γνωρίζω καθόλου Κάντυ..."ξέσπασε σε λυγμούς λίγο μετά.
-"Πριν το ατύχημα τον γνώριζες και πολύ καλά μάλιστα."τα λόγια αυτά εξέπληξαν τόσο πολύ την Ανν σε σημείο να κοιτάξει την Κάντυ με γουρλωμένα μάτια. "Έλα καλή μου, ας πηγαίνουμε. Όλα θα πάνε καλά, μην ανησυχείς για τίποτα. Εγώ είμαι εδώ."
Τα δυο κορίτσια βγήκαν απ'το δωμάτιο κρατώντας σφιχτά η μία το χέρι της άλλης και διέσχισαν τον διάδρομο μέχρι που βρέθηκαν έξω στον κήπο με την καθοδήγηση του υπηρετικού προσωπικού του σπιτιού των Μπράιτον. Η Κάντυ σε κλάσματα δευτερολέπτου κατέβηκε ένα-ένα τα σκαλιά της μπαλκονόπορτας θέλοντας να βρεθεί κοντά στον ιδιοκτήτη της οικίας αλλά και στον Τομ που εκείνη την ώρα μιλούσαν μεταξύ τους. Η ξανθιά φακιδομούρα στάθηκε μπροστά στον κ. Μπράιτον και έκανε μια βαθιά υπόκλιση.
-"Σας ευχαριστούμε πολύ για την φιλοξενία σας αλλά και για τα ρούχα που μας δώσατε κύριε."είπε η Κάντυ χαμογελώντας και κοιτώντας τον στα μάτια.
-"Κοιτάχτε τις κ. Μπράιτον. Δείχνουν τόσο χαριτωμένες έτσι που είναι ντυμένες, δεν συμφωνείτε;"είπε η Λούση. Η Κάντυ έγειρε προς το μέρος της, ήταν η υπηρέτρια που είχε προσπαθήσει να την ντύσει νωρίτερα. Της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο ευχαριστώντας την.
-"Πράγματι Λούση, έχεις δίκιο."είπε ο κ.Μπράιτον και ταυτόχρονα εκείνος κι η Κάντυ έστρεψαν την προσοχή τους προς τος μέρος της Ανν η οποία αντιλαμβανόμενη την παρουσία του Τομ είχε μείνει ακίνητη στην είσοδο της μπαλκονόπορτας, στηριζόμενη απ'την βάση της σκάλας. "Έλα εδώ παιδί μου."την παρακάλεσε ευγενικά.
-"Αφήστε εμένα κύριε."είπε ο Τομ. Πλησίασε το ανήσυχο κορίτσι και άπλωσε το χέρι του. "Σε παρακαλώ Ανν."της ψιθύρισε με την γλυκιά φωνή του κι εκείνη βάλθηκε να τον παρατηρεί. Ήταν ντυμένος με  ένα άσπρο πουκάμισο, το παντελόνι και το γιλέκο του είχαν την απόχρωση του καφέ ενώ οι μαύρες μπότες που φορούσε τον έκαναν να δείχνει μεγαλύτερος απ'την πραγματική του ηλικία. 'Τι όμορφος που είναι...'η αθώα σκέψη πέρασε αστραπιαία απ'το μυαλό της Ανν που δισταχτικά έτεινε το χέρι της προς τη μεριά του κι εκείνος αφού το έκλεισε μέσα στο δικό του απαλά, την παρέσυρε στον κήπο μαζί με τους άλλους.
-"Μμμ... τι μυρίζει τόσο ωραία;"η ξανθιά φακιδομούρα τώρα είχε κλείσει τα μάτια της ενώ ρουθούνιζε από δω κι από εκεί προσπαθώντας να εντοπίσει την προέλευση της μυρωδιάς που της είχε 'σπάσει' στην κυριολεξία την μύτη.
-"Κάντυ..."αναστέναξε ο Τομ χτυπώντας με την παλάμη του το μέτωπό του. "Ειλικρινά δεν έχεις τον Θεό σου."σχολίασε με ένα κουρασμένο ύφος. Η κίνησή του αυτή προς μεγάλη έκπληξη όλων προκάλεσε το γέλιο της Ανν που φάνηκε να ενθαρρύνεται με την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί. 'Θέλω να σε βλέπω να γελάς Χιονάτη μου.'σκεφτόταν εκείνος ενώ την παρατηρούσε. 'Ποτέ δεν θέλω να σε δω να κλαις ξανά, για κανένα λόγο.'το γέλιο του κοριτσιού σταμάτησε απότομα όταν πήρε είδηση τον Τομ που την κοιτούσε συνεχίζοντας να κρατά σφιχτά το χέρι της. Η Ανν έσκυψε αμέσως το κεφάλι της στο γρασίδι.
-"Κορίτσια ελάτε! Το φαγητό είναι έτοιμο."φώναξε η Λούση υποδεικνύοντας τους ένα τραπέζι που είχε στηθεί στη μέση του κήπου γεμάτο με διάφορες λιχουδιές. Η Κάντυ ακολουθώντας την μυρωδιά πλησίασε το τραπέζι κι άρχισε να θαυμάζει τα φαγητά που βρίσκονταν πάνω σε αυτό. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στη θέα τους, το χαμόγελό της είχε φτάσει μέχρι και τα αυτιά της. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τόσο πολύ φαγητό.
-"Ωωω Θεέ μου, κοίτα εδώ φαί. Στο σπίτι του 'Μικρού Αλόγου' δεν τρώγαμε ποτέ τόσο φαγητό κι ούτε ήμασταν ποτέ τόσο όμορφα ντυμένες. Αχ είναι θαυμάσιο. Σας ευχαριστούμε κ. Μπράιτον για όλα!"η ξανθιά φακιδομούρα είχε αρπάξει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου δύο καλαμάκια με κρέας και τα έτρωγε με μανία.
-"Κάντυ για όνομα του Θεού πρόσεχε λίγο τους τρόπους σου. Κάνεις λες και σε κυνηγάνε."ο Τομ βρισκόταν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
-"Τι είναι το σπίτι του 'Μικρού Αλόγου';"ρώτησε ξαφνικά η Ανν.
-"Είναι το μέρος όπου μεγαλώσαμε εγώ, εσύ κι η Κάντυ Ανν."της απάντησε ήρεμα ο Τομ. Το κορίτσι που κρατούσε με προσοχή δίπλα του φρόντιζε να αποσπά ευχάριστα την προσοχή του.
-"Ναι, για την ακρίβεια για αυτό το σπίτι μου μιλούσε ο Τομ λίγο πριν εμφανιστείτε κορίτσια."επισήμανε ο κ.Μπράιτον. "Είναι ένα σπίτι για παιδιά χωρίς οικογένεια, σωστά Τομ;"
-"Πολύ σωστά κ.Μπράιτον."του αποκρίθηκε εκείνος. Ένιωσε το χέρι της Ανν να τρέμει ανάμεσα στα δάχτυλά του. "Αισθάνεσαι καλά Ανν;"την ρώτησε αμέσως.
-"Είμαι πολύ καλά ευχαριστώ."μίλησε με κόπο η Ανν. Ο Τομ που δεν φάνηκε να πείθεται γονάτισε μπροστά της. "Αλήθεια είμαι καλά... Η Κάντυ μου είπε πως δεν έχουμε οικογένεια, πως μας βρήκαν μια νύχτα έξω απ'αυτό το σπίτι... Αν δεν ήσουν εσύ λέει..."η φωνή της χάθηκε, αδυνατούσε να συνεχίσει. Εκείνος πήρε τα χέρια της μέσα στα δικά του που ήταν παγωμένα και τα φίλησε τρυφερά.
-"Αλήθεια κύριε δεν έχετε ξανακούσει γι'αυτό;"ρωτούσε τώρα η Κάντυ μασουλώντας περισσότερο κρέας.
-"Όχι παιδί μου."της απάντησε εκείνος προσπαθώντας να πνίξει ένα γέλιο. "Πρόσφατα εγκαταστάθηκα εδώ και δεν γνωρίζω την περιοχή. Αλλά θα έπρεπε να ξέρω γι'αυτό."
-"Δεν πειράζει κύριε. Είναι το καλύτερο σπιτικό που θα μπορούσε να έχει ένα παιδί. Δεν είναι καθόλου άσχημα, περνάμε μια χαρά εκεί κύριε."η Κάντυ πήρε την λεμονάδα που της πρόσφερε η Λούση και άρχισε να πίνει για να ξεδιψάσει.
-"Χαίρομαι γι'αυτό παιδί μου."ο κ.Μπράιτον επεξεργαζόταν τα δυο κορίτσια με ενδιαφέρον.
Ένας παράξενος ήχος τους έκανε όλους να γείρουν το βλέμμα τους προς τον στάβλο της οικίας Μπράιτον. Ένας απ'τους άντρες που βρισκόταν στην υπηρεσία του κ.Μπράιτον έφερνε τώρα κοντά τους ένα ερυθρόφαιο άτι. Το χλιμίντρισμα του αλόγου τράβηξε την προσοχή όλων, δηλώνοντας έτσι την ίδια ώρα την παρουσία του. Είχε μεταξένιο τρίχωμα, χαίτη κι ουρά, ήταν λίγο λευκό στο κεφάλι και στο κάτω μέρος των ποδιών του. Η Ανν αποτραβήχτηκε με τρόπο απ'τα δεσμά του Τομ κι έτρεξε προς το μέρος του.
-"Άχου! Τι όμορφο που είναι!"είπε όλο χαρά το κορίτσι, στη συνέχεια στράφηκε προς τον κύριο που κρατούσε τα χαλινάρια. "Πως το λένε;"ρώτησε ζωηρά.
-"Το όνομά της είναι Άρτεμις."της αποκρίθηκε ο άντρας. Η Ανν έγειρε ξανά προς το άλογο απλώνοντας τα χέρια της στο μέτωπό του χαιδεύοντας το απαλά.
-"Γεια σου Άρτεμις... Εμένα... εμένα με λένε Ανν."ο κ.Μπράιτον κι ο Τομ πλησίασαν κι εκείνοι το άτι θαυμάζοντας το.
-"Στην αρχή θεώρησα πως θα ήταν καλή ιδέα εάν ο Τομ πήγαινε μια βόλτα με ένα απ'τα άλογά μου μιας και απ'ότι μου εξήγησε ξέρει πως να τα χαλιναγωγεί, εφόσον εκείνος κι η οικογένειά του έχουν ράντζο. Στην συνέχεια όμως σκέφτηκα μήπως τα κορίτσια ήθελαν να κάνουν ιππασία όταν θα τελείωναν με το φαγητό."είπε ο κ.Μπράιτον.
-"Αχ ναι κύριε θα το ήθελα πάρα πολύ αλλά μου φαίνεται πως εγώ βαρυστομάχιασα και δεν μπορώ να ανέβω πάνω στο άλογο. Ίσως ζαλιστώ και πέσω. Δεν θα ήταν και πολύ ευχάριστο θέαμα αυτό."δικαιολογήθηκε η Κάντυ βγάζοντας έξω την γλώσσα της, φέρνοντας το χέρι της στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και κάνοντας την χαρακτηριστική της γκριμάτσα. Αμέσως όλοι ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Όταν η Λούση είδε πως τα κορίτσια δεν θα έτρωγαν άλλο κινήθηκε προς το τραπέζι μαζεύοντας τα πιάτα με την ξανθιά φακιδομούρα από πίσω της. "Λούση θα μου δείξεις πως να φτιάχνω κι εγώ τα καλαμάκια με το κρέας;"την ρώτησε συνωμοτικά. Η υπηρέτρια της έκλεισε πονηρά το μάτι.
-"Μα και βέβαια Κάντυ."λίγο αργότερα εκείνη και το κορίτσι κινούνταν προς το εσωτερικό του σπιτιού.
-"Κ.Μπράιτον θα... θα μπορούσα να κάνω εγώ μια βόλτα με την Άρτεμις σας παρακαλώ;"ρώτησε ευγενικά η Ανν σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά στα ρούχα της, μην μπορώντας να κοιτάξει τον κύριο κατάματα.
-"Φυσικά παιδί μου. Καλό θα ήταν όμως να έρθει και κάποιος μαζί σου για να σε προσέχει."της απάντησε εκείνος.
-"Ανν...;"ο Τομ βρέθηκε για άλλη μια φορά γονατισμένος μπροστά της. "Θέλεις να πάμε μαζί βόλτα με την Άρτεμις;"τα μάγουλα της Ανν είχαν πάρει το χαρακτηριστικό ροζ χρώμα και τα μάτια της κοιτούσαν τώρα το αγόρι με ανησυχία. Εκείνος καταλαβαίνοντας τον φόβο της έσπευσε να την καθησυχάσει. "Ανν πέρασες πολλά τις τελευταίες ώρες, δεν μπορώ κι ούτε θέλω να σκέφτομαι τι μπορεί να σου συμβεί αν σ'αφήσω μόνη. Καθήκον μου είναι να σε προσέχω και να σε κρατήσω ασφαλή μέχρι να γυρίσουμε κάποια στιγμή στο ορφανοτροφείο. Και δεν είναι μόνο αυτό... το θέλω πραγματικά. Κόντεψα να αποτύχω μία φορά, δεν θέλω να συμβεί και δεύτερη. Με καταλαβαίνεις σωστά;"ο Τομ τώρα την κοιτούσε ανυπόμονα. Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του κοριτσιού.
-"Ναι..."ψιθύρισε εκείνη σιγανά αλλά αρκετά καθαρά για να την ακούσει. "Θα ήθελα πολύ να με συνοδεύσεις Τομ."στη στιγμή εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και την έβαλε να καθίσει προσεχτικά πάνω στη σέλα του αλόγου. Λίγα λεπτά αργότερα ο Τομ έπαιρνε θέση από πίσω της, φέρνοντας τα χέρια του ανάμεσα της και πιάνοντας τα χαλινάρια. Στράφηκε προς τον κ.Μπράιτον.
-"Μην ανησυχείτε, θα την προσέχω."του είπε με ύφος αποφασιστικό.
-"Δεν αμφιβάλλω γι'αυτό παιδί μου. Απλά φροντίστε να είστε πίσω πριν σκοτεινιάσει."τους συμβούλευσε.
-"Έχετε τον λόγο μου."ο Τομ τράβηξε προσεχτικά τα χαλινάρια, η Άρτεμις άρχισε να καλπάζει αργά αλλά σταθερά και σε λίγο εκείνος κι η Ανν είχαν χαθεί απ'το οπτικό πεδίο του κ.Μπράιτον.
-"Το άλογο αυτό φαίνεται πολύ ήσυχο."παρατήρησε κάποια στιγμή η Ανν όταν πια είχαν βρεθεί στην καρδιά του δάσους. "Δεν θα παθαίναμε τίποτα αν η Άρτεμις έτρεχε λίγο περισσότερο έτσι;"
-"Κρατήσου γερά."την προειδοποίησε ο Τομ με ένα σφιγμένο χαμόγελο. Η Ανν έφερε τα χέρια της γύρω απ'την μέση του για να κρατηθεί. Εκείνος χτύπησε ελαφρά τα πλευρά του αλόγου και γρήγορα εκείνο άρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο. Όταν είχε περάσει κάμποση ώρα ο Τομ θεώρησε πως η Άρτεμις χρειαζόταν ξεκούραση γι'αυτό και σταμάτησε. "Λοιπόν είσαι ικανοποιημένη; Σου αρέσει εδώ Ανν;"την ρώτησε λίγες στιγμές αργότερα σπάζοντας την σιωπή που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους.
-"Ναι είναι πολύ όμορφα."του αποκρίθηκε εκείνη. Η ματιά της έπεσε για λίγο στα κλαδιά των δέντρων και στη συνέχεια στα καταγάλανα νερά της λίμνης που δέσποζε μπροστά τους. "Είναι πράγματι πολύ ωραία εδώ Τομ. Κοίταξε τα πουλιά που κελαηδούν. Τα χρώματα που τρεμοπαίζουν στα νερά της λίμνης, τον παλ μήλο εκεί κάτω..."ενώ εκείνη μιλούσε ο Τομ είχε αφεθεί στον ήχο της φωνής της κλείνοντας τα μάτια του για λίγο. 'Έχεις δίκιο Χιονάτη μου, τίποτα απ'όλα αυτά όμως δεν θα είχε σημασία για μένα αν δεν ήσουν εσύ κοντά μου αυτή τη στιγμή.'σκεφτόταν εκείνος ενώ είχε εναποθέσει το πηγούνι του πάνω στα μαλλιά της. Ξαφνικά νιώθοντας να ξυπνάει από ένα όνειρο ξεκαβαλίκεψε απ'το άτι και έτεινε τα χέρια του προς το μέρος της.
-"Έλα, πρέπει να ξεκουραστούμε κι οι δυο. Το ίδιο κι η Άρτεμις."καθώς εκείνη κατέβαινε απ'το άλογο κι έφερνε τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό του αισθάνθηκε μια σκοτοδίνη. Το κεφάλι της Ανν έγειρε στον ώμο του. "ΑΝΝ;!" έσκουξε ο Τομ πανικόβλητος. Την πήρε στα χέρια του και την εναπέθεσε κάτω απ'το κορμό ενός δέντρου. Κάθισε δίπλα της μην αφήνοντας τα χέρια της απ'τα δικά του. "Τι ένιωσες;"την ρώτησε γρήγορα.
-"Δεν ξέρω... έχω την αίσθηση πως το έχω ξαναζήσει αυτό."τα σκούρα μπλε μάτια της συνάντησαν με τρόμο τα γκρίζα δικά του. "Είναι σαν να προσπαθεί η εικόνα να έρθει στο μυαλό μου αλλά αμέσως μετά φεύγει πριν προλάβω να την δω καθαρά."ακούγοντας τα λόγια της ο Τομ της φίλησε τα χέρια ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερο συναίσθημα απ'ότι πριν. "Με έχεις ξαναπάρει και στο παρελθόν αγκαλιά."δεν ήταν ερώτηση, ήταν διαπίστωση.
-"Ναι Ανν. Έχει ξαναγίνει και στο παρελθόν αυτό."της το επιβεβαίωσε εκείνος κοιτώντας την ήρεμα και σταθερά στα μάτια. Η Ανν άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό και ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του.
-"Η Κάντυ είπε πως νοιάζεσαι πραγματικά για μένα. Υποθέτω πως κι εγώ το ίδιο έκανα για σένα πριν το ατύχημα σωστά;"ο Τομ παρέμεινε σιωπηλός αφήνοντας την να μιλήσει. Το μόνο που έκανε ήταν να φέρει τα χέρια του γύρω της παίρνοντας την στην αγκαλιά του. "Συγχώρεσε με που δεν θυμάμαι τίποτα για σένα, συγχώρεσε με που δεν θυμάμαι τι νιώθω για σένα."το χέρι της γατζώθηκε πάνω στο πουκάμισό του, η φωνή της είχε ραγίσει και πάλι.
-"Δεν υπάρχει τίποτα να σου συγχωρέσω. Δεν χάνω τις ελπίδες μου Ανν, κάποια μέρα είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως θα θυμηθείς τα πάντα."της ψιθύρισε εκείνος με την απαλή φωνή του χαιδεύοντας την ίδια ώρα τα μαλλιά της.
-"Ακούγεσαι σίγουρος. Πιστεύεις πως θα μπορέσω να θυμηθώ ξανά;"η Ανν σήκωσε το κεφάλι της. Η ματιά της συνάντησε τη δική του και πάλι.
-"Δεν θα ήμουν σίγουρος αν δεν το πίστευα."ο Τομ την πλησίασε λίγο περισσότερο αφήνοντας τα χείλη του να αγγίξουν για λίγο το μέτωπό της, χαρίζοντας της ένα φιλί.
-"Συγγνώμη αν σου φέρθηκα άσχημα. Τώρα μπορώ να καταλάβω γιατί έκανες ό,τι έκανες."για κάποιον ανεξήγητο λόγο η Ανν είχε κλείσει τα μάτια της, έχοντας την επιθυμία να αισθανθεί το φιλί που εκείνος της πρόσφερε. Ήταν η σειρά του Τομ να την κοιτάξει παραξενεμένος. "Σε ευχαριστώ που μου έσωσες την ζωή Τομ. Απλά εύχομαι να μπορούσα να θυμηθώ και να ανταποκριθώ κι εγώ... "τα λόγια της κόπηκαν απότομα, εκείνος είχε φέρει τα ακροδάχτυλα του στα χείλη της. '...στην αγάπη σου...'άφησε τον συλλογισμό της να ολοκληρώσει.
-"Σςς... Δεν χρειάζεται να μου πεις. Δεν θα άφηνα τίποτα να σου συμβεί." είχε φέρει την μία του παλάμη στο μάγουλό της ενώ την έσερνε τρυφερά πάνω στην επιδερμίδα της. Για λίγο έμειναν σιωπηλοί να κοιτούν και να επεξεργάζονται ο ένας τον άλλον. Η Ανν έφερε κι εκείνη το χέρι της δισταχτικά στο πρόσωπό του, κρατώντας το απαλά, παρατηρώντας τον λες και τον έβλεπε πρώτη φορά στη ζωή της. Εκείνος πήρε την παλάμη της μέσα στη δική του παρακαλώντας την με αυτόν τον τρόπο να μην την απομακρύνει και να νιώσει το χάδι της λίγο ακόμα.
Το μπουμπουνητό που ήχησε άξαφνα έκανε και τους δυο να τρομάξουν τόσο πολύ σε σημείο να σφίξουν μηχανικά ο ένας στην αγκαλιά του τον άλλον. Τα κεφάλια τους έγειραν προς τον ουρανό, όπου τώρα είχε εξαφανιστεί το φως του ήλιου. Μαύρα σύννεφα τον είχαν αντικαταστήσει και είχαν κάνει απειλητικά την εμφάνισή τους.
-"Πρέπει να πηγαίνουμε πριν πιάσει μπόρα."της είπε λίγο αργότερα ο Τομ με βαριά καρδιά, ενώ την βοηθούσε να σηκωθεί απ'τον κορμό του δέντρου.
-"Ναι, έχεις δίκιο."συμφώνησε η Ανν κρατώντας ακόμα τα χέρια του. Πλησίασαν κι οι δυο την Άρτεμις. Όταν βρισκόντουσαν κι οι δυο πάνω στη σέλα του αλόγου, ο Τομ πιάνοντας με το ένα χέρι τα χαλινάρια, έφερε το άλλο προστατευτικά γύρω απ'την μέση της Ανν. Εκείνη συνειδητοποιώντας το νόημα της κίνησής του αυτής, έφερε το χέρι της πάνω στο δικό του κρατώντας το και χαιδεύοντας το τρυφερά. 'Δεν θα ξεχάσω αυτή τη μέρα, όσο ζω. Το υπόσχομαι.'συλλογιζόταν εκείνη. Σε λίγη ώρα η Άρτεμις άρχισε να τρέχει με προορισμό την οικία των Μπράιτον.
-'Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτήν την μέρα. Το ορκίζομαι.'σκεφτόταν με σθένος ο Τομ αγνοώντας πως την ίδια σκέψη είχε κάνει κι η αγαπημένη του ταυτόχρονα με εκείνον.

"Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν πρόκειται να ξεχάσω. Ακόμα κι αν δεν θυμάμαι τίποτα θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να θυμηθώ, για μένα, για την Κάντυ και... και για εκείνον. Πρέπει... πρέπει να θυμηθώ!"το μυαλό της Ανν τώρα είχε γυρίσει στο παρόν. Βρισκόταν ακόμα καθισμένη πάνω στα κλαδιά του δέντρου. Καλά θα έκανε όμως να κατέβαινε γρήγορα από εκεί πριν σκοτείνιαζε εντελώς. Δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα όταν ξαφνικά άκουσε φωνές. Κάποιος την φώναζε. Αμέσως αναγνώρισε την φωνή της φίλης της που την καλούσε.
-"Ανν;! Ανν;! Που είσαι;"η Κάντυ τώρα είχε σταθεί κάτω απ'το αγαπημένο της δέντρο ενώ δεν παρέλειπτε να ψάχνει τριγύρω για την 'αδελφή' της.
-"Εδώ είμαι. Κάντυ εδώ πάνω!"η Ανν άρχισε να κατεβαίνει με αργιές κινήσεις το δέντρο. Λίγο αργότερα εκείνη κι η Κάντυ κατευθυνόντουσαν προς το σπίτι του 'Μικρού Αλόγου'.
-"Μα καλά τι έκανες τόση ώρα εκεί πάνω;"την ρώτησε με ένα χαρωπό ύφος η ξανθιά φακιδομούρα.
-"Εμ... είχα ανέβει να φάω με την ησυχία μου αυτά."η Ανν έχωσε με δύναμη το ένα χέρι της στην τσέπη του φορέματος της. Άνοιξε την χαρτοπετσέτα κι η Κάντυ έμεινε να κοιτά το περιεχόμενο με γουρλωμένα μάτια. "Ταυτόχρονα και τρώγοντας προσπαθούσα να θυμηθώ κάτι, οτιδήποτε. Μετά όμως σκέφτηκα πως δεν θα ήταν σωστό να τους φάω όλους μόνη μου. Αφού σε είχα δει πως τους καταβρόχθιζες στο σπίτι του κ. Μπραίτον. Αν ήξερα πόσο σου αρέσουν οι ζαχαρωτοί χουρμάδες θα έπαιρνα ολόκληρο σακουλάκι."πρόσθεσε η Ανν αφήνοντας να φανεί στα χείλη της ένα κρυφό γελάκι.
-"Ανν;! Δεν έφαγα χουρμάδες στο σπίτι του κ. Μπράιτον. Είμαι βέβαιη γι'αυτό!"της υπενθύμισε εκείνη με τρεμάμενη φωνή. Η Ανν έμεινε να την παρατηρεί με ύφος μπερδεμένο. Αμέσως η Κάντυ έφερε τα χέρια της στους ώμους της φίλης της κρατώντας την γερά. "Άνν;! Το ήξερες από πριν το ατύχημα! Το ήξερες!"η Κάντυ ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. "Πότε το πήρες αυτό; Πες μου σε παρακαλώ πότε το πήρες;" την ρώτησε με αγωνία.
-"Νομίζω... την επόμενη μέρα ζήτησα να μου δώσει κρυφά από όλους η Λούση μερικούς για να τους δώσω σε σένα..."δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της. Την επόμενη στιγμή η Κάντυ έπεφτε στα πόδια της.
-"Θυμάσαι Ανν... θυμάσαι, θυμάσαι, θυμάσαι... Ανν..."δάκρυα κυλούσαν σε όλο της το πρόσωπο. Δάκρυα χαράς.
-"Κάντυ..."η Ανν δεν ήξερε τι να πει, ούτε και πως να πράξει στην ξαφνική αντίδρασή της. Το μόνο που έκανε ήταν να γονατίσει μαζί της στο γρασίδι και να την πάρει στην αγκαλιά της.
-"Σε ευχαριστώ πολύ Ανν. Σε ευχαριστώ πολύ. Σε αγαπώ πολύ ακόμα κι αν δεν το θυμάσαι. Μην το ξεχάσεις όμως ποτέ από δω και πέρα."μίλησε ύστερα από λίγο η Κάντυ ανάμεσα στους λυγμούς της και σκουπίζοντας τα μάτια της.
-"Δεν θα ξεχάσω Κάντυ. Σου υπόσχομαι πως από δω και πέρα δεν πρόκειται να ξεχάσω."της αποκρίθηκε με ύφος αποφασιστικό η Ανν χαρίζοντας της ένα πλατύ χαμόγελο.


~~~***~~~


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Dalia στις Τετ Μαρ 26, 2014 9:11 pm, 1 φορά

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Candy Candy... A different kind of story !

Δημοσίευση από Dalia Την / Το Τρι Οκτ 16, 2012 11:05 pm

~~~***~~~


Κάντυ Γουάιτ


Το ίδιο βράδυ η Κάντυ περιφερόταν στους διαδρόμους του αρχοντικού σαν την 'άδικη κατάρα'. Όλη τη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της, σαν κάτι να την απασχολούσε, ένιωθε ότι είχε ένα άσχημο προαίσθημα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κάποια στιγμή έφερε τα χέρια της στο κεφάλι και βάλθηκε να παρατηρεί σαν χαμένη το ταβάνι, λες κι εκείνο θα μπορούσε να της δώσει λύση στο αναπάντητο ερώτημα που την βασάνιζε. Τα παράτησε... η νύχτα ήταν ακόμα μακριά, έπρεπε να την πάρει ο ύπνος με κάποιον τρόπο. Δεν μπορούσε να μείνει ξάγρυπνη όλη την νύχτα. Το πρωί σίγουρα θα είχε πολλές δουλειές να κάνει και έπρεπε να είναι δυνατή για να σταθεί στα πόδια της. Έκανε πέρα τα μαξιλάρια με μια ήρεμη κίνηση και χωρίς να ενοχλήσει την Ανν που κοιμόταν ακριβώς δίπλα της, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κινήθηκε προς την πόρτα. 'Ίσως αν πάρω κανά ποτηράκι απ'αυτό το υγρό που πίνει κι η κυρία Πόνυ, με πάρει και μένα ο ύπνος. Ναι, ναι... θα πάω στο γραφείο θα πιω μια γουλιά και θα ξαναγυρίσω στο δωμάτιο. Ούτε γάτα ούτε ζημιά.'σκεφτόταν η ξανθιά φακιδομούρα χαχανίζοντας από μέσα της. Καθώς βημάτιζε όσο πιο διακριτικά μπορούσε ερχόμενη απ'την κουζίνα με ένα ποτήρι νερό στα χέρια της και με προορισμό το γραφείο της διευθύντριας παράξενοι ήχοι την έκαναν να σταματήσει απότομα. Πλησίασε περίεργη την πόρτα του γραφείου και κόλλησε το αυτί της πάνω της. Ομιλίες προέρχονταν απ'αυτό. Κι εκεί... άξαφνα η φωνή που ήχησε στην συνέχεια τρόμαξε τόσο πολύ την Κάντυ που λίγο έμεινε να της πέσει το νερό απ'τα χέρια.
-"Δεν μιλάτε σοβαρά κυρία Πόνυ!! Κάποιο λάθος θα έχει γίνει σίγουρα!"αυτή την φωνή την ήξερε, την ήξερε πολύ καλά. Κι απ'τον τόνο της καταλάβαινε σίγουρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. 'Ο Τομ;! Ο Τομ είναι εδώ;! Μα καλά τι γυρεύει τέτοια ώρα εδώ;!'αναρωτιόταν τώρα η ξανθιά φακιδομούρα.
-"Δυστυχώς Τομ μιλάω πολύ σοβαρά. Ήθελες να σε καλέσω και να σου εξηγήσω αυτοπροσώπως την κατάσταση, καθώς επίσης και να είσαι παρόν όταν επιτέλους θα συνέβαινε κάποια μέρα αυτό. Και παιδί μου πίστευες πως θα σου έκρυβα την αλήθεια για κάτι τέτοιο απ'την στιγμή που γνωρίζουμε πολύ καλά κι εγώ κι η αδελφή Μαρία πόσο πολύ την αγαπάς;!" ακούστηκε ήρεμη η φωνή της κυρίας Πόνυ. Το ισχυρό χτύπημα του τοίχου που ακολούθησε στη συνέχεια έκανε την Κάντυ για άλλη μια φορά να τιναχτεί απ'την τρομάρα της. Ο Τομ προφανώς είχε θορυβηθεί με κάποιο γεγονός. 'Μα τι μπορεί να συνέβη;'συλλογιζόταν.
-"'Ωστε ο κ.Μπράιτον δέχτηκε να υιοθετήσει και τις δυο!"μούγκρισε ο Τομ μέσα απ'τα δόντια του. "Εξηγήστε μου σας παρακαλώ κύρια Πόνυ πώς δέχεται ένας άνθρωπος να υιοθετήσει ένα παιδί απ'την στιγμή που έχει χάσει την μνήμη του και κατά πάσα πιθανότητα οι γονείς του μπορεί να είναι ζωντανοί και να το ψάχνουν;! Πώς;!"επανέλαβε ξανά εκείνος υψώνοντας κατά μία οκτάβα την φωνή του.
-"Μπορεί να είναι ζωντανοί οι γονείς της Τομ αλλά..."αυτή τη φορά είχε πάρει τον λόγο η αδελφή Μαρία. Έκανε προσπάθεια να προφέρει προσεχτικά τα επόμενα λόγια της. "... αλλά σύμφωνα με τον φάκελο που βρήκαμε μέσα στο καλαθάκι της Ανν εκείνο το βράδυ, προφανώς η μητέρα της για να την δώσει δεν την ήθελε... κι ο πατέρας της αρνήθηκε να την αναγνωρίσει. Γι'αυτό και το παιδί πήρε το επώνυμο της κουβερνάντας του. Κι αυτό επίσης ύστερα από παράκληση της ίδιας της μητέρας."η αδελφή Μαρία που όλη αυτή την ώρα βρισκόταν δίπλα στο γραφείο όπου καθόταν η κυρία Πόνυ άνοιξε απότομα ένα συρτάρι αρπάζοντας ένα χαρτί και το έτεινε αμέσως στον Τομ. "Διάβασε και μόνος σου αν θέλεις για να βεβαιωθείς."του είπε σαν να τον μάλωνε.
Ο Τομ όμως δεν πρόλαβε να ανοίξει το γράμμα. Ο ήχος ένος γυαλιού που έσπασε έκανε και τους τρεις να σαστίσουν και σε κλάσματα δευτερολέπτου άνοιγε την πόρτα για να αντικρίσει μπροστά του, με μάτια διάπλατα απ'την έκπληξη, την ξανθιά φακιδομούρα. "Κάντυ..."ψιθύρισε εκείνος μη μπορώντας να αρθρώσει λέξη. Εκείνη είχε γείρει το κεφάλι της στο πάτωμα. Με χέρια τρεμάμενα τον έσπρωξε μέσα στο γραφείο κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Στη συνέχεια έστρεψε το βλέμμα της στις δυο γυναίκες, σε εκείνες τις αθώες υπάρξεις που όλα αυτά τα χρόνια το μόνο που έκαναν ήταν να φροντίζουν με το καλύτερο τρόπο εκείνη, την Ανν αλλά και όλα αυτά τα παιδιά του 'Μικρού Αλόγου' που είχαν ανάγκη από ένα σπιτικό γεμάτο θαλπωρή, ζεστασιά και πάνω απ'όλα αγάπη. Γι'αυτό το λόγο δεν μπορούσε να τους κρατήσει κακία. Αλλά δεν μπορούσε όμως να μείνει και άπραγη κι έξω απ'τα γεγονότα. Η καλύτερή της φίλη, πόσο μάλλον η 'αδελφή' της, αυτή τη στιγμή περισσότερο από ποτέ την χρειαζόταν γι'αυτό κι η Κάντυ έπρεπε να σταθεί στο πλευρό της. Κυρίως όμως για να το κάνει αυτό έπρεπε πρώτα να γνωρίζει.
-"Κυρία Πόνυ, αδελφή Μαρία..."η φωνή της έτρεμε. 'Όχι! Πρέπει να φανώ δυνατή... Πρέπει! Πρόκειται για την Ανν!'συλλογιζόταν και με περισσότερο θάρρος κοίταξε κατάματα τις δυο γυναίκες. "Θα σας παρακαλούσα να μου πείτε όλη την αλήθεια και να μην μου κρύψετε απολύτως τίποτα. Είναι ο μόνος τρόπος για να βοηθήσω την Ανν. Πρέπει και θέλω να την βοηθήσω... είναι... είναι 'αδελφή' μου. Γι'αυτό σας παρακαλώ μη μου στερείσετε την αλήθεια."και με αυτά τα λόγια προχώρησε και κάθισε σε μια απ'τις δυο καρέκλες που βρίσκονταν απέναντι στο γραφείο. Έπειτα η προσοχή της στράφηκε προς τον Τομ που όλη αυτή την ώρα διάβαζε το γράμμα, ταυτόχρονα φαινόταν συνοφρυωμένος. "Είναι αλήθεια όσα λέγονται στο γράμμα Τομ; Είναι αλήθεια όσα άκουσα;"τον ρώτησε με αγωνία.
-"Ναι..."της αποκρίθηκε εκείνος σκεφτικός. "Φαίνεται πως δεν την ήθελαν απ'την αρχή..."γρύλισε στη συνέχεια πετώντας τον φάκελο πάνω στο τραπέζι με τέτοιον τρόπο λες κι αν κρατούσε λίγο ακόμα το χαρτί στο χέρι του εκείνο θα τον δηλητηρίαζε. "Κυρία Πόνυ ο κ.Μπράιτον είναι ενήμερος για όλα αυτά;" ο Τομ τώρα φαινόταν ανυπόμονος να μάθει περισσότερα.
-"Φυσικά παιδί μου και δεν έχει πρόβλημα να την υιοθετήσει. Είναι κι εκείνος σίγουρος πως θα καταφέρει να θυμηθεί κάποια στιγμή κι όταν γίνει αυτό, θα κάνει το παν ώστε η Ανν να μάθει την αλήθεια και να μην παραμείνει στο 'σκοτάδι.'"η διευθύντρια έκανε μια παύση και συνέχισε κοιτώντας ταυτόχρονα την Κάντυ και τον Τομ. "Ο άνθρωπος αυτός έχει ανάγκη την παρουσία ενός παιδιού στο σπίτι του. Πριν από τρία χρόνια έχασε την μονάκριβη κόρη του από φυματίωση και έκτοτε η γυναίκα του λόγω ηλικίας όσο και αν προσπάθησε δεν μπόρεσε να ξανακάνει παιδιά. Όταν βρεθήκατε στο σπίτι του, σας είδε χαρούμενες, περνούσατε τόσο καλά, προφανώς όλα αυτά που βίωσε μαζί σας ανέσυραν μνήμες και εικόνες που τον συγκίνησαν πολύ. Τον έκαναν να αναπολεί την εποχή που ζούσε εκείνη. Κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς αυτήν την παρουσία. Εκείνος κι η γυναίκα του θέλουν ένα παιδί, να το φροντίζουν και να το αγαπούν. Να του δώσουν όλα όσα δεν πρόλαβαν να προσφέρουν στην πραγματική τους κόρη."
-"Κυρία Πόνυ ο Τομ... ο Τομ πριν από λίγο ανέφερε πως δέχτηκε να υιοθετήσει και τις δυο; Εννοούσε εμένα και την Ανν έτσι...;"ρώτησε γεμάτη ελπίδα η Κάντυ. Η διευθύντρια δεν μίλησε, έπλεξε πιο σφιχτά τα δάχτυλά της και έσκυψε το κεφάλι πάνω στο γραφείο. Η αδελφή Μαρία που κατάλαβε τον δισταγμό της πήρε ξανά τον λόγο.
-"Ναι Κάντυ. Ο κ.Μπράιτον δεν έχει πρόβλημα να σας υιοθετήσει και τις δυο αλλά..."
-"Αλλά τι αδελφή Μαρία;"ψέλλισε η Κάντυ φοβισμένη, είχε ξανά εκείνο το άσχημο προαίσθημα. Η αδελφή Μαρία δάγκωσε τα χείλη της, ούτε για εκείνη ήταν εύκολο. Η κίνησή της αυτή όμως δεν πέρασε απαρατήρητη απ'τον Τομ.
-"Αδελφή Μαρία τι συμβαίνει;"ρώτησε εκείνος με ύφος σοβαρό και συνάμα αγριεμένο ακουμπώντας τα δυο χέρια του πάνω στο γραφείο.
-"Λίγες μέρες αφότου είχαμε βρει την Κάντυ και την Ανν εκείνη την νύχτα έφτασε στο αρχοντικό ένας κύριος. Ήταν στην 'τρίχα' ντυμένος, πολύ ευγενικός και καλός μαζί μας. Ήταν ένας όμορφος, νέος περίπου άντρας, μελαχροινός με ένα αραιό μουστάκι. Σταμάτησε το αυτοκίνητό μέσα στο οποίο βρισκόταν και κινήθηκε προς το σπίτι. Εμείς περίεργες που είχαμε δει ένα τόσο μεγάλο όχημα έξω απ'το αρχοντικό του ανοίξαμε αμέσως."η αδελφή Μαρία άρχισε να βηματίζει πάνω-κάτω μέσα στο δωμάτιο ελαφρώς ανήσυχη με την εξέλιξη που θα έπαιρνε αυτή η συζήτηση στο τέλος. "Αφού πέρασε μέσα στο γραφείο τον ρωτήσαμε ποιος ήταν και σε τι οφειλόταν ο λόγος της άφιξής του εδώ. Μας είπε πως ονομαζόταν Τζόρτζ Άμποτ και στη συνέχεια μας μίλησε πως μία απ'τις τρεις μεγάλες οικογένειες που εκπροσωπούσε ενδιαφερόταν να υιοθετήσει ένα κοριτσάκι. Προσφερθήκαμε να τον ξεναγήσουμε στον χώρο του ορφανοτροφείου, καθώς επίσης να του δείξουμε και τα παιδιά για να αποφασίσει πιο θα επέλεγε για την υιοθεσία αλλά εκείνος μας διαβεβαίωσε πως δεν χρειαζόταν. Φαινόταν απ'το ύφος του πως ήξερε κι είχε κάνει νωρίτερα την επιλογή του."η αδελφή αφού έκανε τον γύρο του γραφείου πήγε και στάθηκε στο σημείο που βρισκόταν εξαρχής. Η Κάντυ πετάχτηκε απ'την θέση της λες κι είχε πάθει ηλεκτροσόκ.
-"Τι θέλετε να πείτε αδελφή Μαρία;"ρώτησε απότομα. Αυτή τη φορά το κορίτσι με τις κατάξανθες μπούκλες που έπεφταν λυτές πάνω στους ώμους της ήταν πολύ αναστατωμένο και εκνευρισμένο. Τα νεύρα της Κάντυ κόντευαν να σπάσουν συνειδητοποιώντας αυτό που εδώ και τόση ώρα οι δυο γυναίκες απέφευγαν να της πουν. Τα καταπράσινα μάτια της γυάλιζαν.
-"Χωρίς πολλά πολλά εκείνος μας έδωσε μια επιστολή γραμμένη προφανώς απ'την κεφαλή της οικογενείας την οποία και εκπροσωπούσε, όπου μέσα σε αυτή μας έλεγε πως όταν η Κάντυ Γουάιτ έκλεινε τα δέκα της χρόνια θα υιοθετούνταν απ'την οικογένεια Ράγκαν."αποκρίθηκε ήρεμα η αδελφή Μαρία. Στη συνέχεια έκανε μερικά βήματα προς το παράθυρο και έμεινε εκεί στρέφοντας το βλέμμα της προς τα έξω.
-"Όχι..."ψέλλισε η Κάντυ αδύναμα. Η έκφρασή της είχε αλλάξει, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχαν παραμορφωθεί. Σωριάστηκε στην καρέκλα και ο Τομ γονάτισε μπροστά της πιάνοντας τα χέρια της που έτρεμαν. Έγειρε προς την διευθύντρια.
-"Κυρία Πόνυ μην το επιτρέψετε αυτό σας παρακαλώ. Μην τις χωρίσετε. Αν το κάνετε αυτό, μπορεί η Ανν τώρα που δεν έχει την μνήμη της να μην καταλαβαίνει, αλλά η Κάντυ... "στράφηκε προς την ξανθιά φακιδομούρα που τώρα έκλαιγε. "...η Κάντυ θα τρελαθεί κυρία Πόνυ! Επιπλέον πως θα μπορέσει η Ανν να θυμηθεί αν δεν έχει τουλάχιστον κοντά της τον έναν απ'τους δυο μας. Μακριά από εδώ και από εμάς θα ξεχάσει τα πάντα! Μην το επιτρέψετε αυτό κυρία Πόνυ σας ικετεύω, σας εκλιπαρώ..."η φωνή του Τομ τώρα ακουγόταν απελπισμένη. Μπορεί να μην άντεχε να αποχωριστεί την Ανν, τουλάχιστον πίστευε πως αν η Κάντυ ήταν συνέχεια μαζί της θα την βοηθούσε ούτως ώστε να επανέλθει η μνήμη της. Χωρίς εκείνη κι αυτόν στο πλευρό της θα έχανε κάθε ελπίδα. Δεν φανταζόταν καν ότι κάποια μέρα αυτές οι δυο θα χώριζαν. Κυρίως τώρα, που είχαν ανάγκη η μία την άλλη.
-"Δυστυχώς παιδί μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα."μίλησε η διευθύντρια με έκδηλη την απογοήτευση στο πρόσωπό της. Τα μάτια της Κάντυ συνάντησαν τα δικά της με βλέμμα πρακλητικό. Η κυρία Πόνυ της το ανταπέδωσε προσπαθώντας να της εξηγήσει. "Όταν έκλεισες τα δέκα παιδί μου ο κ.Άμποτ ξαναήρθε εδώ. Στην αρχή φοβηθήκαμε μήπως σε έπαιρνε με την βία ή με το ζόρι. Αργότερα όμως καταλάβαμε πόσο λάθος είχαμε σκεφτεί για εκείνον. Μας μίλησε για τους λόγους σύμφωνα με τους οποίους ήταν απαραίτητη η υιοθεσία σου απ'αυτήν την οικογένεια καθώς επίσης και την πιθανότητα ότι μπορεί να ενδιαφερόταν κάποιο άλλο ζευγάρι. Αυτό όμως δεν γινόταν αφού μας υπενθύμισε πως η μετάβαση σου στο σπίτι των Ράγκαν ήταν άμεση και πως δεν υπήρχε περίπτωση να υιοθετηθείς από άλλους. Εάν έφευγες από εδώ θα έφευγες μόνο για να πας και να μείνεις στο σπίτι αυτής της οικογένειας."
-"Ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι, μπορώ να μάθω κι εγώ; Και γιατί η Κάντυ συγκεκριμένα; Κι από που ήξερε αυτός ο Άμποτ την Κάντυ και ήθελε ντε και καλά εκείνη; Την ήξερε από πριν, την είχε γνωρίσει από κοντά;"ζήτησε να μάθει ο Τομ εμφανώς κι εκείνος νευριασμένος.
-"Δεν παραλείψαμε να τον ρωτήσουμε κάτι τέτοιο απ'την πρώτη κιόλας επίσκεψή του γιατί μας φάνηκε κι εμάς παράξενο. Μας πληροφόρησε πως όλα αυτά τα χρόνια εκείνος κι οι έμπιστοι του, προφανώς κι άλλοι που προστάτευαν και εκπροσωπούσαν τις τρεις οικογένειες, παρακολουθούσαν από μακριά αλλά στενά την μικρή χωρίς να γίνεται αντιληπτή η παρουσία τους στο αρχοντικό. Ήταν αρκετά διακριτικοί όλα αυτά τα χρόνια για να μην τους πάρουμε χαμπάρι. Παρατηρούσαν όλα τα παιδιά και ξεχώρισαν αμέσως την Κάντυ. Πιο πολύ μάλλον λόγω του χαρακτήρα της, ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόταν, ο αυθορμητισμός της, ο δυναμισμός της, μπορεί να φερόταν σαν αγοροκόριτσο αλλά η καλή και πάνω απ'όλα η αγνή της καρδιά, η καλοσύνη της, ο τρόπος με τον οποίο τα βγάζει πέρα στα δύσκολα... κατά τα λεγόμενα του κ.Άμποτ όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τον έκαναν να πιστεύει πως ήταν το καταλληλότερο κορίτσι για να υιοθετηθεί απ'την οικογένεια Ράγκαν."
-"Μα γιατί;! Για ποιον λόγο;! Δεν καταλαβαίνω... Γιατί εμένα;!"ρωτούσε αγανακτισμένη συνεχώς η Κάντυ. Ο Τομ άπλωσε τα χέρια του γύρω της για να την ηρεμήσει.
-"Όταν ο κ. Άμποτ μας εξήγησε, αν και ξέραμε πως αυτό θα ήταν μεγάλο πλήγμα για την Ανν που θα σε έχανε, σκεφτήκαμε πως στην πορεία είχε δίκιο αν εσύ πήγαινες να ζήσεις με εκείνη την οικογένεια. Βέβαια τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα γινόταν στην Ανν."η κυρία Πόνυ πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. "Ο κύριος Ράγκαν έχει δυο παιδιά, έναν γιο μεγάλο που σπουδάζει στην Ευρώπη και μια κόρη στην ηλικία σου Κάντυ. Η γυναίκα του είχε ένα ατύχημα πριν πολλά χρόνια."
-"Τι έπαθε;"ρώτησε η Κάντυ σκουπίζοντας τα μάτια της.
-"Έπεσε απ'το άλογο, το χτύπημα ήταν ακαριαίο στην προσπάθειά της να σώσει την κόρη της με αποτέλεσμα εκείνη να χάσει την ζωή της."το κορίτσι έντρομο έπνιξε την κραυγή του φέρνοντας τα χέρια στο στόμα.
-"Και η...;"θέλησε να μάθει ο Τομ μην μπορώντας όμως να ολοκληρώσει τη φράση του.
-"Έμεινε τυφλή."αποκρίθηκε η κυρία Πόνυ με ένα ίχνος λύπης να κάνει αισθητό την παρουσία του στα χαρακτηριστικά της. Έφερε το ένα χέρι της στο πρόσωπο και έτριψε το μέτωπό της. Τα δυο παιδιά παρέμειναν σιωπηλά και την άφησαν να συνεχίσει. "Ο κ.Ράγκαν μετά το χαμό της γυναίκας του εγκατέλειψε το σπιτικό του, αφοσιώθηκε στην δουλειά του κάνοντας επαγγελματικά ταξίδια, παραμελώντας τα παιδιά του με αυτόν τον τρόπο. Μην γνωρίζοντας τις περισσότερες φορές τι γινόταν μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο αδελφός της κοπέλας κάποια στιγμή θέλησε κι εκείνος να φύγει έξω με σκοπό να πάει να σπουδάσει. Οπότε όπως καταλαβαίνετε το κορίτσι έμεινε μόνο του, μεγαλώνοντας ανάμεσα σε νταντάδες, με το υπηρετικό προσωπικό να την περιτριγυρίζει χωρίς να έχει κάποιον δικό της μέσα στο σπίτι στον οποίο μπορούσε να στραφεί. Φανταστείτε την μοναξιά αυτής της κοπέλας παιδιά μου. Ελάτε στη θέση της. Ζει μόνη της μέσα σε τέσσερις πιθανότατα τεράστιους τοίχους, κυριευμένη απ'το απόλυτο 'σκοτάδι.'"
-"Πόσο χρονών ήταν όταν έγινε το ατύχημα;"ρώτησε ξαφνικά ο Τομ ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής.
-"Η μικρή ήταν γύρω στα εφτά. Το σοκ για εκείνη όταν αντιλήφθηκε ότι είχε χάσει την όρασή της από τόση μικρή ηλικία ήταν μεγάλο."στο άκουσμα αυτών των λόγων η Κάντυ αναστέναξε κουρασμένα, έγειρε το κεφάλι προς το ταβάνι απελπισμένη. "Συμφωνήσαμε με τον κ.Άμποτ πως για την μικρή θα ήταν πολύ καλό αν η Κάντυ πήγαινε να ζήσει μαζί της. Ίσως έτσι ξεχνούσε το πρόβλημά της και με την συντροφιά σου παιδί μου θα ένιωθε καλύτερα. Βλέπαμε όμως πως δεν ήταν τόσο εύκολο να χωρίσουμε εσάς τις δυο, μάλλον ακατόρθωτο θα έλεγα γι'αυτό και τον παρακαλέσαμε να κάνει λίγη υπομονή ώσπου να βρισκόταν μια οικογένεια που θα υιοθετούσε την Ανν. Μόνο τότε θα έφευγες από εδώ Κάντυ, με αυτόν τον όρο. Δεν είχαμε υπολογίσει όμως το ατύχημα της Ανν και..."
-"Μην συνεχίζετε άλλο κυρία Πόνυ σας παρακαλώ."η Κάντυ σηκώθηκε απ'την καρέκλα κι έκανε δυο-τρεις ανήσυχους γύρους μέσα στο γραφείο. "Ποιανού απόφαση ήταν να υιοθετηθώ απ'την οικογένεια Ράγκαν; Ποιος έστειλε την επιστολή που σας έδωσε ο κ. Άμποτ; Σίγουρα όχι ένας πατέρας που δεν δίνει δεκάρα για την κόρη του, έστω κι αν είναι τυφλή."είπε στη συνέχεια με μίσος.
-"Αυτό παιδί μου δεν το γνωρίζουμε. Εκείνο όμως που θυμόμαστε είναι πως στο τέλος της επιστολής αναφερόταν το όνομα του κ.Ράγκαν. Πιστέψαμε πως την είχε γράψει ο ίδιος, δεν ξέραμε αν ο γραφικός του χαρακτήρας ήταν όντως δικός του. Και δεν ρωτήσαμε κάτι τέτοιο τον Τζορτζ γιατί πρώτον θα το εξέλαβε ως αγένεια από μέρους μας και δεύτερον θεωρήσαμε πως δεν ήταν απαραίτητο."η αδελφή Μαρία τώρα είχε γείρει ξανά το βλέμμα της προς την Κάντυ. Το κορίτσι βύθισε τα δάχτυλά του μέσα στις κατάξανθες μπούκλες του και ξεφύσηξε αγχωμένα. Ο Τομ έκανε να την πλησιάσει αλλά εκείνη σήκωσε το χέρι προς το μέρος του κάνοντάς του νόημα πως δεν χρειαζόταν. Έπειτα στράφηκε ξανά προς τις δυο γυναίκες.
-"Θέλετε να πείτε πως δεν έχω το δικαίωμα της επιλογής; Πως δηλαδή πρέπει να αφήσω την φίλη και 'αδελφή' μου με την οποία έχω περάσει όλη μου την ζωή, με την οποία βρέθηκα σε αυτό το σπίτι την ίδια μέρα με εκείνη, την οποία γνωρίζω και αγαπώ απ'την πρώτη στιγμή που μπόρεσα να προφέρω τις πρώτες μου λέξεις κι ήρθα σε επαφή μαζί της... Που ήμουν έτοιμη να την ακολουθήσω ακόμα και στην οικία του κ.Μπράιτον προκειμένου να έχει μια πραγματική οικογένεια αφού οι δικοί της δεν την ήθελαν... Θέλετε να πείτε πως πρέπει να αφήσω την Ανν, τώρα, αυτή τη στιγμή που δεν θυμάται απολύτως τίποτα απ'την ζωή της εδώ, που δεν γνωρίζει ούτε εμένα, ούτε τον Τομ, ούτε εσάς... που πρέπει να μας ξαναμάθει απ'την αρχή... Περιμένετε πως θα την αφήσω πίσω μου για να πάω να φροντίσω ένα ξένο κορίτσι, που μπορεί να έχει περάσει ό,τι έχει περάσει, η ζωή μπορεί να μην ήταν και τόσο ευνοική μαζί της... Αλλά πως μπορώ να αφήσω πίσω την 'άδελφή' μου;!"δάκρυα αβλάκωναν τώρα τα μάτια της Κάντυ, δεν πίστευε ό,τι είχε ξεστομίσει κι όμως ήταν η αλήθεια. "Είναι άδικο... Αυτό είναι άδικο!"φώναξε στο τέλος τόσο δυνατά που σίγουρα θα είχε ξυπνήσει όλο το αρχοντικό με τις κραυγές της. Πολύ γρήγορα πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι υπόλοιποι άνοιξε την πόρτα του γραφείου χτυπώντας την με δύναμη πίσω της κι άρχισε να τρέχει αλαφιασμένη στους διαδρόμους του ορφανοτροφείου. Βρήκε την έξοδο του σπιτιού, βγήκε με φόρα έξω και χάθηκε μέσα στη νύχτα...


~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~***~~~

Dalia
Terry Extreme Guru
Terry Extreme Guru

Αριθμός μηνυμάτων : 8382
Points : 11820
Ημερομηνία εγγραφής : 07/11/2010
Ηλικία : 27
Τόπος : Citadel of Camelot
Χιούμορ : are you kidding me?

http://natalie-dreamland.blogspot.gr/

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή

- Παρόμοια θέματα

 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης