Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Music videos for Candy and Terry
Σήμερα στις 2:39 pm από stardustia

» Σκίτσα Anime VS Manga
Χθες στις 10:04 pm από HAMLET

» a song for him!!
Τετ Δεκ 07, 2016 12:39 pm από stardustia

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Δεκ 06, 2016 11:33 pm από Dalia

» Γιορτινό Theme
Δευ Δεκ 05, 2016 7:55 pm από ΜΙΜΙ

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Σελίδα 1 από 5 1, 2, 3, 4, 5  Επόμενο

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:21 pm

Το ταξίδι τώρα ξεκινά, είναι ένα fic που έγραψε η Libra και η TZENHG13 παρέα.
Οι "παλιότερες" το ξέρετε ήδη.

Τα κομμάτια που θα αναρτηθούν σε αυτό το fic από την Τζένη είναι κομμάτια που είναι γραμμένα αποκλειστικά για αυτό το φικ, ενώ τα κομμάτια που θα αναρτηθούν από τον λογαριασμό της libra είναι κομμάτια που έχουν συμπεριληφθεί στο φικ "Όσο είμαστε ζωντανοί".

Καλή ανάγνωση cheers







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:22 pm


Κεφάλαιο 1


Ο Άλμπερτ με την Κάντυ γύρισαν, από τον αγαπημένο λόφο της Κάντυ, στο πάρτι.
Τα συναισθήματα όλων ανάμεικτα.

Η κύρια Πόνυ με την Αδελφή Μαρία ήταν πολύ ευτυχισμένες γιατί είχαν μαζί τους την Κάντυ και Άννυ. Δύο φίλες, δύο αδελφές, που η σχέση τους δοκιμάστηκε πολύ καθώς η Άννυ είχε υπακούσει στην απόφαση της θετής μητέρας της να ξεχάσει καθετί τη συνέδεε με το ορφανοτροφείο.

Ο Άρτσι ευτυχισμένος στο πλευρό της αγαπημένης του Άννυ. Σοκαρισμένος αλλά ευχαριστημένος με το γεγονός ότι ο Μεγάλος Θείος Γουίλιαμ, δεν ήταν άλλος από τον πολύ καλό του φίλο Άλμπερτ. Χαρούμενος για τη φίλη του, την Κάντυ, που ένιωθε τόσο ευτυχισμένη και που ο άνθρωπος που την είχε υιοθετήσει ήταν ο Άλμπερτ και όχι κάποιος ηλικιωμένος αυστηρός κύριος της καλής κοινωνίας, που θα την υποχρέωνε να παντρευτεί τον Νηλ, γιατί έτσι είχαν αποφασίσει οι δύο οικογένειες.

Η Άννυ, η Πάτυ και ο Τομ ήταν επίσης πολύ ευχαριστημένοι που η φίλη τους ήταν τόσο ευτυχισμένη και που όπως όλα έδειχναν τελείωσαν τα βάσανά της.

Ο Άλμπερτ ανακουφισμένος απολάμβανε τη χαρά και την ηρεμία στο πρόσωπο της προστατευόμενής του.

Τα παιδία του ορφανοτροφείου, χαρούμενα που η αρχηγός τους θα έμενε μαζί τους, έτρεχαν γύρω γύρω από το τραπέζι, με τη Μίνα και την Πάπετ να τα ακολουθούν.

Η Κάντυ τρελά ευτυχισμένη αλλά και λίγο μελαγχολική για όσους έλειπαν από τη ζωή της, έκανε μια πρόποση θέλοντας να ευχαριστήσει όλους όσους την αγάπησαν και τη βοήθησαν να φτάσει εκεί που έφτασε. Μια διπλωματούχος νοσοκόμα, με πολύ καλή ψυχή και με καρδιά γεμάτη αγάπη για τον συνάνθρωπο.

«Η αλήθεια είναι ότι ακόμα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έχει γίνει. Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. Κυρία Πόνυ, Αδελφή Μαρία, σας ευχαριστώ πολύ. Πάντα προσπαθούσατε να αναπληρώσετε το κενό που νιώθει ένα παιδί χωρίς γονείς. Άννυ, είσαι η αδελφή μου, η καλύτερή μου φίλη. Σ’ αγαπώ πάρα πολύ. Άρτσι, σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Από την πρώτη στιγμή γίναμε πολύ καλοί φίλοι, χωρίς να σε πειράζει που μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Πάτυ, χάρηκα πάρα πολύ που γίναμε φίλες στο κολέγιο. Ήσουν κι εσύ ένας σημαντικός λόγος που πέρασα ευχάριστα σ’ εκείνη τη «φυλακή». Άλμπερτ, κάλε μου Άλμπερτ, σου χρωστάω πάρα πολλά. Σ’ ευχαριστώ για ότι έκανες για μένα. Ήσουν πάντα εκεί να μου σταθείς. Δεν υπάρχουν λέξεις να μπορούν να περιγράψουν την ευγνωμοσύνη που νιώθω. Σας ευχαριστώ πολύ όλους. Στην υγειά σας και στη μνήμη όσων έφυγαν τόσο άδικα από κοντά μας». …
'Στην υγειά σου Τέρρυ'… είπε από μέσα της. Όλοι ύψωσαν τα ποτήρια τους

«Στην υγειά σας» ακούστηκαν όλοι με μία φωνή.

Η Πάτυ μόνο ήταν λίγο μελαγχολική γιατί ο Στήαρ δεν ήταν πια κοντά τους. Ένιωθε όμως πολύ όμορφα στο λόφο της Πόνυ και είχε αποφασίσει να μείνει για λίγες μέρες μαζί με την Κάντυ.

Το πάρτι είχε αρχίσει να φτάνει στο τέλος του και ο Άρτσι με την Άννυ ετοιμάζονταν να φύγουν για το Λέικγουντ.

«Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ, θα έρθετε μαζί μας;» ρώτησε ο Άρτσι ξέροντας ότι ο Άλμπερτ θα τον μάλωνε για την ξαφνική τυπικότητά του.

«Όχι παιδί μου, θα γυρίσω αργότερα μόνος μου» απάντησε ο Άλμπερτ αυστηρά θέλοντας να δει την αντίδραση του Άρτσι μετά από την τυπική του απάντηση.

«Εεε;» αναφώνησε ο Άρτσι!

Ο Άλμπερτ άρχισε να γελάει δυνατά:

«Άρτσι, για όλους εσάς τους φίλους μου, είμαι ο Άλμπερτ».

Ο Άρτσι αφού έξυσε το κεφάλι του ανακουφισμένος από την απάντηση του Άλμπερτ, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε με την Άννυ.

Ο Άλμπερτ θέλοντας να μείνει λίγο μόνος με την Κάντυ, είπε στην Αδελφή Μαρία, την κυρία Πόνυ και την Πάτυ:

«Εμάς μας επιτρέπετε» και άρχισαν να τρέχουν προς το αγαπημένο δέντρο της Κάντυ.

Κάθισαν και οι δυο στις ρίζες του δέντρου, ελαφρώς λαχανιασμένοι από την κόντρα που είχαν βάλει. Πρώτος με μικρή διαφορά είχε φτάσει ο Άλμπερτ.

«Δεν είσαι πιο γρήγορος από μένα, απλά έχεις πιο μακριά πόδια. Γι’ αυτό με πέρασες» του είπε η Κάντυ, ελαφρώς ενοχλημένη από αυτή την τόσο ασήμαντη ήττα της.

Κοιτάχτηκαν και γέλασαν και οι δυο δυνατά, αφού αυτή τους η κόντρα δεν είχε καμία σημασία.

Η Κάντυ προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει όλα όσα είχαν συμβεί.

Πολλές οι αποκαλύψεις. Είχαν γίνει όλα τόσο ξαφνικά! Κοίταξε τον Άλμπερτ και του είπε:

«Άλμπερτ, όλα αυτά τα χρόνια, αυτό το δέντρο ήταν ο πατέρας που πότε δεν γνώρισα. Του έλεγα τα μυστικά μου, τις στενοχώριες μου. Όταν αγκάλιαζα τον κορμό του, ένιωθα ότι αγκάλιαζα τον πατέρα μου. Όταν ανέβαινα στα κλαδιά του, ένιωθα ότι με σήκωνε με τα στιβαρά του μπράτσα και με έβαζε στους ώμους του για να δω τη θέα από ψηλά και τώρα μαθαίνω ότι εσύ είσαι πια προστάτης μου, ο πρίγκιπας μου, ο καλύτερός μου φίλος, που ήσουν πάντα εκεί για μένα, σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Ω, Άλμπερτ πόσα πολλά σου χρωστάω….» και αμέσως τα μεγάλα πράσινα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα.

«Γλυκιά μου Κάντυ, δεν μου χρωστάς τίποτα. Μόνη σου πέτυχες όλα όσα πολλά πλουσιοκόριτσα δεν έχουν πετύχει και ούτε πρόκειται να πετύχουν ποτέ» της είπε κρατώντας τη στην αγκαλιά του και συμπλήρωσε:

«Αντιθέτως εγώ σου χρωστάω…»

Η Κάντυ τον κοιτάζει απορημένη.

«Εσύ;»

«Ναι μικρή μου, εγώ. Ειδικά όταν πέθανε ο Άντονυ, η αγνότητά σου, η δύναμη της ψυχής σου, η θέλησή σου, το πείσμα σου ήταν αυτά που μου έδωσαν κουράγιο. Ακόμα και τώρα που χάσαμε τον Στήαρ, μου δίνεις δύναμη με το χαμόγελό σου».

«Ω, Άλμπερτ…» του είπε η Κάντυ συγκινημένη.

«Όταν έπαθα αμνησία Κάντυ, εσύ ήσουν εκεί» και συνέχισε να της λέει:

«Σε έδιωξαν εξαιτίας μου από το νοσοκομείο. Δεν σκέφτηκες ούτε στιγμή να με αφήσεις, προκειμένου να μη ρισκάρεις τη δουλειά, που τόσο πολύ αγαπούσες και είχες ανάγκη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή που σε υιοθέτησα» της είπε και τη φίλησε στο μέτωπο και κοιτώντας την στα βουρκωμένα μάτια της συμπλήρωσε:

«Σκούπισε τα μάτια σου, σε παρακαλώ. Όσο ζω, θα φροντίσω να μην ξανακυλήσει ούτε ένα δάκρυ από αυτά τα υπέροχα πράσινα μάτια».

Η Κάντυ τον κοίταξε και συγκινημένη του είπε:

«Είσαι ο φύλακας άγγελός μου» και αμέσως έστρεψαν τα βλέμματά τους προς τον γεμάτο αστέρια ουρανό, απολαμβάνοντας το θέαμα.

«Μήπως είναι αργά μικρή μου;» της είπε ο Άλμπερτ

«Δίκιο έχεις. Ούτε που κατάλαβα πως πέρασε η ώρα» απάντησε η Κάντυ και αμέσως ξεκίνησαν προς το αυτοκίνητο του Άλμπερτ.

«Λοιπόν καληνύχτα Κάντυ» είπε ο Άλμπερτ και μαζί με την Πάπετ ξεκίνησαν για το Λέικγουντ.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:27 pm

Η Σουζάνα καθόταν και χτένιζε τα μαλλιά της στον καθρέφτη. Είχε ραντεβού με τον Τέρρυ σε λίγο και ήθελε να είναι στις ομορφιές της. Δευτέρα και Πέμπτη ο Τέρρυ, πάντα συνεπής, την έβγαζε βόλτα.

«Είσαι πολύ όμορφη Σουζάνα», είπε η κυρία Μάρλοου, πλησιάζοντας για να βοηθήσει την κόρη της να χτενιστεί.

«Ναι μητέρα, αλλά όταν έρχεται ο Τέρρυ θέλω να είμαι πάντα περιποιημένη», απάντησε η Σουζάνα που πρόσεχε ανήσυχη και την πιο μικρή λεπτομέρεια στα μαλλιά της.

Τη συζήτηση διέκοψε το χτύπημα στην πόρτα. Η κυρία Μάρλοου έτρεξε να ανοίξει. Ο Τέρρυ στεκόταν στην πόρτα, κρατώντας λίγα λουλούδια στα χέρια του. Τη χαιρέτησε με σοβαρό ύφος και της πρόσφερε τα λουλούδια:

«Κυρία Μάρλοου», είπε χαμηλώνοντας ελαφριά το κεφάλι προς ένδειξη χαιρετισμού.

«Τέρρυ, πέρασε μέσα. Η Σουζάνα σε περιμένει», απάντησε αυτή ικανοποιημένη.

«Σας ευχαριστώ», είπε ανέκφραστα ο Τέρρυ και προχώρησε προς το σαλόνι.

Η Σουζάνα εμφανίστηκε στην πόρτα και του χαμογέλασε τρυφερά.

«Καλησπέρα Τέρρυ».

«Γεια σου Σουζάνα. Είσαι έτοιμη;»

«Ναι, βέβαια», απάντησε χαρούμενη η Σουζάνα.

Ο Τέρρυ την πλησίασε και άρχισε να σπρώχνει το καροτσάκι της προς την έξοδο.

«Καλά να περάσετε» είπε η κυρία Μάρλοου.

«Θα είμαστε πίσω σε δύο ώρες», της απάντησε ανέκφραστα ο Τέρρυ.

«Όπως πάντα», σχολίασε η κυρία Μάρλοου.

«Όπως πάντα», επανέλαβε ο Τέρρυ καθώς άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του.



Λίγη ώρα αργότερα, έφτασαν στο πάρκο. Ο Τέρρυ διάλεξε ένα παγκάκι κοντά στη λίμνη, στερέωσε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα του και έκατσε στο παγκάκι. Η λίμνη άρεσε πάντα στη Σουζάνα και αυτός φρόντιζε να την ευχαριστεί.

«Μου αρέσει πολύ εδώ Τέρρυ».

«Ναι είναι κοντά στη λίμνη».

«Μου αρέσει να βλέπω τις πάπιες να κολυμπούν, τους ανθρώπους να περπατούν…», ‘τα ζευγάρια αγκαλιασμένα να αγναντεύουν’ σκέφτηκε η Σουζάνα αλλά δεν το είπε.

«Ναι, είναι όμορφα».

«Πως πάνε Τέρρυ οι πρόβες;»

«Καλά. Έχουμε πρεμιέρα σε ένα μήνα».

«Έμαθα ότι η Κάρεν αντικατέστησε τη Νάνσυ στο ρόλο της Οφηλίας».

«Ναι. Έτσι έγινε».

«Φαίνεται η Κάρεν μόνο έτσι μπορεί να κερδίσει ρόλο», είπε πικρόχολα η Σουζάνα.

«Θα έπρεπε να είσαι λιγότερη αυστηρή Σουζάνα».

«Ναι Τέρρυ. Έχεις δίκιο. Ξέρεις καμιά φορά…»

«Δεν είναι η Κάρεν η πηγή των προβλημάτων σου Σουζάνα», είπε απότομα ο Τέρρυ.
Η Σουζάνα είχε αρχίσει να αισθάνεται άβολα, με την τροπή της συζήτησης. Προσπάθησε να αλλάξει το θέμα:

«Αλήθεια Τέρρυ, θα με καλέσεις στην πρεμιέρα του Άμλετ;»

«Ναι. Βέβαια», απάντησε ο Τέρρυ και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη. Οι σκέψεις του ταξίδεψαν μήνες πριν. Στην τελευταία πρεμιέρα που είχε δώσει. Σε εκείνη την πρεμιέρα είχε καλέσει την Κάντυ να τον παρακολουθήσει. Της είχε στείλει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Για να την κρατήσει για πάντα κοντά του. Για να μείνει για πάντα δίπλα του. Τι να έκανε άραγε τώρα το φακιδομουτράκι του; Να ήταν άραγε ευτυχισμένη; Να τον σκεφτόταν ακόμα όπως αυτός; Κάποιες στιγμές ειλικρινά φοβόταν να αναρωτηθεί. Οι πιθανές απαντήσεις τον τρόμαζαν.

Η Σουζάνα τον παρακολουθούσε να κοιτάει χαμένος το κενό. Αυτό το κενό ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση για τον Τέρρυ. Πάντα χαμένος σε έναν δικό του κόσμο. Πολύ μακριά από τον πραγματικό.

«Μπορούμε να φύγουμε;», ρώτησε η Σουζάνα.

«Κιόλας; Δεν είναι ακόμα ώρα».

«Κρύωσα λίγο».

Ο Τέρρυ αμέσως σηκώθηκε, έβγαλε την κάπα του και την τύλιξε γύρω της.

«Είσαι καλύτερα τώρα;», ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Ναι. Ευχαριστώ», είπε η Σουζάνα παρακολουθώντας τον. Πάντα ενδιαφερόταν για εκείνη, να είναι ευχαριστημένη, την περιποιόταν, αλλά τα ψυχρά και αδιαπέραστα μάτια του δεν έδιωχναν την ανησυχία από μέσα της.

«Εσύ δεν θα κρυώσεις;» τον ρώτησε.

«Μην ανησυχείς για μένα Σουζάνα», απάντησε ψυχρά ο Τέρρυ και ξανάκατσε στο παγκάκι κοιτώντας το κενό. Σε λίγο θα έπρεπε να την γυρίσει σπίτι.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:30 pm



Ο Άλμπερτ κοίταξε τον Τζωρτζ μπουχτισμένος.

«Λοιπόν φίλε μου, θα έπρεπε να σε φυλακίζουν αν φοράς γραβάτα σε αυτή τη χώρα», είπε βγάζοντας τη γραβάτα και ανοίγοντας το πουκάμισό του:

«Θα σε συμβούλευα να κάνεις το ίδιο».

Ο Τζωρτζ του έριξε ένα βλέμμα όλο κατανόηση:

«Έχεις δίκιο Γουίλιαμ. Πρέπει να έχει πάνω από 42οC».

«Λοιπόν τώρα που ξεμπερδέψαμε από τα συμβούλια, τι λες; Πάμε να πιούμε ένα ποτό;», είπε ο Άλμπερτ και του έκλεισε πονηρά το μάτι.

«Γουίλιαμ. Δεν φέρεσαι σαν σωστός Άντριου τώρα», τον πείραξε ο Τζωρτζ.

«Για πες μου λοιπόν, τι θα έκανε ένας σωστός Άντριου στη θέση μου;», είπε γελώντας ο Άλμπερτ.

«Κατ’ αρχήν θα είχε κάνει οικογένεια και έτσι τώρα θα πήγαινε να παίξει με τα παιδιά του και όχι να πίνει ποτό μαζί μου», ο Τζωρτζ έκανε μια παύση και συνέχισε, «Αλήθεια Γουίλιαμ, δεν το σκέφτεσαι καθόλου;», ρώτησε με ενδιαφέρον και ο τόνος της φωνής του ήταν σοβαρότερος από πριν.

«Ποιο;»

«Να κάνεις οικογένεια».

Ο Άλμπερτ τον κοίταξε λοξά:

«Να σου πω. Αν με τον όρο οικογένεια, εννοούμε να παντρευτώ την πρώτη καλή κυρία που ικανοποιεί τα κριτήρια της Μεγάλης Θείας Ελρόυ και να ξεκινήσω να αραδιάζω απογόνους της οικογενείας των Άντριου, τηρώντας όλα τα πρωτόκολλα του πρότυπου συζύγου.... Όχι Τζωρτζ. Ειλικρινά, δεν το σκέφτομαι καθόλου».

«Κι αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Αν μπορούσες να επιλέξεις εσύ μια σύζυγο. Θα σκεφτόσουν την οικογένεια;», ρώτησε ο Τζωρτζ.

Ο Άλμπερτ τον κοίταξε και το βλέμμα του σκοτείνιασε για μια στιγμή, χάθηκε στο κενό, αλλά πολύ σύντομα επανήλθε ζωηρό και λαμπερό όπως πάντα:

«Σε αυτή την περίπτωση φίλε μου, με ξέρεις πολύ καλά για να είσαι βέβαιος ότι θα είχα πέντε απογόνους ως τώρα… Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ξέρεις πως νοιώθει η θεία για την Κ…», ο Άλμπερτ σταμάτησε πριν προλάβει να πει ολόκληρο το όνομα. Ξερόβηξε και συνέχισε:

«Και για να αλλάξουμε θέμα. Τι θα έλεγες να στείλουμε ένα γράμμα στην Κάντυ και μετά να το ρίξουμε για λίγο έξω; Δυο ελεύθεροι άντρες μπορούν να διασκεδάζουν όσο θέλουν, σωστά;», είπε ο Άλμπερτ και πήρε την καρτ ποστάλ από δίπλα του. Τη γύρισε ανάποδα και έγραψε:






Σπόιλερ:
«Αν δεις τη φωτογραφία της καρτ ποστάλ θα ζηλέψεις, αλλά δεν ήρθα εδώ για να διασκεδάσω. Το Σάο Πάολο είναι ζεστό και γεμάτο σκόνη. Ο Τζωρτζ κι εγώ νιώθουμε πολύ αδύναμοι απ ’τη ζέστη. Θα σου αγοράσουμε πολλά σουβενίρ. Πλησιάζει ο καιρός της επιστροφής μας και σκέφτομαι να έρθω να σε επισκεφτώ. Έχεις χαιρετισμούς και από τον Τζωρτζ.
Από το Σάο Πάολο,
Μεγάλος Μπερτ»

«Και τώρα φίλε μου, ας απολαύσουμε τις χαρές αυτής της πόλης», είπε ο Άλμπερτ και χαμογέλασε πονηρά στον Τζωρτζ.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:37 pm



Κεφάλαιο 2

Η κυρία Μάρλοου είχε πάει να παρακολουθήσει μια συναυλία. Μετά από ικεσίες της Σουζάνα, να βγει και λίγο έξω, επιτέλους η κυρία Μάρλοου κατάφερε να ξεκολλήσει δίπλα από την κόρη της. Τόσους μήνες δεν έλειψε λεπτό από το πλευρό της. Η Σουζάνα ένιωθε ασφυκτικό τον κλοιό της μητέρας της γύρω της. Αναπολούσε τις μέρες που ήταν ελεύθερη και έκανε ότι ήθελε. Τώρα τα πάντα πέρναγαν από το επικριτικό μάτι της μητέρας της. Τίποτα δεν πέρναγε απαρατήρητο.

Τις πολύτιμες αυτές ώρες ησυχίας, η Σουζάνα τις πέρασε στην κρεβατοκάμαρά της κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Για μια ακόμα φορά ήρθε στο μυαλό της η στιγμή του ατυχήματος. Έκλεισε τα μάτια της με πόνο. Άραγε, αν δεν είχε συμβεί ποτέ αυτό το ατύχημα, πως θα ήταν η ζωή της τώρα; Άκουσε τα χειροκροτήματα των θεατών να την αποθεώνουν και για μια στιγμή θυμήθηκε πως είναι να σε θαυμάζουν και να σε αγαπούν. Άραγε, πως θα ήταν η σχέση της με τον Τέρρυ; Θα είχε καταφέρει να τον κερδίσει; Και η Κάντυ; Αυτή της είχε γλυτώσει τη ζωή, όταν η ίδια έβλεπε το θάνατο σαν τη μόνη λύση. Με πόση αυτοθυσία αποχώρησε από τη ζωή τους; Πόσο πολύ αγαπούσε κι αυτό το κορίτσι τον Τέρρυ, για να δεχτεί να φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Μόνο και μόνο για να μην βάλει τον Τέρρυ σε δίλημμα. Άνοιξε τα μάτια της. Στο δωμάτιο υπήρχε μόνο μια λάμπα αναμμένη στο γραφείο της. Πλησίασε στο γραφείο και έβγαλε μια κόλλα χαρτί. Πήρε στα χέρια της στο φτερό και άρχισε να γράφει.



Σπόιλερ:
«Αγαπητή Κάντυ,
Λυπάμαι που έπρεπε να φύγεις απ’ τη Νέα Υόρκη, με τον τρόπο που έφυγες. Τώρα ξέρω που βρίσκεται η καρδιά του Τέρρυ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ελπίζω πως κάποια μέρα θα μ’ αγαπήσει. Δεν μπορώ να περπατήσω καθόλου, αλλά μόνο και που ξέρω πως είναι στο πλάι μου, είμαι χαρούμενη. Τώρα πια συνειδητοποιώ πως είναι η ζωή μου και η καρδιά μου και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι δίπλα του και να τον περιμένω ακόμα και για πάντα αν χρειαστεί.
Σουζάνα
»

Τύλιξε το γράμμα, έγραψε το όνομά της έξω και το έκρυψε στο γραφείο της. Τώρα έμενε μόνο να βρει έναν τρόπο να το στείλει.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:40 pm


O Άλμπερτ έχοντας μόλις επιστρέψει από το μεγάλο ταξίδι του, καθόταν στην αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου του, θέλοντας να χαλαρώσει, απολαμβάνοντας τη θέα του κήπου. ‘Αμάν αυτή η γραβάτα’ είπε βγάζοντάς την δυσανασχετιμένος. Εκείνη τη στιγμή άκουσε την πόρτα να χτυπάει.

«Περάστε» απάντησε και στο γραφείο του μπήκε ο Τζωρτζ.

«Γουίλιαμ, μήπως ενοχλώ;»

«Εσύ να ενοχλείς; Ποτέ. Απλά προσπαθώ να χαλαρώσω. Πες μου» είπε ο Άλμπερτ κάνοντας τον Τζωρτζ να νιώσει άνετα.

«Να σου θυμίσω ότι σήμερα είναι το συνέδριο που είσαι καλεσμένος στο σύλλογο των γιατρών του Σικάγου», βλέποντας ο Τζωρτζ στο πρόσωπο του Άλμπερτ τη δυσαρέσκειά του και βάζοντας το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του συμπλήρωσε:

«Αφού όμως θες να χαλαρώσεις, νομίζω πως ξέρω και τον τρόπο».

Ο Άλμπερτ ήταν περίεργος να δει τι θα του δώσει ο Τζωρτζ, που ήταν και τόσο σίγουρος ότι θα τον χαλαρώσει. Τότε ο Τζωρτζ πέταξε φιλικά προς τον Άλμπερτ ένα φάκελο και του είπε:

«Μόνο πρόσεχε πως θα το ανοίξεις γιατί μπορεί και να έχει και λίγο χώμα μέσα στο φάκελο από το λόφο της κυρίας Πόνυ» και έφυγε ο Τζωρτζ απ’ το γραφείο χαμογελώντας.

Ο Άλμπερτ έπιασε τον φάκελο στον αέρα και σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που είχε στο πλευρό του έναν τόσο πολύτιμο φίλο και συνεργάτη. Αμέσως άνοιξε το φάκελο και ξεκίνησε να διαβάζει το γράμμα της μικρής του Κάντυ.


Ξεκαρδίστηκε στα τα γέλια διαβάζοντάς το. Απ’ έξω ο Τζωρτζ, ο οποίος άκουσε τον Άλμπερτ που γελούσε, χάρηκε πολύ που αυτό το κορίτσι, ακόμα και με ένα γράμμα, μπορούσε να αλλάξει τη διάθεση του Άλμπερτ.

Ο Άλμπερτ χάρηκε πολύ με τα νέα της προστατευόμενής του. Κι όμως… Κάτι τον προβλημάτιζε. Ένιωθε ότι η Κάντυ δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένη στο σπίτι της Κυρίας Πόνυ. Γιατί όμως; Η ίδια είχε αποφασίσει να ζήσει εκεί και να την κυρία Πόνυ και την Αδελφή Μαρία. Τι ήταν αυτό που την έκανε να νιώθει μισή; Ξαναδιάβασε το γράμμα της προσεχτικά αυτή τη φορά, προσπαθώντας να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από τις γεμάτες ευχάριστες στιγμές λέξεις.

«…..Η αλήθεια όμως είναι ότι νιώθω πως δεν μου είναι αρκετό αυτό. Χαίρομαι παρά πολύ που τα παιδιά, όπως και η κυρία Πόνυ με την Αδελφή Μαρία χαίρουν άκρας υγείας και επί της ουσίας δεν με χρειάζονται ως νοσοκόμα, αλλά νιώθω πως, σαν νοσοκόμα τουλάχιστον, η θέση μου είναι στο νοσοκομείο και όχι στον λόφο. Νιώθω ότι εκεί θα μπορούσα να προσφέρω περισσότερα, αλλά να’ ναι καλά οι Ράγκαν, έχασα τη δουλεία που με τόσο κόπο είχα αποκτήσει…»

Αυτό ήταν. Γι’ αυτό η Κάντυ δεν ήταν απόλυτα ευχαριστημένη. ‘Καταραμένε Νηλ’ σκέφτηκε ο Άλμπερτ.

Καθώς ετοιμαζόταν για το συνέδριο, το μυαλό του ήταν στην μικρή του Κάντυ. Πως θα μπορούσε να την κάνει πραγματικά ευτυχισμένη; Πρώτα χώρισε με τον άνθρωπο που αγάπησε πιο πολύ απ’ οτιδήποτε άλλο και μετά την έδιωξαν από το νοσοκομείο που τόσο πολύ ήθελε να δουλέψει.

Στην είσοδο στέκονταν οι σπουδαιότεροι γιατροί των νοσοκομείων του Σικάγου, για να καλωσορίσουν τους επίσημους καλεσμένους τους.

Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα του Άλμπερτ. Όλοι περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία να δουν από κοντά τον κύριο Γουίλιαμ Άντριου.

«Κύριε Γουίλιαμ Άντριου, μεγάλη μας τιμή» είπε ο γιατρός Λέοναρντ .

«Καλησπέρα γιατρέ Λέοναρντ» απάντησε χαμογελώντας ο Άλμπερτ, ο οποίος αναρωτιόταν αν τον αναγνώρισε ο γιατρός και πέρασε στην αίθουσα που θα γινόταν το συνέδριο.

Όταν το συνέδριο τελείωσε και συζητούσαν ανά πηγαδάκια γιατροί και καλεσμένοι, ο γιατρός Λέοναρντ που προσπαθούσε να θυμηθεί πότε άλλοτε είχε συναντηθεί με τον ισχυρό Γουίλιαμ Άντριου, πλησίασε δειλά τον Άλμπερτ:

«Κύριε Γουίλιαμ Άντριου, είμαι μεγάλη μας τιμή που σας έχουμε εδώ. Κι επί τη ευκαιρία, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για ότι έχετε προσφέρει στον αγώνα που κάνουμε» αναφερόμενος στις δωρεές της οικογένειας του Άλμπερτ όλα αυτά τα χρόνια.

«Παρακαλώ γιατρέ Λέοναρντ. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω εγώ και η οικογένεια μου, για όλα όσα προσφέρετε στον κόσμο. Εξάλλου ένα μέρος των χρημάτων πηγαίνει και στα έξοδα που έκανε το νοσοκομείο σας για μένα, όσο καιρό νοσηλευόμουν εκεί» είπε ο Άλμπερτ θέλοντας επιτέλους να βάλει ένα τέλος στο μυστήριο για το που έχουν ξανασυναντηθεί οι δύο άντρες.

«Εσείς; Σας ζητώ συγνώμη κύριε Άντριου, που δεν το θυμάμαι, αλλά πότε νοσηλευτήκατε στην Αγ. Ιωάννα;» ρώτησε ο γιατρός Λέοναρντ, ο οποίος προσπαθούσε να θυμηθεί την περίπτωση.

«Είχα πάθει αμνησία μετά από μία έκρηξη στο τρένο που βρισκόμουν πριν λίγους μήνες».
Ο γιατρός Λέοναρντ σάστισε:

«Θέλετε να πείτε ότι είστε ο ασθενής που είχαμε στο…»

«…Δωμάτιο Ο» συμπλήρωσε ο Άλμπερτ διακόπτοντας τον γιατρό Λέοναρντ, ο οποίος προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ.

«Κύριε Γουίλιαμ Άντριου, λυπάμαι πολύ. Δεν ήξερα» είπε ο γιατρός Λέοναρντ προσπαθώντας να δικαιολογηθεί.

«Μα αν δεν κάνω λάθος, πριν λίγο μας είπατε για τις προσπάθειες που καταβάλετε εσείς και οι νοσοκόμες, για την περίθαλψη όλων των ασθενών, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη».

«Έχετε δίκιο λυπάμαι πολύ» είπε ο γιατρός Λέοναρντ ξέροντας πως ο Άλμπερτ είχε δίκιο

«Μακάρι να μπορούσα να επανορθώσω» συμπλήρωσε.

«Η αλήθεια είναι ότι, αυτό που ισχυριστήκατε στο έδρανο πριν λίγο, έγινε πράξη κυρίως από μία νοσοκόμα, την Κάντυ, αλλά απολύθηκε γιατί προσπάθησε να μου προσφέρει την περαιτέρω περίθαλψη, που δεν μπορούσε να μου δοθεί στο νοσοκομείο, τη στιγμή που βγάλατε το εξιτήριό μου» είπε ο Άλμπερτ, ο οποίος ήθελε να πάει τη συζήτηση στην Κάντυ και την μεγάλη αδικία που βίωσε.

«Χαίρομαι πολύ που γίνατε καλά κύριε Άντριου, αλλά δεν θεωρήσαμε σωστό, μία νοσοκόμα να ζει σ’ ένα διαμέρισμα με έναν άγνωστο άντρα, ακόμα κι αν είναι ασθενής».

«Έχετε δίκιο, καθώς δεν θα έπρεπε να μου είχε δοθεί εξιτήριο, αφού ακόμα δεν είχα αναρρώσει και δεν ήξερα πώς να ανταπεξέλθω σε έναν κόσμο που δεν μου θύμιζε τίποτα. Παρ’ όλα αυτά, αυτή κοπέλα όπως βλέπετε, με έκανε γρήγορα καλά και τώρα μπορώ να απολαμβάνω το ποτό μου, μαζί με καταξιωμένους γιατρούς» είπε ο Άλμπερτ με μία μικρή δόση ειρωνείας στο χαμόγελό του και συμπλήρωσε.

«Εξάλλου, δεν έβαλε έναν ξένο άνθρωπο στο σπίτι της, αν και δεν το θεωρώ κακό τη στιγμή που οι προθέσεις της ήταν πάντα αγνές».

«Μου είχε αναφέρει ότι σας γνώριζε αλλά όταν τη ρωτήσαμε τα στοιχεία σας δεν ήξερε να μας τα πει» είπε ο γιατρός

«Τα γνώριζε απλά δεν ήθελε να τα αποκαλύψει γιατί όπως γνωρίζετε όλα αυτά τα χρόνια κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο Γουίλιαμ Άντριου» είπε ο Άλμπερτ ξέροντας ότι λέει ένα μικρό ψέμα, αλλά ήθελε να αποκαταστήσει το όνομα της Κάντυ.

«Μάλιστα. Κι αν επιτρέπεται κύριε Άντριου, πως και γνωρίζετε εσείς μία απλή νοσοκόμα;» ρώτησε ο γιατρός απορημένος.

«Αν και δεν συμμερίζομαι την γνώμη σας για τις νοσοκόμες, ωστόσο καταλαβαίνω την απορία σας. Η Κάντυ είναι η θετή μου κόρη», είπε ο Άλμπερτ και ευγενικά αποχώρησε από τη συζήτησή τους, αφήνοντας πίσω του το γιατρό Λέοναρντ εμφανώς σοκαρισμένο.

Ο γιατρός Λέοναρντ, σκεπτικός στο γραφείο του, αφού συνήλθε από το σοκ που του προκάλεσε η ξαφνική αποκάλυψη που είχε από τον κύριο Άντριου, άρχισε να νιώθει τύψεις. Τύψεις για την συμπεριφορά του απέναντι στην Κάντυ, την καλύτερη νοσοκόμα του. Τύψεις που αρκέστηκε στο λόγια ενός κακομαθημένου πλουσιόπαιδου και δεν αρκέστηκε στην αγνή ψυχή της Κάντυ. Ένιωθε όμως και άσχημα για το πώς είχε φερθεί στον ασθενή που έπασχε από αμνησία. Ήξερε πως ο κύριος Άντριου είχε δίκιο σε όλα όσα είπε. Έκλεισε την πόρτα του γραφείου φεύγοντας και ξεκίνησε για το σύλλογο των νοσοκόμων. Ένιωθε ότι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει μία αδικία.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 5:59 pm


Κεφάλαιο 3


Η Κάντυ καθόταν στο λόφο, όταν έφτασε ένα γνώριμο αυτοκίνητο. Ήταν ο Άρτσι με την Άννυ. Παραξενεύτηκε όταν τους είδε, γιατί ένιωθε ότι σήμερα ήταν λίγοι διαφορετικοί.

«Καλημέρα! Τι καλά που ήρθατε!!» τους είπε η Κάντυ και αμέσως αγκάλιασε την Άννυ όλο χαρά.

«Ήρθαμε να σας δούμε» είπε ο Άρτσι με ένα αμήχανο χαμόγελο. Δίπλα του η Άννυ κοκκίνισε.

«Άρτσι, γιατί μου λες ψέματα;» του είπε η Κάντυ με ένα πονηρό ύφος.

Εκείνη τη στιγμή τους πλησίασε η Πάτυ όλο χαρά.

‘…Ευτυχώς που ήρθε η Πάτυ και θα ξεχαστεί η Κάντυ…’ σκέφτηκε ο Άρτσι.

«Καλωσήρθατε» είπε η Πάτυ. «Τι ευχάριστη έκπληξη είναι αυτή;»

Όλοι μαζί μπήκαν στο σπίτι, όπου τους υποδέχτηκαν η κυρία Πόνυ και η Αδελφή Μαρία

Η Άννυ καθισμένη δίπλα στον Άρτσι, άκουγε χαρούμενη τις ιστορίες των παιδιών και δειλά σκούντηξε με το πόδι της τον Άρτσι. Εκείνος την κοίταξε και η Άννυ του έγνεψε, δίνοντάς του να καταλάβει ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή.
Έτσι ο Άρτσι, πήρε το θάρρος που χρειαζόταν και σηκώθηκε από τη θέση του:

«Λοιπόν, έχουμε να σας ανακοινώσουμε κάτι ευχάριστο. Η Άννυ κι εγώ σε ένα μήνα αρραβωνιαζόμαστε».

«Μπράβο» φώναξαν ταυτόχρονα η Κάντυ και η Πάτυ. Η κυρία Πόνυ και η Αδελφή Μαρία έκλαιγαν από τη χαρά τους. Ο Τομ και ο Τζίμι χειροκροτούσαν και τα παιδιά έτρεχαν έξαλλα από τη χαρά τους ζητωκραυγάζοντας.
Όλοι ήταν πολύ ευτυχισμένοι …Όλοι;

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα. Η Κάντυ διέκρινε τη φιγούρα ενός άντρα πολύ γνώριμου ‘Μα είναι δυνατόν;…’ αναρωτήθηκε. ‘…ο Τέρρυ…’.

Ο Τέρρυ μπήκε στο δωμάτιο, όπου έκπληκτος είδε ότι το σπίτι της κυρίας Πόνυ ήταν γεμάτο κόσμο. Γεμάτο από ανθρώπους πολύ σημαντικούς στη ζωή της αγαπημένης του Κάντυ. Και στη μέση αυτή. Η μόνη κοπέλα που κέρδισε την καρδιά του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξε και την αγκάλιασε. Τη σήκωσε στα χέρια του και άρχισε να την γυρίζει γύρω γύρω. Η Κάντυ τα’ χε χαμένα. Δε πίστευε στα μάτια της. Επιτέλους, το όνειρο της είχε γίνει πραγματικότητα. Αρχικά ένιωσε ντροπή που την αγκάλιασε μπροστά σε όλους και ειδικά μπροστά στην κυρία Πόνυ και την Αδελφή Μαρία. Αμέσως όμως σκέφτηκε πόσο πολύ της έλειψε όλο αυτό τον καιρό, που απέβαλε τις αναστολές της και ξέγνοιαστη και ευτυχισμένη απολάμβανε τον αέρα του δωματίου στα χέρια του Τέρρυ. Το χαμόγελο είχε αποτυπωθεί στο πρόσωπο και των δύο. Κάποια στιγμή η Κάντυ από τις πολλές περιστροφές άρχισε να ζαλίζεται.

«Τέρρυ ζαλίστηκα» του είπε και του ζήτησε να την κατεβάσει. Μόλις ο Τέρρυ την άφησε να πατήσει στα πόδια της, πήρε τα χέρια της, τα φίλησε πολύ στοργικά, γονάτισε και της είπε:

«Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου, φακιδομουτράκι μου;»

Η Κάντυ προς στιγμήν έμεινε άφωνη, αλλά όταν μετά από λίγα δευτερόλεπτα συνειδητοποίησε τα λόγια του Τέρρυ, φώναξε δυνατά:
«Ναιαιαι».

«Κάντυ, Κάντυ, τι ναι λες;» ρώτησε η μικρή Καθλίν την Κάντυ.

«Κάντυ, γιατί γελάς; Τι ναι έλεγες;» ξαναρώτησε η Καθλίν, όπου τραβώντας το φουστάνι της Κάντυ, την επανέφερε στην πραγματικότητα.

‘…Ώστε ήταν ένα όνειρο…’ σκέφτηκε η Κάντυ και τα μεγάλα πράσινα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα.

«Τίποτα γλυκιά μου. Μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό, σε παρακαλώ πολύ;»

«Αμέσως αρχηγέ» είπε η Καθλίν και έτρεξε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της μεγάλης αρχηγού.


Η Άννυ δεν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί στη φίλη της. Την είχαν περικυκλώσει όλοι για να την συγχαρούν, να της ευχηθούν και δεν κατάλαβε τι συνέβη. Ο Τζίμι όμως είδε την Κάντυ που, όσο κι αν προσπαθούσε να κρύψει τη στεναχώρια της με ένα ψεύτικο χαμόγελο, τα μάτια της την πρόδιδαν. Ο Τζίμι, που είχε ακούσει την Κάντυ να ζητάει από τον Τέρρυ να την κατεβάσει κάτω, αμέσως κατάλαβε τι σκεφτόταν η αρχηγός τους και με μία απίστευτη ωριμότητα που ξάφνιασε την Κάντυ, πήγε κοντά της, της χαμογέλασε και της είπε χαμηλόφωνα:

«Χαμογέλασε. Αύριο θα είναι μια καινούργια μέρα. Στο χέρι σου είναι αν θα είναι όμορφη ή όχι» της είπε κλείνοντάς της το μάτι.

‘Τι χαζή που είμαι. Σίγα μην ερχόταν εδώ ο Τέρρυ για να με ζητήσει σε γάμο. Ο Τέρρυ είναι με τη Σουζάνα και αυτήν πρέπει να παντρευτεί. Τέλοσπαντων. Σήμερα έχουμε χαρές.

Αρραβωνιάζεται η αδελφή μου…’
σκέφτηκε και πήγε στην Άννυ. Της έδωσε ένα γλυκό φιλί και της είπε:
«Άννυ μου, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι για σας. Εύχομαι να είστε πάντα αγαπημένοι και ευτυχισμένοι. Τίποτα και κανείς να μην μπει εμπόδιο ανάμεσα σας», αμέσως σκέφτηκε:

‘Κανείς να μην μπει ανάμεσα σας…’ και ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της Κάντυ.

«Αγαπημένη μου Κάντυ, πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις στη ζωή μου» της απάντησε η Άννυ και οι δύο φίλες φανερά συγκινημένες αγκαλιάστηκαν και άρχισαν να κλαίνε.

Μόνο που αυτά ήταν δάκρυα χαράς. Η Κάντυ στην προσπάθειά της να αποφορτίσει λίγο το κλίμα συμπλήρωσε:

«Κι αν κάνεις το προσπαθήσει, εγώ είμαι εδώ» και άρχισε να σηκώνει τα μανίκια της χαμογελώντας ναζιάρικα στην Άννυ.
Οι δυο φίλες άρχισαν να γελούν, ώσπου τις πλησίασε ο Άρτσι και απευθυνόμενος στην Κάντυ της είπε:

«Εεε, δεσποινίς Κάντυ Άντριου, τι κάνεις στη μέλλουσα σύζυγό μου; Μία κλαίει μία γελάει».
«Σκοτσέζικο ντουζ» απάντησε και του έβγαλε ναζιάρικα τη γλώσσα, κάνοντάς τους όλους να γελάσουν δυνατά.


Η βραδιά κύλησε γιορτινά με χαρές, χορούς και γλέντια. Όταν η Άννυ και ο Άρτσι έφυγαν και τα παιδιά έπεσαν για ύπνο, η Κάντυ και η Πάτυ είχαν χρόνο να μιλήσουν μόνες τους.

«Τι μέρα και η σημερινή. Χάρηκα πάρα πολύ και για τους δύο» είπε η Κάντυ.

«Ναι, τους αξίζει να είναι ευτυχισμένοι» απάντησε η Πάτυ και συμπλήρωσε:

«Περάσαμε πολύ ωραία σήμερα. Καιρό είχαμε να διασκεδάσουμε».

«Ναι, ωραία περάσαμε» απάντησε η Κάντυ.

«Ειδικά ορισμένοι πέρασαν πολύ ωραία» συμπλήρωσε χαμογελώντας ναζιάρικα στην Πάτυ.

«Έλα Κάντυ, μη με πειράζεις» είπε και αμέσως τα μάγουλα της κοκκίνισαν.

«Δεν σε πειράζω Πάτυ μου, χαίρομαι πάρα πολύ. Ο Τομ είναι σαν αδελφός μου και τον αγαπώ πολύ, το ξέρεις».

«Μα οι μνήμες του Στήαρ είναι ακόμα πολύ νωπές» είπε η Πάτυ με ύφος θλιμμένο.

«Δεν λέει κανείς να βιαστείς. Όμως πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου. Δεν είναι κακό» της είπε η Κάντυ και συμπλήρωσε:

«Δεν λέω να βιαστείς να ξεχάσεις, λέω απλά ότι πρέπει να προχωρήσεις μπροστά».

«Δεν ξέρω Κάντυ, πιστεύω ότι είναι δύσκολο ακόμα» είπε η Πάτυ με μία δόση μελαγχολίας στη φωνή της.

«Καλά Πάτυ μου, όπως νομίζεις. Καλύτερα να κοιμηθούμε τώρα, γιατί αύριο μας περιμένει δύσκολη μέρα. Δεν θα μπορούμε να βάλουμε τα παιδιά για διάβασμα με τίποτα».

«Πέρασαν τόσο όμορφα τα καημένα. Δεν έχουν και πολλές χαρές βλέπεις» είπε η Πάτυ και η Κάντυ θυμήθηκε τις δικές της στιγμές όταν ήταν ακόμα πολύ μικρή στο σπίτι της κυρίας Πόνυ.

«Καληνύχτα Πάτυ».

«Καληνύχτα Κάντυ».

Καληνύχτα Τέρρυ…’ είπε η Κάντυ από μέσα της και έκλεισαν την λάμπα για να κοιμηθούν.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 6:01 pm


«Κύριε Μάθιου καλημέρα».

«Καλημέρα Κάντυ, τι κάνεις παιδί μου;» απάντησε ο κύριος Μάθιου.
«Καλά είμαι. Εσείς;»

«Σήμερα έχω να παραδώσω πολλά γράμματα και ήρθα νωρίς» της είπε και σκούπισε το μέτωπό του με το μαντήλι του.

«Καλημέρα Αδελφή Μαρία, πως είστε;»

«Πολύ καλά, ευχαριστώ» απάντησε και πλησίασε την Κάντυ καθώς έβλεπε τον κύριο Μάθιου που έφευγε για να μοιράσει τα υπόλοιπα γράμματα.

«Αδελφή Μαρία, έχω ετοιμάσει το πρωινό για εσάς και τα παιδιά. Μπορείτε να το σερβίρετε εσείς για να πάω να διαβάσω το γράμμα μου;»

«Μα Κάντυ, δεν θα φας εσύ;» ρώτησε η Αδελφή Μαρία.

«Θέλω να το διαβάσω νωρίς. Τόσο κόπο έκανε ο κύριος Μάθιου να μου το φέρει πρωί πρωί. Μην το διαβάσω το μεσημέρι, κρίμα είναι» είπε η Κάντυ με ένα βλέμμα όλο γαλιφιά.

Όταν η Κάντυ επέστρεψε από το λόφο ήταν πολύ σκεφτική.

«Κάντυ, τι έχεις; Δεν πήρες καλές ειδήσεις από το γράμμα σου;» ρώτησε η Αδελφή Μαρία από ενδιαφέρον και όχι από περιέργεια.

«Όχι, Αδελφή Μαρία, ήταν ευχάριστα τα νέα, αλλά με προβλημάτισαν γιατί πρέπει να πάρω κάποιες αποφάσεις, που μέχρι πριν δεν περίμενα πως θα χρειαστεί να πάρω».

Η κυρία Πόνυ και η Πάτυ ανησύχησαν.

Έτσι, οι τέσσερις τους κάθισαν στο τραπέζι για να συζητήσουν με την Κάντυ.

«Τι έγινε Κάντυ, από ποιον ήταν το γράμμα;» ρώτησε η Αδελφή Μαρία.

«Από το νοσοκομείο της Αγ. Ιωάννας» απάντησε η Κάντυ εμφανώς προβληματισμένη και συνέχισε

«Μου ζητούν, αν κι εγώ το επιθυμώ, να επιστρέψω στο νοσοκομείο και στα καθήκοντά μου».

«Καλημέρα. Να μπω;» διέκοψε ο Τομ.

«Πέρασε Τομ» είπε η Κάντυ, η οποία δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει μπροστά του. Ήταν κι αυτός σαν αδελφός της.

«Τι κάνετε; Είστε καλά;» είπε ο Τομ.

«Απλά προέκυψε ένα ζήτημα, που έπρεπε να συζητήσουμε και για να έχουμε ησυχία στείλαμε τα παιδιά να παίξουν» είπε η Πάτυ.

«Τότε να φύγω, μη σας ενοχλώ».

«Όχι, Τομ, κάθισε. Δεν είσαι ξένος. Μόλις έλαβα ένα γράμμα από το νοσοκομείο που δούλευα στο Σικάγο, ότι μπορώ να επιστρέψω» είπε η Κάντυ.

«Μα καλά, αυτοί δε σε απέλυσαν;» ρώτησε ο Τομ.

«Ακριβώς. Τώρα τι άλλαξε;» ρώτησε με τη σειρά της η Πάτυ.

«Δεν ξέρω. Στο γράμμα έγραφαν ότι μετά από επανεξέταση του φακέλου μου, μπορώ να επαναπροσληφθώ. Δεν μπορώ να ξέρω τι έγινε. Κι εγώ απορώ» είπε η Κάντυ και συνέχισε να συζητάει μαζί τους για το περιεχόμενο του γράμματος, αλλά κυρίως τους προβληματισμούς της που θα τους αφήσει μόνους τους χωρίς νοσοκόμα.

«Δε χρειάζεται να ανησυχείς γι’ αυτό» είπε η Πάτυ διακόπτοντας την Κάντυ και συνέχισε:

«Η αλήθεια είναι ότι εδώ και μέρες υπάρχει κάτι που θα ήθελα να σας πω. Τώρα νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή. Κυρία Πόνυ, Αδελφή Μαρία, αν είστε κι εσείς σύμφωνες, θα ήθελα να συνεχίσω να ζω στο ορφανοτροφείο και να αναλάβω εγώ εξ ολοκλήρου την εκπαίδευση των παιδιών. Κι όσο για τις γρατζουνιές τους, άστο σε μένα Κάντυ. Μ’ έχεις μάθει πολύ καλά όλο αυτό τον καιρό».

Ο Τομ ένιωθε την καρδιά του να πετάει από χαρά που θα έμενε η Πάτυ κοντά τους και αμέσως είπε στις γυναίκες της παρέας:

«Εξάλλου κυρία Πόνυ, είμαι κι εγώ εδώ. Τα πάντα στο ράντζο δουλεύουν ρολόι, με αποτέλεσμα να έχω περισσότερο χρόνο και θα μπορείτε να βασιστείτε και στη δική μου βοήθεια».

Η Κάντυ δακρυσμένη από συγκίνηση ένιωθε ότι, χάρη στην πολύτιμη βοήθεια των φίλων της, θα ανοίξει και πάλι τα φτερά της.

«Είδες Κάντυ μου, αν εσύ το θέλεις πραγματικά να επιστρέψεις στο νοσοκομείο, υπάρχει λύση για όλα» είπε η Αδελφή Μαρία.

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Δεν ξέρω ακόμα τι θα κάνω, αλλά χάρη στη βοήθεια σας και την αγάπη σας, μου δίνετε την ευκαιρία να το σκεφτώ» είπε η Κάντυ συγκινημένη και έφυγε για το λόφο να σκεφτεί.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 6:03 pm


Κεφάλαιο 4

«Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου
και σας έδειξα πως ν’ ακουμπούν μόλις στη γλώσσα μου οι λέξεις».


«Σταματήστε!», ο Ρόμπερτ έκοψε την πρόβα στη μέση και κοίταξε αγριεμένος τον Τέρρυ.

«Δεν ακουμπούν στη γλώσσα σου οι λέξεις Τέρρυ παιδί μου, αλλά στη γλώσσα τους. Είναι το τρίτο λάθος που κάνεις σήμερα. Και το χειρότερο; Δεν το αντιλήφθηκες καν! Συγκεντρώσου Τέρρυ. Πάμε πάλι…»

Ο Τέρρυ πήρε μια βαθειά ανάσα, ύψωσε περήφανα το ανάστημά του όπως ταιριάζει σε έναν πρίγκιπα και ξεκίνησε και πάλι να κοιτάει τους τρεις ηθοποιούς που ήταν στη σκηνή.

«Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου
και σας έδειξα πως ν’ ακουμπούν μόλις στη γλώσσα σας οι λέξεις.
Όμως αν το στόμα μας έμαθε μόνο να…»


«Αρκετά! Τέλος για σήμερα. Τέρρυ, έλα να με βρεις στο καμαρίνι μου», είπε ο Ρόμπερτ και αποχώρησε οργισμένος από τη σκηνή. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί κοιτάζονταν απογοητευμένοι.

«Να πάρει!», είπε ο Τέρρυ κλωτσώντας εκνευρισμένος μια καρέκλα πάνω στη σκηνή. Έμεινε ακίνητος. Όλοι αποχώρησαν κι αυτός έμεινε να κοιτάζει τις άδειες θέσεις. Σε λιγότερο από ένα μήνα είχαν πρεμιέρα, αλλά ο ίδιος δεν ένοιωθε ακόμα έτοιμος.

Λίγο αργότερα στο καμαρίνι του Ρόμπερτ, ο Τέρρυ θα έπρεπε να δώσει απαντήσεις που δεν είχε.

«Τέρρυ παιδί μου, κάτσε. Έχω απογοητευτεί πολύ από εσένα. Δεν περίμενα ότι θα φτάσω να το πω αυτό, αλλά έτσι είναι. Πριν λίγους μήνες σταμάτησαν οι παραστάσεις του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στη μέση. Θυμάσαι καλά. Ήταν πριν εξαφανιστείς από προσώπου γης και όταν γύρισες εμφανώς αλλαγμένος, εγώ ήμουν που σου ζήτησα να πάρεις το ρόλο του Άμλετ. Πιστεύω σε σένα Τέρρενς. Σε έχω στηρίξει από τα πρώτα βήματα της καριέρας σου, αλλά η πίστη η δική μου δεν είναι αρκετή. Το κοινό είναι ο κριτικός μας και αυτό το κοινό δεν είσαι έτοιμος να το αντιμετωπίσεις. ‘Να μπει κανείς ή να μην μπει’; Μα που είχες το μυαλό σου Τέρρενς; Τι σκεφτόσουν; Το κοινό δεν συγχωρεί και το ξέρεις. Και αν τώρα γίνομαι αυστηρός μαζί σου είναι επειδή σε νοιώθω σα γιο μου και δεν θέλω να πιεις το πικρό ποτήρι της αποτυχίας».

Ο Ρόμπερτ πήγε κοντά στον Τέρρυ και συνέχισε:

«Τέρρυ μπορώ να βασιστώ ότι σε μια βδομάδα θα είσαι έτοιμος;»

Ο Τέρρυ τον κοίταξε ειλικρινά στα μάτια αλλά δεν απάντησε!

Ο Ρόμπερτ συνέχισε απογοητευμένος:

«Αν την άλλη εβδομάδα δεν βγει όλη η παράσταση σωστά, θα αναγκαστώ να σε κατεβάσω από τη σκηνή. Μπορείς να φύγεις. Έχεις πολύ μελέτη να κάνεις».

Ο Τέρρυ σηκώθηκε και βγήκε από το καμαρίνι, αφήνοντας σκεφτικό πίσω του τον Ρόμπερτ.

Κατευθύνθηκε προς το δικό του. Τριγύρω του οι ψίθυροι έδειχναν ξεκάθαρα την αποδοκιμασία των συναδέλφων του. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του και στηρίχτηκε πάνω της. Πόσο άσχημα ένιωθε με αυτή την εξέλιξη! Του ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί και όσα άκουγε ήταν αλήθειες που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Όσο κι αν ο ατίθασος χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να ανέχεται συμπεριφορές σαν τη σημερινή, ήξερε ότι ο Ρόμπερτ πράγματι ενδιαφερόταν γι’ αυτόν και όσα έλεγε έκρυβαν ειλικρινές ενδιαφέρον. ‘Πρέπει να συγκεντρωθώ.

Πρέπει να βάλω τα δυνατά μου. Τι θα έλεγε εκείνη, αν με έβλεπε σε αυτά τα χάλια;
’ σκεφτόταν διαρκώς ο Τέρρυ.


Όταν αργότερα το θέατρο άδειασε, ο Τέρρυ έμεινε μόνος και ανέβηκε στη σκοτεινή σκηνή…

«Να ζει κανείς ή να μην ζει; Ιδού η απορία.
Τι είναι πιο μεγαλοπρεπές για το νου;
Να πάσχει, να αντέχει σωπαίνοντας τις πληγές
από μια μοίρα που τον ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος
Ή να επαναστατεί;
Να αντισταθεί στην παλίρροια των λυπημένων κόπων…»


Στο βάθος ο Ρόμπερτ απαρατήρητος τον παρακολουθούσε ευχαριστημένος στο σκοτάδι. Ήταν πολύ νωρίς για να αποφασίσει. Ο Τέρρενς έκρυβε ένα θηρίο μέσα του. Το αν όμως θα το άφηνε ελεύθερο στη σκηνή, αυτό ήταν μια απόφαση που μόνο ο Τέρρυ μπορούσε να πάρει…







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 6:09 pm

‘Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι συνέβη και ο γιατρός Λέοναρντ άλλαξε γνώμη. Τι έγινε; Μήπως του μίλησε κανείς; Αλλά ποιος να του μίλησε; Η Ελίζα και ο Νηλ φρόντισαν να με διώξουν. Αποκλείεται να μετάνιωσαν για ότι μου έκαναν. Ότι και να είναι σε λίγη ώρα θα το μάθω.’ Σκεφτόταν η Κάντυ στο ταξίδι της για Σικάγο. Ήθελε να μιλήσει με το γιατρό Λέοναρντ πριν πάρει την οριστική της απόφαση. ‘Πάντως αν όλα πάνε καλά θα πρέπει να βρω σπίτι. Ελπίζω ο Άλμπερτ να είναι στο Σικάγο. Θέλω τόσο πολύ να τον δω και να μου πει κι αυτός τη γνώμη του’. Αυτές οι σκέψεις συντρόφευαν την Κάντυ στο ταξίδι της για Σικάγο, το οποίο ολοένα και πλησίαζε στο τέλος του.

Η άμαξα έφτασε έξω απ’ το νοσοκομείο της Αγ. Ιωάννας. Το πρόσωπό της αμέσως άλλαξε όψη.

‘Τίποτα δεν άλλαξε’ σκέφτηκε η Κάντυ, καθώς προχωρούσε συνοδευόμενη από μία νοσοκόμα, προς στο γραφείο του γιατρού Λέοναρντ.

«Περάστε» απάντησε ο γιατρός Λέοναρντ.

«Καλημέρα γιατρέ Λέοναρντ» είπε η Κάντυ που πέρασε στο γραφείο του γιατρού.

«Καλημέρα Κάντυ. Πέρασε, κάθισε» της είπε ξαφνιασμένος.

Καθισμένοι και οι δύο, ένιωθαν την απόσταση που τους χώριζε, μεγαλύτερη από αυτή που πραγματικά υπήρχε ανάμεσά του. Κάποιος έπρεπε να κάνει την αρχή. Η Κάντυ σκέφτηκε πως έπρεπε να αφήσει το γιατρό Λέοναρντ να μιλήσει πρώτος. Όπερ και εγένετο.

«Υποθέτω πως για να είσαι εδώ, έλαβες το γράμμα από το διευθυντή προσωπικού του νοσοκομείου».

«Μάλιστα γιατρέ. Και δεν σας κρύβω ότι ξαφνιάστηκα πολύ με όσα διάβασα» είπε η Κάντυ και σταμάτησε εκεί, θέλοντας να συνεχίσει ο γιατρός Λέοναρντ, προκειμένου να καταλάβει τις προθέσεις του, πριν δείξει τον ενθουσιασμό της.

«Η αλήθεια είναι ότι με την πάροδο του χρόνο, είχα τη δυνατότητα να δω τα πράγματα πιο ήρεμα. Έτσι ερεύνησα τις πληροφορίες που μου είχαν δώσει και κατάλαβα ότι η κίνηση σου να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου ως νοσοκόμα, σε έναν άνθρωπο με αμνησία και ειδικά τη στιγμή που τον ήξερες χρόνια, ήταν αγνές αλλά και πολύτιμες, καθ’ όσων μόνο εσύ γνώριζες το παρελθόν του και μπορούσες να τον βοηθήσεις ουσιαστικά. Εμείς σαν νοσοκομείο, από τη στιγμή που παθολογικά ήταν υγιής, δεν μπορούσαμε να τον κρατήσουμε παραπάνω. Έτσι λοιπόν, αποφάσισα πως έπρεπε να αποκαταστήσω αυτή την αδικία» της είπε.

Η Κάντυ τον κοιτούσε και χαιρόταν πολύ που, έστω και καθυστερημένα, αποκαταστήθηκε η τιμή της στα μάτια του γιατρού.

«Χαίρομαι πολύ που καταλάβατε αυτά που εκείνη την ημέρα μάταια προσπαθούσα να σας πω» είπε η Κάντυ.

«Αποφάσισες τι θέλεις να κάνεις;» ρώτησε ο γιατρός θέλοντας να δώσει ένα τέλος στην προηγούμενη συζήτηση, που τόσο αμήχανα τον έκανε να νιώθει.

«Η αλήθεια είναι ότι θέλω πολύ να γυρίσω, αλλά αν δεν έχετε αντίρρηση, θα προτιμούσα να σας δώσω την οριστική μου απάντηση σε λίγες μέρες» είπε η Κάντυ ελπίζοντας πως ίσως καταφέρει να μιλήσει και με τον Άλμπερτ, τώρα που ήρθε στο Σικάγο, αν και ένιωθε ότι ήδη είχε πάρει την απόφασή της.

«Όπως νομίζεις Κάντυ. Όταν αποφασίσεις μπορείς να έρθεις να μου ανακοινώσεις την απόφασή σου» είπε ο γιατρός και η Κάντυ σηκώθηκε να φύγει.

«Μάλιστα γιατρέ Λέοναρντ. Εμένα μου επιτρέπετε. Καλή σας μέρα».

«Καλημέρα».

Η Κάντυ, έκλεισε την πόρτα πίσω της ευχαριστημένη από την έκβαση της συζήτησης. Προχώρησε προς την έξοδο.


Η άμαξα σταμάτησε έξω από την έπαυλη των Άντριου. Η Κάντυ δεν ήταν σίγουρη αν θα έβρισκε εκεί τον Άλμπερτ. Έπρεπε όμως να πάει για να το διαπιστώσει. Αφού διέσχισε όλο τον κήπο, ανήσυχη χτύπησε την πόρτα με τη μεταλλική λαβή.

«Δεσποινίς Κάντυ, εσείς;» ρώτησε ξαφνιασμένος ο μπάτλερ.

«Καλημέρα είναι εδώ ο Άλμπερτ;» ρώτησε η Κάντυ.

«Εννοείται ο κύριος Γουίλιαμ» τη διόρθωσε κάνοντας την Κάντυ να νιώσει λίγο άβολα.

«Μάλιστα. Είναι εδώ;» ξαναρώτησε.

«Εδώ είναι. Περάστε» της απάντησε, όταν ακούστηκε δυνατά μία βραχνή φωνή.

«Τι θέλει αυτή εδώ μέσα;» ρώτησε η θεία Ελρόυ.

«Καλησπέρα Μεγάλη θεία Ελρόυ. Πως είστε;» ρώτησε μουδιασμένα η Κάντυ, όταν άκουσε την ενοχλητική φωνή της Ελίζας:

«Μεγάλη Θεία Ελρόυ, θα επιτρέψετε σ’ αυτήν την κουρελιάρα να μπει μέσα στο σπίτι μας;»

«Και ξαναρωτάω. Τι θέλει αυτή εδώ;» ρώτησε πάλι αυστηρά η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, απευθυνόμενη στον μπάτλερ, αφού ήταν φανερό πως δεν ήθελε καν να ξεκινήσει διάλογο με την Κάντυ.

«Ήρθε να δει τον κύριο Γουίλιαμ Άντριου, κυρία» απάντησε ο μπάτλερ, ο όποιος δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του, όταν άρχισε να φωνάζει:

«Φύγε αμέσως από το σπίτι μου. Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Δεν σε θέλω εδώ μέσα».
Η Κάντυ πληγωμένη γύρισε να φύγει, όταν άκουσε:

«Τη θέλω όμως εγώ».

Η Κάντυ γύρισε και είδε στην κορυφή της σκάλας τη σιλουέτα του Άλμπερτ, ο όποιος άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά για να πάει κοντά της.

«Κάντυ» της είπε και αμέσως την αγκάλιασε:

«Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω, μικρή μου!»

«Κι εγώ Άλμπερτ» του απάντησε και άρχισε να κλαίει, φανερά επηρεασμένη από τη συμπεριφορά της Μεγάλης Θείας Ελρόυ και της Ελίζας.

«Κάντυ, τι έχουμε πει; Όχι πια δάκρυα. Το ξέχασες;» της είπε και της σκούπισε τα μάτια.

«Έχεις δίκιο Άλμπερτ» είπε η Κάντυ, όταν και πάλι αυτή η βραχνή φωνή τους διέκοψε:

«Μεγάλε Θειε Γουίλιαμ θέλεις να πεις. Ούτε αυτό δεν έμαθες;»

Η Κάντυ έσκυψε το κεφάλι της.

«Για την Κάντυ είμαι ο Άλμπερτ. Για τους υπόλοιπους είμαι ο Μεγάλος Θείος Γουίλιαμ» και αμέσως κοίταξε την Ελίζα, η οποία είχε γίνει κατακόκκινη από τα νεύρα. Ο Άλμπερτ έκανε νόημα στην Κάντυ να κοιτάξει την Ελίζα και της έκλεισε κοροϊδευτικά το μάτι. Και οι δύο άρχισαν να γελάνε διακριτικά.

«Έτσι μπράβο μικρή μου. Έλα, πέρασε. Αυτό είναι το σπίτι σου».

Η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, ενοχλημένη από τη γεμάτη διαχυτικότητα συμπεριφορά του Άλμπερτ, αποχώρησε για το δωμάτιο της. Ο Άλμπερτ θέλοντας να δώσει στην Ελίζα τη χαριστική βολή, γύρισε περιφρονητικά και της είπε:
«Ελίζα, η Κάντυ ήρθε μετά από καιρό στο σπίτι της και θέλει να ηρεμήσει. Γιατί δεν πας στο σπίτι σου καλύτερα;» και προχώρησε προς τον κήπο, αφού πρώτα πέρασε το χέρι της Κάντυ από το μπράτσο του.

Η Κάντυ, ενοχλημένη από τα όσα έγιναν είπε στον Άλμπερτ:

«Άλμπερτ, συγνώμη που προκάλεσα όλη αυτή την αναστάτωση αλλά ήθελα πολύ να σε δω».

«Μα τι είναι αυτά που λες μικρή μου; Ζητάς συγνώμη που ήρθες στο σπίτι σου; Πολύ καλά έκανες. Μου έλειψες».

«Κι εμένα Άλμπερτ μου έλειψες. Είχα καιρό να λάβω γράμμα σου και δεν ήξερα αν θα σε βρω. Γι’ αυτό, σήμερα που ήρθα στο Σικάγο, ήρθα με την ελπίδα ότι ίσως σε βρω εδώ».

«Μα καλά, τι κάνεις εσύ εδώ; Έγινε τίποτε στο ορφανοτροφείο;»

«Όχι, ήρθα για να πάω στο νοσοκομείο».

Ο Άλμπερτ την κοίταξε ανήσυχος:

«Γιατί Κάντυ, έχεις κάτι;»

«Όχι Άλμπερτ, είμαι καλά. Κάτσε, θα σου εξηγήσω» του είπε καθησυχάζοντάς τον και κάθισαν στις μεγάλες, λευκές, μεταλλικές καρέκλες του κήπου.

«Πάντως σε βλέπω μία χαρά» της είπε και συμπλήρωσε:

«Φαίνεται πως σου έκανε κάλο ο καθαρός αέρας».

«Που απ’ ότι φαίνεται, θα τον στερηθώ από’ δω και πέρα» του είπε, θέλοντας να ξεκινήσει να του λέει τα νέα της.

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.

«Άκου Άλμπερτ, πριν λίγες μέρες έλαβα ένα γράμμα και δεν θα πιστέψεις από ποιον ήταν. Από τον διευθυντή προσωπικού του νοσοκομείου της Αγ. Ιωάννας» και συνέχισε η Κάντυ να του εξιστορεί τα γεγονότα. Ο Άλμπερτ είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ίσως ο γιατρός Λέοναρντ επηρεάστηκε από τη συνάντησή τους.

«Μα εσύ πως το βρίσκεις Άλμπερτ, έτσι ξαφνικά να αλλάζει γνώμη για το χαρακτήρα και το ήθος μου;»

«Αφού σου είπε και ο ίδιος ότι όταν ηρέμησε, προσπάθησε να διασταυρώσει τις πληροφορίες που του έδωσαν και τελικά ήταν ψευδής. Δεν νομίζω πως κρύβεται τίποτε άλλο» της απάντησε θέλοντας να κρύψει τη δική του παρέμβαση. Δεν του άρεσε που είχε μυστικά από την Κάντυ, αλλά ξέροντας πόσο περήφανη είναι, φοβόταν ότι δεν θα δεχόταν να επιστρέψει στο νοσοκομείο της Αγ. Ιωάννας, αν καταλάβαινε τι ήταν αυτό που έκανε το γιατρό Λέοναρντ να αλλάξει γνώμη.

«Ίσως έχεις δίκιο. Τι να πω!» είπε η Κάντυ, μη μπορώντας να δώσει άλλη λογική εξήγηση απ’ αυτή που της έδωσε ο Άλμπερτ.

«Κι εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις;» την ρώτησε.

«Σκέφτομαι να δεχτώ, Άλμπερτ. Στην ιδέα ότι θα εργαστώ και πάλι στο νοσοκομείο, νιώθω πολύ χαρούμενη».

«Κάντυ πόσο χαίρομαι για σένα! Ένα πράγμα μόνο με προβληματίζει».

«Τι Άλμπερτ;» ρώτησε η Κάντυ ανήσυχη.

«Λυπάμαι τους ασθενείς σου που θα τους τρελάνεις» της είπε και άρχισε να γελάει δυνατά.

«Ω, Άλμπερτ, σταμάτα να με πειράζεις» του είπε η Κάντυ, κάνοντας μία αστεία γκριμάτσα και άρχισε να γελάει και αυτή. Τα γέλια της Κάντυ άκουσε και μία φίλη της, η όποια έτρεξε αμέσως στην αγκαλιά της.

«Πάπετ, γλυκιά μου Πάπετ, τι κάνεις;» είπε όλο χαρά η Κάντυ, η όποια δεχόταν απλόχερα τις χαρές της Πάπετ.

«Φτάνει Πάπετ. Μ’ έχεις κάνει μούσκεμα» είπε η Κάντυ και ο Άλμπερτ άρχισε να γελάει.


Από το παράθυρο, τους παρακολουθούσε η Μεγάλη θεία Ελρόυ. Έβλεπε πόσο χαρούμενος ήταν ο Άλμπερτ με την έλευση της Κάντυ στην έπαυλη.
‘Πόσο διαφορετικός είναι όταν είναι μαζί της. Η αλήθεια είναι ότι του κάνει καλό η Κάντυ. Και τότε με την αμνησία αυτή ήταν που του στάθηκε, που τον φρόντισε. Και χωρίς να ξέρει ποιος πραγματικά είναι και την αμύθητη περιουσία που διαθέτει. Όχι, δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Είναι ένα παιδί από το ορφανοτροφείο. Δεν της αρμόζει να φέρει το μεγάλο όνομα των Άντριου…’ σκέφτηκε προβληματισμένη γιατί καταβάθος ένιωθε πως είχε αρχίσει να τη συμπαθεί, γεγονός που ούτε στο εαυτό της δεν ήθελε να παραδεχτεί.

Ο Άλμπερτ με την Κάντυ συνέχισαν τα παιχνίδια με την Πάπετ στον κήπο.

«Οπότε να πάμε να μαζέψουμε τα πράγματά σου και να έρθεις να μείνεις εδώ», συνέχισε τη συζήτηση ο Άλμπερτ.

«Όχι Άλμπερτ, αποκλείεται να μείνω εδώ. Ξέρεις τώρα πως είναι οι σχέσεις μου με τη Μεγάλη Θεία και τους Ράγκαν» είπε η Κάντυ.

«Κάντυ μου, οι συγγενείς μου όλοι με εξαίρεση τον Άρτσι, είναι άνθρωποι από αναγκαστικά υπάρχουν στη ζωή μου. Εσύ όμως ήσουν επιλογή μου. Αν δεν πίστευα στην αγνή ψυχή σου, δεν θα ήσουν τώρα μέλος της οικογένειας Άντριου».
Η Κάντυ συγκινημένη από τα λόγια του Άλμπερτ άρχισε να δακρύζει.

«Εξάλλου Κάντυ, η Θεία Ελρόυ όλα αυτά τα χρόνια, ποτέ της δεν κατάλαβε τις επιλογές μου, απλά τις αποδεχόταν γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Εσύ είσαι απλά άλλη μία διαφωνία μας» συμπλήρωσε ο Άλμπερτ. Η Κάντυ παραξενεύτηκε. Διέκρινε πικρία από τα λόγια του Άλμπερτ. Τι να εννοούσε άραγε;
«Παρ’ όλα αυτά Άλμπερτ, θα ήθελα να μείνω μόνη μου. Θα νιώσω πιο γεμάτη και δυνατή αν σταθώ στα πόδια μου. Έλεγα να πάω να δω για διαμέρισμα. Θα έρθεις μαζί μου ή έχεις δουλειά;» ρώτησε η Κάντυ.

«Περίμενέ με, να πάω να βάλω κάτι απλό και φύγαμε» της απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη και αμέσως κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό της έπαυλης.

«Λοιπόν πάμε;» ρώτησε ο Άλμπερτ, ο οποίος ντύθηκε πιο απλά.

«Άλμπερτ σκεφτόμουν να ξεκινήσουμε από το διαμέρισμα που μέναμε μαζί. Τι λες;»

«Πολύ καλή ιδέα. Αν είμαστε τυχεροί μπορεί να μην έχει νοικιαστεί. Εξάλλου δεν είναι και πολλοί οι μήνες που έχουν περάσει» είπε ο Άλμπερτ και ξεκίνησαν για την πόλη του Σικάγου και συγκεκριμένα για το παλιό τους διαμέρισμα.


«Δεν έχει αλλάξει τίποτα, Άλμπερτ. Θυμάσαι;» ρώτησε η Κάντυ μόλις φτάσανε στην παλιά τους γειτονιά.

«Και βέβαια θυμάμαι» της απάντησε και την οδήγησε ακουμπώντας την στην πλάτη στο εσωτερικό του κτηρίου.
Μετά από τη συνάντησή τους με τη σπιτονοικοκυρά η Κάντυ χαρούμενη ξαναπήρε τα κλειδιά του διαμερίσματος. Δεν το είχε νοικιάσει αυτούς τους μήνες. Αφού την χαιρέτησαν ανέβηκαν στο διαμέρισμα.

Τα έπιπλα ήταν ακόμα εκεί. Σαν να μην είχε λείψει ούτε μία μέρα.

«Ω, Άλμπερτ τι χαρά! Όπως και τότε».

«Ναι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Πάντως Κάντυ πιστεύω ότι ειδικά σήμερα πρέπει να έρθεις να μείνεις σπίτι. Όταν φέρεις τα πράγματα σου για να εγκατασταθείς δεν υπάρχει πρόβλημα».

«Άλμπερτ θα προτιμούσα να μείνω εδώ» είπες η Κάντυ επηρεασμένη από τη συμπεριφορά της Μεγάλης Θείας Ελρόυ.

«Σ’ αυτό Κάντυ είμαι ανένδοτος. Εξάλλου θα είναι και ο Άρτσι και εκεί.

«Καλά με έπεισες. Πάμε» του είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της.


Την επόμενη μέρα το πρωί, αφού η Κάντυ ετοιμάστηκε, κατέβηκε κάτω στο σαλόνι. Ήταν όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τη Μεγάλη Θεία Ελρόυ.

«Καλημέρα Κάντυ» είπαν ταυτόχρονα ο Άλμπερτ και ο Άρτσι.

Η Κάντυ γέλασε και τους ανταπέδωσε την καλημέρα.

Ο Άλμπερτ σηκώθηκε, τράβηξε την καρέκλα δίπλα του και της είπε:

«Έλα Κάντυ, κάθισε μας μαζί μας. Θα χρειαστούμε όλοι ένα καλό πρωινό».

«Ναι έχουμε πολλά να κάνουμε σήμερα. Μα πρώτα να πάμε να πάρουμε την Άννυ» είπε ανυπόμονα η Κάντυ, η οποία κάθισε στο τραπέζι γεμάτη ενθουσιασμό για τη νέα ζωή που την περιμένει.

«Πως;» είπε δυνατά η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, όταν της ανακοίνωσαν στην τραπεζαρία, το σκοπό της επίσκεψης της Κάντυ έγινε έξαλλη.

«Μα Μεγάλη Θεία Ελρόυ, εγώ νιώθω πολύ ευτυχισμένη που θα επιστρέψω στο νοσοκομείο της Αγ. Ιωάννας» είπε η Κάντυ με ενθουσιασμό.

«Μα είναι δυνατόν; Μία κόρη των Άντριου να εργάζεται ως νοσοκόμα; Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι είχες βάλει μυαλό και ότι θα προσπαθούσες να φερθεί αντάξια του ονόματός μας» είπε η θεία Ελρόυ απαξιωτικά.

«Μη συγχύζεστε Μεγάλη Θεία Ελρόυ» είπε ο Άρτσι και συμπλήρωσε:

«Θα πάθετε τίποτα και θα χρειαστεί να σας κοιτάξει η νοσοκόμα μας» προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του.

«Εξάλλου Θεία, ξεχνάτε πως αν η Κάντυ δεν είχε σπουδάσει αυτό το τόσο χρήσιμο επάγγελμα, που τόσο πολύ θέλετε να απαξιώσετε, εγώ μπορεί να μην είχα αναρρώσει ακόμα από την αμνησία» είπε ο Άλμπερτ θέλοντας να της δώσει να καταλάβει ότι, όχι απλά δεν θα έπρεπε να ντρέπεται για την Κάντυ αλλά, θα έπρεπε να την ευχαριστεί κιόλας.
Η Μεγάλη Θεία Ελρόυ, μη θέλοντας να παραδεχτεί ότι είχαν δίκιο, θα ήταν μεγάλη ήττα γι’ αυτήν, σηκώθηκε από την καρέκλα της και είπε:

«Εγώ πάω στο δωμάτιό μου. Μην κάνετε φασαρία. Θέλω να ηρεμήσω».

«Καλή σας μέρα Μεγάλη Θεία Ελρόυ» είπε η Κάντυ. Η Μεγάλη Θεία Ελρόυ γύρισε λίγο το κεφάλι της, κοίταξε την Κάντυ και χωρίς να πει τίποτε άλλο κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της.

«Όλα καλά» είπε ο Άλμπερτ «δεν ξεκινάμε σιγά σιγά;» θέλοντας να αλλάξει το κλίμα που υπήρχε.

«Πάμε» είπαν οι άλλοι δύο και αμέσως σηκώθηκαν για να πάνε στο αυτοκίνητο.

«Λοιπόν, πάμε απ’ το νοσοκομείο και μετά για παγωτά» είπε ο Άλμπερτ και όλοι συμφώνησαν.

Η Κάντυ, πήγε στο νοσοκομείο και συναντήθηκε με το γιατρό Λέοναρντ, όπου του ανακοίνωσε την απόφασή της, ζητώντας του να ξεκινήσει σε δύο εβδομάδες, αφού ήθελε να προλάβει να βοηθήσει την Άννυ με τις ετοιμασίες του αρραβώνα. Η Κάντυ κατέβηκε απ’ το νοσοκομείο και μπήκε στο αυτοκίνητο. Επόμενος προορισμός το παγωτό που όλοι λαχταρούσαν.

Στο δρόμο συνάντησαν τυχαία τον Νηλ και την Ελίζα.

«Γεια σας Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ» είπε η Ελίζα με το γνωστό δουλοπρεπή τρόπο της, όταν απέναντί της έχει πλούσιους ανθρώπους.

«Γεια σας Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ» είπε δειλά και ο Νηλ.

«Τι κάνεις Κάντυ;» ρώτησε η Ελίζα, που καθόλου δεν ήθελε να της μιλήσει, αλλά ένιωθε υποχρεωμένη υπό το βλέμμα του Μεγάλου Θείου Γουίλιαμ.

«Δεν ήξερα ότι είσαι ακόμα στο Σικάγο» συμπλήρωσε.

«Τι εννοείς ακόμα εδώ Ελίζα; Δεν τα έμαθες τα ευχάριστα. Θα εγκατασταθώ στο Σικάγο» της είπε η Κάντυ περιμένοντας να απολαύσει την αντίδρασή της.

«Τιιι;» φώναξε η Ελίζα, η οποία εμφανώς ταραγμένη συμπλήρωσε:

«Θα έρθεις μόνιμα εδώ; Όχι δεν γίνεται».

«Έχεις κάποιο πρόβλημα με την απόφαση της Κάντυ, Ελίζα;»

«Όχι Μεγάλε Θείε Γουίλιαμ, κανένα» απάντησε χαμογελαστά αλλά στην πραγματικότητα κόντευε να εκραγεί.

«Χαίρομαι» της είπε ο Άλμπερτ με ύφος που δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στην Ελίζα για το παραμικρό σχόλιο. Οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να μη γελάσουν. Ο Νηλ δε μιλούσε καθόλου.

Στεκόταν απλά και κοιτούσε την Κάντυ. Είχε ομορφύνει ακόμα περισσότερο.

«Λοιπόν, εμείς φεύγουμε. Πάμε βόλτα» είπε ο Άλμπερτ και ξεκίνησαν να φύγουν, αφήνοντας πίσω τον Νηλ και την Ελίζα, η οποία είχε σκάσει από τη ζήλεια που ο Μεγάλος Θείος Γουίλιαμ, προτιμούσε την παρέα της Κάντυ ενώ την ίδια δεν θέλει να τη βλέπει ούτε μέσα στο σπίτι.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τρι Μαρ 01, 2011 6:11 pm


Οι μέρες κυλούσαν πολύ γρήγορα. Η Κάντυ στη διαδρομή από το ορφανοτροφείο για το Σικάγο, χαρούμενη για το νέο ξεκίνημα στη ζωή της, απολάμβανε τη φύση γύρω της που ολοένα απομακρύνονταν.

Όταν έφτασε, πήγε αμέσως στο διαμέρισμά της. Άνοιξε την πόρτα και προς μεγάλη της έκπληξη, είδε ότι όλα ήταν στη θέση τους. Οι κουρτίνες κρεμασμένες, τα βάζα γεμάτα λουλούδια και στο τραπέζι, ένα πολύ ωραίο κεντητό τραπεζομάντιλο, με ένα γράμμα.

Η Κάντυ άφησε τα πράγματά της και διάβασε το γράμμα.


«Έχει υπέροχη μέρα σήμερα. Κρίμα να την περάσεις μέσα συμμαζεύοντας το σπίτι σου. Είμαι εκτός Σικάγου για δουλειές, αλλά σε λίγες μέρες θα είμαι πίσω. Εσύ κοίτα να περάσεις όμορφα. Τα λεφτά είναι για να ψωνίσεις οτιδήποτε χρειαστείς μέχρι να πάρεις τον πρώτο σου μισθό. Και μην ξεχάσεις να ψωνίσεις ρούχα και παπούτσια για τα παιδιά στο ορφανοτροφείο για τους αρραβώνες. Καλώς ήρθες. Καλή αρχή μικρή μου.
Άλμπερτ»



«Ω, Άλμπερτ. Τι καλός που είσαι;» είπε η Κάντυ και αφού άφησε τα πράγματά της, πήγε αμέσως να βρει την Άννυ.

Η Κάντυ χτύπησε την πόρτα της οικίας Μπράιτον. Ο μπάτλερ άνοιξε.

«Καλημέρα. Είναι μέσα η Άννυ;» και ο μπάτλερ έσπευσε να την ειδοποιήσει.

Η κυρία Μπράιτον πήγε στην είσοδο και καλωσόρισε την Κάντυ.

«Πέρασε Κάντυ, καλωσήλθες. Θα ήθελα να μιλήσουμε» της είπε και οι δύο τους προχώρησαν προς το σαλόνι.

«Σας ακούω κυρία Μπράιτον» είπε η Κάντυ δειλά, μη ξέροντας τι θα ακούσει.

«Κάντυ, σου χρωστάω μία συγνώμη. Όλα αυτά τα χρόνια δεν ήθελα η Άννυ να έχει επαφές μαζί σου γιατί φοβόμουν πως, αν όλοι μάθαιναν ότι η Άννυ είναι υιοθετημένη, κανείς δε θα θέλεις να την παντρευτεί. Έκανα όμως τεράστιο λάθος. Παραλίγο να χαλάσω μία πραγματική φιλία, για κάποιους φόβους που είχα, που τελικά αποδείχτηκαν λανθασμένοι».
«Δεν πειράζει κυρία Μπράιτον. Ότι έγινε έγινε. Η αλήθεια ότι όταν έλαβα το γράμμα στο ορφανοτροφείο, που έγραφε ότι πρέπει να την ξεχάσω, έχασα όλο τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Η Άννυ δεν ήταν απλά μία φίλη. Ήταν και είναι η αδελφή μου. Ευτυχώς όμως η μοίρα μας έφερε ξανά κοντά. Είμαστε και πάλι μαζί και είμαι πολύ ευτυχισμένη γι’ αυτό» της είπε η Κάντυ και συνέχισε:

«Εξάλλου η Άννυ μας, αρραβωνιάζεται σε λίγες μέρες τον Άρτσι, που ποτέ δεν επηρεάστηκε από το γεγονός ότι η Άννυ είναι υιοθετημένη. Την αγαπάει πάρα πολύ και χαίρομαι πάρα πολύ και για τους δύο».

Η κυρία Μπράιτον δάκρυσε από τα λόγια της Κάντυ, συνειδητοποιώντας τι κακό θα έκανε στην κόρη της, αν τελικά έχανε από τη ζωή της μία τόσο καλή φίλη.

Μια καλημέρα ακούστηκε στο βάθος και αποφόρτισε το κλίμα συγκίνησης που υπήρχε στο δωμάτιο

«Καλημέρα Άννυ. Ήρθα να σε πάρω να πάμε στα μαγαζιά. Είσαι έτοιμη;» ρώτησε η Κάντυ παίρνοντας καταφατική απάντηση από τη φίλη της.

Τα δύο κορίτσια πέρασαν αρκετές ώρες στα μαγαζιά δοκιμάζοντας φορέματα. Αφού κατέληξαν στο ποια θα αγοράσουν, η Κάντυ πιο γρήγορα από την Άννυ, κάθισαν σε ένα ζαχαροπλαστείο για να ξεκουραστούν και να συζητήσουν τις εκκρεμότητες του αρραβώνα.

Όσο η Άννυ περιέγραφε στην Κάντυ τα συναισθήματά της για το γεγονός ότι αρραβωνιάζεται τον άνθρωπο που αγαπάει, η Κάντυ δάκρυσε. Αμέσως στο μυαλό της ήρθε η μορφή του Τέρρυ.

Ήξερε ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησιάς με τον αγαπημένο της Τέρρυ.

Η Άννυ κατάλαβε που ταξίδευαν οι σκέψεις της φίλης της:
«Αχ, Κάντυ μου, πόσο εγωίστρια είμαι! Τόση ώρα σου μιλάω για μένα και τον Άρτσι και δεν σκέφτηκα ότι θα σε στεναχωρήσω».

«Μα τι είναι αυτά που λες Άννυ μου; Δε με στεναχώρησες, απλά θυμήθηκα τον Τέρρυ. Σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να ζήσω κι εγώ όλα αυτά τα συναισθήματα στο πλευρό του Τέρρυ. Δεν φταις εσύ που δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Η μοίρα μας έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Πρώτα μας ένωσε και μετά μας χώρισε σαν να ήθελε να μας δοκιμάσει. Να παίξει μαζί μας» είπε η Κάντυ και αμέσως τα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα.

«Αν πιστεύεις Κάντυ μου ότι δε υπάρχει περίπτωση να είστε ποτέ μαζί, θα πρέπει να τον ξεχάσεις και προχωρήσεις μπροστά».

«Είναι πολύ δύσκολο Άννυ. Δεν ξέρω αν μπορώ. Αν θέλω» είπε η Κάντυ και θέλοντας να αλλάξει συζήτηση συμπλήρωσε:

«Λοιπόν πρέπει να πάμε να πάρουμε και ρούχα για τα παιδιά. Μου άφησε λεφτά ο Άλμπερτ. Θα το χαρούν πάρα πολύ».
Οι δύο φίλες σηκώθηκαν για να συνεχίσουν τα ψώνια τους.

«Αχ, τα πόδια μου. Πόσο κουραστικές είναι οι ετοιμασίες ενός αρραβώνα» είπε η Κάντυ και ξάπλωσε στο κρεβάτι της.
‘Αλλά και πόσο ευτυχισμένη ήταν η Άννυ. Επιτέλους αρραβωνιάζεται τον αγαπημένο της Άρτσι’ σκέφτηκε και αμέσως ήρθε στο μυαλό της η μορφή του Τέρρυ. ‘Που να είναι τώρα;

Πώς να περνάει άραγε;


«Καληνύχτα αγαπημένε μου, όπου κι αν είσαι» είπε και η Κάντυ και έκλεισε τα μάτια της.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 5:56 pm


Κεφάλαιο 5

Οι μέρες περνούσαν. Ο Άλμπερτ είχε επιστρέψει και περνούσε αρκετές ώρες με την Κάντυ αλλά και με τα παιδιά που, όσο πλησίαζαν οι μέρες του αρραβώνα, το άγχος τους ολοένα και μεγάλωνε.

Ώσπου αυτή η μέρα έφτασε. Τα πάντα ήταν έτοιμα. Ο κήπος ολάνθιστος έτοιμος να καλωσορίσει τους καλεσμένους.
Τα αυτοκίνητα με όλους τους καλεσμένους από το σπίτι της Κυρίας Πόνυ, αλλά και από το ράντζο του κυρίου Τζόνσον και του κυρίου Καλτράιτ είχαν φτάσει. Είχε φροντίσει ο Άλμπερτ να στείλει να τους πάρουν για να είναι πιο ξεκούραστο το ταξίδι τους.

Όλοι αποβιβάστηκαν από τα αυτοκίνητα, εντυπωσιασμένοι από την έπαυλη των Άντριου. Τα παιδιά είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Όλα πολύ όμορφα ντυμένα με τα ρούχα που τους είχε στείλει η Κάντυ, άκουγαν την Πάτυ που τους εξηγούσε για μία τελευταία φορά, ότι είναι πολύ σημαντικό για την Άννυ μας να είναι φρόνιμοι και προσεκτικοί κατά τη διάρκεια του αρραβώνα.

Στην είσοδο τους περίμενε ο Άρτσι, φορώντας ένα πολύ όμορφο εκρού κουστούμι

«Περάστε, καλώς ήρθατε» τους είπε και προχώρησαν προς στο εσωτερικό του σπιτιού.

«Τζίμι, θέλεις να κάτσεις με τα παιδιά λίγο στον κήπο; Οι κοπέλες είναι ακόμα πάνω και ετοιμάζονται. Θα βαρεθούν τα παιδιά να περιμένουν τόση ώρα πότε θα κατέβουν» πρότεινε ο Άρτσι.

«Ωραία ιδέα» είπε ο Τζίμι και πήγε με τα παιδιά στον κήπο όλο χαρά που θα μπορούσαν να εξερευνήσουν ένα τόσο μεγάλο και ανθισμένο κήπο.

Οι υπόλοιποι μπήκαν στην έπαυλη. Ο μπάτλερ τους οδήγησε στη μεγάλη σάλα όταν ο Άρτσι είπε στην Πάτυ:

«Πάτυ, τα κορίτσια σε περιμένουν επάνω» με την Πάτυ να φεύγει προς το δωμάτιο που ήταν οι φίλες της, ακολουθώντας τις οδηγίες του Άρτσι. Ο Τομ την κοίταζε που απομακρύνονταν και τη θαύμαζε καθώς απομακρυνόταν η σιλουέτα της μέσα στο σομόν της φόρεμα.

Στο διάδρομο, η Πάτυ είδε το πορτρέτο του Στήαρ. Αμέσως δάκρυσε. ‘Καλέ μου Στήαρ, πόσο πολύ μου λείπεις! Μακάρι να ήσουν εδώ να μοιραστείς μαζί μας τη χαρά του αδελφού σου’ σκέφτηκε. Σκούπισε τα δάκρυά της και κατευθύνθηκε για το δωμάτιο που ετοιμάζονταν οι φίλες της.

Στην έπαυλη έφτασαν και οι Ράγκαν. Ο Άρτσι δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έπρεπε να τους καλέσει.
Τα κορίτσια ήταν έτοιμα. Η Κάντυ και η Πάτυ, χάζευαν την Άννυ. Ήταν πολύ όμορφη. Πήγαν την αγκάλιασαν και της ευχήθηκαν.

«Εγώ πάω να μαζέψω τα παιδιά από τον κήπο. Ξετρελάθηκαν μόλις τον είδαν» είπε η Πάτυ και έφυγε από το δωμάτιο.

Όλοι κατέβηκαν στη μεγάλη σάλα για να υποδεχτούν το ευτυχισμένο ζευγάρι.

Ο Άρτσι ήταν ελαφρώς αμήχανος που είχε τραβήξει όλα τα βλέμματα, αλλά κομψός και όμορφος όπως πάντα.
Όλοι στάθηκαν απέναντι από τη μεγάλη σκάλα και θαύμαζαν την Άννυ που λαμπερή και γλυκιά μέσα στο ροζ φόρεμα της κατέβαινε αργά τις σκάλες.

Ο Άρτσι δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της.

Η κυρία Πόνυ και η Αδελφή Μαρία δάκρυσαν όταν αντίκρισαν την Άννυ τους τόσο όμορφη και ευτυχισμένη.
Εκεί στεκόταν ο πατέρας της, ο οποίος πέρασε το χέρι της από το μπράτσο του και κατευθύνθηκε προς τον Άρτσι.

Ο Άλμπερτ, ως η κεφαλή της οικογένειας Άντριου, σήκωσε το ποτήρι του για την πρώτη πρόποση:

«Κυρίες, δεσποινίδες και κύριοι. Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να γιορτάσουμε όλοι μαζί τους αρραβώνες του αγαπημένου μου ανιψιού Άρτσιμπαλ Κόρνγουελ και της γλυκιάς Άννυ Μπράιτον. Σας εύχομαι ολόψυχα να είστε πάντα αγαπημένοι. Στην υγειά σας».

«Στην υγειά σας» ακούστηκε από όλους τους καλεσμένους, οι οποίοι ύψωσαν τα ποτήρια τους και ήπιαν στην υγειά των δύο νέων.

Ο Άρτσι έβγαλε από την τσέπη του ένα δαχτυλίδι με μία μεγάλη πέτρα και το πέρασε στο δάχτυλο της Άννυ. Μετά και αυτοί με τη σειρά τους ύψωσαν τα ποτήρια τους προς τους καλεσμένους.

«Σας ευχαριστούμε πολύ που μας τιμήσατε με την παρουσία σας» είπε ο Άρτσι

«Σας ευχαριστούμε» είπε δειλά η Άννυ και ήπιαν κι αυτοί στην υγεία των καλεσμένων μας.

«Λόγω πένθους για τον αγαπημένο μας Στήαρ δεν θα ακολουθήσει χορός. Μπορείτε να περάσετε στην τραπεζαρία» είπε ο Άλμπερτ, απόφαση που ξάφνιασε αλλά και χαροποίησε τη Μεγάλη Θεία Ελρόυ.

Η Κάντυ κοίταξε την Πάτυ, η οποία χαμήλωσε το βλέμμα της.


Όλοι πέρασαν στη μεγάλη τραπεζαρία, όπου αφού δείπνησαν, άρχισαν να σχηματίζουν ορισμένα πηγαδάκια.

«Πολύ όμορφη η Άννυ, δε συμφωνείς;», «Και ο Άρτσι δείχνει πολύ ευτυχισμένος μαζί της» ήταν μερικά από τα πιο συχνά σχόλια που ακούγονταν στη δεξίωση. Η Ελίζα ήταν ενοχλημένη που δεν την πρόσεξε κανείς και που δεν θα ακολουθούσε χορός. Ήλπιζε ότι ίσως έβρισκε κάποιον καβαλιέρο. Ώσπου άκουσε δίπλα της:

«Και η Κάντυ είναι πανέμορφη. Ολόκληρη κοπέλα πια».

«Ε, αυτό πάει πολύ. Μάμα θέλω να φύγουμε τώρα» φώναξε η Έλίζα, με τη μητέρα της να της κάνει νόημα να σταματήσει να φωνάζει.

Ο Νηλ θαμπωμένος από την ομορφιά της Κάντυ, πήγε κοντά της:

«Κάντυ, θες να με συνοδεύσεις μέχρι τον κήπο;»

«Όχι Νηλ, μια χαρά περνάω κι εδώ» και συνέχισε να μιλάει με τον Τομ και την Πάτυ.

Ο Νηλ ντροπιασμένος και θυμωμένος έφυγε και πήγε προς την μητέρα του.

«Κι εγώ θέλω να φύγουμε μητέρα» της είπε.

«Μα τι πάθατε κι οι δύο; Θέλετε να γίνουμε ρεζίλι στα μάτια της Μεγάλης Θείας Ελρόυ;»

«Μα δεν αντέχω να τη βλέπω. Από τους στάβλους, βρέθηκε στα σαλόνια. Αυτή μας ρεζιλεύει» είπε η Ελίζα.

«Ελίζα, Νηλ ξέρετε ποια είναι η θέση του Μεγάλου Θείου Γουίλιαμ απέναντι στην Κάντυ. Αν συνεχίσετε έτσι, θα έχουμε προβλήματα μαζί του και δεν το θέλουμε. Φεύγουμε για το σπίτι τώρα» συμπλήρωσε και αφού χαιρέτισαν τη Μεγάλη Θεία Ελρόυ, αμέσως έφυγαν.

Η ώρα πέρασε και οι καλεσμένοι είχαν φύγει. Ο Άλμπερτ είχε κλείσει δωμάτια σε μεγάλο ξενοδοχείο της πόλης για όλους τους καλεσμένους από τον λόφο.

Το σπίτι είχε σχεδόν αδειάσει. Η Κάντυ, πήρε ένα ποτήρι σαμπάνια και πήγε προς τον κήπο. Ήταν πολύ συγκινημένη για τους φίλους της. Μία μικρή ζήλεια κυρίεψε την καρδούλα της. Πόσο θα’ θελε να ήταν αυτή που θα γιόρταζε τους αρραβώνες της με τον Τέρρυ!

Τις σκέψεις της διέκοψε ο Άλμπερτ, ο οποίος τσούγκρισε με το ποτήρι του το ποτήρι της Κάντυ και της είπε:

«Και στα δικά σου μικρούλα μου».

«Ευχαριστώ, μα είμαι μικρούλα ακόμα» του απάντησε θέλοντας να τον πειράξει που την είπε μικρούλα.

«Για μένα πάντα θα είσαι η μικρούλα μου» της είπε χαμογελώντας και πίνοντας μία γουλιά από τη σαμπάνια του κάθισε και κοίταξε τα αστέρια που στόλιζαν τον ουρανό, σαν διαμαντάκια κεντημένα σε μαύρο επίσημο φόρεμα.

Χωρίς να πουν τίποτε άλλο, οι δυο τους κάθισαν για λίγο στον κήπο, απολαμβάνοντας τα αστέρια και το μεθυστικό άρωμα της «γλυκιάς Κάντυ».

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 5:57 pm


Η πρώτη μέρα της Κάντυ για το νοσοκομείο. Η Κάντυ, είχε πολύ άγχος και είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς. Ετοιμάστηκε και έφυγε αμέσως για το νοσοκομείο. Πήγε στο γραφείο του διευθυντή προσωπικού και αφού την καλωσόρισε την παρέπεμψε στην προϊσταμένη, προκειμένου να ενημερωθεί και να αναλάβει τα καθήκοντα της.

«Καλημέρα σας» είπε στις υπόλοιπες νοσοκόμες που συνάντησε στο δωμάτιο νοσοκόμων. Ήταν όμως όλες τόσο ψυχρές μαζί της. Η Κάντυ έφυγε λίγο στεναχωρημένη και ξεκίνησε για τους θαλάμους.


«Ουφ, τι κουραστική μέρα η σημερινή» σκέφτηκε η Κάντυ ξαπλώνοντας το βράδυ στο κρεβάτι της.
‘Μου φαίνεται πως ξεσυνήθισα από το στρες του νοσοκομείου, με τα πολλά περιστατικά και την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα των ασθενών. Μ’ αρέσει πολύ όμως. Νιώθω ξανά ζωντανή’ και μ’ αυτή τη σκέψη αποκοιμήθηκε.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 5:58 pm



Η μεγάλη ημέρα έφτασε. Στο θέατρο οι ετοιμασίες ήταν πυρετώδης. Κόσμος, ηθοποιοί, τεχνικοί, βοηθοί, έτρεχαν όλοι στα στενά περάσματα των παρασκηνίων. Στην κεντρική αίθουσα οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Περισσότερες ήταν θαυμάστριες του Τέρρενς, παρά κόσμος της καλής κοινωνίας. Οι περισσότεροι δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Έτσι λίγο αργότερα, οι μπροστινές θέσεις ήταν κενές ενώ οι υπόλοιπες είχαν αραιό διάσπαρτο κόσμο. Ο Ρόμπερτ ήταν απογοητευμένος.

Τα φώτα έσβησαν. Η βουή του κόσμου ησύχασε. Η αυλαία σηκώθηκε. Οι τέσσερις ηθοποιοί εμφανίστηκαν στην πολεμίστρα.

Ο Τέρρυ εμφανίστηκε στη σκηνή λίγο αργότερα. Το ανάστημά του περήφανο. Το βλέμμα του μακριά από το κοινό. Στο μυαλό του ήρθε η θολή φιγούρα της Κάντυ στην παράσταση του Ρόκστοουν, με τα δάκρυα να καίνε τα μάγουλά της. ‘Φακιδομουτράκι μου, ποτέ ξανά δεν θα σε απογοητεύσω. Θα είσαι πάντα περήφανη για μένα’, σκέφτηκε και η φωνή του βγήκε κρυστάλλινη, καθαρή και υπερήφανη:

«Πλησιάζει η συγγένεια, κινδυνεύει η ευγένεια

Μητέρα μου η μαύρη μου η στολή,
η βαρύτιμη αμφίεση του πένθους και οι βαριές αναπνοές.
Οι αναστεναγμοί και τα βρεγμένα μάτια
κι όλα τα σύμβολα και οι μορφασμοί της λύπης…»


Χαμένη μέσα στο ανώνυμο κοινό, η Έλενορ Μπέικερ παρακολουθούσε την παράσταση με βουρκωμένα μάτια. Έβλεπε τον Τέρρυ με ζωηρή ερμηνεία και γέμιζε καμάρι και υπερηφάνεια που ο γιός της τα κατάφερνε. Άραγε να είχαν περάσει οι μαύρες μέρες γι’ αυτόν; Να μπορούσε να ελπίζει ότι ο γιος της είχε βρει τη γαλήνη στην ψυχή του;

Ανάμεσα στο πλήθος όμως, όχι πολύ μακριά από τη σκηνή, καθόταν και η Σουζάνα με τη μητέρα της. Η Σουζάνα παρακολουθούσε τον Τέρρυ να παίζει με το πάθος που είχε όταν τον πρωτογνώρισε. Θυμήθηκε τις μέρες που και η ίδια ήταν στη σκηνή. Να λάμπει στα κουστούμια της και στο μακιγιάζ της, καθώς την έλουζαν τα φώτα. Είδε όλη την παράσταση με δάκρυα στα μάτια.
Δάκρυα για τον Τέρρυ που ήταν τόσο καλός απόψε.
Δάκρυα για τον Τέρρυ που τον είχε, χωρίς να τον έχει.
Δάκρυα για τη ζωή της, που προχώραγε αβέβαιη και σκοτεινή.
Δάκρυα για το πάθος της ζωής της, το σανίδι, που δεν μπορούσε ποτέ πια πάνω του να σταθεί.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 5:59 pm



Κεφάλαιο 6

Ο χειμώνας πλησίαζε για μία ακόμη φορά. Η βροχή έπεφτε στο παράθυρο του Δούκα Γκράντσεστερ, ο οποίος κοίταζε το συννεφιασμένο σκοτεινό ουρανό του Λονδίνου. Ένας έντονος πόνος στο στήθος αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ενστικτωδώς έβαλε το χέρι στο στήθος του καθώς τα γόνατά του λύγιζαν. Ο πόνος έγινε δυνατότερος. Στο πρόσωπό του ακόμα πιο έντονα τα σημάδια του πόνου. Ακούμπησε με τα βίας στην άκρη του γραφείου του και άγαρμπα παρέσυρε την κούπα του τσαγιού του που έσπασε στο πάτωμα, καθώς ο ίδιος έπεφτε αναίσθητος στο χαλί.

Ο ήχος της κούπας που έσπαγε έκανε τον μπάτλερ να μπει στο γραφείο και να δει τον Δούκα καθώς έπεφτε στο πάτωμα.

«Δούκα Γκράντσεστερ!», αναφώνησε ο μπάτλερ, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση.

«Έναν γιατρό! Έναν γιατρό!» φώναξε καθώς έσκυψε πάνω από τον Δούκα και ξέσφιξε τη γραβάτα του.



Ο γιατρός Γουόλτον έκλεισε την πόρτα του δωματίου όπου ξεκουραζόταν ο Δούκας.

«Χρειάζεται ανάπαυση και συνεχή παρακολούθηση» είπε στα ανήσυχα πρόσωπα, που περίμεναν έξω από το δωμάτιο.

«Η καρδιά του είναι αδύναμη και δεν πρέπει να κουράζεται ή να αναστατώνεται. Τα πρώτα εικοσιτετράωρα είναι κρίσιμα. Εγώ έκανα ότι μπορούσα. Ας ελπίσουμε ότι ο ίδιος θα παλέψει για τη ζωή του».

Ο γιατρός έκανε μια υπόκλιση με το κεφάλι στη Δούκισσα και απομακρύνθηκε.

Αυτή ανήσυχη άρχισε να πηγαινοέρχεται έξω από το δωμάτιό του.

«Αυτό μας έλειπε τώρα!» είπε ανήσυχα και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του.

Ο Δούκας Γκράντσεστερ ήταν άσπρος και ταλαιπωρημένος. Κοιμόταν ακίνητος στο κρεβάτι και από μακριά δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο αν ήταν νεκρός ή ζωντανός. Τον πλησίασε ήσυχα και του έπιασε το χέρι.

«Γίνε καλά Ρίτσαρντ». Της φάνηκε ότι προσπάθησε να μιλήσει. Πλησίασε πιο κοντά και τον άκουσε να παραμιλάει… Δεν της πήρε πολύ ώρα για να καταλάβει τι προσπαθούσε να πει ο Ρίτσαρντ.

«Τέρρενς», ψέλλισε.

Η Δούκισσα κοκκίνισε από θυμό και βγήκε αμέσως από το δωμάτιό του. Μα πως ήταν δυνατόν σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή να ζητάει το γιο του; Αυτόν που είχε τόσο καιρό να δει. Το γιο που είχε με την Έλενορ Μπέικερ και όχι τα δικά της παιδιά.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:01 pm


Ο Τέρρυ άνοιξε την πόρτα του μπαρ. Η μυρωδιά από τον καπνό και το ουίσκι χτύπησε τα ρουθούνια του. ‘Ωραία’, σκέφτηκε ‘ακριβώς αυτό που χρειάζομαι’. Είχε αρκετό καιρό να έρθει σε αυτό το μέρος. Οι πρόβες και η εξάσκηση δεν του άφηναν χρόνο για ‘πολυτέλειες’. Βρισκόταν στην κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης. Ένα φτηνό μπαρ, με άφθονο φτηνό κακής ποιότητας ποτό και πολλές φτηνές γυναίκες.

Έκατσε στο μπαρ και έβγαλε από το σακάκι του τα τσιγάρα του. Ο μπάρμαν τον πλησίασε:

«Ουίσκι», είπε ο Τέρρυ ανάβοντας το τσιγάρο του. Έσκυψε το κεφάλι μη δίνοντας σημασία τριγύρω του, όπου άντρες και γυναίκες φλέρταραν, έπιναν και χόρευαν. Μόλις είδε το ποτήρι του γεμάτο μπροστά του, το σήκωσε και το ήπιε μονομιάς. Ένιωσε το καυτό υγρό να καίει το λαιμό του και αμέσως ένιωσε την ψυχή του να ανακουφίζεται. ‘Όσο πιο πολύ καίει το ρημάδι, τόσο καλύτερα είναι’, σκέφτηκε και φώναξε στον μπάρμαν:

«Άλλο ένα».

Μια γυναίκα τον πλησίασε. Ήταν μεγαλύτερη από αυτόν, με σγουρά μαύρα μαλλιά και μελιά μάτια. Το πρόσωπό της ήταν έντονα βαμμένο. Τα ρούχα της παλιά. Σε κάποια σημεία σκισμένα, αφήνοντας ακάλυπτα κάποια σημεία του σώματός της. Το κορμί της λάγνο που υποσχόταν πολλές σαρκικές απολαύσεις:

«Μόνος σου απόψε;»

Ο Τέρρυ την κοίταξε ψυχρά χωρίς να της απαντήσει. Η κοπέλα τον κοίταξε προκλητικά και συνέχισε:

«Θέλεις παρέα;».

Ο Τέρρυ της απάντησε απότομα:

«Αργότερα, όχι τώρα. Τώρα θέλω να μείνω μόνος μου».

«Μόνος σου; Να μην μείνω μαζί σου;», επέμεινε ναζιάρικα η κοπέλα.

«Αργότερα σου είπα. Φύγε τώρα».

«Εντάξει. Αλλά θα ξανάρθω. Έχω ξέρεις αδυναμία στα ωραία αγόρια».
Ο Τέρρυ σήκωσε το ποτήρι, που μόλις είχε ακουμπήσει στο μπαρ ο μπάρμαν και ήπιε μια γουλιά. Την κοίταξε ειρωνικά και της είπε:

«Μην ανησυχείς. Όλες θα πάρετε», μιλώντας περισσότερο σε αυτόν, παρά στην κοπέλα που είχε μπροστά του.
Η κοπέλα του έκλεισε το μάτι και καθώς απομακρυνόταν του χάιδεψε την πλάτη με τα ακροδάχτυλά της.



Στην άλλη άκρη του μπαρ, ένας νέος άντρας είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή, αλλά ο Τέρρυ δεν αντιλήφθηκε ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Ο άντρας τον πλησίασε και χαμογελώντας του μίλησε:

«Δεν ήξερα ότι οι διάσημοι ηθοποιοί συχνάζουν σε τέτοια μπαρ».

Ο Τέρρυ θα αναγνώριζε παντού αυτή τη φωνή. Γύρισε με μάτια γεμάτα νοσταλγία προς το μέρος από όπου προερχόταν:

«Ούτε εγώ ήξερα ότι έρχονται εδώ εκατομμυριούχοι»

«Κάποιες συνήθειες δεν αλλάζουν ποτέ…»

«…Όπως τότε στο Λονδίνο…»

«…Όταν γνωριστήκαμε!»


Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν και χτύπησαν δυνατά ο ένας την πλάτη του άλλου:

«Φίλε μου, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!», είπε εγκάρδια ο Τέρρυ και αμέσως αναλογίστηκε: ‘Φίλε μου! Πόσο καιρό έχω να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη! Από την τελευταία μας συνάντηση Άλμπερτ’.

«Νιώθω ότι έχουν περάσει χρόνια. Κάτσε μαζί μου», συνέχισε και έκανε νόημα στον μπάρμαν να πλησιάσει.

Ο Άλμπερτ έκατσε στο διπλανό σκαμπό και παρήγγειλε ένα ουίσκι.

Οι δύο άντρες χαμογελούσαν και κοιτάζοντας με νοσταλγία. Δυο φίλοι που είχαν χρόνια να ειδωθούν, αλλά που ποτέ δεν έπαψαν να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Μίλησαν για αρκετή ώρα, ξαναγεμίζοντας τακτικά τα ποτήρια τους.


«Ξέρεις Τέρρυ, δεν ήρθα στη Νέα Υόρκη μόνο για δουλειές αυτή τη φορά. Ήρθα για να σε βρω. Όχι βέβαια σε αυτό το μέρος. Θα ερχόμουν να δω αύριο την παράσταση και να σε συναντήσω μετά από αυτή, αλλά η μοίρα ήθελε να συναντηθούμε ξανά ακριβώς όπως γνωριστήκαμε».

Ο Τέρρυ θυμήθηκε τη βραδιά στο Λονδίνο, που ο Άλμπερτ τον είχε ξεμπλέξει από έναν καυγά σε ένα ίδιο με τούτο μπαρ. Και που μετά βρέθηκε στο δωμάτιο της Κάντυ. Κοίταξε τον φίλο του. Τα πάντα επάνω του τού θύμιζαν το φακιδομουτράκι του. Ο Τέρρυ προσπάθησε να αλλάξει κατεύθυνση στη σκέψη του:

«Πως και το αποφάσισες;»

«Ξέρεις αναρωτιόμουν για σένα όλο αυτό τον καιρό. Γυρίζοντας από Αφρική έπαθα αμνησία και μετά…»
Πόσο βασανιστική ήταν αυτή η συνάντηση τελικά! Ο Τέρρυ θυμήθηκε την Κάντυ όταν την αποχωριζόταν στις σκάλες του νοσοκομείου στη Νέα Υόρκη. Γύρισε τα μάτια του στον Άλμπερτ και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε όσα του έλεγε ο φίλος του. Ο Άλμπερτ ωστόσο συνέχισε να του μιλάει:

«…τα δικά σου νέα τα μάθαινα από τις εφημερίδες».

«Κι εγώ τα δικά σου. Δεν φαντάζεσαι την έκπληξή μου όταν διάβασα ότι εκείνο το αλάνι, που καθάρισε για πάρτι μου σε εκείνο το μαχαίρωμα, ήταν ο εκατομμυριούχος Γουίλιαμ Άλμπερτ Άντριου. Και τώρα που σε βλέπω εδώ, μου είναι ακόμα πιο δύσκολο να το πιστέψω».

«Φίλε μου, η γυναικεία συντροφιά είναι πάντα ευπρόσδεκτη, ανεξάρτητα πόσα εκατομμύρια έχει κανείς», είπε ο Άλμπερτ κλείνοντάς του το μάτι και συνέχισε:

«Για πες μου όμως εσύ πως τα πας με την καριέρα σου; Είχες διάφορα σκαμπανεβάσματα».

«Ναι. Έτσι είναι. Κάποια στιγμή τα είχα παρατήσει, αλλά …» ο Τέρρυ κόμπιασε και πάλι. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε:

«… αλλά την παλεύω για κάτι καλύτερο. Αυτόν τον καιρό ας πούμε ότι το θέατρο δεν είναι και η καλύτερή μου. Οι παραστάσεις πάνε από το κακό στο χειρότερο. Το θέατρο είναι σχεδόν άδειο κάθε βράδυ και ο σκηνοθέτης μου έχει αρχίσει και απελπίζεται. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα δυσκολευτείς να βρεις αύριο θέση στην παράσταση», είπε ειρωνικά ο Τέρρυ.

«Μα πρέπει να είναι καλή η παράσταση».

«Ναι είναι. Και το επιτελείο ηθοποιών είναι πολύ καλό, αλλά ο κόσμος δεν έχει ενδιαφέρον να πλησιάσει μέχρι εκεί. Ξέρεις, το κοινό δύσκολα συγχωρεί Άλμπερτ».

Ο Άλμπερτ κοίταξε λυπημένος το φίλο του:

«Μην ανησυχείς και νομίζω ότι όλα θα πάνε καλά».



Ο Τέρρυ πήρε στα χέρια του το ποτό του. Ήταν σχεδόν στη μέση. Το ήπιε μονομιάς. Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Κοίταξε το άδειο ποτήρι, άναψε τσιγάρο και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά χωρίς να αφήνει τα μάτια του από το άδειο του ποτήρι. Έκλεισε τα μάτια του. Τα ξανάνοιξε. Έσφιξε τα δόντια του, μετά τα χείλη του και στο τέλος ψέλλισε:
«Εκείνη;…» ρώτησε αλλά αμέσως μόλις πρόφερε αυτή τη λέξη, το μετάνιωσε και πριν ο Άλμπερτ προλάβει να μιλήσει, ο Τέρρυ είπε βιαστικά:
«Όχι-όχι. Μην μου πεις. Δεν έπρεπε να σε ρωτήσω».

Ο Άλμπερτ βλέποντας με πόση δυσκολία τον ρώτησε ο φίλος του, τον κοίταξε ειλικρινά και προσπαθώντας να είναι όσο πιο διακριτικός γινόταν τον ρώτησε:

«Δεν θέλεις να μάθεις ή δεν πρέπει;»

Ο Τέρρυ κοιτούσε το κενό:

«Καλή ερώτηση. ‘Δεν μπορώ’ είναι η απάντηση που ζητάς».

Ο Τέρρυ ήξερε πως αν υπήρχε ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να μιλήσει για εκείνη ήταν ο Άλμπερτ. Κοίταξε τον Άλμπερτ στα μάτια και συνέχισε:

«Δεν μπορώ να μάθω. Δεν αντέχω να ξέρω. Αν μου πεις πως είναι μόνη της, θα μισήσω περισσότερο τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα να την κρατήσω κοντά μου. Να την πάρω μακριά και να μην την αφήσω να μου φύγει ποτέ. Αν πάλι δεν είναι πια μόνη…» ο Τέρρυ έκανε μια παύση. Και μόνο η ιδέα έφερνε δάκρυα στα μάτια του. Μπλόκαρε το μυαλό του. Τη λογική του. Αν και αυτή ήταν η φυσική συνέχεια των πραγμάτων, ο Τέρρυ δεν μπορούσε να φανταστεί την αγαπημένη του στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα. Με μάτια γεμάτα οργή, πίκρα και απελπισία συνέχισε να μιλάει στο φίλο του:

«Δεν μπορώ να ξέρω. Καταλαβαίνεις; Όποια κι αν είναι η απάντησή σου, δεν θα μπορέσω να την αντέξω. Δεν θα μπορέσω να τη διαχειριστώ σωστά. Ότι κι αν μου πεις με μένα θα τα βάλω πάλι. Εμένα θα μισήσω ακόμα περισσότερο. Που ήμουν τόσο αδύναμος όταν έπρεπε να φανώ δυνατός. Που άφησα τη μόνη γυναίκα που αγάπησα να φύγει. Που δεν πάλεψα για την αγάπη μας».

Ο Άλμπερτ έβλεπε τον πόνο, την πίκρα και τη θλίψη χαραγμένα στο πρόσωπο του φίλου του. Του χτύπησε φιλικά την πλάτη και ο Τέρρυ ήξερε ότι δεν είναι πια μόνος του. Ο Άλμπερτ μόνο του απάντησε:

«Είναι καλά στην υγεία της».

Στο πρόσωπο του Τέρρυ ζωγραφίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Μιλώντας δυνατά στον εαυτό του είπε:

«Αυτό αρκεί. Να είναι ζωντανή και να χαμογελάει. Κι ας μην μπορώ να ζήσω μαζί της το χαμόγελό της».







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:02 pm

Ο Άλμπερτ πιστός στις υποσχέσεις του, πήγε στο θέατρο για να παρακολουθήσει την παράσταση του Τέρρυ. Δυστυχώς ο Τέρρυ είχε δίκιο. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να βρει εισιτήριο. Όταν του το είπε το προηγούμενο βράδυ, πίστευε ότι ο Τέρρυ υπερέβαλλε. Τα λόγια του όμως δεν είχαν ούτε μία δόση υπερβολής.

Η παράσταση είχε ξεκινήσει. Ο Τέρρυ ήταν πραγματικά πολύ καλός. Πολύ εκφραστικός. Η φωνή του πεντακάθαρη και βροντερή. Με τίποτα δε μαρτυρούσε ότι, το προηγούμενο βράδυ, το ουίσκι κύλαγε γάργαρο και άφθονο στο λαρύγγι του.

Ο Άλμπερτ αδυνατούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο ταλέντο, κινδύνευε να χαθεί. Πηγαίνοντας προς τα καμαρίνια, σκεφτόταν τι θα έλεγε στον Τέρρυ. Δεν ήθελε να δείξει τον προβληματισμό του, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Δεν ήταν τόσο καλός ηθοποιός σαν τον Τέρρυ.

«Λοιπόν Άλμπερτ; Πως σου φάνηκε; Είδες ότι δεν υπερέβαλλα. Κανείς τους πια δεν με πιστεύει» είπε ο Τέρρυ πετώντας απογοητευμένος στο πάτωμα το μαντήλι, με το οποίο έβγαζε το μέϊκ απ από το πρόσωπό του.

«Τέρρυ, Ήσουν εξαιρετικός. Αλλά πως μπορείς να απαιτείς να σε συγχωρέσει το κοινό σου, τη στιγμή που εσύ ο ίδιος δεν τους συγχωρείς για την απουσία τους; Δώσε λίγο χρόνο και σ’ αυτούς και στον εαυτό σου και όλα θα πάνε καλά» είπε ο Άλμπερτ, ο οποίος περίμενε τον Τέρρυ να φύγουν μαζί.

«Τι λες; Πάμε να πιούμε κανένα ποτό;» πρότεινε ο Τέρρυ στον Άλμπερτ καθώς απομακρύνονταν από το θέατρο.

«Πολύ φοβάμαι φίλε μου πως σήμερα δεν θα μπορέσω να σ’ ακολουθήσω. Όλο το πρωί, είχα διάφορα επαγγελματικά ραντεβού. Και το ίδιο πρόγραμμα έχω κι αύριο. Δεν είχα συναντήσει ποτέ τους συνεργάτες μου στη Ν. Υόρκη και αντιλαμβάνεσαι πόσο φορτωμένο είναι το πρόγραμμα μου».

«Σωστά. Προς στιγμήν ξέχασα ότι στέκομαι πλάι σε έναν από τους ισχυρότερους άντρες του κόσμου» είπε ο Τέρρυ κοροϊδευτικά, κατανοώντας όμως το βεβαρημένο πρόγραμμα του φίλου του.

«Λοιπόν, Τέρρυ, δεν ξέρω ακριβώς πότε θα τα ξαναπούμε, αλλά μέχρι τότε να προσέχεις τον εαυτό σου».

«Κι εσύ φίλε μου».

Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν εγκάρδια και αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλον.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:03 pm

Ο Ρίτσαρντ μόλις που μπορούσε να κάθεται ανασηκωμένος στο κρεβάτι του. Η υπηρέτριά του άφησε το πρωινό του στο κρεβάτι, υποκλίθηκε και βγήκε έξω. Αυτός δεν έδωσε καν σημασία στην παρουσία της. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο τοπίο έξω από το παράθυρο. Η βροχή δεν είχε σταματήσει όλες αυτές τις μέρες. Η καρδιά του ήταν αδύναμη και ακόμα δεν επιτρέπονταν οι μετακινήσεις. Δεν δεχόταν να δει κανέναν επισκέπτη εκτός από την οικογένειά του. Η γυναίκα του, απέφευγε να τον επισκέπτεται προφασιζόμενη ότι δεν ήθελε να τον ενοχλεί. Τα παιδιά δεν τον έβλεπαν συχνά για τον ίδιο λόγο. Έτσι είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί και να αναλογιστεί. Η περιπέτεια της υγείας του τον έβαλε σε μεγάλες σκέψεις. Ο γιατρός είπε ξεκάθαρα ότι ήταν τυχαίο το ότι επέζησε. Θα μπορούσε τώρα να μην ήταν ζωντανός. Το μόνο που θυμόταν όσο ήταν αναίσθητος ήταν το πρόσωπο του γιου του Τέρρενς και της μητέρας του Έλενορ που συντρόφευαν τα όνειρά του.

Είχαν περάσει 13 περίπου χρόνια όταν ο ετοιμοθάνατος πατέρας του, του ξεκαθάρισε ότι θα έπρεπε να παντρευτεί τη σημερινή Δούκισσα, προκειμένου να περάσει ο τίτλος σε αυτόν και να τιμήσει το ένδοξο όνομα των Γκράντσεστερ. Ο Ρίτσαρντ αναγκάστηκε να χωρίσει με την Έλενορ, την πανέμορφη ηθοποιό με την οποία ήταν τόσο ερωτευμένος, αλλά που δεν μπορούσε να παντρευτεί, λόγο του επερχόμενου τίτλου του. Η Έλενορ είχε μείνει άναυδη όταν ο Ρίτσαρντ της ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Όταν μάλιστα της είπε ότι ο γιός τους, ο μικρός Τέρρυ, θα έπρεπε να τον ακολουθήσει στην Αγγλία, για να διαδεχτεί με τη σειρά του τον τίτλο, η Έλενορ ξέσπασε σε κλάματα, έπεσε επάνω του και τον χτυπούσε με όλη της τη δύναμη. Η πνιγμένη στους λυγμούς φωνή της αντηχούσε ακόμα στα αυτιά του ‘Σε μισώ! Σε μισώ Ρίτσαρντ. Δεν φτάνει που προδίδεις την αγάπη μας, θέλεις να πάρεις μαζί σου και το μωρό μου; Σε μισώ! Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ! Ποτέ!

Ο Ρίτσαρντ θυμόταν ακόμα τις ευτυχισμένες μέρες που πέρασε με την Έλενορ. Την είχε γνωρίσει σε ένα ταξίδι του στην Αμερική. Η πανέμορφη ηθοποιός έκλεψε αμέσως την καρδιά του και σύντομα ερωτεύτηκαν τρελά. Έξι χρόνια έμεινε μαζί της. Έξι πανέμορφα χρόνια. Ζούσαν μαζί σε ένα προάστιο της Νέας Υόρκης μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Όταν η Έλενορ έμεινε έγκυος, ακύρωσε τις παραστάσεις της και έμεινε κλεισμένη, για να μην αντιληφθούν οι δημοσιογράφοι την εγκυμοσύνη της. Θα επηρέαζε την καριέρα της μια τέτοια είδηση. Προτιμούσε την εικόνα της σταρ από την εικόνα της ανύπαντρης μητέρας. Ο Ρίτσαρντ ανακοίνωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να παντρευτεί τη νεαρή ηθοποιό, αλλά αυτός το απαγόρευσε ρητά. Ο επερχόμενος Δούκας του Γκράντσεστερ έπρεπε να πάρει μια γαλαζοαίματη νύφη και όχι μια σταρλετίστα. Αυτό δεν ενόχλησε καθόλου το νεαρό ζευγάρι. Η Έλενορ ήταν ευτυχισμένη με τον Ρίτσαρντ και δεν την ενοχλούσε καθόλου που δεν μπορούσαν να παντρευτούν. Η αγάπη που της έδειχνε ο Ρίτσαρντ ήταν τόση που έφτανε με το παραπάνω για να καλύψει αυτή τη μικρή λεπτομέρεια.

Όταν ο Ρίτσαρντ έλαβε το νέο ότι ο πατέρας του ήταν ετοιμοθάνατος, γύρισε βιαστικά στην Αγγλία. Μόλις που τον πρόλαβε ζωντανό. Ο πατέρας του τον έβαλε να του υποσχεθεί ότι θα αποδεχτεί τον τίτλο του Δούκα και θα τιμήσει το όνομά τους με ότι αυτό συνεπάγεται. Με βαριά καρδιά ο Ρίτσαρντ το υποσχέθηκε και ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο πατέρας του πριν αφήσει αυτόν τον κόσμο.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν βαρύ για τον Ρίτσαρντ. Κάθε λεπτό το καράβι τον έφερνε πιο κοντά στην Αμερική και πιο κοντά στο χωρισμό του με την Έλενορ.


‘Σε μισώ! Σε μισώ Ρίτσαρντ. Δεν φτάνει που προδίδεις την αγάπη μας, θέλεις να πάρεις μαζί σου και το μωρό μου; Σε μισώ! Μακάρι να μην σε είχα γνωρίσει ποτέ! Ποτέ!’. Η φωνή της διαπέρασε και πάλι τις σκέψεις του. Είχε στα χέρια του τη γυναίκα που αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά τώρα πια δεν άκουγε τη φωνή της να του λέει πως τον αγαπάει, αλλά ότι τον μισεί. Σαν μαχαίρια τα λόγια της στην καρδιά του, πόναγαν όλο και πιο πολύ. Ανέκφραστος και σκληρός, πήρε τον μικρό Τέρρυ και γύρισε στην Αγγλία. Διαδέχτηκε τον τίτλο του πατέρα του και παντρεύτηκε αμέσως. Νόμιζε ότι όλα είχαν τελειώσει, ότι θα ξέχναγε την Έλενορ και θα εκτελούσε τα καθήκοντά του ως Δούκας. Δεν είχε όμως υπολογίσει σωστά.

Δεν υπήρχε στιγμή που να μην νιώθει την απουσία της και ο μικρός Τέρρυ όσο μεγάλωνε τη θύμιζε όλο και πιο πολύ. Η γυναίκα του φερόταν απότομα στον Τέρρυ, αλλά όποτε ο Ρίτσαρντ τον υπερασπιζόταν αυτή φώναζε ότι αγαπάει περισσότερο το μικρό μπάσταρδο από αυτήν και ότι θα αποκάλυπτε σε όλους την ιστορία του με την Μπέικερ. Έτσι ο Δούκας άφησε μόνο και ανυπεράσπιστο τον Τέρρυ, μέχρι που τον έστειλε εσωτερικό στα καλύτερα σχολεία της Αγγλίας. Τουλάχιστον δεν θα του συμπεριφέρονταν άσχημα. Ο Δούκας πλήρωνε αρκετά, ώστε ο Τέρρυ να απολαμβάνει τα καλύτερα. Ήξερε ότι δεν ήταν αρκετό, αλλά ούτε είχε το κουράγιο να τον βλέπει. Κάθε συνάντηση μαζί του ήταν μια ανοιχτή πληγή του Ρίτσαρντ που αιμορραγούσε. Με τα χρόνια είχε απαγορέψει στον Τέρρενς κάθε επαφή με την Έλενορ. Ακόμα και η αναφορά στο όνομά της ήταν απαγορευμένη στη μεταξύ τους σχέση. Ο Τέρρενς έβρισκε πάντα καταφύγιο στο εξοχικό τους στη Σκωτία. Ο Ρίτσαρντ δεν ξαναπήγε σε εκείνο το μέρος, που είχε ζήσει κάποιους μήνες με την Έλενορ. Ο Τέρρενς εκεί ήταν ασφαλής από την παρουσία του πατέρα του. Ο Ρίτσαρντ ένιωθε ότι ο Τέρρυ χανόταν εκεί για να τον αποφύγει.

Ένα μπουμπουνητό έξω από το παράθυρο, επανέφερε τον Ρίτσαρντ στην πραγματικότητα. Η βροχή έπεφτε ασταμάτητη. Ο Ρίτσαρντ συνέχισε τις σκέψεις του. Πως είχαν περάσει όλα αυτά τα χρόνια; Με μια σύζυγο που δεν τον άκουγε και δεν τον καταλάβαινε ποτέ, η οποία ήθελε μόνο τον τίτλο και την περιουσία. Καλή μητέρα στα παιδιά τους, αλλά με μίσος και κακία απέναντι στο διάδοχό του. Τα αισθήματά του για την Έλενορ δεν έσβησαν ποτέ. Με το γιο του δεν είχε πια καθόλου επαφές. Είχε καταφέρει να μετατρέψει σε μίσος την αγάπη της γυναίκας που αγαπούσε. Τόσα χρόνια μοναξιάς για έναν τίτλο που ο ίδιος ποτέ δεν ζήτησε. Τον κληρονόμησε και έφερε το βάρος του μαζί του. Τώρα όμως; Τώρα που ο θάνατος πλησίασε τόσο, ο Ρίτσαρντ αναλογιζόταν αν άξιζε τον κόπο. Δεν ήταν πια δύσκολο να πάρει τις αποφάσεις του. Όταν κάποιος πλησιάζει τόσο κοντά στον θάνατο, οι λύσεις είναι πιο εύκολες από πριν και τα εμπόδια μικρότερα. Είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι έχασε για πάντα την Έλενορ, αλλά με το γιο του ήθελε να ελπίζει ότι είχε ακόμα ελπίδες. Θα έπρεπε να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο. Αφού του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή, έπρεπε να προσπαθήσει να κερδίσει τη συμπάθεια έστω του γιου του. Όσο και αν δεν το έδειξε ποτέ, γι’ αυτόν ο γιος του δεν ήταν μόνο ο διάδοχός του, αλλά και η απόδειξη ότι κάποτε αγάπησε και αγαπήθηκε. Έζησε και ερωτεύτηκε. Υπήρξε έστω για λίγο ευτυχισμένος.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:09 pm



Κεφάλαιο 7

Η Σουζάνα μόλις είχε τελειώσει το πρωινό της, όταν χτύπησε η πόρτα. Η Σόφι, μια μεσόκοπη μετανάστρια μεξικάνα, ερχόταν δύο φορές την εβδομάδα και βοήθαγε την κυρία Μάρλοου στις δουλειές του σπιτιού. Έτσι και σήμερα η Σόφι έπιασε πρωί-πρωί δουλειά. Η Σουζάνα πήρε τη θέση της κοντά στο παράθυρο και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο. Όταν ήρθε η ώρα η Σόφι να καθαρίσει στο σημείο που καθόταν η Σουζάνα, την πλησίασε.

«Σενιορίτα Σουζάνα περδόνα με. Συγνώμα με. Να καθαρίσω».

Η Σουζάνα χαμογέλασε με την Σόφι.

«Βέβαια Σόφι», είπε και μετακινήθηκε.

«Ω Σενιορίτα εσύ διαβάζεις libros… βιβλίος. Η hija μου, η κορίτσι μου, δεν καταφέρνει μάθει γράμματα εύκολα».

Η Σουζάνα έμοιαζε να απολαμβάνει την προφορά της Σόφι. Δεν υπήρχαν και πολλά ερεθίσματα για γέλιο στη ζωή της πια.

«Δεν ήξερα ότι έχεις κόρη Σόφι».

«Σι σενιορίτα. Και κόρη και γιο».

«Αλήθεια; Και πόσο χρονών είναι;»

«Mi hija είναι 11. Mi hijo είναι 23».

«Και η κόρη σου δεν μαθαίνει εύκολα γράμματα;»

«Η κόρη μιλάει, αλλά no γράφει και no διαβάζει. Και γιος τα ίδια. Γιος μεγάλος για να μάθει γράφει, αλλά κόρη κρίμα να
μην ξέρει… Σκουόλα πολλά λεφτά».

«Πως τη λένε την κόρη σου Σόφι;»

«Κλαρίτα Σενιορίτα Σουζάνα».

«Λοιπόν Σόφι, αν θες μπορώ να τη βοηθήσω εγώ να μάθει, να γράφει και να διαβάζει».

«Εσύ σενιορίτα;»

Η κυρία Μάρλοου, που παρακολουθούσε αδιάφορα τη συζήτηση, πετάχτηκε αμέσως από τη θέση της για να επέμβει.

«Εσύ; Τι δουλειά έχεις εσύ Σουζάνα με την κόρη της καθαρίστριας;»

Η Σόφι κατέβασε το κεφάλι και βιάστηκε να μιλήσει:

«Σι Σενιορίτα Σουζάνα. Εσύ όχι καλά με κόρη μου».

Η Σουζάνα απευθύνθηκε στη μητέρα της με επιθετικό ύφος:

«Γιατί όχι μητέρα; Τι καλύτερο έχω να κάνω στη ζωή μου; Κάθομαι και περνάω όλη μέρα σε αυτό το καροτσάκι. Τι πειράζει να βοηθήσω ένα παιδάκι να μάθει γράμματα; Να προσφέρω κι εγώ κάτι; Να κάνω κάτι χρήσιμο;»

«Εσύ αυτό που έχεις να κάνεις είναι να πείσεις τον Τέρρυ να ορίσει την ημερομηνία του γάμου σας και να αφήσεις τις αγαθοεργίες. Εσύ έγινες μια σακάτισσα για να του σώσεις τη ζωή κι αυτός ούτε που αναφέρει πότε θα παντρευτείτε. Πρέπει να τον κάνεις να σε δει σαν γυναίκα, να σε αγαπήσει. Όχι να νταντεύεις ξένα παιδιά», είπε υπεροπτικά η κυρία Μάρλοου.

«Αν εσύ, η ίδια μου η μητέρα, με βλέπεις σαν σακάτισσα, πως περιμένεις να με εκτιμήσει ο Τέρρυ μητέρα; Αρκετά πια. Αρκετά. Ο Τέρρυ είναι δικός μου λογαριασμός. Είμαι κλεισμένη όλη μέρα εδώ μέσα και δεν κάνω τίποτε άλλο από το να χτενίζομαι και να περιμένω τον Τέρρυ να έρθει να με δει 2 φορές την εβδομάδα. Ζωή είναι αυτό; Θα βοηθήσω την Κλαρίτα να μάθει γράμματα, είτε σου αρέσει, είτε όχι μητέρα». Η Σουζάνα ακουγόταν αποφασισμένη.

«Μα δεν μπορώ να δεχτώ ότι θα έρχεται και θα σε επισκέπτεται η κόρη της καθαρίστριας Σουζάνα. Έλα στη θέση μου», διαμαρτυρήθηκε η κυρία Μάρλοου.

«Ευκαιρία λοιπόν να βγαίνεις και λίγο έξω αν δεν σου αρέσει η συντροφιά της», απάντησε η Σουζάνα και απομακρύνθηκε αφήνοντας πίσω τη μητέρα της.

Η κυρία Μάρλοου έμεινε ακίνητη να παρακολουθεί την κόρη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν όλο αυτό το ξέσπασμα της Σουζάνα.

«Σόφι, πες στην Κλαρίτα να έρθει αύριο το πρωί. Είναι καλά;»

«Μα Σενιορίτα, no κάνει».

«Άκουσε με Σόφι. Δεν είναι σωστό να στο ζητήσω κι άλλη φορά. Τα πρωινά μου είναι ελεύθερα. Ελπίζω να είναι και της
Κλαρίτα», είπε η Σουζάνα με ειλικρίνεια στη φωνή της.

«Σι Σενιορίτα. Φχαριστώ Σενιορίτα».

Η Σουζάνα έπιασε και πάλι το βιβλίο της για να διαβάσει, έχοντας ένα χαμόγελο ικανοποίησης και ευχαρίστησης. Επιτέλους ένιωθε ότι είχε και κάτι άλλο να περιμένει εκτός από τον Τέρρυ να της χτυπήσει την πόρτα.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:10 pm

«Καλημέρα κυρία Πόνυ, Αδελφή Μαρία» είπε ο Τομ κατεβαίνοντας από την άμαξα.

«Καλημέρα Τομ» του απάντησαν.

Ο Τομ είδε την Πάτυ να πλησιάζει μαζί με τα παιδιά.

«Καλημέρα Πάτυ, είστε όλοι έτοιμοι;» ρώτησε ο Τομ.

«Ναιιιιιι» απάντησαν τα παιδιά, πριν καλά καλά προλάβει η Πάτυ να απαντήσει και αμέσως έτρεξαν και μπήκαν στην άμαξα του Τόμ. Ο Τομ τους είχε υποσχεθεί βόλτα για ψάρεμα. Ήταν μία δραστηριότητα, την οποία είχαν καθιερώσει τον τελευταίο καιρό.

Μία δραστηριότητα που στην αρχή άρεσε κυρίως στα παιδιά. Σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει να ευχαριστεί και την Πάτυ, η οποία είχε αρχίσει να γίνεται πιο δεκτική στα τρυφερά αισθήματα του Τομ. Ο Τομ τη βοηθούσε πολύ με τα παιδιά και περνούσαν αρκετές ώρες μαζί.

Τα παιδιά έπαιζαν και η Πάτυ με τον Τομ τα επιτηρούσαν από μακριά.

«Πάτυ, είναι καιρός που ήθελα να σου πως μου αρέσει που περνάμε ώρες μαζί. Περνάω πολύ καλά».
Η Πάτυ κοκκίνισε.

«Κι εγώ περνάω καλά Τομ. Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα με τα παιδιά, αν δεν ερχόσουν τόσο συχνά να μας πηγαίνεις εκδρομές. Τους κάνει καλό που αλλάζουν παραστάσεις».

«Σ’ εσένα; Σ’ εσένα Πάτυ κάνει καλό;» ρώτησε δειλά ο Τομ και η Πάτυ του έγνεψε καταφατικά χαμηλώνοντας το βλέμμα της.


TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:12 pm

Η Σουζάνα καθόταν ήσυχη στο δωμάτιό της. Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η Κλαρίτα για το συνηθισμένο τους πια μάθημα. Ένας μήνας είχε περάσει από τότε που ξεκίνησαν τα μαθήματα και η μικρή Κλαρίτα σημείωνε σημαντική πρόοδο. Είχε μεγάλη θέληση για να μάθει, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς καθοδήγηση. Η υπομονή και επιμονή της Σουζάνα, είχαν αποδειχτεί μεγάλη βοήθεια για τη μικρή, η οποία ήταν πάντα συνεπής τόσο στην ώρα της, όσο και στο διάβασμά της. Κάθε πρωί πήγαινε σπίτι της Σουζάνα έκαναν 2 ώρες μάθημα και μετά σπίτι έκανε τις επαναλήψεις της και τις εργασίες της.

Η Κλαρίτα ήταν ένα όμορφο μελαψό κοριτσάκι. Αδύνατη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Ήταν πολύ ντροπαλή στην αρχή, αλλά στην πορεία και καθώς οι δυο κοπέλες γνωρίστηκαν καλύτερα, άρχισαν να μιλούν μετά το μάθημα και για άλλα θέματα εκτός της σχολικής ύλης.

Η Κλαρίτα της έλεγε για τις όμορφες παραλίες του Μεξικού, με τα βελούδινα τυρκουάζ νερά και τους φίλους της που έτρεχαν ξυπόλητοι όλη μέρα παίζοντας με τη θάλασσα.

Η Σουζάνα της μιλούσε για το θέατρο. Για το πάθος της για την ηθοποιία, που ξεκίνησε όταν η ίδια ήταν μικρότερη και από την Κλαρίτα, μετά από μια παράσταση που παρακολούθησε η ίδια και η μητέρα της στο θέατρο. Η Σουζάνα της απήγγειλε ποιήματα και σκηνές από ρόλους, που είχε η ίδια ερμηνεύσει στο παρελθόν. Ένα παρελθόν που τώρα της φαινόταν μακρινό. Πολύ μακρινό.

Η Κλαρίτα έβλεπε πια στα μάτια της Σουζάνα τη μεγαλύτερη όμορφη δασκάλα και αδερφή που δεν είχε ποτέ, ενώ η Σουζάνα είχε βρει μια φίλη. Η Κλαρίτα με την αθωότητα της ηλικίας της, βοηθούσε τη Σουζάνα να ξεχαστεί από τα προβλήματά της και ήταν στην πραγματικότητα η μοναδική φίλη που είχε ποτέ.

Η Σόφι έφερνε κάθε μέρα την Κλαρίτα σπίτι της Σουζάνα και την έπαιρνε όταν τελείωναν το μάθημά τους. Είχε ζητήσει πολλές φορές από τη Σουζάνα να δεχτεί ένα μικρό ποσό που μπορούσε να διαθέσει ως δίδακτρα, αλλά η Σουζάνα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Δεν δέχτηκε καν όταν η Σόφι πρότεινε να μην πληρώνεται για τις δουλειές του σπιτιού. Η Σουζάνα ένιωθε ότι κέρδιζε τόσα πολλά από τη συντροφιά της Κλαρίτα, που θα ήταν ανήθικο να δεχτεί χρήματα από τη μητέρα της.

Η κυρία Μάρλοου δεν έβλεπε με καλό μάτι τη σχέση των δύο κοριτσιών. Φοβόταν πως η κόρη της, έχοντας κάτι άλλο να ασχολείται, θα έχανε τον πρωταρχικό στόχο της. Να καταφέρει τον νεαρό Γκράντσεστερ να την παντρευτεί. Ήταν χρέος του να την αποκαταστήσει και η ίδια ήδη φανταζόταν τη μικρή της ως μελλοντική Δούκισσα του Γκράντσεστερ. Η κόρη της παρά την αναπηρία της, είχε πια ελπίδες να μπει στα σαλόνια της αριστοκρατίας.

Η Κλαρίτα όπως πάντα εμφανίστηκε στην πόρτα ακριβώς στην ώρα της. Έτρεξε προς το δωμάτιο της Σουζάνα και έκλεισε την πόρτα πίσω της:

«Καλημέρα Σουζάνα».

«Καλημέρα και σε σένα Κλαρίτα. Τι κέφια είναι αυτά σήμερα;»

Η μικρή πήγε κοντά της και της απάντησε με χαμηλή φωνή:

«Σήμερα σου έχω μια έκπληξη. Κοίτα τι σου έφερα», είπε η μικρή χαρούμενα και άνοιξε την χούφτα της που περιείχε μερικές καραμέλες.

«Καραμέλες; Που τις βρήκες;»

«Μου τις φίλεψε η μαμά μου που είμαι τόσο καλή μαθήτρια λέει και τις έφερα να τις μοιραστούμε».

Η Σουζάνα συγκινήθηκε από την κίνηση της μικρής. Η ίδια μπορούσε να έχει όσες καραμέλες ήθελε, το ίδιο όμως δεν ίσχυε και για τη μικρή φίλη της που, παρόλο που δεν μπορούσε να έχει σχεδόν ποτέ γλυκίσματα, με μεγάλη προθυμία δέχτηκε να μοιραστεί τα λιγοστά καραμελάκια της. Η Σουζάνα αποφάσισε ότι θα έπρεπε να πάρουν ένα μεγάλο βάζο με καραμέλες στο σπίτι και έτσι η Κλαρίτα θα μπορούσε να έχει όσες ήθελε.

Πήρε μία από τα χέρια της μικρής και της είπε:

«Θα πάρω μόνο μία για να γιορτάσω την πρόοδό σου. Ευχαριστώ».

«Μα όχι Σούζυ, πάρε κι άλλες».

«Δεν κάνει να πάρω κι άλλες. Θα παχύνω. Και μετά δεν θα χωράω στο καροτσάκι μου. Πρέπει να προσέχω τη σιλουέτα μου».

«Παχαίνεις εύκολα; Εγώ δεν παχαίνω με 3-4 καραμελίτσες».

«Εγώ όμως, δεν εξασκούμαι καθόλου τώρα πια και πρέπει να προσέχω τη διατροφή μου».

«Δεν κάνει να εξασκείσαι;»

«Πως; Κάνει. Αλλά είναι δύσκολο και επίπονο για μένα».

«Μην είσαι τεμπέλα Σούζυ. Έτσι δεν μου λες πάντα κι εσύ; Να μην είμαι τεμπέλα και να μην το βάζω κάτω; Έτσι πρέπει να κάνεις κι εσύ. Να προσπαθείς και να εξασκείσαι κι έτσι θα μπορείς να τρως όσες καραμέλες θέλεις», είπε η Κλαρίτα και έβαλε λαίμαργα μια καραμέλα στο στόμα της.

Η Σουζάνα διέκρινε ένα μεγάλο ποσοστό αλήθειας στα λόγια της μικρής. Όλο αυτό τον καιρό είχε παραιτηθεί από τα πάντα. Μάλλον έπρεπε να αρχίσει να προσπαθεί.

Μόλις τέλειωσε το μάθημα και η μικρή έφυγε, η Σουζάνα φώναξε τη μητέρα της. Η κυρία Μάρλοου έμεινε με το στόμα ανοιχτό, μόλις άκουσε τι της ζήτησε η κόρη της.

«Τι είπες;»

«Βοήθησέ με σε παρακαλώ να σηκωθώ και να σταθώ για λίγο».

«Μα τι σε έπιασε κόρη μου;»

«Θέλω για λίγο να σταθώ μητέρα. Που είναι το περίεργο;»

Η κυρία Μάρλοου τη βοήθησε να σηκωθεί και πρόσφερε τον ώμο της για να σταθεί η Σουζάνα. Μόνο μια στιγμή κατάφερε να σταθεί. Το πόδι της αδύναμο, δεν είχε τη δύναμη να την κρατήσει κι έτσι βρέθηκε και πάλι καθισμένη στο καροτσάκι.
Η Σουζάνα είπε βουρκωμένη στη μητέρα της:

«Μαμά είναι όλα τόσο όμορφα από αυτό το ύψος! Πρέπει να ξαναπροσπαθήσω».







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:14 pm


Η Κάντυ, κουρασμένη απ’ το νοσοκομείο, επέστρεψε στο διαμέρισμά της. ‘Δεν βλέπω την ώρα να πέσω να κοιμηθώ’ ήταν η πρώτη της σκέψη ώσπου είδε στο πάτωμα έναν φάκελο.

«Είναι από την Πάτυ» φώναξε δυνατά από τη χαρά της και αμέσως άρχισε να διαβάζει το γράμμα.



Σπόιλερ:
«Αγαπημένη μου Κάντυ
Έχουν περάσει κιόλας τέσσερις μήνες από την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε. Η αλήθεια είναι ότι αφιερώνω πολύ χρόνο στα παιδιά κι έτσι δεν μπόρεσα να σου γράψω νωρίτερα. Εδώ όλοι είμαστε καλά. Τα παιδιά έχουν αρχίσει να διαβάζουν περισσότερο, απ’ ότι τα θυμάσαι. Λογικό, αφού λείπει ο αρχιταραξίας… Και σ’ αυτό συνέβαλε και ο Τομ. Και αυτό γιατί μπορεί να μην είσαι εδώ να φτιάχνουμε παιχνίδια για να τα πείσουμε, αλλά τους είπε ο Τομ πως αν με στεναχωρούν, δεν θα μας πηγαίνει εκδρομές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο φρόνημα κάθονται. Περνάμε όμως όλοι πολύ καλά. Στις εκδρομές λίγο δεν μαζεύονται αλλά να’ ναι καλά ο Τομ, τον ακούνε αμέσως όταν τα μαλώνει λίγο.
Κάντυ , νιώθω λίγο άσχημα γι’ αυτό αλλά ο Τομ μου φέρεται πολύ καλά. Μας έχει φέρει πολύ κοντά το γεγονός ότι περνάμε αρκετές ώρες μαζί και δεν ξέρω αν είναι σωστό. Δεν έχει περάσει ούτε ένας χρόνος που έφυγε ο Στήαρ από κοντά μας και δεν ξέρω αν πρέπει να είμαι πιο φιλική μαζί του.
Ας μη σε κουράζω όμως με τα δικά μου. Η κυρία Πόνυ και η Αδελφή Μαρία σου στέλνουν την αγάπη τους. Ελπίζουμε να είσαι καλά.

Μας λείπεις
Πάτυ»

Τι καλά. Η Πάτυ και ο Τομ’ σκέφτηκε όλο χαρά με τα νέα της φίλης της και παρά την κούρασή της, κάθισε στο τραπέζι και αμέσως άρχισα να γράφει στην Πάτυ.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από libra Την / Το Τετ Μαρ 02, 2011 6:16 pm

Ο Τέρρυ οδήγησε το καροτσάκι της Σουζάνα δίπλα από το παγκάκι κοντά στη λίμνη. Ο ίδιος έκατσε δίπλα της. Άλλη μια απογευματινή τους βόλτα. Αυτό το απόγευμα όμως η Σουζάνα εξέπληξε τον Τέρρυ:

«Τέρρυ, μπορείς να με βοηθήσεις λίγο να σηκωθώ και να σταθώ;»

Ο Τέρρυ την κοίταξε έκπληκτος. Η Σουζάνα καιρό τώρα είχε παραιτηθεί από όλες τις προσπάθειες να ξανασηκωθεί από την αναπηρική καρέκλα. Ο ίδιος βέβαια δεν επέμενε ιδιαίτερα για να την μεταπείσει. Άλλωστε δεν έκανε ποτέ τίποτα για να παρέμβει στη ζωή της και τις αποφάσεις της, αλλά η παραιτημένη από τη ζωή Σουζάνα, δεν θα έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθια. Τι να άλλαξε; Σηκώθηκε αμέσως από τη θέση του και τη βοήθησε να σηκωθεί. Η ίδια στηρίχτηκε πάνω του και έμεινε για λίγα λεπτά όρθια.

«Τέρρυ, είναι καλύτερη η θέα από εδώ πάνω, δεν νομίζεις;»

Ο Τέρρυ που διέκρινε αμέσως την αισιοδοξία της, βιάστηκε να της απαντήσει:

«Πράγματι Σουζάνα, είναι».

«Θα σου ήταν κόπος αν λίγο αργότερα προσπαθούσαμε ξανά;»

«Κανένας κόπος Σουζάνα», της απάντησε ο Τέρρυ και τη βοήθησε να ξανακάτσει.

Κι έτσι έγινε. Όλες οι βόλτες τους στο εξής είχαν πάντα και εξάσκηση για τη Σουζάνα. Ο Τέρρυ αδιαμαρτύρητα, τη βοηθούσε να δυναμώσει το πόδι της. Σύντομα έπαιρναν μαζί και τις πατερίτσες και η Σουζάνα ξεκίνησε να κάνει τα πρώτα της βήματα. Κάθε βήμα που έκανε η Σουζάνα ήταν ένα βάλσαμο στην ψυχή του Τέρρυ. Η θέλησή της να προσπαθήσει να περπατήσει, απομάκρυνε υποσυνείδητα ένα κομμάτι από το βαρύ φορτίο των ενοχών και των τύψεων, που κουβαλούσε ο Τέρρυ διαρκώς μετά το ατύχημα.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Παρ Μαρ 04, 2011 7:11 pm


Κεφάλαιο 8

«Καλησπέρα Γουίλιαμ».

«Καλησπέρα, Τζωρτζ, πέρασε».

«Βρήκα αυτό που μου ζήτησες» είπε ο Τζωρτζ και του έδωσε ένα σημείωμα.

«Ντείβιντ Τζέφερσον; Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο Άλμπερτ απορημένος.

«Ο ιδιοκτήτης του θεάτρου Στράτφορντ».

«Α, ωραία. Σ’ ευχαριστώ πολύ» είπε ο Άλμπερτ και συμπλήρωσε:

«Κανόνισέ μου ένα ραντεβού, ακόμα και σήμερα αν γίνεται».

«Εντάξει Γουίλιαμ, θα σε ενημερώσω» απάντησε ο Τζωρτζ, ο οποίος έφυγε απ’ το γραφείο του Άλμπερτ.




Ο Άλμπερτ υπέγραψε το συμβόλαιο.
Ο κύριος Τζέφερσον και ο Άλμπερτ έδωσαν τα χέρια, θέλοντας να σφραγίσουν και τυπικά τη συναλλαγή τους.

«Εμένα θα μου επιτρέψετε. Θα πρέπει να φύγω. Τα υπόλοιπα θα τα κανονίσετε με τον Τζωρτζ» είπε ο Άλμπερτ και χαιρέτισε τον κύριο Τζέφερσον, ο οποίος απόλυτα ευχαριστημένος, κρατούσε την επιταγή στα χέρια του.
'Με αυτά τα λεφτά, θα μπορέσω να καλύψω όλα τα χρήματα που επένδυσα για το έργο και που εξαιτίας του Τέρρυ, δεν θα τα έπαιρνα ποτέ' σκέφτηκε ο κύριος Τζέφερσον και υπέγραψε κι αυτός ικανοποιημένος τα τελευταία χαρτιά.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Το ταξίδι τώρα ξεκινά...

Δημοσίευση από TZENHG13 Την / Το Παρ Μαρ 04, 2011 7:12 pm


Ο Άλμπερτ πήγε στο διαμέρισμα του Τέρρυ.

«Τέρρυ, είσαι μέσα;» ρώτησε, μη ξέροντας αν θα τον βρει εκεί. Ώσπου η πόρτα άνοιξε.

«Καλημέρα Άλμπερτ. Πέρασε».

«Σκεφτόμουν μήπως ήθελες να πάμε μία βόλτα έξω. Θα ήθελα να μιλήσουμε» είπε ο Άλμπερτ.

«Γιατί όχι; Μισό λεπτό να πάρω το παλτό μου κι έρχομαι» είπε ο Τέρρυ και αμέσως πήγε να ετοιμαστεί. Του άρεσε πολύ η ιδέα να πάει βόλτα με τον φίλο του τον Άλμπερτ. Οι δύο άντρες έφυγαν από το διαμέρισμα του Τέρρυ και κατευθύνθηκαν σε ένα πολύ ωραίο καφέ στην πλατεία της Ν. Υόρκης. Ο Άλμπερτ ήταν λίγο προβληματισμένος. Δεν ήξερε πώς θα αντιδράσει ο Τέρρυ στα νέα του. Είναι τόσο περήφανος.


«Τι είναι Άλμπερτ; Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Τέρρυ μόλις κάθισαν. Για μία στιγμή σκέφτηκε μήπως αφορούσε την Κάντυ:

«Έπαθε τίποτα η Κάντυ;» ρώτησε έντρομος.

«Όχι Τέρρυ. Δεν αφορά την Κάντυ. Όχι άμεσα τουλάχιστον».

«Τότε τι είναι;» ξαναρώτησε ο Τέρρυ, που αμέσως το πρόσωπό του είχε ηρεμήσει μετά τη διαβεβαίωση του Άλμπερτ, ότι η Κάντυ είναι καλά.

«Θέλω να συζητήσουμε ένα επαγγελματικό θέμα» είπε ο Άλμπερτ.

«Επαγγελματικό θέμα; Μήπως θες να γίνεις κι εσύ ηθοποιός;» είπε ο Τέρρυ και γέλασε.

«Δεν θα’ ταν κακή ιδέα» είπε αστειευόμενος ο Άλμπερτ, που είχε αρχίσει να νιώθει πιο άνετα.

«Για να φτάσω όμως να αποκτήσω το δικό σου ταλέντο, θ’ αργήσω πολύ, οπότε σκεφτόμουν να ξεκινήσω από άλλο πόστο».

«Ποιο πόστο;» ρώτησε ο Τέρρυ, μη μπορώντας να φανταστεί τι εννοεί ο Άλμπερτ.

«Τι θα έλεγες του ιδιοκτήτη του θεάτρου Στράτφορντ;» είπε ο Άλμπερτ, περιμένοντας να δει αντιδράσεις μετά τη βόμβα που έριξε.

«Του ιδιοκτήτη του θεάτρου Στράτφορντ; Τι εννοείς; Ότι εσύ είσαι ο άνθρωπος που άκουγα ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει το θέατρο;» ρώτησε ο Τέρρυ έκπληκτος.

«Ακριβώς. Και για την ακρίβεια, το αγόρασα και χαίρομαι πολύ που θα έχω έναν πρωταγωνιστή σαν εσένα» απάντησε ο Άλμπερτ.

«Άλμπερτ, γιατί το έκανες αυτό; Τόσο πολύ λυπάσαι ότι ο φίλος σου θα μείνει χωρίς δουλεία και με λυπήθηκες;» ρώτησε ο Τέρρυ φανερά ενοχλημένος.

«Δε θα πέταγα ποτέ τα χρήματά μου, αν δεν πίστευα στην αξία σου. Θεωρείς ότι η αξία σου ως ηθοποιός είναι τόσο μικρή; Εγώ πίστευα ότι αγαπούσες αυτό που έκανες», απάντησε σοβαρά ο Άλμπερτ δίνοντας στον Τέρρυ να καταλάβει ότι δεν το λυπάται.

«Τι σημασία έχει τι πιστεύω εγώ; Ο κόσμος θα με κρίνει. Και δεν με έχει κρίνει θετικά, αν κρίνω από τα άδεια καθίσματα» είπε ο Τέρρυ προβληματισμένος.

«Δώσε λίγο χρόνο Τέρρυ στο κοινό σου και σύντομα θα νιώσεις ξανά το ζεστό τους χειροκρότημα. Ο κύριος Τζέφερσον δεν είχε τη δυνατότητα και το λόγο να περιμένει. Εγώ έχω» είπε ο Άλμπερτ.

«Κι εσύ τι λόγο έχεις Άλμπερτ;»

«Πιστεύω σε σένα, Τέρρυ. Είναι υπέρ αρκετός ο λόγος» του απάντησε ο Άλμπερτ και αμέσως ο Τέρρυ, πεπεισμένος για τις προθέσεις του Άλμπερτ, ένιωσε πως του δινόταν πραγματικά μία δεύτερη ευκαιρία. Όχι για να βγάλει χρήματα ο επιχειρηματίας, αλλά για να πείσει τους θεατές για την αξία του.

TZENHG13
Terry Fan
Terry Fan

Αριθμός μηνυμάτων : 2722
Points : 4981
Ημερομηνία εγγραφής : 19/11/2010
Ηλικία : 36
Τόπος : ΛΕΩΦ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΓΗΠΕΔΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Χιούμορ : ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΣΤΗ ΖΩΗ?

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Σελίδα 1 από 5 1, 2, 3, 4, 5  Επόμενο

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης