Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Music videos for Candy and Terry
Σήμερα στις 2:39 pm από stardustia

» Σκίτσα Anime VS Manga
Χθες στις 10:04 pm από HAMLET

» a song for him!!
Τετ Δεκ 07, 2016 12:39 pm από stardustia

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Δεκ 06, 2016 11:33 pm από Dalia

» Γιορτινό Theme
Δευ Δεκ 05, 2016 7:55 pm από ΜΙΜΙ

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Σαβ Νοε 06, 2010 8:39 pm

Μία κρύα νύχτα στην Νέα Υόρκη

Πιωμένος, πεσμένος, σαν εξόριστος βασιλιάς και σαν πουλί χωρίς φτερά ο Τέρενς Γκράντσεστερ είχε επιστρέψει πίσω στους δρόμους. Του άρεσε αυτό το παλιό συνάισθημα της αγνωνίας και της εξερεύνησης…Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και βρεγμένοι, ο κρύος αέρας τρυπούσε το σώμα του, τον έκανε να ανατριχιάζει, αναζητούσε αυτήν την ανατριχίλα κάθε βράδυ. Τα φώτα της πόλης πίσω του έλαμπαν από απόσταση, αλλά η περιοχή στην οποία εκείνος πήγαινε, δεν είχε παρά ένα θολό κίτρινο φως, που προερχόταν από μία ή δύο λάμπες του δρόμου. Περπατούσε αργά, χαζεύοντας τα αστέρια, κοιτώντας τον ουρανό, ο αέρας μύριζε βροχή….
«Αυτή είναι μία νύχτα για να πεθάνεις», σκέφτηκε καθώς πλησίαζε τη συμμορία των αντρών που έμοιαζαν να σχηματίζουν ένα κύκλο στο κέντρο ενός μικρού στενού που οδηγούσε σε μία παλιά αυλή σκουπιδιών. 
«Γεια σου, Τέρεν, είσαι έτοιμος;» 
«Φυσικά», είπε, αφαιρώντας την κάπα του.
«Τα παιδιά σε περιμένουν. Ο Έρικ είναι ήδη εκεί πίσω, να προσέχεις, φαίνεται πιωμένος», είπε ο νεότερος της παρέας. 
«Καλύτερα», σκέφτηκε ο Τέρενς, ανοίγωντας το δρόμο για την πίσω αυλή. Περνώντας μέσα από τα στενά σοκάκια, η συμμορία έσφιγγε τις γροθιές της. Δεν ήταν περισσότεροι από 5-6 νεαροί άντρες, όλοι γύρω στα είκοσι που διέγειραν τον φόβο στους πιο πράους πολίτες εκείνης της κοινωνίας. Ντυμένοι στα μαύρα, χωρίς γραβάτες, ανοιχτά πουκάμισα, στενά παντελόνια και σκοτεινά βλέμματα, όλοι μαζί έμοιαζαν σαν ένας. 
Στο πίσω μέρος του στενού ένα άλλο γκρουπ περίμενε. Έμοιαζαν νταήδες, με σκυσμένα ρούχα και κρατούσαν αλυσίδες στα χέρια. 
-Ω ο ηθοποιός του θεάτρου αποφάσισε να έρθει;, είπε ο αρχηγός του γκρουπ. Ο Έρικ έδειχνε ωραίος και δυνατός, παρά την αλήτικη εμφάνιση και το θολό του βλέμμα. Ήταν λίγο ψηλότερος από τον Τέρενς, τα μπράτσα του που προεξείχαν από το αμανίκωτο μπουφάν του, ήταν καλοσχηματισμένα.
-Θα μετανιώσεις που ήρθα, αρκετά σύντομα, είπε ο Τέρενς, βγάζωντας το σακάκι του, αφαιρώντας την γραβάτα του και πέρνωντας τη θέση του στο κέντρο του κύκλου κοντά στον Έρικ. Οι υπόλοιποι τους κύκλωσαν και άρχισαν να ανταλλάζουν χρήματα και βρισιές, είτε γελώντας, είτε φωνάζοντας. 
-Στο λέω..δεν έχει πάλκο για εσένα αύριο, φώναξε τη μάνα σου να παίξει, είπε ο Έρικ με ένα κακό γελιό. 
Ο Τέρυ έφτιαξε την γροθιά του, όπως έκανε και ο αντίπαλος του, δεν είπε τίποτα για ανταπόδοση. 
-Τώρα κυρίες, δεν δείχνουμε έλεος, τα στοιχήματα τελείωσαν, μπορείτε να αρχίσετε…
‘Πάλεψε, Τέρυ, Πάλεψε!», ο νεότερος άρχισε να φωνάζει. 
Ανάμεσα σε φωνές, βρισιές και επεφημίες, ο Τέρενς και ο Έρικ, άρχισαν να ανταλλάσουν χτυπήματα με κλωτσιές και μπουνιές. Ήταν και οι δύο νέοι και δυνατοί, αποφασισμένοι να φτάσουν αυτή τη μάχη στο τέλος της. Μετά από δέκα λεπτά συνεχόμενης προσπάθειας, δεν υπήρχε νικητής ανάμεσα τους. Ο Τέρυ ήταν μελανιασμένος σε αρκετά σημεία του προσώπου του, έχοντας δεχτεί αρκετά χτυπήματα αλλά ακόμα τίποτα σοβαρό που να τον κάνει να βάλει το πρόσωπο στο χώμα.
Ο Έρικ είχε επίσης δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα, η μύτη του θα ήταν πρησμένη αύριο, το αριστερό του μάτι σχεδόν κλειστό για τις επόμενες τρεις μέρες, αλλά μπορούσε να αντέξει ακόμα περισσότερο. 
Οι νεαροί άντρες φώναζαν πίσω τους, διαμαρτυρόμενοι, ήθελαν ένα πιο γρήγορο «θάνατο», η νύχτα ήταν ακόμα νέα και ήθελαν να χαθούν στο πιοτό. Ο Έρικ ήταν γρήγορος αλλά ο Τέρενς, ήταν γρηγορότερος, αποφεύγοντας τις μπουνιές του αντιπάλου του. Η γροθιά του Έρικ, προσγειώθηκε με ταχύτητα στον τοίχο. Ακούστηκε σαν να έσπασαν τα κόκκαλα των δαχτύλων του, στη στιγμή. Οδηγούμενος από έναν θανατηφόρο πόνο, που τον έκανε να βγάλει ακόμα και την τελευταία του πνοή μέσα από τα πνευμόνια του, ο Έρικ με μία κραυγή, κλώτσησε στο έδαφος τον Τέρενς, έπεσε από πάνω του και άρχισε να γροθοκοπά το κεφάλι του στο πεζοδρόμιο. 
Ο Τέρενς τον κλώτσησε το στομάχι όσο πιο σκληρά μπορούσε, στέλνοντας τον Έρικ πίσω στο παγωμένο έδαφος. Ο αγώνας είχε αγγίξει την κορυφή του, οι δύο αντίπαλοι κοιτάζαν ο ένας τον άλλο απειλητικά μέσα στα μάτια. 
«Είσαι νεκρός», είπε ο Έρικ. 
«Στο διάολο», απάντησε ο Τέρυ. Η επόμενη γροθιά ήταν πολύ δυνατή, ο Τέρυ έπεσε κάτω. Ο Έρικ συνέχισε το σκληρό γροθοκόπημα μέχρι που το πεζόδρόμιο άρχισε να βάφαται κόκκινο. Κρίνοντας ότι το πρόσωπο του Τέρυ δεν θα άντεχε περισσότερη ζημιά, άρχισε να τον κλωτσάει στα πλευρά, στην μέση και στο στομάχι. Ο Τέρενς αισθανόταν ότι θα βγαίναν τα σωθικά του …. Όλοι τους καταλάβαιναν ότι το τέλος είχε έρθει, οι μισοί από το γκρουπ άρχισαν τα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές. «Δεν είσαι καθόλου καλός, μπάσταρδε, γύρνα στο σανίδι», φώναξε ένας από τους νταήδες. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, αφότου ο Έρικ οπισθοχώρησε και γύρισε την πλάτη του, ένας άντρας με αίματα και ανοιχτές πληγές στο πρόσωπο, αργά και επώδυνα άρχισε να σηκώνεται. 
«Τι θέλεις και άλλο;», ρώτησε ο Έρικ. 
«Αυτό είναι το καλύτερο σου σόου; Ένα παιδί καλύτερα θα τα κατάφερνε», είπε ο Τέρενς. 
«Θα σε κάνω να παρακαλάς για έλεος, παλιομπάσταρδε…»
Μία ακόμα μπουνιά βρήκε το δρόμος της προς το πρόσωπο του Τέρυ, μόνο που αυτή τη φορά, ο Τέρυ κρατήθηκε καλύτερα από τον τοίχο και κατάφερε να παραμείνει όρθιος παρά τον πόνο που ένιωθε. 
«Πιο πολύ..δως μου περισσότερο», είπε προκαλώντας τον αντίπαλο του. Ο Έρικ ξεκίνησε μία μανιασμένη επίθεση με γροθιές. Ο Τέρενς αντέδρασε γρήγορα, η μπουνιά του βρήκε τον Έρικ στο στομάχι και τον έκανε να διπλωθεί στα δύο. Άλλη μία μπουνιά και ο Έρικ έχασε την ισορροπία του. Ο Τέρενς άρχισε να τον κλωτσάει χωρίς έλεος, θυμίζοντας στον ευατό του, την αντίστοιχη σκηνή που είχε ζήσει μόλις λίγα λεπτά πριν. 
«Σταμάτα, θα τον σκοτώσεις», φώναζαν οι υπόλοιποι. Ο Τέρυ σταμάτησε νιώθοντας ότι το είχε παρακάνει. Ο Έρικ κοίτονταν μισοπεθαμένος στο έδαφος, ανακυρρήσοντας μία ολοκάθαρη ήττα. Το πλήθος των αληταράδων, χειροκροτούσε με έναν άγριο, απολίτιστο τρόπο. Δεν ήταν απλώς το δωρεάν ματς, περισσότερο από αυτό, αυτά τα αγόρια αγαπούσαν τα λεφτα. Ο Τέρενς βοήθησε τον Έρικ να σηκωθεί όρθιο, και οι δύο ήταν σε άθλια κατάσταση. 
«Να θεωρείς τον εαυτό σου, νεκρό», είπε ο Έρικ.
«Υποσχέσεις», απάντησε ο Τέρενς. 
Μερικές οικονομικές συναλλαγές αργότερα και οι νεαροί άντρες ξεκίνησαν να φύγουν αφήνωντας τον Τέρενς μόνο στην σκοτεινή πλευρά του δρόμου. 
Κάθησε κάτω ενώ ο κρύος αέρας του στέγνωνε το αίμα και τον ιδρώτα, η σκιά της νύχτας του κάλυπτε τις πληγές. Τα κατάφερε αυτή τη νύχτα αλλά υπήρχαν ακόμα τόσες νύχτες που θα έρχονταν…
«Οι νύχτες είναι ένταξει», σκέφτηκε. Αργά, προσπαθώντας να βρει ότι δύναμη του είχε απομείνει, άρχισε να σηκώνεται. Φόρεσε την κάπα του αλλά πέταξε την γραβάτα του, στην αυλή των σκουπιδιών. Με το φως του φεγγαριού να ρίχνει λάμψη στα ερηπωμένα κτίρια, τα βρώμικα πεζοδρόμια και τα ημιτελή εργοστάσια τριγύρω του, ξεκίνησε για τα μπαρ. 

«Γεια» είπε, η Μονίκ στον νεαρό ηθοποιό που καθόνταν σιωπηλός στο μπαρ και έπινε ένα μείγμα από ουίσκι και σόδα. 
«Γεια σου, πριγκίπισσα» απάντησε ο Τέρυ με ένα μικρό χαμόγελο. 
«Τα κατάφερες απόψε;», ρώτησε εκείνη κοιτάζοντας το πρησμένο του πρόσωπο. 
«Έτσι φαίνεται», της είπε. 
«Το ξέρεις ότι μπορείς να πεθάνεις», του ψιθύρησε αυτή. 
«Δεν το σκέφτομαι», της ψιθύρισε αυτός. 
«Που είναι ο Έρικ;», ρώτησε.
«Να βρείς καινούριο ντα******», της είπε αυτός.
«Είναι τόσο άσχημα;», ήταν ανήσυχη, μπορούσε να το καταλάβει 
«Τα συνηθισμένα», της απάντησε ήρεμα. 
«Είσαι για μία βόλτα;» ρώτησε γέρνωντας απαλά στο μπράτσο του.
«Δεν αρνούμαι πότε, τίποτα, σε μία νεαρή κυρία», είπε. Η Μονίκ πήρε το χέρι του Τέρυ στην παλάμη της και με το δεξί της χέρι άρπαξε μία μπουκάλα ουίσκι από το μπαρ. 
«Καύσιμα;» ρώτησε.
«Το αγαπημένο σου», αποκρίθηκε η Μονίκ. 
Μερικές στιγμές αργότερα, μοιράζονταν το ίδιο παλιό και σκουριασμένο δωμάτιο στο πάνω όροφο του μπαρ. Η Μονίκ ήταν απαλή και ευγενική με τον Τέρενς, αγαπούσε το πρόσωπο του και για αυτό καθάρισε τις πληγές του και του ετοίμασε το αγαπημένο του κοκτέηλ: ένα μέρος ουίσκι, ένα βότκα, δύο σόδα, πάγος και δύο φέτες λεμόνι. Ένα ποτήρι από αυτό μπορούσε να στείλει αγγέλους και δαίμονες κατευθείαν πίσω από όπου είχαν έρθει. Η ατμόσφαιρα ήταν καταπραυντική και ήρεμη, ήταν και δύο γυμνοί και ζεστοί από τα ποτά, από την εγγύτητα, από την χαλαρή τους σχέση, που ήταν ακριβώς αυτό που εκείνος χρειαζόταν και ακριβώς αυτό για το οποίο εκείνη πληρωνόταν. Μετά από μία συνεδρία σκληρού σεξ, ο Τέρενς ήταν πίσω στο δρόμο για το άδειο του διαμέρισμα. Είχε επιβιώσει ακόμα έναν καυγά με την πιο επικύνδινη συμμορία της Νέας Υόρκης, μία ακόμα συνάντηση αλκόολ και σεξ με την αγαπημένη του πόρνη. Δεν θα μπορούσε να ζητήσει τίποτα περισσότερο. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος του, έπεσε στο κρεβάτι του σαν να ήταν βράχος σε κατολίσθηση και έκλεισε τα μάτια του χαμογελώντας, ήταν ακόμα ζωντανός. 

Μία κρύα νύχτα στο λόφο της Πόνυ 

Η Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ ήταν ικανοποιημένη με τον εαυτό της. Τα μικρά είχαν πάει στα κρεββάτια τους μετά από μία εξαντλητική μέρα. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ώρα. Η αδελφή Μαρία και η κυρία Πόνυ είχαν βρει ηρεμία στα υπνοδωμάτια τους και το σπίτι ήταν τόσο σιωπηλό που η Κάντυ άκουγε τα κλαδιά των δέντρων να λυγίζουν στον άνεμο. Κάθισε στην καρέκλα δίπλα στο τζάκι, πήρε μία κουβέρτα για να καλύψει τα γόνατα της και ξεδίπλωσε το γράμμα. «Για τον Τέρυ…», το κρατούσε και το διάβαζε στον εαυτό της. Αυτά ήταν τα λόγια που ήθελε να του πει, αυτά ήταν τα λόγια που δεν θα τολμούσε ποτέ να του πει. Κρατώντας το γράμμα σφιχτά στο στήθος της, προσπαθούσε να βρει μία αιτία…μία αληθινή αιτία, που θα την έκανε να πετάξει αυτό το γράμμα στη φωτιά, εξολοθρεύονττας τα βαθύτερα συναισθήματα της…τις τελικές της επιθυμίες. Δεν είχε απομείνει τίποτα. «Δεν έχω ιδέα τι κάνεις και πως περνάς τις μέρες σου, δεν έχω δικαίωμα να ξέρω, εγώ το διάλεξα αυτό, έπρεπε…»
Στα όνειρα της παρακαλούσε για ένα θαύμα. Ένα θαύμα σαν αυτά που διάβαζε στα παραμύθια. Δεν ένιωθε λύπη, η λύπη είναι πολύ βαριά λέξη. Όχι η λύπη δεν ήταν η σωστή λέξη, ίσως μία άλλη πιο ουδέτερη, πιο κενή…ναι κενή ήταν η σωστή λέξη. Μπορούσε μόνο να εύχεται ότι ο Άλμπερτ θα γύριζε να γεμίσει τις μέρες της με την παρουσία του, θα της έφερνε και πάλι συναισθήματα… Ήταν κουρασμένη και ήθελε να κλείσει τα μάτια της αλλά τότε κάτι περίεργο συνέβη…Άκουσε έναν κτύπος στην πόρτα που την έκανε να τρομάξει. Επισκέπτες αυτήν την ώρα; Σκέφτηκε. Πλησίασε τη βαριά ξύλινη πόρτα και απαλά ρώτησε: Ποιος είναι;
-Δεσποινίς Κάντυ, ανοίχτε την πόρτα, είμαι ο Τζώρζ. 
-Τζωρζ? Τι συμβαίνει; Ανυσήχησε ότι κάτι άσχημο συμβαίνει στον Άλμπερτ, τον Άρτσι ή την Άννυ και άνοιξε άμεσως την πόρτα. 
-Πρέπει να έρθετε αμέσως μαζί μου! Ο κύριος Γουίλλιαμ είναι…
-Χτύπησε; 
-Γύρισε σήμερα από τη Γαλλία αλλά φαίνεται άρρωστος.
-Άρρωστος; Ω θεέ μου, πρέπει να έρθω αμέσως, είπε. Δεν ήθελε να ενοχλήσει τους κατοίκους του σπιτιού για αυτό άφησε ένα γρήγορο σημείωμα στην κυρία Πόνυ και στην αδελφή Μαρία. Έπρεπε να φύγει για το Σικάγο για να δει τον θετό της πατέρα. 
«Άλμπερτ, είσαι ο μοναδικός που μου έχει απομείνει», είπε στον εαυτό της, στο δρόμο για την έπαυλη των Άρντλευ. «Σε παρακαλώ, μείνε μαζί μου…». 

Πείτε τις προσευχές σας

Ο πρωινός ήλιος βρήκε την αδελφή Μαρία και την κυρία Πόνυ σοκαρισμένες με τα ατυχή νέα. 
-Κυρία Πόνυ, χρειάζεται να προσευχηθούμε…
-Ναι, αδελφή Μαρία, πρέπει…είναι πολύ καλός νεαρός άντρας. 
-Κυρία Πόνυ, τι είναι αυτό; Ρώτησε η αδελφή Μαρία, ανακαλύπτωντας έναν λευκό φάκελο στο πάτωμα, δίπλα στο τζάκι.
-Ένα γράμμα πιστεύω. 
-Λέει για τον Τέρυ Γκράντσεστερ, θέατρο Στράντφορντ, Νέα Υόρκη. 
-Ω η καημένη η Κάντυ, είπε η κυρία Πόνυ. Τα νέα για τον Άλμπερτ θα την χτύπησαν βαριά. Ξέχασε να το ταχυδρομήσει. 
«Δεν πειράζει…» είπε και πήρε το φάκελο από τα χέρια της αδελφής Μαρίας. 
Η κυρία Πόνυ ήταν πρακτική γυναίκα, το μοναδικό πράγμα που χρειαζόταν αυτό το γράμμα, ήτα κερί για να ασφαλιστεί, και έξω από την πόρτα.. «Λατρεύω να κλείνω γράμματα», σκέφτηκε. «Είναι τόσο εύκολο». Έτσι η κυρία Πόνυ παρέδωσε το γράμμα στον πρωινό ταχυδρόμο, που χρόνια τώρα τους πήγαινε την αλληλογραφία μπρος και πίσω. Και η κυρία Πόνυ τον χαιρέτησε με το συνηθισμένο της χαμόγελο καθώς τον έβλεπε να ανεβαίνει το λόφο. «Η Κάντυ θα χαρεί να μάθει ότι τακτοποιήσαμε αυτό το ζήτημα για εκείνη», είπε η αδελφή Μαρία. 
«Φυσικά και θα χαρεί», είπε η κυρία Πόνυ και άρχισε να προσεύχεται με την αδελφή Μαρία.


Ένας ακόμα ήλιος ανατέλλει στην Νέα Υόρκη

Ο Τέρενς άνοιξε τα μάτια του, αισθανόμενος πόνο στους μυς, στα κόκκαλα του, στο κεφάλι του. Ήταν οι παρενέργειες της χτεσινής νύχτας. Αλλά παρόλα αυτά ένιωθε καλά. Ακόμα είχε τις ευχάριστες αναμνήσεις από το γυμνό σώμα της Μονίκ μέσα του, την έξαρση της αδρεναλίνη στις φλέβες του από τον άγριο αγώνα του με τον Έρικ. Του άνηκαν αυτές οι αναμνήσεις. Φτιάχνοντας καφέ στην μικρή του κουζίνα, κοίταξε το σημείωμα της Σουζάνας, το είχε άφησε εκεί, στο τραπέζι της κουζίνας, από εχτές το απόγευμα όταν γύρισε στο διαμέρισμα του, μόνο για κάνει ένα καυτό μπάνιο και να ξαναγυρίσει στο θέατρο του Στραντφορντ για μία ακόμα παράσταση. 

Αγαπημένε μου Τέρυ, 
Σε περιμένω να περάσεις να με πάρεις αύριο. Θυμάσαι ότι μου υποσχέθηκες μία βόλτα στο πάρκο; Ελπίζω μόνο να μην βρέξει. 
Δική σου, 
Σουζάνα. 

Ακριβώς έπρεπε να είναι ευγενής. Έπρεπε να την πάει μία βόλτα. Έπρεπε να χαμογελάει. Τα προβλήματα του, ήταν προβλήματα του, όχι δικά της, δικά του. Έκανε αυτό που του υπαγόρευε το μυαλό του, να πιει τον καφέ του, να κάνει ένα ντους, να βάλει το καινούριο του κοστούμι και να κλείσει την πόρτα πίσω του. Όχι δεν έβρεχε. Έκανε κρύο αλλά είχε ηλιοφάνεια. Ο Τέρενς ευχόταν για μία βροχή, μία ξαφνική καταιγίδα, μία καταστροφική νεροποντή. Χαμογέλασε στον εαυτό του: «Όχι βροχή για σήμερα;», μονολόγησε σφυρίζοντας μία παλιά σκοτσέζικη μελωδία. «Ο Θεός πρέπει να σε αγαπάει, πολύ Σουζάνα», είπε. «Ο Θεός πρέπει να σε αγαπάει πάρα πολύ».

Μία θυελλώδης μέρα στο Σικάγο

Σε μία άλλη πολιτεία, αυτήν που αποκαλούσαν «Σικάγο» ο καιρός δεν έκανε τα χατήρια στους κατοίκους της. Κεραυνοί ακούγονταν, αστραπές χτυπούσαν τη γη από τους γκρίζους ουρανούς και ο άνεμος φυσούσε τόσο μανιαμέσμα που τα γυμνά δέντρα έμοιαζαν να γέρνουν στην απειλή της μητέρας φύσης. 
-Εδώ είμαι Άλμπερτ, είπε η Κάντυ σιωπηλά, γέρνωντας ελαφρά προς το μέτωπο του Άλμπερτ. Μάτια κλειστά, χείλη σφραγισμένα, υψηλός πυρετός και πνευμονία. Θα συνερχόταν τελικά αλλά χρειαζόταν δύο τρυφερά χέρια, αντιβίωση και ένα ήρεμο, ζεστό περιβάλλον. 
Η Άννυ και ο Άρτσι περίμεναν υπομονετικά στον διάδρομο μέχρι να βγει η φίλη τους από την κρεβατοκάμαρα του Άλμπερτ. Και οι δύο ευχόντουσαν να μπορούσε να μείνει μαζί τους η φίλη τους για περισσότερο. 
Ο Άλμπερτ βρισκόταν σε ανάγκη και αυτή ήταν η ευκαιρία του Άρτσι για να την πείσει να μείνει. Η Άννυ μπορούσε να διαισθανθεί τα βαθύτερα συναισθήματα του άντρα της αλλά δεν είπε τίποτα όταν αυτός της ζήτησε να προτείνει στην Κάντυ μία σύντομη διαμονή στην έπαυλη. Αυτή ήταν στο κάτω-κάτω η καλύτερη της φίλη και την ήθελε εκεί. Η Άννυ αισθανόταν σαν ξένη έχοντας να αντιμετωπίσει την αυστηρή Θεία Ελρόυ και την Ελίζα και τον Νηλ, που έρχοταν και έφευγαν, λες και το σπίτι τους άνηκε. 
Επιθυμούσε και η ίδια την επιστροφή του Άλμπερτ όπως ο Άρτσι και η Κάντυ. Τώρα είχε την ευκαιρία να κρατήσει την αδελφή της στο πλάι της, την χρειαζόταν. Η Κάντυ βγήκε έξω από το δωμάτιο, ήταν κουρασμένη, εφόσον πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας δίπλα στον Άλμπερτ και σίγουρα χρειαζόταν ένα φρεσκάρισμα από το ταξίδι της τη χτεσινή νύχτα. 
-Πως είναι; Ρώτησε η Άννυ. 
-Τα ίδια, ο πυρετός είναι ακόμα πολύ υψηλός…είπε η Κάντυ. 
-Έλα μαζί μου Κάντυ, πρότεινε η Άννυ και οδήγησε την Κάντυ πίσω στο παλιό της υπνοδωμάτιο. Όλα είχαν μείνει ακέραια, τίποτα δεν είχε αλλάξει από τότε που εκείνη και ο Άντονυ… «Αυτό το δωμάτιο, μου θυμίζει τόσο πολύ τον Άντονυ», είπε στην Άννυ. 
-Θα μείνεις μαζί μας, έτσι δεν είναι; 
-Ναι φυσικά, είπε η Κάντυ σκεπτόμενη ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να στείλει ένα γράμμα στην Κυρία Πόνυ με τις λεπτομέρειες και τις συνθήκες. 
-Σε ευχαριστώ, είπε η ‘Αννυ, ενθουσιασμένη με την ιδέα ότι θα είχε την Κάντυ στο σπίτι. 
-Ξέρεις, περίμενα τον Άλμπερτ να έρθει να με πάρει από το σπίτι της Πόνυ, είχαμε κανονίσει ένα ταξίδι μαζί, τώρα…
-Μην ανησυχείς τόσο πολύ Κάντυ. Ο Άλμπερτ θα γίνει μία χαρά, θα δεις, όλα θα πάνε καλύτερα, τώρα που είσαι εσύ εδώ…
-Το ελπίζω…, είπε η Κάντυ. Η Άννυ ένιωσε περίεργα. Η Κάντυ ήταν πάντα το αισιόδοξο αγοροκόριτσο που χάριζε το κουράγιο στους ανθρώπους τριγύρω τους. 
-Τι συμβαίνει; Ρώτησε η Άννυ, κρατώντας την φίλης της από τα χέρια. Είναι απλώς μία πνευμονία, το ξέρεις, το πέρασες και εσύ κάποτε…Η Άννυ δεν ήξερε τι να πει. Υπήρχε μία λύπη στα μάτια της Κάντυ. «Τι συμβαίνει;» ξαναρώτησε. 
-Απλώς φοβάμαι μην χάσω τον Άλμπερτ, όπως έχασα τον Άντονυ, τον Στήαρ και τον Τέρυ. Δεν θα τα καταφέρω. Μία φορά και έναν καιρό πίστευα ότι είχα όλη μου τη ζωή να τη μοιραστώ μαζί τους, έκανα όνειρα. Τώρα φοβάμαι…
-Σςς, ησύχασε, μικρή Κάντυ, είπε η Άννυ παίρνωντας στην αγκαλιά της την αγαπημένη της φίλη. Τίποτα κακό δεν πρόκειται να συμβεί στον Άμπερτ, είναι νέος και δυνατός, θα συνέλθει αμέσως, θα δεις. Τον αγαπάς;
-Φυσικά και τον αγαπάω Άννυ, η Κάντυ έβαλε το κεφάλι της στον ώμο της Άννυ. Είναι ο καλύτερος φίλος, ο προστάτης μου, ίσως κάτι περισσότερο. 
-Τότε να τον παντρευτείς. 
-Τι;
-Το είπες και μόνη σου ότι φοβάσαι μην τον χάσεις, όπως τους άλλους. Μπορεί να έχει συναισθήματα για σένα…ανακάλυψε τα. Το πρόσωπο της Άννυ, έλαμπε με ενθουσιασμό στην ιδέα ότι μία καινούρια τάξη πραγμάτων θα μπορούσε να συμβεί. Εάν η Κάντυ και ο Άλμπερτ μπορούσαν να γίνουν ζευγάρι και να μείνουν με αυτήν και τον Άρτσι τότε όλοι τους θα ενώνονταν σε μία μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Ένα όνειρο που μπορούσε να γίνει αλήθεια. 
«Φαντάσου τα παιδιά μας να παίζουν σε αυτούς τους κήπους», είπε η Άννυ κοιτάζοντας την Κάντυ. Η Κάντυ ήταν έκπληκτη και μπερδεμένη…
«Εάν παντρευτώ τον Άλμπερτ, τότε…», είπε σιγανά. 
-Είναι ο Τέρυ; Άστο Κάντυ, χρειάζεται να σκεφτείς το μέλλον σου. 
-Χρειάζεται να σκεφτώ το μέλλον μου, η Κάντυ επανέλαβε τα τελευταία λόγια της Άννυ…
-Βλέπεις; Είσαι ήδη καλύτερα, είπε η Άννυ χαμογελώντας. Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς. Σκέψου το…
Η Κάντυ έμεινε μόνη μέσα στο δωμάτιο. Η συζήτηση της με την Άννυ, της είχε ανοιξει μία καινούρια προοπτική. Αλλά αυτό μπορούσε να περιμένει. Έπιασε μολύβι και χαρτί και άρχισε να γράφει το γράμμα της για το σπίτι της Πόνυ. Θα έμενε στο Σικάγο, όσο χρειαζόταν. Όταν τελείωσε κοίταξε έξω από το παράθυρο, η θύελλα κρατούσε ακόμα δυνατά. «Που είσαι;» σκέφτηκε. «Θέλω να είσαι ευτυχισμένη» η φωνή του Τέρενς αντήχησε μέσα στο κεφάλι της. «Είμαι;» αναρωτήθηκε. 
Τόσος χρόνος και η ευτυχία μου δεν θέλει να φανεί. «Ανόητες υποσχέσεις», είπε. Για πρώτη φορά στη ζωή της το σκέφτηκε αυτό.
«Η ευτυχία είναι μόνο μία στιγμή, Τέρυ» «Δεν έχει διάρκεια, δεν είναι μία κατάσταση». «Μόνο μία στιγμή, ένα δευτερόλεπτο, ένα φιλί, μία αγκαλιά, ένα φωτεινό καλοκαιρινό πρωί».
Ξαφνικά σαν να έβγαινε μέσα από νάρκη, η Κάντυ συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει το γράμμα της προς αυτόν. «Τι το έκανα;» σκέφτηκε. «Που το έβαλα;».
Μόνο η σκέψη ότι τα παιδιά, η αδελφή Μαρία ή η κυρία Πόνυ θα μπορούσαν να το διαβάσουν την έκανε να κοκκινήσει. Η φωνή του Άρτσι ακούστηκε ξαφνικά έξω από το δωμάτιο. «Ο Άλμπερτ ξύπνησε, Κάντυ, σε ζητάει». 
«Φυσικά» απάντησε η Κάντυ, με μία ανακούφιση στην καρδιά της και πήγε στο δωμάτιο του Άλμπερτ. 


Δίπλα σου

-Ο ήλιος είναι υπέροχος, σχολίασε η Σουζάνα. 
-Ο ήλιος είναι το μοναδικό πράγμα που δεν χρειάζομαι αυτή τη στιγμή, απάντησε ο Τέρυ. 
-Πως έγινες έτσι; Τι έκανες στο πρόσωπο σου; Ρώτησε η Σουζάνα. Ήταν η τρίτη φορά που του έκανε αυτήν την ερώτηση, ελπίζοντας σε μία απάντηση, αργά ή γρήγορα. 
Καθισμένοι στο Central Park της Νέας Υόρκης η νεαρή Σουζάνα Μάρλοου και ο Τέρενς Γκράτσεστερ χάζευαν τους περαστικούς διαβάτες, απολαμβάνοντας ένα αναζοωγονητικό πρωινό. Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ορίζοντα. 
-Είναι μεσημέρι, πείνασες; Την ρώτησε. 
-Δεν μου απάντησες Τέρυ. Πως και μπλέκεις συνέχεια σε καυγάδες τους τελευταίους δύο μήνες; Είσαι ηθοποιός δεν μπορείς να εμφανίζεσαι με αυτό το πρόσωπο στη σκηνή. 
-Υπάρχει το μακιγιάζ, της απάντησε.
-Ανησυχώ για σένα. 
-Όχι, είμαι καλά. Απλώς διασκεδάζω λίγο, αυτό είναι όλο. Άλλωστε είμαι δίπλα σου, δίπλα σου, είπε δίνοντας έμφαση στις τελευταίες λέξεις. 
Η Σουζάνα χαμήλωσε το βλέμμα της στο έδαφος. «Δίπλα μου, ναι», σκέφτηκε αλλά αντί για αυτό τον ρώτησε και πάλι. 
-Δεν θα μου πεις; 
-Δεν έχω σκοπό να σε ενοχλήσω με τα δικά μου θέματα. 
Πόσο έξυπνα απέφευγε τη συζήτηση, απέφευγε να μοιραστεί μαζί της τις βαθύτερες σκέψεις.
-Θα ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σου, Τέρυ, του είπε απαλά. Η φωνή της ήταν μόνο ένας ψίθυρος αλλά στα δικά του αυτιά ακούστηκε σαν στριγκλιά. 
-Όχι, πάμε, είπε ανήσυχα. Έχω πρόβα και δεν θέλω να αργήσω. 
-Καλώς πάμε, είπε απογοητευμένη. Η μέρα ήταν πανέρμορφη, οι άνθρωποι γύρω τους διασκέδαζαν, θα ήθελε να μείνει περισσότερο αλλά η διάθεση του Τέρυ φαινόταν ώρα με την ώρα να χειροτερεύει. 
«Είμαι ανόητη, δεν έπρεπε να τον πιέσω», σκέφτηκε. Ήταν τόσα πολλά αυτά που εκείνη ήθελε να του πει αλλά εκείνος δεν ήταν έτοιμος ακόμα να τα ακούσει. Το ήξερε. «Θα σε περιμένω», σκέφτηκε για άλλη μία φορά. Βαδίζοντας στην κεντρική λεωφόρο, πίσω για το σπίτι της Σουζάνα, ο Τέρενς βρήκε την ευκαιρία να χαλαρώσει. Χάζευε τους διαβάτες όταν είδε μία γνωστή γυναικεία φιγούρα να βγαίνει μέσα από ένα εστιατόριο. Σκούρες καστανές μπούκλες κάλυπταν τους ώμους της, τα όμορφα καφέ μάτια της κοίταξαν κατευθείαν πάνω του. Αλλά τα ρούχα της ήταν σχεδόν κουρέλια σε σύγκριση με αυτά που φορούσαν οι κυρίες της Νέας Υόρκης. Έμοιαζε σαν πόρνη, που προερχόταν από έναν άλλο κόσμο και στην πραγματικότητα αυτό ήταν. 
Του έκλεισε το μάτι, για να του πει ένα γεια και μετά γύρισε την πλάτη της. Κουνώντας το γεμάτο καμπύλες κορμί της χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Η Σουζάνα ένιωσε ότι ήθελε να αναπηδήσει στο κάθισμα της. 
-Ποια ήταν αυτή; 
-Απλώς μία φίλη, της απάντησε ήρεμα. 
-Μα μόλις σου έκλεισε το μάτι. Της έκλεισες και εσύ το δικό σου;
-Μην γίνεσαι παιδί, φυσικά. Είναι φίλη μου. 
-Μα είναι μία κοινή γυναίκα. 
-Τόσο κοινή όσο είσαι και εσύ Σουζάνα. 
-Τολμάς να με παρομοιάζεις με αυτήν; Αυτό κάνεις τα βράδια; Ποιος σε χτύπησε; Για αυτήν μάλωσες; Τώρα συχνάζεις και με τις πόρνες; !
Ο Τέρενς σταμάτησε να τσουλάει την αναπηρική πολυθρόνα. Πήρε μία βαθιά ανάσα, λύγισε στα γόνατα μπροστά της και την κοίταξε. 
-Είναι μία καλή κοπέλα, Σουζάνα. Με ακούς καθόλου; Είναι καλή, μόνο που δεν είχε μία μητέρα στη ζωή της και κανείς δεν την έβαζε σπίτι του όταν πεινούσε στους δρόμους στην ηλικία των έξι. Παρόλα αυτά, είναι φίλη μου και θα τη σέβεσαι, όπως σέβομαι εγώ εσένα. Μερικοί άνθρωποι έχουν ανάγκη από άλλους ανθρώπους, αυτό εσύ θα έπρεπε να το ξέρεις αλλά μερικές φορές δεν υπάρχει κανένας. Τα μάτια της Σουζάνας ήταν έτοιμα να κλάψουν. Οι περαστικοί τους κοίταζαν και σιγοψιθύριζαν πίσω από την πλάτη τους. Στο κάτω-κάτω ήταν ένα γνωστό ζευγάρι της Νέας Υόρκης. Αλλά και πάλι τίποτα περισσότερο από ένα ακόμα ζευγάρι. 
-Πήγαινε με σπίτι, του είπε αυτή. Όπως του ζήτησε, έτσι και εκείνος έκανε. 

Ο εισβολέας

Το πρόσωπο της Κάντυ φωτίστηκε στη στιγμή. Ναι ο ΄Αλμπερτ φαινόταν καλύτερα. Έτρεξε κοντά του όπως τρέχουν τα παιδιά στην αγκαλιά των αγαπημενων τους και τον αγκάλιασε. 
-Μια χαρά είμαι, της απάντησε αυτός παίρνοντας τη στην αγκαλιά του. 
Η Κάντυ πήρε μία στιγμή για να τον κοιτάξει καλύτερα. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό, το δέρμα του ζεστό από τον πυρετό αλλά είχε συνέλθει μετά από μία ολόκληρη νύχτα που ήταν βασικά αναίσθητος. Μία ολόκληρη νύχτα όπου αυτή νόμιζε ότι θα τον έχανε για πάντα. 
-Ναι είσαι μία χαρά, Άλμπερτ, αλλά θα σε μαλώσω, του είπε. Δεν έπρεπε να είχες ταξιδέψει ενώ ήσουν άρρωστος. 
-Ήθελα να φτάσω εδώ όσο το δυνατόν συντομότερο, Κάντυ, αφού διάβασα το τελευταίο σου γράμμα. Ήταν μεγάλο ταξίδι αλλά δεν σκόπευα να αρρωτήσω στη διάρκεια…
-Το γράμμα μου; Ω, Άλμπερτ, το έκανες αυτό για μένα, όχι δεν έπρεπε. 
-Είσαι ένας μικρός άγγελος, της είπε αγγίζοντας απαλά το πρόσωπο της με την παλάμη του. Η Κάντυ κοίταξε τα όμορφα, βαθιά γαλανά μάτια του, της θύμιζαν το βλέμμα του Άντονυ. Ήταν μία στιγμιαία σιωπή που και οι δυο τους απολάμβαναν, καθώς ήταν χαρούμενοι που ήταν κοντά ο ένας στον άλλον μετά από ένα μακρύ διάστημα χωρισμού. «Ήρθε για μένα ενώ ήταν άρρωστος», σκέφτηκε η Κάντυ. Ξαφνικά άκουσε κτύπους στην πόρτα, σαν να προσπαθούσε κάποιος να εισβάλει μέσα. 
-Θείε Ουίλλιαμ, θείε Ουίλλιαμ, μία οικεία αλλά ωστόσο αντιπαθητική φωνή, φώναξε. Άσε με να μπω, θείε Ουίλλιαμ. 
-Είναι η Ελίζα, είπε η Κάντυ με φρίκη. Υπήρχαν πολλοί μήνες γαλήνης μέσα της από τότε που η Κάντυ είχε επιστρέψει στο λόφο της Πόνυ. Η Ελίζα τώρα απειλούσε και πάλι την ηρεμία της ψυχής της με την αγενής παρουσία της. Ήταν τόσες οι αναμνήσεις, όχι λάθος, οι εφιάλτες που συνόδευαν την Ελίζα, τόσοι πολλοί…
-Μην ανησυχείς, έλα μέσα Ελίζα, είπε ο Άλμπερτ. 
Η Ελίζα Ράγκαν μπήκε μέσα σο δωμάτιο για να ανακαλύψει ότι η χειρότερη εχθρός της καθόταν δίπλα στο Μεγάλο Θείο Ουίλλιαμ, την κεφαλή των Άρντλευ. 
-Εσύ…εσύ..εδώ, φώναξε η Ελίζα βλέποντας την Κάντυ. 
-Πρόσεχε τι θα πεις νεαρή μου, είπε αυστηρά ο Άλμπερτ. Τι θέλεις; 
-Είμαι εδώ για να σε δω, μεγάλε θείε, είπε χαμογελώντας. Όλοι ανησυχήσαμε για την υγεία σου. 
-Είμαι μία χαρά, της είπε. 
-Αυτό βλέπω, είπε πονηρά η Ελίζα, κοιτάζοντας την Κάντυ. Σου έφερα λουλούδια, ορίστε Κάντυ, μπορείς να τα βάλεις σε ένα βάζο; 
-Ναι θα το κάνω…είπε η Κάντυ. 
-Θείε Ουίλλιαμ, θα ήθελα να σου μιλήσω ιδιαιτέρως. 
-Εγώ θα σας αφήσω τώρα, είπε η Κάντυ, κλείνοντας αργά την πόρτα πίσω της. «Η Ελίζα; Τι μπορεί να θέλει; », σκέφτηκε. Πριν ακόμα να τελειώσει την σκέψη της, η Θεία Ελρόυ εμφανίστηκε στο διάδρομο. Δεν είπε ούτε καν ένα γεια στο νεαρό κορίτσι. Αντί για αυτό η Ελρόυ της πρόσφερε ένα ψυχρό βλέμμα. 
-Είναι καλύτερα ο Ουίλλιαμ; Ρώτησε ξερά. 
-Ναι είναι, απάντησε η Κάντυ. Η Ελίζα είναι μέσα. 
-Και εσύ τι κάνεις εδώ; Πήγαινε στο δωμάτιο σου! Η Ελρόυ την μάλωσε σαν να ήταν ένα μικρό άτακτο πιτσιρίκι. Η Κάντυ υπάκουσε. «Πως μπορεί η Άννυ και ανέχεται να ζει με αυτούς τους ανθρώπους εδώ μέσα; Είναι αφόρητοι», σκέφτηκε καθώς πήγαινε πίσω στο δωματιο. Πίσω στο δωμάτιο η Κάντυ άρχισε να ψάχνει το γράμμα του Τέρυ, όχι δεν ήταν στη βαλίτσα της, ούτε στην τσέπη του παλτού της, όχι, πουθενά. Που ήταν; Πως μπόρεσε να το αφήσει πίσω της; Ήταν τόσο κουρασμένη, εξαντλημένη σχεδόν. Είχε περάσει μία ολόκληρη νύχτα άυπνη και τώρα ήταν σχεδόν μεσημέρι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και έκλεισε τα μάτια της. Τι θα έκανε με την υπόλοιπη ζωή της δεν είχε ιδέα αλλά τι θα έκανε στις επόμενες δύο ώρες, το είχε ήδη αποφασίσει.

Τα μαγικά δάχτυλα

Την ίδια ώρα που η Κάντυ Γουάιτ Άρντλει αναπαυόταν στο Σικάγο, ο Τέρενς Γκράντσεστερ ήταν στο θέατρο του Στράντφορντ και είχε ακόμα μία πρόβα να παίξει και μία ακόμα παράσταση ανεβάσει. Αλλά πριν ακόμα να γίνουν αυτά υπήρχε μία άλλη προτεραιότητα. Νοκ, νοκ στην πόρτα και η Κάρεν την άνοιξε μόνο και μόνο για να πάθει σοκ. 
-Ω θέε μου τι έκανες στο πρόσωπο σου; 
-Χρειάζομαι τα μαγικά σου δάχτυλα, της είπε. 
Η Κάρεν τον κοιτούσε με δυσπιστία και ανησυχία. Τι ακριβώς έκανε στη ζωή του; Στο πρόσωπο του; Τι ήταν όλα αυτά, δεν είχε απολύτως καμία ιδέα. 
-Σε έχει δει ο Ρόμπερτ; 
-Όχι. Λοιπόν; 
-Ω καλά, του απάντησε. Αλλά θα πρέπει να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν είσαι παιδί. 
Ο Τέρενς έκλεισε την πόρτα πίσω του και κάθισε στο μικρό σκαμνί στο καμαρίνι της Κάρεν. Δεν ήταν τίποτα για εκείνον, ούτε ερωμένη, ούτε φίλη αλλά η βοήθεια της είχε αποδειχτεί σημαντική σωτηρία τους τελευταίους δύο μήνες που είχε μπλεχτεί με τη συμμορία. Τα ματς του άφηναν πάντα σημάδια στο πρόσωπο του, είχε προσπαθήσει να καλύψει τη ζημιά μόνος του αλλά είχε αποτύχει. Όταν τον είδε η Κάρεν για πρώτη φορά, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να τον αφήσει να ανέβει έτσι στη σκηνή. Τώρα τον βοηθούσε και πάλι αλείφοντας make-up στο πρόσωπο του, προσπαθώντας να κάνει τους μώλοπες του όσο το δυνατόν πιο αόρατους. 
-Το ξέρω ότι δεν με αφορά αλλά πες μου κάτι, προσπαθείς να σκοτωθείς; 
-Απλώς διασκεδάζω. 
-Διασκέδαση σημαίνει να πηγαίνεις στο θέατρο ή σε χορό, όχι να δίνεις μάχες. Η διασκέδαση όπως την εννοείς εσύ θα σου καταστρέψει την καριέρα. 
-Δεν περιμένω να καταλάβεις. 
-Τέρυ τις συμπαθείς τις γυναίκες; 
-Φυσικά. 
-Τότε γιατί τις αποφεύγεις;
-Ορίστε; 
-Σε ρωτάω κάτι και εσύ προσπαθείς να το αποφύγεις. Γιατί ένας τόσο ταλαντούχος σαν και εσένα έχει ένα τόσο κακοποιημένο πρόσωπο. Τι λέει η Σουζάνα για αυτό;
-Η Σουζάνα δεν λέει τίποτα για αυτό, της είπε με αποφασιστική φωνή. Τελείωσες;
-Ναι είσαι έτοιμος. 
-Ευχαριστώ, της απάντησε και πριν ακόμα προλάβει η Κάρεν να αποκριθεί, εκείνος εξαφανίστηκε, αφήνοντας της με ένα άδειο βαζάκι make-up. 
«Ει, δεν άφησα τίποτα για μένα;» σκέφτηκε η Κάρεν. 
Πέταξε το βαζάκι στο μικρό καλάθι που ήταν πάνω στο γραφείο της. Είχε άλλα δέκα με δεκαεπτά λεπτά μέχρι να αρχίσει η πρόβα και ήταν ήδη ντυμμένη. Κράτησε τα τελευταία λόγια του Τέρυ στο μυαλό της «Η Σουζάνα δεν λέει τίποτα για αυτό». «Ακριβώς», σκέφτηκε. «Τι θα μπορούσε να πει και να κάνει η Σουζάνα; Τίποτα. Γιατί φοβόταν τόσο πολύ μην τον χάσει, που θα ανεχόταν τα πάντα. Ακόμα και εάν έβρισκε τον Τέρυ με μία άλλη γυναίκα από πάνω, πιθανόν να έλεγε, αφήστε να κοιτάω, θα είμαι ήσυχη. Ανόητη σκ***.»
Τα συναισθήματα της Κάρεν για την παλιά της αντίζηλο δεν είχαν αλλάξει μετά το ατύχημα. Η Κάρεν θεωρούσε ότι η Σουζάνα είναι πονηρή και έτρεφε ελάχιστη εκτίμηση για τις γυναίκες αυτού του είδους. Ανακαλύπτοντας τις φήμες για την απόπειρα αυτοκτονίας της Σουζάνας από την ταράτσα του γενικού νοσοκομείου της Νέας Υόρκης, η Κάρεν είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Σουζάνα είχε συνδέσει την ύπαρξη της με τον Τέρυ. Ήταν όλα ή τίποτα. Παρόλο που η Κάρεν δεν είχε φιλικά συναιθήματα ούτε και για τον Τέρυ, ήταν άντρας, υπέροχος ηθοποιός και πάνω από όλα ήταν «ο αιχμάλωτος» της Σουζάνας και όλα αυτά ήταν αρκετά για να κάνουν την Κάρεν να επιλέξει στρατόπεδο και να του προσφέρει βοήθεια. 


juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Σαβ Νοε 06, 2010 8:43 pm

Μία ερώτηση

Η Κάντυ άνοιξε τα πράσινα μάτια της στο φως του δωματίου. Η Άννυ στεκόταν δίπλα στο κεφάλι της και άγγιζε τα μαλλιά της. 
-Κάντυ μου, κοιμήθηκες σαν μωρό. 
-Πως είναι ο Άλμπερτ; 
-Είναι μία χαρά, σε ζητάει και πάλι.
-Έφυγε η Ελίζα; 
-Ναι έφυγε, μήπως άκουσες τι ήθελε; 
-Όχι δεν έχω ιδέα, είπε η Κάντυ και σηκώθηκε. 
-Όταν έφυγες από το δωμάτιο, ο Άρτσι πήγε πάνω και είδε τη θεία Ελρόυ να μπαίνει μέσα στο υπνοδωμάτιο. Φώναζαν για κάτι και ακούστηκε και το όνομα του Νηλ. 
-Του Νηλ; 
-Ναι, τι είπαν, δεν γνωρίζω. Ρώτησε τον Άλμπερτ, είμαι σίγουρη ότι θα σου πει…

Τα μπαρ στην αποβάθρα

Μόλις τελείωσε η παράσταση, ο Τέρενς Γκράντσεστερ άρπαξε την κάπα του, ξεφορτώθηκε όλο το μακιγιάζ και σαν γάτος προσεκτικά ξεγλύστρησε από το καμαρίνι του, αποφεύγοντας τις συναντήσεις. Η Κάρεν, ο Ρόμπερτ και ο υπόλοιπος θίασος έκαναν πάντα μία θριαμβευτική έξοδο από την κεντρική πόρτα του θεάτρου, χαιρετώντας το ενθουσιασμένο κοινό που ζητούσε αυτόγραφα, τους ζητωκραύγαζε, αναζητώντας την προσοχή τους, ένα βλέμμα από τους αγαπημένους τους σταρ. 
Αλλά ο Τέρενς προσπαθώντας να αποφύγει όλους αυτούς τους επαίνους και τις εκθειάσεις και μην έχοντας απολύτως καμία πρόθεση να απαντήσει στις ερωτήσεις του τύπου, χρειαζόταν μία ήσυχη έξοδο. Για αυτό η πίσω πόρτα του θεάτρου που χρησίμευε και ως έξοδος κινδύνου, είχε γίνει η αγαπημένη μέθοδος διαφυγής για μία αθέατη και ήρεμη αποχώρηση. Δεν υπάρχαν θαυμάστριες εκεί, ανόητοι δημοσιογράφοι που έκαναν ακόμα πιο ανόητες ερωτήσεις, το πίσω στενό ήταν «καθαρό» με μία έννοια, που μόνο εκείνος αντιλαμβανόταν και οδηγούσε στον ανοιχτό χώρο, στις κρύες και κακόφημες γειτονιές της Νέας Υόρκης, τις οποίες ο Τέρενς τόσο πολύ χρειαζόταν. Οι λεωφόροι ήταν ακόμα γεμάτες κόσμο αλλά τα βήματα του Τέρυ τον πήγαιναν προς την αντίθετη κατεύθυνση κοντά στο λιμάνι όπου οι πιο χαμηλές εργατικές τάξεις, οι απόκληροι της κοινωνίας, αλκοολικοί, συμμορίες και πόρνες σύχναζαν. Δεν βιαζόταν. Του άρεσαν οι νύχτες και το γεγονός ότι είχε μία ζωή, μία δική του ζωή και πάλι. 
-Ει, όμορφε θα ήθελες παρέα; Τον ρώτησε μία μελαχρινή επιδεικνύοντας τα μισοεκτεθειμένα στήθη της. 
-Όχι, σε ευχαριστώ, της απάντησε. Κατευθύνθηκε προς τα αγαπημένο του μπαρ, ελπίζοντας να πιάσει τη Μόνικ ανάμεσα σε πελάτες. Ο Έρικ και η υπόλοιπη παρέα ήταν έξω από το μπαρ. 
-Ω κοίτα ποιος αναστήθηκε από τους νεκρούς, είπε ο Τέρενς με ένα κοροιδευτικό χαμόγελο. Ο Έρικ τον κοίταξε κάνοντας του προσβλητικές χειρονομίες με το χέρι του που ήταν σε γύψο, εφόσον το έσπασε στον αγώνα του με τον Τέρυ.
-Τι λες για την επόμενη Κυριακή; Του φώναξε ο Έρικ, καθώς ο Τέρενς πλησίαζε. 
-Δεν παλεύω με τραυματισμένους, του απάντησε ο Τέρυ σταματώντας μπροστά από την παρέα.
-Τι λες λοιπόν για τον Σάμουελ; Στοιχηματίζω 1 προς 3 ότι δεν μπορείς να τον νικήσεις, τον προκάλεσε ο Έρικ. Η υπόλοιπη συμμορία άρχισε να γελάει. Ο Τέρυ είχε ακουστά τον Σάμουελ. Ο Σάμουελ ήταν ο καλύτερος τους. Ήταν ένας εβραίος μετανάστης που έτρεχε δουλειές για την τοπική συμμορία, εκφοβίζοντας τους καταστηματάρχες που αρνούνταν να πληρώσουν προστασία. Ήταν σκληρός και γρήγορος και δεν αποτύγχανε ποτέ στις αποστολές του. Ήταν ακριβώς ο κατάλληλος. Δυνατός και φιλόδοξος να βγάλει λεφτά, ήταν ο καλύτερος. 
-Ίδιο μέρος, ίδια ώρα, είπε ο Έρικ και ο Τέρενς κούνησε θετικά το κεφάλι του ενώ άρχισε να χάνεται μέσα στο γεμάτο από κόσμο μπαρ. Ήταν τόσοι άντρες εκεί μέσα και οι περισσότεροι από αυτούς ήταν άσχημοι, γέροι και παραμελημένοι. «Κακομοίρα Μονίκ», σκέφτηκε. Κάθησε στο μπαρ και ζήτησε από τον μπάρμαν το συνηθισμένο ουίσκι και σόδα. Ο Έρικ ήρθε πίσω του και του χτύπησε φιλικά την πλάτη. 
-Τζος, βάλε το διπλό για τον φίλο μου, είπε στον μπάρμαν, σύντομα θα είναι νεκρός, είπε ο Έρικ γελώντας. 
-Που είναι η Μονίκ; Ρώτησε ο Τέρενς χωρίς να δώσει καμία σημασία στο σχόλιο του Έρικ. 
-Σε ένα κρεβάτι με έναν πελάτη, απάντησε παγερά ο Έρικ. 
-Και ο αντίπαλος μου; Θα τον δώ πριν τον αγώνα; 
-Ω τακτοποιεί ένα ζητηματάκι για τη συμμορία, μην ανησυχείς θα φροντίσει και εσένα στην ώρα σου. Όταν πέσεις ξερός θα φτύσω πάνω σου, είπε ο Έρικ με ένα χαιρέκακο ύφος. 
Ο Τέρενς δεν ενοχλήθηκε, δεν ενοχλήθηκε καθόλου. Τους ήξερες αυτούς τους τύπους, είχε μεγαλώσει με μερικούς από αυτούς. Κοίταξε μέσα στο ποτήρι του. 
Θυμάται…
Εκείνος και ο φίλος του ο Τσάρλι, έτρεχαν σαν παιδια στις γειτονιές της Νέας Υόρκης, προσκαλώντας τα προβλήματα και τους μπελάδες να έρθουν προς το μέρος τους, οι γονείς έξω από στις πόρτες των σπιτιών φώναζαν «Μικρά διαβολάκια, μόλις σας πιάσω…», οι μεγαλύτεροι έτρεχαν να πιάσουν τους μικρότερους, τα αντίπαλα στρατόπεδα έτρεχαν μέχρι το ασφαλές πέρασμα, μετά άρχιζε ο πετροπόλεμος, οι καλοί και οι κακοί, οι ιδιοκτήτες της περιοχής και οι περίσσακτοι. Αυτός δεν ήταν ο δικός του πόλεμος αλλά τον αγάπησε όπως και να είχε. Φυσικά και θυμάται.

Το κεφάλαιο είναι αυτό είναι πολύ αναμνησιακό, μπορείτε και να το παραλείψετε, απλώς μου άρεσε πάντα η εικόνα του μικρού Τέρυ από το ανιμέ και σκέφτηκε να φτιάξω ένα background story. 

Αναμνήσεις σε ένα ποτήρι 

-Τρέξε, Τέρυ, τρέξε! Φώναζε ο Τσάρλυ ενώ σαν δαίμονας έτρεχε στα σοκάκια. Ο μικρός Τέρυ έτρεχε πίσω από τον μεγαλύτερο φίλο του, πηδώντας πάνω από άδεια κασόνια, μεταλλικά άχρηστα αντικείμενα και ξύλινα τελάρα, ότιδήποτε που θα μπορούσε να σταθείσαν εμπόδιο στο δρόμο του. Ήταν ασταμάτητος, έπρεπε να ήταν. Πίσω τους ο Έρικ και η παρέα του του πετούσαν μικρά σπασμένα γυαλιά, πετρούλες ακόμα και αποφάγια, ότι μπορούσαν να μαζέψουν από το δρόμο και να βρουν μπροστά τους. Τους φώναζαν: «Θα σας πιάσουμε και θα πληρώσετε για αυτό, το άκους Τσάρλυ, πρέπει να μας πληρώσεις, πες στη μητέρα σου να μην ξαναπατήσει πόδι στην περιοχή μας». Ο αέρας του Τέρυ είχε τελείωσει μέσα στο στήθος του. Δυσκολευόταν να πάρει ανάσα. Ο Τσάρλυ το παρατήρησε αυτό. Χρειάζοταν μία κρυψώνα. Πίσω από τα ξύλινα χαμηλά σπίτια, υπήρχε μία βιοτεχνία υπό καταστασκευή. Ήταν μεσημέρι και οι εργάτες απολάμβαναν το κολατσιό τους, αλλά δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την ξαφνική εικόνα δύο μικρών παιδιών που τα κυνηγούσε ένα άλλο παιδικό γκρουπάκι, που πετούσε και πέτρες προς τη μεριά τους. Ο Έρικ και οι υπόλοιποι τρόμαξαν και σταμάτησαν ξαφνικά. Θα τις άρπαζαν από τους εργάτες αν τους προκαλέσουν με φωνές και πέτρες, δεν μπορούσαν λοιπόν να πάνε πιο πέρα. Για αυτό τα παράτησαν, άλλωστε ήξεραν ότι αυτή δεν θα ήταν η τελευταία τους φορά καθώς δεν ήταν ούτε καν η πρώτη. 
Ο Τσάρλι έτρεξε κοντά στον Τέρυ. 
-Έφυγαν, είπε ο Τσάρλι. 
-Ναι σε ευχαριστώ που με έσωσες, είπε ο μικρός Τέρυ με ένα χαμόγελο. Ξανά, πρόσθεσε. Ήταν κουρασμένος αλλά για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε να εξηγήσει, αισθανόταν καλά, απρόσμενα καλά και ζωντανά.
-Δεν μπορώ να σε σώζω κάθε φορά. Υποτίθεται ότι κρύβομαι από αυτούς, σχολίασε ο Τσάρλι.
-Τι έκανες τώρα; Ρώτησε αθώα ο Τέρυ. 
-Εγώ; Τίποτα. Ήταν η μαμά μου, προσπαθούσε να πουλήσει λουλούδια στα μπαρ. Αλλά ο μπαμπάς του Έρικ ελέγχει την περιοχή και την πέταξε έξω ζητώντας της προμήθεια. Αλλά η μαμά μου δεν είναι σαν τις άλλες γυναίκες…ξέρεις. Και μετά χτύπησαν τον Έρικ για να τον εκδικηθώ αλλά έχει όλη αυτή την συμμορία για παρέα, εάν δεν ήταν αυτοί, θα του έδειχνα. Εσύ τι κάνεις εδώ; 
-Σε έψαχνα. 
-Δεν ανήκεις εδώ Τέρυ και το ξέρουν, αυτά τα παιδιά είναι πολύ καχύποπτα απέναντι στους ξένους. 
-Ναι αλλά δεν έχω άλλους φίλους, απάντησε ο Τέρυ ξαφνικά νιώθοντας ένοχος. 
-Ούτε έναν;
-Έχω εσένα!
-Δεν είμαι καλός για φίλος σου.
-Φυσικά και είσαι. 
-Όχι, πρέπει να πας πίσω στην περιοχή σου, η μαμά σου θα ανησυχεί. 
-Η μαμά μου δουλεύει. Εκεί δεν έχω φίλους να παίξω. 
-Ε, να βρεις τότε, απάντησε ξαφνικά ο Τσάρλυ έτοιμος να φύγει.
-Έχω εσένα, απέμεινε ο Τέρυ. 
Ο Τσάρλυ αισθάνθηκε κολακευμένος υπό μία έννοια. Κοίταξε τον Τέρυ, δεν ταίριαζε σε αυτήν την περιοχή, δεν ήταν φτιαγμένος για αυτήν, ούτε καν ντυμμένος κατάλληλα. Αλλά από την άλλη πλευρά, του ήταν πιστός ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν και είχε ανάγκη από έναν φίλο. Ο Τσάρλι μπορούσε να το καταλάβει αυτό, γιατί ούτε αυτός είχε αληθινούς φίλους. 
-Ω καλά, έλα λοιπόν, θα σε πάω στη μαμά μου. Τα αγόρια άφησαν πίσω τους την βιοτεχνία και ο Τσάρλυ, όπως υποσχέθηκε, πήγε τον Τέρυ να γνωρίσει τη μαμά του. Ήταν πολύ καλή κυρία αλλά ήταν διαφορετική από τη δική του μητέρα. Όχι μακιγιάζ, όχι φανταχτερά φορέματα και καθόλου μπούκλες και στολίδια στα μαλλιά της. Εάν ο Τέρυ έψαχνε για μία συγκεκριμένη λέξη που να ταιριάζει στην περιγραφή της «σκονισμένη» θα ήταν αυτή η λέξη. Ναι, έμοιαζε κουρασμένη και γηραιότερη της ηλικίαε της όπως ακριβώς και η περιοχή όπου έμενε. Σε αυτήν την περιοχή, πουλούσε όλη μέρα λουλούδια στους δρόμους, στους περαστικούς. Ο Τέρυ της πρότεινε να δοκιμάσει να πουλήσει στο θέατρο. Εκεί οι άνθρωποι έψαχναν για διακοσμητικά άνθη, το είχε δει με τα μάτια του, τις προάλλες με τη μαμά του. 
Μετά από ένα γεύμα, πεντανόστιμο αλλά όχι πολύ, τουλάχιστον « όχι πολύ» με τον τρόπο που τον ο Τέρυ είχε μάθει να χρησιμοποιεί τη λέξη «πολύ», ο Τσάρλι άνοιξε την παλιά ξύλινη ντουλάπα του. Υπήρχαν μερικά ρούχα εκεί. Ο Τέρυ δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ότι ο Τσάρλι είχε ελάχιστες μπλούζες και μερικά ασορτί παντελόνια, όλα πολυφορεμένα και μπαλωμένα. Είχαν φθαρεί από την συχνή και ενταντική χρήση. Ο τρόπος, με τον οποίο κοιτούσε ο Τέρυ τα ρούχα, έκανε τον Τσάρλι να γελάσει. 
-Δεν έχουμε λεφτά για να αγορασουμε καινούρια, αλλά μπορείς να βρεις σπουδαίες προσφορές από μεταχειρισμένα στο τοπικό παζάρι και στα μαγαζάκια της περιοχής. 
Ο Τέρυ για μία στιγμή ντράπηκε καθώς θυμήθηκε την δική του μαμά να πετάει το αγαπημένο του μπλε μπλουζάκι γιατί είχε μία μικρή τρυπίτσα στο πλαί. Της γκρίνιαζε για αυτό μία ολόκληρη ημέρα, αλλά εκείνη απλώς του χαμογελούσε με το θρυλικό της «εγώ ξέρω καλύτερα» ύφος. 
-Έλα βάλε αυτό, είπε ο Τσάρλυ κρατώντας και δείχνοντας στον Τέρυ ένα μαύρο παντελόνι που ήταν τριμμένο στα γόνατα. Το πρόσωπο του Τέρυ φωτίστηκε αμέσως με μία έκφραση ευχαρίστησης. Γέλασε! 
Και έτσι μία δυνατή και ειλικρινής φιλία άρχισε ανάμεσα σε αυτά τα δύο παιδιά που δεν είχαν τίποτα κοινό να τα συνδέει πέρα από την αγάπη τους για περιπέτεια και το μίσος τους για τον Έρικ που μέσα και στους δύο, αντιπροσώπευε την σκληρότερη και πιο απάνθρωπη πλευρά της Νέας Υόρκης. 
Ο Τσάρλι έδειξε στον Τέρυ όλα όσα χρειαζόταν να ξέρει ένα παιδί των δρόμων για να επιβιώσει στην μεγαλούπολη. Του έμαθε πώς να καλοπιάνει τους Ιταλούς ιδιοκτήτες των εστιατορίων για το φαγητό που οι εύποροι πελάτες άφηναν ανέγγιχτο στα πιάτα τους, πώς να ψάχνει και να ξεχωρίζει ανάμεσα στα σκουπίδια, χαμένους θησαυρούς και χρησιμοποιημένα αντικείμενα που μπορούσαν να ανταλλαχτούν με χρήματα. Πήγε μαζί του και του γνώρισε τους ντόπιους καταστηματάρχες που συμπαθούσαν τον Τσάρλι και του έδιναν ένα χαρτζηλίκι για δύο, τρεις εξωτερικές δουλίτσες που του εμπιστεύοταν. Αλλά το σπουδαιότερο, ο Τσάρλι του έδειξε πώς να μάχεται και να υπερασπίζεται τον εαυτό του ως ένα μικρό αγόρι που ήταν, πώς να διαλέγει τις καλύτερες πετρούλες για πόλεμο, ποιες να παίρνει και ποιες αν αφήνει. Και ακόμα περισσότερο του έμαθε τις κρυψώνες και στα σοκάκια που μπορούσαν να γίνουν μία σπουδαία συντόμευση για να διανύσει ο Τέρυ αποστάσεις από τη μία μεριά της πόλης στην άλλη, είτε τη μερα είτε και τη νύχτα. Και όταν όλα αυτά τα σημαντικά και διασκεδαστικά πράγματα τελείωσαν, ο Τσάρλυ τους έδειξε τα «κορίτσια». Ναι, ακριβώς αυτό, είπε ο Τσάρλυ: «Τα κορίτσια». Σε μία μικρή συνοικία που έδρευε κοντά στο λιμάνι και τις αποβάθρες, ήταν τα αποκαλούμενα «σπίτια». Τα μεγαλύτερα αγόρια πήγαιναν εκεί για να συναντήσουν τα μεγαλύτερα κορίτσια και τα πλήρωναν για την παρέα τους. Αλλά ο Τσάρλι δεν ήταν εκεί για αυτό τον σκοπό, τουλάχιστον όχι ακόμα. Είχε έναν άλλο λόγο. 
-Εκεί είναι, είπε ο Τσάρλι δείχνοντας στον Τέρυ ένα κορίτσι με σκούρα μαλλιά κομμένα καρέ στο ύψος των όμων της. Φορούσε ένα λερωμένο λευκό φόρεμα και μία σκισμένη κορδέλα στα μαλλιά της, παρόλη τη μιζέρια της, όμως φαινόταν χαριτωμένη. 
-Έχεις δει, τίποτα πιο όμορφο Τέρυ; Ρώτησε ο Τσάρλυ υπνωτισμένος από την παρουσία της. Ναι, είχε δει, αλλά βλέποντας τον Τσάρλι βυθισμένο σε μία κατάσταση που ο Τέρυ, πρώτη φορά αντίκριζε, δεν είχε το κουράγιο του να το πει. 
-Ποια είναι; Ρώτησε αντί να απαντήσει. 
-Είναι η Μονίκ και η γυναίκα που θα παντρευτώ όταν μεγαλώσω και γίνω άντρας. 
Ο Τέρυ κοίταξε ξανά τη Μονίκ, έσερνε ένα παιχνίδι που είχε τυλίξει με ένα σκοινί ή κάτι παρόμοιο. 
-Εκεί δουλεύει η μαμά της; Ρώτησε ο Τέρυ. 
-Δεν έχει γονείς, απάντησε ο Τσάρλι. Οι γυναίκες την φροντίζουν από τότε που ήταν μωρό, μάλλον νομίζουν ότι όταν μεγαλώσει θα γίνει και σαν και αυτές αλλά εγώ ξέρω ότι δεν θα γίνει. Θα την σώσω. 
Για την ώρα όμως ο Τσάρλι χρειαζόταν να σώσει τον εαυτό του γιατί ο Έρικ και η συμμορία του τους πλησίαζαν, κάνοντας θορύβους, βρίζοντας και κρατούσαν και σπασμένα γυαλιά που τα κτυπούσαν στους τοίχους των σπιτιών προκαλώντας ένα ανατριχιασρικό ακουστικό παρασκήνιο γύρω από την ήδη προκλητική τους παρουσία. 
-Τι κάνετε εδώ; Παλιόπαιδα, αυτή είναι η γειτονιά μου και κάθε φορά που πατάτε τα βρώμικα πόδια σας εδώ θα πληρώνετε, το ακούτε; Φώναξε ο Έρικ από το βάθος των πνευμόνιων του. Η Μονίκ είδε τον Τσάρλι και το φίλο του έτοιμους να δεχτούν επίθεση από τον Έρικ και τη συμμορία και ξαφνικά πετάχτηκε στη μέση. 
-Σταμάτα Έρικ, ο Τσάρλι είναι εδώ γιατί εγώ τον κάλεσα. 
-Βούλωστο, φώναξε ο Έρικ, μία μέρα θα δουλεύεις για μένα, όλοι σας θα δουλεύετε. 
Αυτή ήταν η τελευταία σταγόνα για τον Τσάρλι. Πριν ακόμα τον δει κανείς, ο Τσάρλι πήδηξε πάνω στον έρικ και άρχισε να τον χττυπάει όσο πιο δυνατά μπορούσε με τις μικρές γροθιές του. 
-Είσαι σαν τον ντ****** πατέρα σου, αυτό είσαι! Θα σε σκοτώσω! Ούρλιαζε ο Τσάρλι. Ο Έρικ βρισκόταν κάτω από τον Τσάρλι και δεν μπορούσε να σταματήσει τη μανία του, δεχόταν το ένα χτύπημα πίσω από το άλλο. Οι φίλοι του Έρικ τρέξανε γρήγορα στην διάσωση του αρχηγού τους. Αλλά πέντε προς δύο, δεν είναι ακριβώς δίκαιη αναλογία για καυγάδες. Οι γυναίκες της περιοχής ακούγοντας το παιδικό καυγά από το πίσω μέρος της αυλής τους άρχισαν να ξεπροβάλλουν στα ξύλινα παράθυρα, στις πόρτες και στις σκάλες των σπιτιών, ακόμα και μισόγυμνες. Απολάμβαναν το θέαμα. Μετά ότι έγινε, έγινε σε δευτερόλεπτα. Η συμμορία προσπάθησε να τραβήξει τον Τσάρλυ από τον χτυπημένο Έρικ κλοτσώντας τον στη μέση και στην πλάτη. Εφόσον ήταν πολλοί, ο Τέρυ δεν είχε επιλογές. Άρπαξε μία πέτρα από το έδαφος και ξεκίνησε τον πόλεμο, πετώντας όσες πέτρες μπορούσαν να κρατήσουν τα μικρά του χέρια καταπάνω τους. Η συμμορία έγινε έξαλλη. Ο Πητ, που δεν ήταν κάτι άλλο, παρά ένας κλώνος του Έρικ, μόνο λίγα κιλά πιο αδύνατος από τον αρχηγό του, θύμωσε τόσο που πήρε ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί και προσπάθησε να κόψει τον Τέρυ στον πρόσωπο. Με μία γρήγορη κίνηση ο Τέρυ απομακρύνθηκε από το απειλητικό πεδίο του Πητ και εσκφενδόνισε μία πέτρα που βρήκε κατευθείαν το μάτι του Πητ. Ο Πητ ούρλιαξε από τον οξύ πόνο. Οι υπόλοιποι παράτησαν τον Τσάλρι και τον Έρικ να χτυπιούνται μόνοι τους στο έδαφος και πιάσανε τον Τέρυ από τα μπράτσα ακινητοποίωντας τον. Ο Τέρυ έκανε την προσευχή του. Ο Πητ τον χτύπησε τόσο ξαφνικά και τόσο δυνατα στη μύτη, που το σκοτάδι, η ζάλη και ο πόνος αντικατέστησαν για λίγο αυτό που ήξερε ο Τέρυ για τον κόσμο. Ο Τσάρλι άφησε τον Έρικ που κοίτωνταν ακόμα στο έδαφος και πήγε να βοηθήσει τον Τέρυ χτυπώντας τον Πητ. Ο Τέρυ προσπαθούσε να απελευθερωθεί χτυπώντας μανιασμένα τα πόδια και τα χέρια του και ας μην είχε ακόμα συνέλθει. Αίμα έτρεχε από τη μύτη του στο παλιό πουκάμισο που του είχε δανείσει ο Τσάρλι ώστε να «δένει» με την περιοχή. Πριν να είναι πολύ αργά για αυτούς, οι προσευχές του Τέρυ μαγικά φάνηκαν να εισακούστηκαν. Ο σερίφης της περιοχής και δύο τρεις άλλοι αστυνομικοί σφύριζαν και έτρεχαν προς το μέρος των παιδιών που τόση φασαρία είχαν προκαλέσει στο ήσυχο πρωινό των «Σπιτιών». 
Ο Πητ παράτησε τον Τσάρλι και τον Τέρυ, άρχισε να τραβάει τον Έρικ και μαζί με τους άλλους χάθηκαν τόσο γοργά όσο και είχαν εμφανιστεί. Ο Τσάρλι ήθελε να τρέξει αλλά ο Τέρυ ήταν σε κατάσταση σοκ, ζαλιζόταν και ήταν εμφανώς πιο αδύναμος. 
-Φύγε Τσάρλι, φύγε! Φώναξε ο Τέρυ. Ο Τσάρλι όντως έφυγε αλλά όχι χωρίς να στείλει ένα σύντομο αποχαιρετηστήριο νεύμα στη Μονικ. Η Μονίκ έπιασε αμέσως το χέρι του Τέρυ. «Ακολούθησε με», του είπε και τον πήρε μέσα στο σπίτι. Ο Σερίφης ξεκίνησε να κάνει ερωτήσεις στις γυναίκες. 
-Τι κάνει αυτός εδώ μέσα; Ρώτησε η Μαντάμ του σπιτιού, τον μικρό Τέρυ που είχε μόλις περάσει το κατώφλι της πόρτας. 
-Γεια σας κυρία, είπε αυτός ευγενικά. 
-Γεια σας κυρία; Αυτή άρχισε να γελάει. 
Ο Τέρυ, αν και μικρός και αθώος ακόμα, δεν μπορούσε να μην προσέξει, ότι φορούσε μόνο μία κόκκινη βελουδένια ρόμπα, που ήταν ανοιχτή μποροστά ώστε όλοι να βλέπουν τα φρουφρουδένια της εσώρουχα. Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του. Το επόμενο πράγμα που θυμάται ήταν ένα έντονο τράβηγμα στο αυτί του. Η Μαντάμ τον οδηγούσε στην πόρτα και αυτός θα μπορούσε να την είχε ακολουθήσει ακόμα και στο τέλος του κόσμου υπό αυτές τις συνθήκες "τραβήγματος". Η Μονίκ έτρεξε από πίσω τους αλλά δεν τόλμησε να διαμαρτυρηθεί στη Μαντάμ. 
-Ει, αστυνομικοί, φώναξε η Μαντάμ, θέλετε κάτι; Να πάρτε αυτό. Ο Τέρυ ένιωσε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του και πραγματικά το έχανε καθώς η Μαντάμ τον πέταξε στο πεζοδρόμιο, μπροστά στα πόδια των αστυνομικών. 
-Συγγνώμη, ψιθύρισε η Μονίκ. 
-Και ποιος είσαι εσύ; Είπε ο Σερίφης. 
-Είμαι ο Τέρενς. 
-Ποιος Τέρενς; 

-Ο Τέρενς Γκράντσεστερ, αυτός είναι ο γιος σας κυρία Μπέικερ; Ρώτησε ο αστυνομικός τη διάσημη ηθοποιό που ήταν ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει στο θέαμα του γιου της. 
Αλήθεια, ήταν αυτός ο γιος της; Αίμα στη μύτη του, στο λαιμό του, μαύρος κύκλος κάτω από το αριστερό του μάτι, παλιά σκισμένα ρούχα που δεν ήταν καν δικά του. 
-Λοιπόν είναι αυτός ο γιος σας; Επιμένει αλλά δεν τον πίστεψα, τα αγόρια λένε πολλά ψέμματα, μπορεί να σας έχει δει πουθενά και…
Η Ελεάνορ κοιτούσε το γιο της βαθιά μέσα στα μάτια, έμοιαζε με ένα μικρό πεσμένο άγγελο που απέφευγε την οπτική επαφή με το Θεό του.
-Ναι, φυσικά και δεν είναι ο γιος σας, δεν θα αφήνατε το γιο σας να γυρνάει στο δρόμο σαν αλήτης και να μπαίνει μέσα σε «μπουρδέλα», συγχωρέστε μου την έκφραση, κυρία. Είστε και γυναίκα υψηλής κοινωνικής τάξης. Η λέξη «μπουρδέλο» χτύπησε την Ελεάνορ σαν κεραυνός. Νόμιζε ότι θα παθεί καρδιακή προσβολή. Δίσταζε να τους αφήσει να περάσουν μέσα στο σπίτι αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή. 
-Φέρτε τον μέσα, είπε μία μία αυστηρή φωνή. 
Οι αστυνομικοί μπήκαν στο σαλόνι. Μαζί τους μπήκε και ο μικρός Τέρυ του οποίου τα μάτια άνοιξαν σαν μεγάλες πιατέλες μόλις αντίκρυσε τη φιγούρα που καθόταν δίπλα στο τζάκι. 
-Μπαμπά; Φώναξε.
Ο άντρας που ο Τέρενς αναγνώριζε για μπαμπάς του δεν ήταν άλλος από τον Δούκα Άγγλο ευγενή Ρίτσανρτ Γκράντσεστερ ο ο οποίος δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένος βλέποντας το γιο του υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν ακόμα χειρότερα δε, όταν άκουσε για αυτές. Αυτό που συνέβη μετά ήταν η αρχή του τέλους για την Έλινορ Μπέηκερ. 
-Ε, σε νάρκη έπεσες; Είπε η Μονίκ, που στεκόταν δίπλα στον Τέρενς.
-Μμ, περίπου, απάντησε με ένα γλυκό-πικρο χαμόγελο. 
-Έμαθα ότι θα αντιμετωπίσεις τον Σάμουελ την ερχόμενη βδομάδα;
-Ναι, γρήγορα ταξιδεύουν τα νέα εδώ. 
-Μόλις στοιχημάτισα σε σένα, είπε η Μονίκ. 
-Μην χαλάς τα λεφτά σου άσκοπα, την διόρθωσε κατεβάζοντας μία γουλιά από το ποτό του. 
-θα τον γνωρίσεις, εάν μείνεις λίγο ακόμα. Κάνει μία δουλίτσα. 
-Ναι το άκουσα, είπε ο Τέρυ. Μπορούσε να περιμένει.


Ο Σάμουελ κάνει μία δουλίτσα

Παράλληλα σε ένα σκοτεινό και απομωνομένο από τα περίεργα μάτια στενό, βρισκόταν ο Σάμουελ που έκανε την δουλίτσα για τη συμμορία. Έδερνε έναν νεαρό άντρα που δεν φαινόταν να ανήκει στην ίδια κοινωνική τάξη με αυτή του Σάμουελ. Φορούσε ένα γκρι κοστούμι που θα ήταν καθαρό και ατσαλάκωτο εάν ο Σάμουελ δεν έσκιζε το ύφασμα στο γιακά χτυπώντας τον ιδιοκτήτη του στον τοίχο. 
Ο νεαρός άντρας έκλαιγε από το φόβο του. Οι πιθανότητες επιβίωσης που είχε ενάντια σε αυτόν το ψυχρόαιμο εβραίο ήταν μηδανινές. Ο Σάμουελ ήταν πολύ δυνατός, ψηλός με καλόγυμνασμένο σώμα. 
-Άσε με, άσε με ήσυχο, σε παρακαλώ, φώναζε ο νεαρός.
-θα πληρώσεις με ακούς; Ο Σάμουελ τον τίναξε για άλλη μια φορά στον τοίχο. 
-Μη, θα σας δώσω τα λεφτά.
-Α ναι πότε; Παίζεις μαζί μας;
-Χρειάζομαι χρόνο, τουλάχιστον μία εβδομάδα. Α, όχι, όχι, ξανά, φώναξε και πάλι καθώς ο Σάμουελ του χτύπησε κα πάλι το κεφάλι στον τοίχο. 
-Τελευταία ευκαιρία, είναι αυτή; Με ακούς; Τελευταία! Θα σε σκοτώσω και εσένα και όποιον άλλο χρειαστεί. Ο Σάμουελ άφησε ελεύθερο το νεαρό άντρα που έπεσε με φόρα στο έδαφος. Ο Σάμουελ μισούσε αυτού του είδους τους ανθρώπους, καθαροί, σοβαροί και ευηπόληπτοι στην επιφάνεια αλλά με πιο βρώμικο μυαλό και χέρια από τα δικά του. Τουλάχιστον αυτός δεν ήταν υποκριτής, στην ουσία δεν είχε κανένα λόγο να είναι. Ανεπισήμως ήταν ένας πυγμάχος που καθάριζε για τις συμμορίες. Έκανε τη δουλειά του και αποσυρόταν. Έφυγε δίχως να ρίξει ούτε μία ματιά στο θύμα του που ήταν ξαπλωμένο στο έδαφος, πληγωμένο, ζαλισμένο και μπερδεμένο. Ο νεαρός άντρας έκλαιγε με μετάνοια για την πρόσφατη ζωή του. Τι είχε κάνει; Στο σπίτι του θειου του στο Σικάγο συζητούσαν ακριβώς αυτό! 


Μία αναγκαία απόφαση

-Δεν είσαι σε κατάσταση να πας πουθενά, Άλμπερτ.
-Με αυτούς τους συγγενείς που έχω, δεν φαίνεται να έχω και επιλογές, έχω; Είναι τυχερός που γύριζα νωρίτερα από ότι σκόπευα, είπε ο Άλμπερτ ενώ παράλληλα πρσοπαθούσε να ετοιμάσει τη βαλίτσα του αλλά ξαφνικά ζαλίστηκε και έπεσε αδύναμος στο κρεβάτι. Άρχισε να βήχει τόσο δυνατά που η Κάντυ τρόμαξε. Μετά το επεισόδιο με τον βήχα, έπεσε ανάσκελα στο στρώμα. Το κεφάλι του ήταν βαρύ και δεν μπορούσε να αναπνεύσει άνετα. Κοίταξε το ταβάνι με απελπισμένο ύφος. «Είναι νεκρός», σκέφτηκε «Εάν δεν σηκωθώ από αυτό το κρεβάτι είναι νεκρός» και έκλεισε τα ερεθισμένα από την αρρώστια μάτια του. 
-Άλμπερτ γιατί δεν στέλνεις τον Τζωρτζ να τακτοποιήσει αυτό το ζήτημα; Είμαι σίγουρη ότι μπορεί να το διαχειριστεί, πρότεινε η Κάντυ. 
Ήταν προφανές ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να στείλει τον Τζωρτζ να κάνει αυτή τη δουλειά που σκόπευε να κάνει ο ίδιος εξ’αρχής. Χρειαζόταν να παραδώσει τα χρήματα που χρώσταγε ο Νηλ στα χέρια όπου πραγματικά έπρεπε να πάνε, να πείσει τον Νηλ να αποκαλύψει τα πάρε-δώσε και τις βρώμικες δουλίτσες του με τη συμμορία, να κλείσει όλα του τα χρέη αλλά και να φέρει πίσω τον Νηλ ακέραιο με τη θέληση του ή και χωρίς αυτήν. Ο Άλμπερτ εμπιστευόταν τον Τζωρτζ αλλά όχι τον Νηλ. Ο Τζωρτζ, όπως και κανείς άλλος, δεν μπορούσε να πιέσει τον Νηλ πέρα από τα όρια που του επέτρεπε η θέση του. Σκεπτόμενος όλα αυτά, ο Άλμπερτ τινάχτηκε όρθιος. 
-Τι σκοπεύεις να κάνεις; 
-Δεν ξέρω, πως και δεν είδα αυτό νωρίτερα; 
-Έλειπες Άλμπερτ, φρόντιζες για άλλες δουλιειές και δεν πρέπει να κατηγορείς τον εαυτό σου. Ξαφνικά έπρεπε να γίνεις κάποιος που ποτέ δεν ήσουν. 
-Πράγματι, είπε ο Άλμπερτ, Κάντυ είσαι ένας πραγματικός θησαυρός. 
«Μπορεί να έχει συναισθήματα για σένα, ανακάλυψε τα», η Κάντυ θυμήθηκε τα τελευταία λόγια της Άννυ. Είχε; Ήθελε στα αλήθεια να μάθει; Όχι, όχι τώρα. 
-Άλμπερτ καλύτερα να ξεκουραστείς.
-Δεν έχω χρόνο. 
-Ο Άρτσι, ο Άρτσι μπορεί να πάει.., είπε η Κάντυ με ένα χαμόγελο που έλαμπτε. 
Ναι, πράγματι ο Άρτσι και ο Τζωρτζ ήταν επαρκείς για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του Νηλ. Ναι, η Κάντυ είχε δίκιο. Ο Άλμπερτ την αγκάλιασε από τη χαρά του. 
-Κάντυ, θα μου φωνάξεις τον Άρτσι; Είπε με ένα χαρούμενο τόνο. 
-Ναι, φυσικά είπε η Κάντυ και έτρεξε στην πόρτα. 
Ο Άλμπερτ δεν μπόρεσε να μην προσέξει πως η Κάντυ είχε μεγαλώσει, το σώμα της είχε ωριμάσει καθώς οι γυναικείες καμπύλες του στήθους και της μέσης διεγράφονταν πια ορατά. Τα χρυσά μαλλιά χοροπηδούσαν ελεύθερα στους όμους της. Ήταν στην άνοιξη της. 

Μία ξαφνική αναχώρηση. 
-Να πάω που; Ο Άρτσι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την ιδέα ότι θα έπρεπε να πάει στην Νέα Υόρκη και να τακτοποιήσει τις οικονομικές εκρεμμότητες του Νηλ με μία από τις τοπικές συμμορίες. 
-Στην Νέα Υόρκη. Θα σου εξηγήσει ο Άλμπερτ, με λεπτομέρειες, είπε η Κάντυ.
-Ο Άρτσι; Ο Άρτσι με τις συμμορίες; Φώναξε η Άννυ ανήσυχη. Θα πάω μαζί του. 
-Όχι! Διαμαρτυρήθηκε ο Άρτσι,
-Δεν σε αφήνω μόνο σου, του είπε και τον αγκάλιασε με τα μικρά της χέρια. Θα πάμε μαζί. Επίσης μπορώ και να ψωνίσω, Κάντυ θες να έρθεις;
-Τι εκδρομή το περάσατε; Ο Άρτσι δεν πίστευε στα αυτιά του. 
-Όχι Άννυ, χρειάζεται να φροντίσω τον Άλμπερτ, απάντησε η Κάντυ. 
Η Άννυ την κοίταξε δύσπιστα αλλά κατάλαβε ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. Ήταν δική της ιδέα βασικά. Επομένως έπρεπε να συνεργαστεί. 
-Καλά λοιπόν, είπε η Άννυ, πάω να φτιάξω τα πράγματα μου, λογικά έχει πάντα δρομολόγια για τη Νέα Υόρκη αύριο το μεσημέρι, είπε και εξαφανίστηκε τρέχοντας. 
-Ω όχι, δεν πρόκειται…ο Άρτσι ακολούθησε την Άννυ και με τη σειρά του εξαφανίστηκε και αυτός στον διάδρομο. Η Κάντυ γέλασε με τους φίλους της. Έπρεπε να στείλει το γράμμα της στην κυρία Πόνυ, για αυτό και γύρισε στο δωμάτιο της αλλά μόλις άνοιξε την πόρτα της διαπίστωσε ότι είχε επισκέψεις. 
-Τι νομίζεις ότι κάνεις εδώ μέσα; Ένα κορίτσι σαν και εσένα δεν έχει καμία θέση σε αυτό το σπίτι, είπε η θεία Ελρόη. 
-Ήρθα μόνο για να δω τον Άλμπερτ. 
-Τον Ουίλλιαμ εννοείς; Ώστε έτσι τον φωνάζεις; Η Ελρόη έστεκε στη μέση του δωματίου κάνοντας τον χώρο γύρω της να φαίνεται μικρότερος με την επιβλητική και αυστηρή της παρουσία. 
-Με ζήτησε, απάντησε η Κάντυ. Αισθανόταν άβολα. Γιατί αυτή η γυναίκα ήταν πάντα τόσο κακία μαζί της; Ακόμα και τώρα. 
-Νομίζεις ότι είμαι ανόητη και ότι δεν ξέρω τι κάνεις κάτω από τη στέγη μου. Ήρθες εδώ για να τον αποπλανήσεις, θέλεις να σε παντρευτεί. Έτσι δεν είναι; 
-Φυσικά και όχι, διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ, κοιτώντας με θυμό την Ελρόη. Μήπως αυτή η γηραιά κυρία είχε αρχίσει να τα χάνει; 
-Ω έλα τώρα, τόσο καιρό τον είχες μαζί σου, μόνο ο θεός ξέρει τι του έκανες τότε. Μην το παίζεις αγία. Μπορείς να κοροιδέψεις τον Ουίλλιαμ αλλά όχι εμένα. Θέλω να φύγεις από εδώ μέσα. Και μην τολμήσεις να το κάνεις θέμα στον Ουίλλιαμ και να του διαμαρτυρηθείς για αυτό. Θέλω να φύγεις αμέσως! 
-Εντάξει, θα φύγω. Δεν ήθελα να σε δω ποτέ μου, εάν δεν ήταν ο Άλμπερτ, δεν θα πάταγα ποτέ το πόδι μου πίσω ξανά εδώ μέσα. Ποιος θα ήθελε να σε έχει κοντά του; Η Κάντυ ήταν έξαλλη. «Δεν είσαι τίποτα άλλο από μία ψυχρή γριά», της φώναξε. Η Ελρόη ήθελε να τη χαστουκίσει αλλά αντί για αυτό της φώναξε: «ΕΞΩ, ΕΞΩ ΑΠΟ ΕΔΩ!!!». Οπότε η Κάντυ έφυγε σιωπηκά χωρίς να πει καν μία λέξη στον Άλμπερτ, ούτε ένα γεια στην Άννυ και στον Άρτσι. Τους έγραψε σύντομα γράμματα και τα παρέδωσε στον Τζωρτ. Ίσως μία άλλη φορά, όταν η κατάσταση του Άλμπερτ θα βελτιωνόταν, θα έβρισκε λύση στη διένεξη της με τη μεγάλη θεία αλλά όχι, όχι τώρα. Τώρα δεν ήταν η ώρα. Ο Τζωρτζ με καλοσύνη την γύρισε πίσω στο λόφο της Πόνυ, το ένα και αληθινό της σπίτι. 

Σοκ στο σπίτι της Πόνυ 
Η αδελφή Μαρία και η αδελφή Πόνυ μείναν έκπληκτες που η Κάντυ αποφάσισε να γυρίσει τόσο σύντομα και τόσο ξαφνικά κοντά τους, στη μέση της νύχτας. 
-Είναι καλά ο Άλμπερτ; Ρώτησαν με ανησυχία. 
-Έχει πνευνομία αλλά είναι καλύτερα τώρα..χρειάζεται ξεκούραση, απάντησε η Κάντυ με ένα βαρύ συναίσθημα στην καρδιά. Ίσως έπρεπε να είχε μείνει ή να του μιλήσει, να μην τον είχε αφήσει τόσο παρορμητικά εξαιτίας της Ελρόη. Τώρα ήταν φυσικά αργά.
-Πρέπει να ξεκουραστείς παιδί μου, σχολίασε η αδελφή Πόνυ, φαίνεσαι εξαντλημένη. 
-Φυσικά, α, κυρία Πόνυ, μήπως βρήκατε ένα γράμμα, σε ένα λευκό φάκελο; Ρώτησε διστακτικα.
-Ω ναι, μην ανησυχείς το έστειλα, σε λίγο θα είναι στην Νέα Υόρκη.
-Α ωραία, είπε η Κάντυ γυρνώντας να φύγει. Για μία στιγμή ο χρόνος σταμάτησε γύρω της. «Τι είπε μόλις τώρα;», αναρωτήθηκε. Το μυαλό της Κάντυ φαινόταν να της παίζει περίεργα παιχνίδια εκείνη τη νύχτα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, η καρδιά της έχασε ένα χτύπο. 
-Τιιιιι!!; φώναξε.
-Το έστειλα, είσαι καλά Κάντυ; Η κυρία Πόνυ έτρεξε στο πλάι της. 
-Είμαι καλά, είπε η Κάντυ αλλά αισθανόταν τα πόδια της να τρέμουν ξαφνικά. Πότε το στείλατε κυρία Πόνυ; Ρώτησε, όσο πιο ήρεμα και αργά μπορούσε, με κρυμμένη απόγνωση πίσω από τα φωτεινά της μάτια. 
-Χτες, πόσο παίρνει να φτάσει ένα γράμμα στη Νέα Υόρκη; Με το τρένο, μία, δύο μέρες το πολύ. Αλλά το μυαλό της Κάντυ ξαφνικά είχε χάσει την αίσθηση των ημερών, του χρόνου και του τόπου. Δεν άκουσε καν την τελευταία φράση της κυρίας Πόνυ. Απλώς πήγε μέσα στο δωμάτιο της και έκλεισε την πόρτα πίσω της. 
Τι του είχε γράψει; Το ήταν μέσα σε αυτό το γράμμα; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Κενό, το μυαλό της ήταν απόλυτα κενό. Οι σκέψεις της πλέον δεν έρχονταν. Δεν μπορούσε να σκεφτεί, δεν μπορούσε να κουνηθεί, κοιτούσε με άδειο μυαλό και βλέμμα τον τοίχο απέναντι της. Τι σκεφτόταν; 
Ήταν τόσο εύκολο να μείνει μακριά, να κρατήσει το μυαλό της απασχολημένο με την καθημερινότητα, να ζει μεσα στην πλήρη άρνηση αλλά τώρα ήταν τόσο δύσκολο να τον αντιμετωπίσει, τόσο δύσκολο να πει ένα απλό «γεια». Πως ήταν αυτό δυνατόν; Είχε γυρίσει πίσω την πρόσκληση της Έλινορ, είχε αρνηθεί να πάει και να δει τον Άμλετ, είχε κλείσει τα μάτια, τα αυτιά της, την καρδιά της σε όλες τις προκλήσεις. Γιατί; Γιατί ένα απλό, συνηθισμένο, καθημερινό «γεια», αυτό που λες και στους αγνώστους ήταν πολύ, μα πάρα πολύ επώδυνο. 
Ανέπνεε τον αέρα λες και ήταν ετοιμη να πάθει κρίση πανικού. «Ηρέμησε», έλεγε στον εαυτό της, «Μπορείς να το κάνεις, μπορείς να το κάνεις». «Μπορεί να μην κάνει τίποτα, να μην γράψει τίποτα, να μην πει τίποτα». «Μπορεί να τα τινάξει όλα στον αέρα, θα το κάνει, εάν το κάνει…». «Πρέπει να τον σταματήσω, πριν να..». Η λέξη Ροκστόουν πήδησε μέσα στο μυαλό της από το πουθενά. Ο χειρότερος της εφιάλτης αναδυόταν από τη σκούρα θάλασσα της σκέψης της ολοζώντανος. «Σε άφησα εκεί, γιατί εάν είχα μείνει, εάν σε είχα έρθει κοντά σου, εάν σε είχα αγγίξει, σε μύριζα, δίπλα μου αυτό θα ήταν το τέλος. Έφυγα…ναι έφυγα. Μόλις κατάλαβα ότι βρήκες το κουράγιο και την δύναμη να παλέψεις και πάλι για τον εαυτό σου, σε άφησα». «Πόσο, πόσο σε αγάπησα». 

Η Κάντις Γουάιτ Άρντλευ έκλαψε τόσο πολύ εκείνη τη νύχτα που το πρωινό φως του ήλιου την βρήκε αναίσθητη στο πάτωμα. Αυτή τη φορά έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτό που ερχόταν και ερχόταν τόσο γρήγορα σαν τον τρένο για τη Νέα Υόρκη.



Ο Άνδρας του Καθήκοντος

Ο Δούκας Ρίτσαρντ Γκράντσετερ είχε να δει τον Τέρενς περισσότερο από δύο χρόνια. Ο Ρίτσαρντ ζούσε στην Αγγλία, συγκεκριμένα στο Λονδίνο και παρόλο που ήταν ο σύζυγος μίας αριστοκρατικής γυναίκας που προερχόταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη καθώς και ο πατέρας των τριών μικρότερων παιδιών της δεν μπορούσε να αρνηθεί το γεγονός ότι ο πρωτότοκος γιος του ήταν η μεγαλύτερη του αδυναμία, για πολλούς λόγους. 
Ο Τέρενς ήταν πάντα η ντροπή του πατέρα του. 
Ως έφηβος ο Τέρυ προκαλούσε πάντα το μένος του πατέρα του με την παραβατική του συμπεριφορά προς τους κοινωνικούς κανόνες. Έδειχνε συνεχώς την ασέβεια του στην καινούρια σύζυγο. Ήταν τόσο κακόκεφος και αναιδής στους ανθρώπους της ίδιας του της κοινωνικής κάστας που ο Δούκας δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον στείλει εσωτερικό στο κολέγιο του Σαιν Πολ, εσώκλειστο στην ίδια του την πατρίδα. 
Αλλά από όλα τα μειονεκτήματα του Τέρυ αυτό που ο δούκας δεν μπορούσε να ανεχτεί καθόλου ήταν το παγερό και απειλητικό βλέμμα του γιου του. Ένα βλέμμα που αποκάλυπτε όλο το θυμό κα την οργή του Τέρυ για τον πατέρα του. ‘Ένα βλέμμα που έλεγε: «Είσαι φταις για αυτό που έγινα και για αυτό που δεν αντέχεις σήμερα να βλέπεις». Σίγουρα ο Τέρυ δεν ήταν εύκολο παιδί, αυτό ο Ρίτσαρντ το ήξερε από την αρχή ακόμα. Τα πρώιμα χρόνια της ζωής του ο Τέρενς τα έζησε με την μητέρα του στην Αμερική, έχοντας ξεφύγει από τον έλεγχο της, γυρνώντας ελεύθερος στις χειρότερες συνοικίες της Νέας Υόρκης, μπλέκοντας σε καβγάδες, έχοντας φίλους από τον υπόκοσμο. Η Έλινορ, απασχολημένη με την τέχνη της και το νοικοκυριό της, δεν έθεσε ποτέ αυστηρούς κανόνες, αγνοώντας εσκεμμένα ή μη, ότι ο Τέρενς ήταν δεν ήταν ο γιος οποιουδήποτε άντρα, αλλά ο γιος ενός Δούκα και κάποια μέρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει και αυτός το πρωτόκολλο. 
Τη νύχτα που είδε τον μικρό Τέρυ να μπαίνει στο σπίτι της Έλινορ με τη συνοδεία των αστυνομικών, πληγωμένο και λερωμένο, ο Ρίτσαρντ αποφάσισε ότι η Έλινορ δεν άξιζε το γιο του. Έπρεπε να τον πάρει μακριά και να τον μεγαλώσει σαν αριστοκράτη. ‘Ετσι ο Ρίτσαρντ του δίδαξε ακριβώς αυτό. Του έμαθε τι σημαίνει «τιμή» και «αξία», του δίδαξε τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του. Ήθελε να κάνει το γιο του διάδοχο του βασιλικού του τίτλου, σαν και αυτόν. Έναν αληθινό ευγενή. 
Λεγόταν και ακουγόταν ότι ο Ρίτσαρντ Γκράντσεστερ ήταν ένα υπέροχος άνδας που εφάρμοζε τους τυπικούς κανόνες ακόμα και στην καθημερινή του ζωή. Ένας ακέραιος ευγενής, ένα γνήσιο ζωντανό παράδειγμα της κοινωνικής του κάστας. Λεγόταν και ακουγόταν ότι ήταν άνθρωπος του καθήκοντος. 
Αλλά δεν ήταν απόλυτα σωστό ή αν θέλουμε να το θέσουμε ακόμα πιο δίκαια, ήταν η μία όψη του νομίσματος, αλλά και όχι και η μοναδική, όπως καταλαβαίνετε. 
Γιατί αν ρωτήσετε τον Ρίτσαρντ Γκράντσεστερ θα σας πει ότι δεν ήταν δική του απόφαση να αφήσει πίσω την μητέρα του γιού του. Στο κάτω-κάτω ήταν άνθρωπος του καθήκοντος, πως θα μπορούσε να το έχει κάνει αυτό; 
Αντιθέτως θα σας έλεγε ότι ήταν δική της επιλογή να μείνει στην Αμερική, να παραμείνει ηθοποιός στο επάγγελμα και να βάλει το επάγγελμα παραπάνω από την οικογένεια. Και αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που ποτέ πια δεν ήθελε να την δει. Δεν πληγώθηκε γιατί ήθελε να είναι ηθοποιός, πληγώθηκε γιατί πολύ απλά τον απέρριψε. 
Και ορίστε οι δύο όψεις του νομίσματος: Ήταν πάντα ο άντρας του καθήκοντος αλλά καταβάθος ήταν απλώς ένας ακόμα άντρας. Ένας άντρας ερωτευμένος με τη γυναίκα που του χάρισε τον πρώτο του γιο, το διάδοχο του. 
Υπήρξε μία μικρή χρονική περίοδος που ο Ρίτσαρντ και η Έλινορ τα πήγαιναν πολύ καλά μεταξύ τους. Ζούσαν μαζί και χώρια, όπως τους βόλευε, πότε Αμερική, πότε Αγγλία, δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι μοιράζονταν τα ίδια όνειρα και ότι μία μέρα θα γίνονταν μία κανονική τυπική οικογένεια. Αλλά όταν έφτασε εκείνη η ώρα των αποφάσεων, η Έλινορ τρόμαξε στην ιδέα ότι θα έπρεπε να αφήσει πίσω της την Αμερική, τόσα χρόνια προσπάθειας πάνω στη σκηνή και να γίνει η γυναίκα του Δούκα, ζώντας την υπόλοιπη ζωή της σύμφωνα με το πρωτόκολο. 
Την παρακάλεσε, την μάλωσε, την απείλησε, της έκανε έρωτα και όταν όλες οι προσπάθειες του έπεσαν στο κενό, τη μίσησε. Ήθελε και ο Τέρυ να την μισήσει. Αυτή θα ήταν η εκδίκηση του σε μία γυναίκα που δεν είχε τιμή, καμία συναίσθηση του καθήκοντος απέναντι στο γιο του και κανέναν σεβασμό για τον πατέρα. 
Ο Τέρυ του τη θύμιζε πάρα πολύ. Τα καλοσχηματισμένα όμορφα ευγενικά της μάτια, το χαμόγελο της και οι εκφράσεις της συνέχιζαν να ζουν με τον Ρίτσαρντ όταν ο Τέρυ ήταν δίπλα στον πατέρα του. 
«Αλλά τώρα δεν είναι πια εδώ», σκέφτηκε ο Ρίτσαρντ. Είχε χάσει μητέρα και γιο, όπως είχε χάσει και τα όνειρα της νιότης του. Με ένα διακριτικό τρόπο μάθαινε πάντα τα νέα του Τέρυ. Γνώριζε ότι ήταν πλέον ένας διάσημος ηθοποιός με πολλές νεαρές θαυμάστριες και ένα λαμπρό μέλλον μπροστά του. Ήξερε επίσης ότι ο γιος του χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Γκράχαμ αντί για το πατρικό Γκράντσεστερ στη σκηνή. Ήξερε ακόμα ότι ο γιος του ήταν πολύ ασταθής συναισθηματικά κοντά έναμισι χρόνο τώρα. «Χρειάζεται να κάνω κάτι, Έλινορ, ανίκανη και πάλι…», σκεφτόταν καθώς το πλοίο του διέσχιζε τα μανιασμένα κύμματα του Ατλαντικού στο ταξίδι του για το λιμάνι της Νέας Υόρκης. 


juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Σαβ Νοε 06, 2010 8:48 pm

Σουζάνα 
Ο Τέρενς βάδιζε πίσω στο διαμέρισμα του μετά από νύχτα γεμάτη ουίσκι στο Μπαρ όπου η Μονίκ δούλευε και ο Έρικ διεύθυνε. Αυτή τη φορά το είχε παρακάνει. Ήταν σχεδόν ξημέρωμα, η ήλιος ανέτειλε στον ορίζοντα αλλά ο Τέρενς ήταν τόσο μεθυσμένος που χρειαζόταν να πιάνεται από τους τοίχους των κτιρίων που περνούσε για να μην αποκοιμηθεί στη μέση του δρόμου. 
Θυμήθηκε το αγριεμένο πρόσωπο του Σάμουελ όταν οι δυο τους είπαν το πρώτο τους και μοναδικό «Γεια», τα δάχτυλα της Μονίκ σε όλο του το σώμα σε ένα χορό διαστροφής που κράτησε όλη τη νύχτα. Σεξ και αλκόολ, τι θανατηφόρος συνδυασμός. Είχε κοιμηθεί πάνω στο στήθος της Μονίκ και ήταν οι φωνές του Έρικ που τον ξύπνησαν από τα ομιχλώδη όνειρα του.
-Ξύπνα παλιομπάσταρδε και σήκω από το κορίτσι μου…είπε ο Έρικ. Ο Τέρενς δεν είχε καμία αντίρρηση να τσακωθεί για άλλη μια φορά μαζί του αλλά ο Έρικ δεν είχε καμία διάθεση να τσακωθεί άλλη μία φορά μαζί του και μετά το διάσημο ρητό του τελευταίου: «Όχι φασαρίες στο μπαρ μου» και μία μικρή λεκτική διένεξη, ο Τέρενς έφυγε σαν κύριος. 
Το δυστυχές γεγονός ήταν ότι ο Τέρυ ήταν ακόμα μεθυσμένος, πολύ μεθυσμένος για την ακρίβεια. Γελούσε με τον εαυτό του και με το σαρκαστικό του χιούμορ φανταζόταν τα πρωτοσέλιδα και τους τίτλους των εφημερίδων εάν ο τύπος ανακάλυπτε τη διπλή ζωή του και τις κρυφές του ασχολίες. Ω αυτό θα ήταν πολύ ωραία έκπληξη για όλες τις νεαρές θαυμάστριες του κύκλου του και τις αυστηρές μαμάδες τους όταν θα το ανακάλυπταν. «Τέρενς Γκράχαμ, ο αλκοολικός της Νέας Υόρκης», «Σκάνδαλο: Ο πιωμένος Άμλετ», «Πληρωμένο σεξ: Σουζάνα, δεν δίνεις αρκετά;».
Γελούσε μέχρι δακρύων και οι πολίτες της Νέας Υόρκης που πήγαιναν στις πρωινές δουλείες τους τον κοιτούσαν λες και ήταν ψυχασθενής. Αναρωτιόταν αν τον αναγνώριζαν. 
Μπήκε στην πολυκατοικία που βρισκόταν το διαμέρισμα του. Η σπιτονοικόκυρα του που ξυπνούσε πάντα πολύ πρωί για να καθαρίσει το κτίριο, κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά μόλις τον αντίκρυσε. 
-Χρειάζεσαι βοήθεια; τον ρώτησε. 
-Όχι, είμαι μία χαρά, της είπε. 
-Ναι καλά! Του ανταπάντησε και ανέβηκε μαζί του τις σκάλες.
-Ω σε ευχαριστώ για την παρέα! Είσαι η καλύτερη σπιτονοικοκυρά που ξέρω. Όχι ότι ξέρω και άλλη…αλλά θα έχει και χειρότερες, της είπε γελαστά. Του άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος.
-Ορίστε! του είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω της φεύγοντας. Ο Τέρυ έπεσε νεκρός στο κρεβάτι του και έκλεισε τα μάτια. Τυλίχτηκε σε ένα βαθύ ύπνο. 

Όταν άνοιξε τα μάτια του ήταν μεσημέρι. Είχε έναν πολύ άσχημο πονοκέφαλο αλλά ο πονοκέφαλος ήταν μία συνηθισμένη κατάσταση για αυτόν το τελευταίο διάστημα της ζωής του, επομένως δεν είχε κανένα λόγο να παραπονιέται. Πήγε στο νεροχύτη της κουζίνας για να φτιάξει καφέ αλλά καθώς περπατούσε, αισθάνθηκε ότι πάτησε κάτι. Ήταν ένας λευκός φάκελος χωρίς όνομα αποστολέα πάνω. Τον άνοιξε. Ω, η Σουζάνα! Ναι, πάλι η Σουζάνα. 

Αγαπημένε μου Τέρυ, 
Συγγνώμη για τον μικρό καυγά μας. Η μητέρα μου σου κτύπησε την πόρτα χτες βράδυ αλλά έλειπες. Της είπα να περάσει πάλι σήμερα το πρωί και να σου αφήσει απλώς αυτό το μηνυμα. Σε παρακαλώ, πέρνα να με δεις και να πούμε το μεσημέρι πριν πας στην πρόβα. Δεν θέλω να είμαστε μαλωμένοι. 
Σ’ευχαριστώ, 
Σουζάνα. 
«Ωραία» σκέφτηκε, το μεσημέρι είχε σχεδόν τελειώσει. Θα έπρεπε να βρει μία δικαιολογία αργότερα καθώς δεν ήθελε να πληγώσει τα συναισθήματα της. Αλλά από την άλλη ήθελε και να την αποφύγει. Ήθελε να αισθανθεί και πάλι ελεύθερος από αυτήν, από το καθήκον του. Ήξερε όμως ότι δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής. Καμία πίσω πόρτα, καμία έξοδος κινδύνου. 


juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 12, 2010 2:55 pm

«Χτες πέθανα, το αύριο αιμορραγεί
Πέφτω στο φως του ήλιου σου
Το μέλλον είναι ανοιχτό πέρα από την πίστη 
Για να μάθω ότι η ελπίδα πεθαίνει
Χάνωντας αυτό που βρήκα, ένας κόσμος τόσο κούφιος
Περιορισμένος στον συμβιβασμό
Η σιωπή αυτού του ήχου σύντομα ακολουθεί
Κάπως ηλιοβασίλεμα».

Shattered, Yesterday 


Κάποια μέρα θα την παντρευόταν και θα την έκανε ευτυχισμένη. Όσο όμως αυτή η μέρα εξαρτιόταν από αυτόν, αυτή η μέρα έπρεπε να περιμένει. Επειδή δεν ούτε ο ίδιος ευχαριστημένος με τον εαυτό του και δεν μπορούσε να προσφέρει κάτι που δεν είχε. Για αυτό είχε κρατήσει χαμηλό προφίλ στη ζωή της Σουζάνας. Ο Τέρυ τα σκεφτόταν όλα αυτά καθώς έπινε τον καφέ του. Μετά το ατύχημα είχε τρυφερά συναισθήματα για αυτήν, ήθελε να είναι δίπλα της και να τη στηρίξει με τον δικό του τρόπο. Είχε όνειρα τότε. «Ήμουν μόνο ένα ρομαντικό αγόρι τότε», σκέφτηκε και ξαφνικά αισθάνθηκε ένοχος απέναντι στον εαυτό του. Αλλά η Σουζάνα ποτέ δεν του επέτρεψε να την αγαπήσει όπως εκείνος πραγματικά σκόπευε, με έναν τρόπο θα του επέτρεπε να αποκαλύψει την τρυφερότητα και τα αληθινά του συναισθήματα. Η Σουζάνα το βράδυ που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ξεκαθάρισε ότι δεν θα δεχόταν τίποτα λιγότερο από αυτό που ήθελε η ίδια. Και εδώ είμαστε… «Εσύ με αγαπάς και εγώ….». Ο Τέρενες σταμάτησε να σκέφτεται. Πήγε στο μπάνιο και μετά το ντους, ντύθηκε και ετοιμάστηκε να φύγει για το θέατρο αλλά όταν άνοιξε την πόρτα…
-Γεια σου Τέρυ, είπε ο Ρίτσαρντ. 
-Πατέρα; Ο Τέρενς κοίταζε λες και έβλεπε φάντασμα. 
-Βγαίνεις;
-Ναι, είπε ο Τέρυ, ανακτώντας και πάλι το ψύχραιμο και αδιάφορο βλέμμα του. 
-Θα μου επιτρέψεις να σε συνοδέψω, θα ήθελα να συζητήσουμε.
-Να συζητήσουμε;
-Ναι, θα σε πείραζε; Ρώτησε ο Ρίτσαρντ.
-Ναι, θα με πείραζε, απάντησε ο Τέρυ και έκλεισε την πόρτα στο πρόσωπο του Ρίτσαρντ καθώς έκανε μία βιαστική έξοδο. 

Εισητήριο άνευ επιστροφής για τη Νέα Υόρκη 
Η Κάντυ ετοίμασε τις βαλίτσες της και στέγνωσε τα δάκρυα της. Με υπομονή στεκόταν στην πλατφόρμα του σιδηροδρομικού σταθμού του Σικάγου για το τρένο που θα την πήγαινε στο προορισμό της. Αν και το τρένο ήταν ήδη μπροστά της, με τις πόρτες ανοικτές και τους επιβάτες να επιβιβάζονται, εκείνη απλά στεκόταν, διστάζοντας να μπει μέσα. Βρισκόταν σε κατάσταση ύπνωσης. Δεν είχε ιδέα τι θα του έλεγε, είτε σκόπευε ή δεν σκόπευε να στείλει αυτό το γράμμα, η ουσία ήταν ότι εξέφραζε την αγάπη της, τις βαθύτερες σκέψεις της, τις πιο βαθιές της επιθυμίες. «Ο Τέρυ δεν είναι ανόητος, μόλις το διαβάσει θα δει, θα καταλάβει ότι μου λείπεο και ότι τον αγαπώ ακόμα». «Ω θέε μου, τι θα του πω; Τι θα κάνω; Υποτίθεται ότι δεν βλέπουμε ο ένας τον άλλο αλλά η κυρία Πόνυ έκανε το θαύμα της και…τώρα είμαι στα χαμμένα. Στα χαμμένα θα είσαι και εσύ όταν το διαβάσεις. Πρέπει να σου εξηγήσω, πρέπει να καταλάβεις ότι δεν είχα σκοπό να..Ποτέ! Ποτέ! Να πάρω πίσω την υπόσχεση μου, την απόφαση μου».
«Πως το άφησα αυτό να συμβεί; Πως; Εάν δεν είχε χτυπήσει η πόρτα, εάν δεν είχα φύγει τόσο βιαστικά, εάν η κυρία Πόνυ..δεν». «Έλα τώρα, Κάντυ, μάζεψε τον εαυτό σου», φώναξε ξαφνικά κάνοντας όλους τους επιβάτες να γυρίσουν τα κεφάλια της και να την κοιτάξουν με περιέργεια. «Α ωραία, τώρα γίνεσαι και μόνη σου ρεζίλι, μπροστά σε όλους», μάλωσε τον εαυτό της. Πως γινόταν και η ελάχιστη επίδραση του Τέρυ πάνω της είχε πάντα το ίδιο -ξεκαρδιστικό για τους άλλους και ντροπιαστικό για αυτήν- αποτέλεσμα, ιδέα δεν είχε. Και ξαφνικά από το πουθενά οι χειρότερες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. «Μπορεί να μη σημαίνω τίποτα πια για αυτόν, μπορεί να είναι ερωτευμένος με τη Σουζάνα…». Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και τίναξε το κεφάλι της. 
«Ναι και όχι, έτσι θα έπρεπε αλλά;», «Τι κάνω εδώ; Πρέπει να φύγω τώρα! Να γυρίσω πίσω στο σπίτι της Πόνυ όπου και ανήκω. Θα του γράψω ένα μικρό γράμμα όπου θα του ζητήσω να ξεχάσει αυτό που του έστειλα, να περιφρονήσει αυτό το μεγάλο γράμμα και αυτό θα είναι το τέλος όλων των προβλημάτων». Την ίδια στιγμή το τρένο για την Νέα Υόρκη άρχισε να παίρνει μπροστά. Ενώ οι περισσότεροι επιβάτες με τις βαλίτσες του επιβιβάζονταν μέσα αποχαιρετώντας τους αγαπημένους τους, η Κάντυ άφηνε πίσω της την αποβάθρα. Τη στιγμή όμως που πέρναγε την έξοδο της πλατφόρμας, ένα γυναικείο λευκό χέρι της άρπαξε το μπράτσο. Η Κάντυ γύρισε ξαφνιασμένη στο πλάι αλλά αυτό που είδε την έκανε να σαστίσει ακόμα περισσότερο. 
-Κάντυ, τελικά ήρθες! Έλα θα χάσουμε το τρένο, βιάσου! Φώναξε η Άννυ. Γρήγορα δώσε τη βαλίτσα σου στον Άρτσι. 
-Όχι, Άννυ, δεν κατάλαβες εγώ..! προσπαθούσε να εξηγήσει με τα πόδια καρφωμένα στο έδαφος ενώ η καλύτερη της φίλη της τράβαγε το χέρι. 
-Τι κάνετε εσείς εδώ; Δεν είναι ώρα για συζήτηση, είπε ο Άρτσι που εμφανίστηκε πίσω της από το πουθενά., αν και το προσώπο του άμεσως φωτίστηκε όταν την είδε. 
-Α δεσποινίς Κάντυ! Πάμε, γρήγορα, θα χάσουμε το τρένο! Φώναξε και ο Τζωρτζ με τις βαλίτσες. που ακολουθούσε πίσω από τον Άρτσι. 
Η Κάντυ πήρε μία βαθιά ανάσα. 
Το τρένο ξαφνικά σφύριξε με βιασύνη, η μηχανή ακούστηκε έτοιμη και οι τροχοί αρχίσαν να γυρνάνε. Και φύγαμε! Η Κάντυ δεν μπορούσε παρά να αισθάνεται πως είχε πιαστεί μέσα σε μία παγίδα, ένα ανόητο αστείο της μοίρας. Δεν είχε επιλογή από το να αποδεχτεί και αυτό ακόμα.


«Τέρυ Γκράντσεστερ, Στράντφορντ Θέατρο, Νέα Υόρκη» 

-Α, Τέρυ εδώ είσαι! Είπε η Κάρεν.
-Τι θέλεις; Ρώτησε ο Τέρυ απλώνοντας μακιγιάζ στο πρόσωπο του. 
-Τα καταφέρνεις; Ρώτησε αυτή, κοιτάζοντας τον μέσα από τον καθρέπτη. 
-Τι; Α το μακιγιάζ; Πρέπει να προσπαθήσω, απάντησε. Πες μου τι θέλεις. 
-Σου έφερα ένα γράμμα, ήρθε νωρίτερα αλλά δεν ήσουν εδώ. Τον πλησίασε και του παρέδωσε ένα λευκό φάκελο. «Τέρυ Γκράντσεστερ, Στράντφορντ Θέατρο, Νέα Υόρκη». Ο Τέρυ κοίταξε τον φάκελο καχύποπτα. Έγραφε Γκράντσεστερ και αυτό δεν ήταν το όνομα με το οποίο τον ήξεραν οι θαυμάστριες του αλλά από την άλλη είχε έρθει στο θέατρο και όχι στο σπίτι του. Ποιος θα μπορούσε να είναι; 
-Σε ευχαριστώ, Κάρεν, είπε. 
-Μμ, το πρόσωπο σου φαίνεται καλύτερα αλλά και πάλι χρειάζεσαι λίγη διόρθωση, είπε και πήρε το make-up στα δικά της έμπειρα χέρια. Απαλά του έβαλε τη βάση στα πιο πρησμένα μέρη του προσώπου του. 
-Η Κυρία Μάρλλου ήταν πριν εδώ και σε έψαχνε, είπε ότι έχεις εξαφανιστεί από χτες το απόγευμα και δεν ανοίγεις την πόρτα. Ο Ρόμπερτ επίσης ανησυχεί και θα ήθελε να σου μιλήσει, τώρα είσαι πολύ καλύτερα, κοίτα και μόνος σου, του είπε αυτή. 
-Ναι, μάλλον είναι πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που θέλουν να μου μιλήσουν.
-Δεν ξέρω και δεν με εμδιαφέρει η κυρία Μάρλοου, αλλά δεν μπορείς και δεν πρέπει να αποφεύγεις τον Ρόμπερτ, του είπε η Κάρεν. Θα σε δω μετά, πρόσθεσε και με ένα δεσποτικό αέρα βγήκε από το καμαρίνι του Τέρυ. 
«Ο πατέρας μου, η κυρία Μάρλοου, ο Ρόμπερτ! Ποιος άλλος;» Ίσως θα ήταν καλύτερα αν κρυβόμουν, δεν είναι τίποτα που να θέλω περισσότερο από την ησυχία μου. Γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ενοχλούν τους άλλους; Εγώ δεν ενοχλώ κανένα». Ξαφνικά άκουσε τη φωνή του βοηθού σκηνής να φωνάζει την έναρξη για την πρόβα. Έβαλε το γράμμα βιαστικά στην τσέπη του σακακιού του και βγήκε από το καμαρίνι του για να κάνει τη συνηθισμένη του πρόβα. 

Οι 4 ταξιδιώτες
Και ενώ μία ακόμα πρόβα λάμβανε χώρα στη σκηνή του Στραντφορντ, το τρένο με τους 4 επιβάτες συνέχιζε το ταξίδι του. Ο Άρτσι και ο Τζωρτ είχαν αποκοιμηθεί στα καθίσματα τους. Η Άννυ και η Κάντυ είχαν και αυτές τις δικές του στιγμές χαλάρωσης. Η Κάντυ αισθανόταν κουρασμένη μετά από τόσα ταξίδια. «Λόφος της Πόνυ, Σικάγο, Λόφος της Πόνυ, Σικάγο και τώρα Νέα Υόρκη». Την τελευταία φορά που επιβάστηκε σε αυτό το τρένο, κάνοντας αυτή τη διαδρομή ήταν γεμάτη από όνειρα και από ελπίδες για το μέλλον. Τώρα δεν είχε καμία. «Ακόμα δεν ξέρω τι θα του πω. Δεν αισθάνομαι καλά που είμαι εδώ σε αυτό το τρένο, μακάρι να μην είχα ακολουθήσει την Άννυ στο σταθμό αλλα φαίνεται ότι ένα κομμάτι μου θέλει να πάει, να τον δει ακόμα μία φορά, ξανά.» Προσπάθησε να διώξει μακριά τις σκέψεις της που πετάγονταν μέσα στο κεφάλι της σχετικά με τη μελλοντική τους συνάντηση. «Εάν συνεχίσω να το σκέφτομαι, θα αρχίσω να τρελαίνομαι και μπορεί να πηδήξω από αυτό το κινούμενο τρένο». Προσπάθησε να κρατήσει μακριά τις σκέψεις της. Ένιωσε το κεφάλι της Άννυ να κουνιέται. Η Άννυ σιγά σιγά ξυπνούσε από έναν ωραίο και ήρεμο υπνάκο, δίπλα στη φίλη της. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε. 
-Α Κάντυ μου, κοιμήθηκα. Ταξιδεύουμε για πολύ ώρα τώρα. 
-Ναι, είπε κοιτώντας τις γκρι πεδιάδες που απλώνονταν έξω από το παράθυρο της. 
-Το ξέρεις ότι έπρεπε να μας το πεις ότι η θεία Ελρόυ σε πέταξε έξω από το σπίτι. 
-Και να ανησυχήσω τον Άλμπερτ; Ανησυχώ αρκετά για αυτόν για να τον κάνω να φωνάζει. Δεν μ’αρέσει να προκαλώ προβλήματα. 
-Ναι αλλά θα έπρεπες. Χάρηκα τόσο πολύ όταν σε είδα με τη βαλίτσα σου στο σταθμό του Σικάγου. Είναι πολύ ωραίο που αποφάσισες να έρθεις. Άσε τους άντρες να ασχοληθούν με τον Νηλ, εμείς θα πάμε για ψώνια και φαγητό, θα διασκεδάσουμε, είπε η Άννυ με ενθουσιασμό. 
-Άννυ φαίνεται ότι χρειαζόσουν αυτό το ταξίδι. 
-Πράγματι. Δεν είναι ότι καλύτερο να μένω με τη θεία Ελρόυ, η Ελίζα επισκέπτεται τακτικά το σπίτι. Την μισω! 
-Άννυ; Η Κάντυ ήταν έκπληκτη με τα τόσο έντονα συναισθήματα της φίλης της. 
-Αλήθεια. Δεν της αξίζουν όλα όσα έχει και μόνο για να δημιουργήσει προβλήματα έρχεται. Αυτές οι βρώμικες ιδέες για τις οποίες σου μίλησε η Ελρόυ, θα ήταν σίγουρα της Ελίζας. Πόσο θα ήθελα να παντρευτείς τον Άλμπερτ και να της δώσει ένα πραγματικό λόγο για να γκρινιάζει. 
-Άννυ, δεν μπορώ, δεν μπορώ να παντρευτώ τον Άλμπερτ, απάντησε δειλά η Κάντυ. Η Άννυ κοίταξε τη φίλη της, φαινόταν μπερδεμένη και αβέβαιη. 
-Γιατί; Είπε η Άννυ με απογόητευση. 
-Βλέπεις είναι ότι τώρα ξέρω πως αυτό που αισθάνομαι για τον Άλμπερτ είναι αγάπη, αλλά είναι μία τρυφερή, καλοσυνάτη αγαπη που είναι κατάλληλη μόνο για φιλία. 
-Ω, κατάλαβα, απάντησε η Άννυ με λυπημένο βλέμμα. Ήλπιζε ότι με τον καιρό το μυαλό της Κάντυ θα άλλαζε, θα προσαρμοζόταν στις καινούριες συνθήκες και τις καταστάσεις και θα σκεφτόταν πιο πολύ λογικά παρά συναισθηματικά. 
-Γιατί δεν κάνεις άλλη μία προσπάθεια; Προσπάθησες να καταλάβεις τις σκέψεις του; Η Άννυ επέμενε με την πίστη οτι ο χρόνος εκτός από γιατρός είναι και προξενήτρα. 
-Δεν έχει σημασία, απάντησε η Κάντυ με ένα απαλό, ήρεμο τόνο. 
«Κάντυ άλλαξες τόσο πολύ», σκέφτηκε η Άννυ, «Έχεις χάσει το κουράγιο και την πίστη στον έρωτα αλλά θα το ξεπεράσεις». 
-Ξέρεις, έχεις ξεχάσει την αγάπη γιατί η καρδιά σου πληγώθηκε και έχασες την πίστη σου αλλά θα τα ξαναβρείς όλα αυτά, είσαι άλλωστε τόσο νέα, είπε η Άννυ αισιόδοξα, προσπαθώντας να «δέσει τις πληγές της φίλης της. 
-Ξέχασα; Είπε η Κάντυ με έκπληξη. «Η αγάπη είναι σαν προορισμός», σκέφτηκε η Κάντυ. «Οι άνθρωποι με ρωτάνε : Θυμάσαι που είχες πάει εκεί; Μα έγω δεν έφυγα ποτέ». 
-Το λέω αυτό γιατί φαίνεσαι τόσο λυπημένη. Η αγάπη μας κάνει χαρούμενους. Έχεις ξεχάσει πόσα όμορφα αισθάνεσαι όταν είσαι ερωτευμένη αλλά πρέπει να κάνεις ένα βήμα πιο πέρα και να δώσεις την ευκαιρία στον εαυτό σου και στον Άλμπερτ. Ξέχασε τον Τέρυ, συνέχισε η Άννυ, η αγάπη σου για αυτόν τελείωσε, είσαι εδώ, πηγαίνεις στη Νέα Υόρκη για να διασκεδάσεις, έτοιμη να απολαύσεις τη νύχτα και τη μέρα, πρέπει να αισθάνεσαι ασφαλής και σίγουρη για τον εαυτό σου. 
Η τελευταια παρατήρηση της Άννυ έκανε την Κάντυ να κοιτάξει τις βαλίτσες της. «Πρέπει να πηδήξω τώρα από το τρένο…», είπε στον εαυτό της. Ήταν ακόμα κάτω από το ξόρκι του, τόσο βαθιά ερωτευμένη μαζί του, τώρα ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται, τα πόδια της να τρέμουν, νόμιζε ότι θα σπάσει η καρδιά της. «Δεν μπορώ να το κάνω, δεν μπορώ, νόμιζα ότι ήμουν έτοιμη αλλά δεν είμαι…». Δάκρυα απόγνωσης άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της, ο έρωτας την έκανε ευάλωτη και εύθραστη. Κάλυψε το πρόσωπο της με τα χέρια της.
-Κάντυ, Κάντυ, τι έπαθες; Είπα κάτι; Έκανα κάτι; Ρώτησε η Άννυ τρομαγμένη από την ξαφνική αντίδραση της φίλης της.
-Έκανα ένα λάθος, ένα ανεπαρνόθωτο και αδικαιολόγητο λάθος, απάντησε η Κάντυ. Και τώρα δεν μπορώ να το πάρω πίσω. Τα δάκρυα της χάραζαν μικρά ρυάκια στα μάγουλα της. Η Άννυ βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση, ανίκανη να καταλάβει τη φίλη της. Τι είχε κάνει η Κάντυ; Ήθελε να ρωτήσει αλλά η Κάντυ απάντησε λες και είχε ήδη ακούσει την ερώτηση. 
-Έγραψα ένα γράμμα στον Τέρυ, που δεν σκόπευα ποτέ μου να στείλω, ήταν το αντίο μου. Έτσι νόμιζα. Ήθελε να γράψω μερικά συναισθήματα, το έγραψα πριν από δύο μήνες, το έγραψα σαν να θέλω να του το στείλω αλλά δεν μπορούσα γιατί, γιατι… η Σουζάνα…Η Κάντυ πρόφερε το όνομα της Σούζανας με ένα διστακτικό, νικημέμμο τρόπο. Μετά το βρήκε κατά λάθος η κυρία Πόνυ. Του το έστειλε, μπορεί και να το διαβάζει αυτή τη στιγμή που μιλάμε. 
-Κάντυ υπάρχει κάτι σε αυτό το γράμμα το οποίο να φοβάσαι; Κάτι που θα ενθουσιάσει τον Τέρυ; 
Η Κάντυ δεν είχε το κουράγιο να απαντήσει άλλο, έγνεψε «ναι» με το κεφάλι της, κοιτώντας στο έδαφος. Είχε σταματήσει να κλαίει, καθώς αισθανόταν πιο ανάλαφρη, πθανόν γιατί μοιραζόταν το βάρος της «αποτυχίας» της με κάποιον άλλο πέραν του εαυτού της. 
-Τι ήταν; Η Άννυ κρατούσε την αγωνία της με αγωνία. 
- Ήταν «Σ’αγάπησα.»
-Τι έκανες; Ο Άρτσι πήδηξε κυριολεκτικά από το κάθισμα του όρθιος, τα κορίτσια ξαφνιάστηκαν τόσο που ούρλιαξαν. 
-Άρτσι, δεν ντρέπεσαι να κρυφακούς; Και να κάνεις ότι κοιμάσαι; Τον μάλωσε η Άννυ. Ο Άρτσι κοιτούσε τα πρόσωπα των κοριτσιών με ανησυχία και ένα βουβό θυμό που δεν εκφραζόταν. 
-Χρειάζεται να πηδήξω από αυτό το τρένο, είπε η Κάντυ, αρπάζοντας την βαλίτσα της με μία ξαφνική κίνηση. Η Άννυ και ο Άρτσι προσπάθησαν να την σταματήσουν.
-Εντάξει, είπε ο Άρτσι, αυτό δεν είναι συνετό. Ο Τζωρτζ που είχε αρχίσει να ξυπνάει από τη φασαρία γύρω του, μπήκε και αυτός κατευθείαν στο θέμα. 
-Α δεσποινίς Κάντυ, φυσικά μιλάγατε για τον νεαρό κύριο Γκράντσεστερ. Η Κάντυ έβαλε τα χέρια της στα μάγουλα της που είχαν πάρει φωτιά και ένα κατακκόκινο χρώμα. Ένιωθε μεγάλη ντροπή. Με ένα συναίσθημα ολοκληρωτικής ήττας και παράδοσης έβαλε την βαλίτσα στη θέση της και κάθισε στη θέση της. 
-Συγγνώμη, είπε, δεν θέλω να αφήσει τη Σουζάνα εξαιτίας μου ή να του προξενήσω περισσότερο πόνο, χρειάζεται να βεβαιωθώ.
-Αυτός είναι ο λόγος που πας στη Νέα Υόρκη λοιπόν; Ρώτησε ο Άρτσι με μία πικρία στη φωνή του. 
-Πρέπει να πω, ναι! ομολόγησε χαμηλόφωνα η Κάντυ. Υπήρχε μέσα της ένα βάρος που πάντα κουβαλούσε μετά από το χωρισμό της με τον Τέρυ. Ένα βάρος που δεν είχε βρει ακόμα τον τρόπο να το σηκώσει, να το ξεριζώσει από μέσα της. Αλλά εκείνη τη στιγμή, σε εκείνο το βαγόνι, δεν το αισθανόταν μόνο εκείνη. Η σιωπή τύλιξε το βαγόνι των 4 ταξιδιωτών μας καθώς το τρένο όδευε στον προορισμό του συναντώντας τη νύχτα αλλά για κάποιον άλλο αυτή η νύχτα θα ήταν αξημέρωτη.

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 12, 2010 2:56 pm

Ένα αφεντικό
Ο Τέρυ μόλις είχε τελειώσει την παράσταση του Άμλετ και κατάφερε να ξεγλιστρήσει και πάλι μέσα στη νύχτα από την πίσω πόρτα του θεάτρου. Δεν είχε δει τον Ρόμπερτ αλλά προτίμησε να του αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο γραφείο του με μία άσχετη δικαιολογία για την γρήγορη αποχώρηση του, φυσικά δεν είχε και καμία επιθυμία να επισκεφτεί τη Σουζάνα. 
Το μόνο που ήθελε ήταν να πιει, να τσακωθεί με κάποιον, να νιώσει και πάλι τη ζωή να τρέχει στις φλέβες του σε μία απελπισμένη προσπάθεια για επιβίωση. «Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εκεί έξω, που οι πιθανότητες του είναι άπειρες, ο θάνατος μόνο μία από αυτές…», σκέφτηκε. Δεν είχε καμία όρεξη να επιστρέψει στην βαρετή ζωή του για μία ακόμα παράσταση. Και δεν είχε καν χρόνο για να συνθηκολογήσει με τον πατέρα του. 
Ένιωθε όμορφα με το να απελευθερώνει τον ατμό που δύο χρόνια τώρα κουβαλούσε μέσα του, με το να θολώνει το μυαλό του και να ναρκώνει τα συναισθήματα του ή ότι είχαν απομείνει από αυτά. Φόρεσε τη μαύρη του κάπα που ταιριάζε απόλυτα στο χρώμα της νύχτας. Τα μαλλιά του έπεφταν ελεύθερα όπου επιθυμούσαν. Απόψε αισθανόταν πολύ ζωηρός. Η γειτονιά στις αποβάθρες ήταν γεμάτες από παράξενους ανθρώπους των οποίων τις δουλειές και τις υποθέσεις δεν θα τολμούσες να ρωτήσεις. Μερικοί γέροι με παλιά, βρώμικα και λερωμένα ρούχα και σχεδόν καθόλου παπούτσια ζητιάνευαν στον δρόμο. Ένας από αυτούς πλησίασε τον Τέρυ. Δεν είχε δόντια και τα μαλλιά του ήταν ψαρά και λαδωμένα. Τα γαλάζια μάτια του ήταν μέσα σε τρανς, οι κόρες προεξείχαν και η έκφραση του μαρτυρούσε στον Τέρυ ότι έβλεπε κάτι πολύ πιο πέρα από αυτόν, ίσως μία δαιμονική παρουσία που ερχόταν κατευθείαν από τα βάθη της κολάσεως. 
-Ένα νόμισμα, ένα νόμισμα, για ένα ζητιάνο, σε παρακαλώ. 
-Πάρε ένα, είπε ο Τέρενς αφήνωντας ένα δολάριο στο χέρι του ζητιάνου. 
-Σε ευχαριστώ, είπε, ο ζητιάνος. Αυτή τη νύχτα έγιναν πολλές φασαρίες και ο κόσμος «έσπασε». Δεν έχω φάει μεσημεριανό. 
Ο Τέρενς τον κοίταξε και δεν μπόρεσε παρά να αισθανθεί λύπη για την κατάσταση του γέρου αλλά όχι τόσο ώστε να μην του απαντήσει αυτό που πραγματικά σκεφτόταν. 
-Χμ, αλλά παίρνεις ναρκτωτικά, έτσι; Είπε μισογελώντας ο Τέρυ. Στα μάτια του γέρου καθρεφτιζόταν ένας αλλός κόσμος, ο Τέρυ τα ήξερε αυτά τα βλέμματα, τριγύρω του υπήρχαν πολλά όμοια. 
-Όπιο, είναι το αγαπημένο μου, ομολόγησε ο γέρος. Για κάποιον λόγο το θέμα τον ενθουσίασε. Μπορώ να σου φέρω μερικό. 
-Δεν παίρνω ναρκωτικά, είπε ο Τέρενς και γύρισε την πλάτη του. 
-Περίμενε, φώναξε ο ζητιάνος. Μην φεύγεις, δοκίμασε λίγο, μπορώ να σου βρω σε πολύ καλή τιμή. Ο Τέρενς δεν ξανακοίταξε πίσω του. 
Ο ζητιάνος άφησε τον Τέρενς στην ησυχία του, αλλά το αφεντικό του δεν θα ήταν ευχαριστήμενο, δεν είχε στρατολογήσει αρκετά άτομα αυτή τη βδομάδα. Το αφεντικό του θα ήταν πολύ απογοητευμένο και αυτό σήμαινε ότι σήμερα μάλλον δεν θα είχε ούτε βραδινό. 

Το παυσίπονο της Κάντυ
Ούτε η Κάντυ μπορούσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν την συνάντηση τους. Δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της. Η Άννυ έλεγε πως έπρεπε να προχωρήσει με τη ζωή της. Αλλά πως μπορούσε; Δεν είχε καν το θάρρος να τον αντικρύσει. Πως μπορούσε να προχωρήσει στη ζωή της όταν ένιωθε τόσο έντονα; Ναι, στο κορμί και στην ψυχή της, αισθάνόταν και πάλι τόσο ζωντανή λες και πριν ζούσε σε μία νάρκη, λες και χτες ακόμα όλες οι γεύσεις ήταν άνοστες και τα χρώματα θολά. Μα σήμερα, εκείνη τη στιγμή όλα ήταν πάλι τόσο ζωντανά, ξανά, τόσο έντονα. «Αυτό είναι το πρόβλημα, Τέρυ, μαζί σου νιώθω τόσο έντονα που ότι και αν ζήσω παρακάτω, ακόμα και η αγάπη μου με τον Άλμπερτ, είναι άψυχη σε σύγκριση με σένα. Ω, μακάρι να μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου και να αποκοιμηθώ." Αλλά τώρα, όχι μόνο η καρδιά αλλά ακόμα και το μυαλό της, δεν έδιναν καμία σημασία στις φυσικές της ανάγκες. 
Το μυαλό της δεν μπορούσε να κλείσει, όπως η μηχανή του τρένου, έτσι και αυτό, ταξίδευε χιλιόμετρα μακριά της. «Είναι μόνο μία ανάμνηση..αλλά σε λίγο θα είναι ζωντανός δίπλα μου».
Το κορμί της λαχταρούσε το άγγιγμα του, όπως μειωνόταν η απόσταση από τη Νέα Υόρκη, έτσι μειώνονταν και οι αντιστάσεις της. «Κάντυ έλεγξε τον εαυτό σου, τι σκέφτεσαι; Θα πεις ότι είναι μία παρεξήγηση και θα τον στείλεις πίσω εκεί όπου ανήκει». 
Κοίταξε τον Άρτσι, ροχάλιζε ελαφριά, αυτό την έκανε λίγο να γελάσει. Η Άννυ και ο Τζωρτζ έκαναν τον πιο ήσυχο ύπνο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο της αλλά δεν υπήρχε τίποτα να δει αυτή τη φορά, εκτός από το απόλυτο σκοτάδι. Όλη της τη ζωή η Κάντυ είχε μάθει να μάχεται ακόμα και για τα αναγκαία αλλά όταν έφτασε στον Τέρυ, για πρώτη φορά στην σύντομη ζωή της, έμαθε την πραγματική σημασία της «παραίτησης». Το να ανταλλάξει την αγάπη της με την ευτυχία της Σουζάνας δεν ήταν μέρος του αρχικού της σχεδίου αλλά η μοίρα αποφάσισε διαφορετικά. Έπρεπε να τον αφήσει να φύγει απελευθερώνοντας τον από την αγάπη της, από τη ζωή της. Τώρα εξαιτίας ενός ανόητου λάθους ένιωθε ότι έπρεπε να το ξανακάνει. «Ίσως αν τον αντικρύσω να ανακαλύψω ότι δν υπάρχει κανένας λόγος να αισθάνομαι έτσι, ίσως να μπορούμε να είμαστε φίλοι και να ανταλλάζουμε τις απόψεις μας και πάλι». 
Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια γλυκειές αναμνήσεις γέμισαν το σκοτάδι του μυαλού της. Δεν αντιστάθηκε αυτή τη φορά. Άφησε το χέρι του να την οδηγήσει στα σκοτσέζικα πεδία όπου ακούστηκαν οι ξένοιαστες φωνές τους, το γέλιο του να την πάει πίσω σε μία λαμπρή φύση που γινόταν καθημερινός μάρτυρας των πιο τρυφερών στιγμών τους, άφησε ακόμα και τα χείλη του να την ταξιδέψουν στην χρυσή εποχής της αθωότητας, του πάθους και του ονείρου. Μπορούσε σχεδόν να ακούσει τη φυσαρμόνικα, μπορούσε να τον αισθανθεί δίπλα της να την αγγίζει τρυφερά στο λαιμό με ένα φρεσκοκομένο λουλούδι, μπορούσε να μυρίσει τη λεβάντα των ρούχων του και να αισθανθεί την συγκρατημένη δύναμη που το κορμί του έκρυβε καθώς ξάπλωνε μαζί της στα απαλά χορτάρια. Και τότε έγινε ένα θαύμα. Το κουρασμένο της μυαλό και η πονεμένη της καρδιά βρήκαν τόση ζεστασιά,ασφάλεια και ανακούφιση στην φανταστική του παρουσία που τα μάτια της έκλεισαν και ο ύπνος της ήρθε τόσο γλυκά και απρόσμενα, σαν να ήταν ένα ακόμα νεογέννητο στο μητρικό του λίκνο. 
Ο Άρτσι άνοιξε τα μάτια του. «Επιτέλους, κοιμήθηκε» σκέφτηκε και την τύλιξε με την κουβέρτα του. Είχαν ακόμα 7 με 8 ώρες μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Άρτσι δεν είχε αισιόδοξες προβλέψεις ούτε για τη δική του επερχόμενη συνάντηση με τον Νηλ, ούτε για αυτήν του Τέρυ και της Κάντυ. Όντας ανίκανος να αλλάξει την σειρά των γεγονότων που τους είχαν οδηγήσει μέχρι εκεί, δεν του άρεσε καθόλου η πορεία που η ζωή τους ξαφνικά είχε πάρει. «Πάμε στον χαμό μας» σκεφτόταν μόνος του και υπό μία έννοια είχε δίκιο.



Μονίκ 
Στη Μονίκ δεν άρεσε ποτέ το κέντρο της πόλης: πολύ απλά γιατί δεν ήταν η καλοντυμένη μεσοαστική, μορφωμένη και περιποιημένη γυναίκα της Νέας Υόρκης. Είχε γεννηθεί στα αποκαλούμενα «σπίτια», μία περιοχή της πόλης που οι γυναίκες δεν τολμούσαν ούτε καν να διανοηθούν ότι υπήρχε και οι άντρες δεν τολμούσαν να αναφέρουν στις δημόσιες συζητήσεις τους. 
Είχε ανατραφεί από τη Μαντάμ του σπιτιού, η οποία την πήρε υπό τις προαστευτικές της φτερούγες από τότε που η μητέρα της Μονίκ πέθανε πάνω στη γέννηση της κόρης της. Σαν τόκος εκτίμησης και αναγνώρισης για το φαγητό, τη στέγη, τη ζωή που της επιτράπηκε να έχει ως νεογέννητο, τα απαραίτητα υλικά αγαθά που επέτρεψαν στην Μονίκ να επιβιώσει της σκληρής της μοίρας, η Μονίκ έπρεπε να δουλέψει σαν ένα από τα κορίτσια του σπιτιού.
Για αυτό όταν ήρθε εκείνη η ώρα της ανταπόδοσης, και αυτή η ώρα ήρθε νωρίς, η Μονίκ έγινε μία από τις αποκαλούμενες νυχτοπεταλούδες, που κέρδιζαν το βίος τους με τον πιο άθλιο και εξευτελιστικό τρόπο που οι άντρες αυτής της κοινωνίας μπορούν να ανεχτούν για τις γυναίκες.
Δεν πήγε ποτέ της σχολείο καθώς όλη η απαραίτητη γνώση που χρειαζόταν για να επιτύχει στη δική της καριέρα φιλοξενούνταν ήδη μέσα στο Σπίτι. 
Οι ώριμες και πιο έμπειρες γυναίκες είχαν τόσα πολλά να της μάθουν, ερωτικές κινήσεις για να ικανοποιούν τους άντρες, τρόπους σαρκικής διέργεσης και υλοποίησης των ερωτικών φαντασιώσεων. Η Μονίκ είχε μόνο τρεις υποχρεώσεις: Να φροντίζει το σώμα της καθώς αυτό ήταν το όχημα για το κέρδος, να πληρώνει τη Μαντάμ και να σέβεται τις μεγαλύτερες γυναίκες καθώς ούτε και αυτές είχαν έναν εύκολο βίο. 
Η Μονίκ σε αυτό το περιβάλλον γεμάτο από λαγνεία και ασέλγεια φιλοσόφησε το νόημα της λέξης «απόλαυση». Ήταν αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της διαμονής της στα σπίτια οι περισσότεροι πελάτες της προέρχονταν από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα. Προσπαθούσαν να διαφύγουν της αξιοπρεπής και κλασικής εικόνας τους, τα «πρέπει» και τους αθώους τρόπους που οι γυναίκες απαιτούσαν από αυτούς. Οπότε η αληθινή τους απόλαυση δεν ήταν τόσο η φυσική τους επαφή με τα κορίτσια όσο η ελευθερία που τα κορίτσια τόσο φτηνά τους παρείχαν. Η αποδοχή τους άνευ όρων και συνθηκών ήταν για αυτούς η αληθινή απόλαυση.
Η Μονίκ μεγάλωσε ανάμεσα στους κυρίους και στις πόρνες. Αλλά ποτέ της δεν φαντάστηκε να περάσει την αόρατη διαχωριστική γραμμή που χώριζε τον βρώμικό από τον καθάριο κόσμο. Ποτέ της δεν οραμαρίστηκε ένα διαφορετικό μονοπάτι από αυτό που η ζωή της είχε ορίσει. Μία μέρα η ζωή στο μονοπάτι της έφερε τον Έρικ. 
Η Μονίκ γνώριζε για τις συμμορίες από τότε που ήταν παιδί καθώς είχε μεγαλώσει ανάμεσα τους. Ο πατέρας του Έρικ διοικούσε αυτήν την περιοχή και κάτα κάποιο τρόπο και τις πόρνες, πουλώντας τους προστασία και αέρα. Εφόσον «νοίκιαζαν» κομμάτι της περιοχής του για να τρέξουν τις δουλειές τους έπρεπε να τον πληρώσουν για αυτό. Δεν ήταν ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που το έκανε: αυτή ήταν η φύση του επαγγέλματος και έτσι γινόταν εκεί. 
Όλοι το γνώριζαν και το σέβοταν και έκαναν αυτό ακριβώς που οι άγραφοι νόμοι της περιοχής απαιτούσαν σαν τους νομοτογείς πολίτες που πληρώνουν την εφορία στο κράτος και νοίκι στο σπιτονοικοκύρη τους. Αλλά ακόμα και η πιο ισχυρή κυβέρνηση γνωρίζει την ειρήνη, μέχρι να εμφανιστούν οι επαναστάτες. Μετά αρχίζει ο πόλεμος. Και η κυβέρνηση για να εξασφαλίσει και να διαφυλάξει την κυριαρχία και το status της χρειάζεται να καταπνίξει κάθε μικρή ή μεγάλη εξέργεση των επαναστατών. Και αυτοί οι επαναστάτες, στη δική μας περίπτωση, δεν ήταν άλλοι από τα παιδιά των γύρω περιοχών που έμπαιναν αδιακρίτως στα γειτονικά σύνορα κάνοντας δουλειές κάτω από τη μύτη των συμμοριών ή κλέβοντας τα κορίτσια. Οι συμμορίες φοβόντουσαν αυτούς τους εισβολείς που ζούσαν στα σύνορα μεταξύ του πολιτισμένου και του απολίτιστου κόσμου. Τι θα συνέβαινε αν ο καθένας από αυτούς άρχιζε να αμφισβητεί τη δύναμη των συμμοριών και να παρεβαίνει καθημερινά αυτούς τους άγραφους νόμους; Τι θα συνέβαινε αν ο κάθε εισβολέας έσωζε το κάθε κορίτσι από τη μοίρα του με την υπόσχεση ενός καλύτερου αύριου; Επανάσταση! Για αυτό και οι προστάτες της περιοχής, οι διοικητές, ήταν πολύ αυστηροί με τους εισβολείς. 
Κάθε γενιά περνούσε τις παραδόσεις στην επόμενη, όχι μόνο τους κανόνες αλλά και το μίσος για τους εισβολείς ώστε να είναι σίγουροι ότι αυτός ο βρώμικος κύκλος μίσους, αίματος και βρώμικου χρήματος θα συνεχιζόταν σταθερά και αδιάκοπα.Τώρα ήταν η σειρά του Έρικ. Ο Έρικ αγαπούσε τις αποβάθρες. Δεν ήταν μόνο το εύκολο κέρδος. Αυτός ήταν ο τόπος του, οι ρίζες του, μέσα στα σύνορα εκείνης της περιοχής με ολη την αθλιότητα και τη μιζέρια που μπορεί να τη χαρακτήριζε ο Έρικ αισθανόταν θεός σε ένα μικρό ιδιωτικό σύμπαν. Έξω από εκεί ήταν ένας ακόμα αλήτης, ένας περιθωριακός και ένα τίποτα στα μάτια της κοινωνίας αλλά στα μάτια της δική του κοινωνίας ήταν βασιλιάς. Δεν ένιωθε ούτε λύπη, ούτε μετάνοια για αυτό που ήταν. Αντίθετα ήταν περήφανος που έκανε τον πατέρα του περήφανο, περιφυλλάσοντας τα συμφέροντα και τις δουλειές. Στη δική του μικρή και διεφθαρμένη κοινωνία όλοι τον σέβονταν. Η Μονίκ ήταν ακόμα ένας από αυτούς τους ανθρώπους που τον σέβονταν. Όταν της ζήτησε να δουλέψει για εκείνον φυσικά και το έκανε, δεν είχε επιλογή. Μισούσε τους πελάτες του. Ήταν γέροι και αλκοολικοί στις καλύτερες των περιπτώσεων. Μερικές φορές ανέβαινε πάνω με ναύτες και μετανάστες που δεν μιλούσαν καν τη γλώσσα της. Της πετούσαν τα λεφτά, έκαναν τη δουλειά τους και τελείωναν σαν τα κτήνη. Τότε ήταν που οι πρώτες σκέψεις διαφυγής της πέρασαν από το μυαλό. Αλλά έπρεπε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα: δεν ήταν ικανή για να επιβιώσει μόνη της. Οι άνθρωποι μπορούσαν να καταλάβουν και μόνο από τον τρόπο ομιλίας της την ταπεινή της καταγωγή. Κανένας δεν θα την έπαινε στη δουλειά ή στο μαγαζί του. Δεν μιλούσε καλά Αγγλικά, δεν είχε τους κατάλληλους τρόπους, δεν ήξερε καμία τέχνη, ούτε καν ράψιμο. Σύντομα θα κουραζόταν από την βιοπάλη και ποτέ δεν είχε αρκετά λεφτά για εκείνη. Ο Έρικ της έδινε μόνο τα απαραίτητα για ρούχα, φαγητό και τα περισσότερα της τα παρείχε ο ίδιος. Δεν είχε αποταμιεύσεις στην τράπεζα και κανέναν φίλο έξω από τα σύνορα εκείνης της συνοικίας. 
Μα μία νύχτα, εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα, ο Τέρενς εμφανίστηκε μέσα στο μπαρ. Έμοιαζε σαν ψάρι έξω από τα νερά του και ήταν. Όταν η Μονίκ είδε την σκοτεινη, αδύνατη σιλουέτα του να κάθεται στο μπαρ είχε ένα μικρό flashback. Κάπου μέσα στο μυαλό της η εικόνα του ήταν ζωντανή…αλλά που; Πλησίασε διστακτικά το μπαρ. 
-Γεια σου, του είπε χαμηλόφωνα. Ο νεαρός ηθοποιός γύρισε και την κοίταξε. Ήταν όμορφη και είχε μακριά καστανά μαλλιά που έπεφταν στο στήθος της, το πρόσωπο της ήταν χλωμό αλλά είχε ρουζ πάνω, τα καστανά μάτια της έλαμπαν. 
-Ε, γεια, είπε ο Τέρυ. 
-Θες παρέα;
-Θέλω ένα ποτό, απάντησε αυτός με αυστηρότητα. Φορούσε μία μαύρη κάπα που τον κάλυπτε από τους όμους ως και τα παπούτσια αλλά δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον άντρα που να είχε γνωρίσει μέχρι σήμερα. Ήταν όμορφος και νέος. Τα μάτια του ήταν τόσο εκφραστικά και η Μονίκ ήταν πολύ καλή στο να ξεχωρίζει τους ανθρώπους. Προερχόταν από έναν άλλο κόσμο πολύ μακρινό από τον δικό της και της θύμιζε..της θύμιζε…
-Νομίζω ότι σε ξέρω από κάπου, του είπε η Μονικ. Ο Τέρενς ξαφνιάστηκε που δεν είχε φύγει ακόμα. Συνήθως η αγένεια του αποθάρρυνε τους ανθρώπους και του εξασφάλιζε την ησυχία του. Προφανώς αυτό δεν έλεγε κάτι στη Μονίκ γιατί ήταν συνηθισμένη σε πολύ χειρότερους τρόπους από τους δικούς του. 
-Δεν είμαι αυτός που νομίζεις ότι είμαι, της απάντησε ψυχρά χωρίς καν να την κοιτάει. 
-Και ποιος νομίζεις ότι νομίζω πως είσαι; Του είπε η Μονίκ με ένα κρυφό χαμόγελο. Τώρα είχε την προσοχή του. Η έκφραση του ήταν απαθής αλλά τα μάτια του τον πρόδιδαν. 
-Δεν σου είπα να φύγεις; Την ρωτησε. 
-Όχι. 
-Ωραία, μπορείς να φύγεις; 
Η Μονίκ του γύρισε την πλάτη και ετοιμάστηκε να φύγει. 
-Υπάρχει κάτι που θέλω να σε ρωτήσω…της είπε ξαφνικά. Η Μονίκ στάθηκε και γύρισε πάλι προς εκείνον. 
-Ψάχνω κάποιον παλιό μου φίλο, σύχναζε παλιά εδώ γύρω, μήπως ξέρεις τον Τσάρλι; 
-Τον Τσάρλι; Η κάρδιά της Μονίκ χοροπήδησε μέσα της. 
-Ναι, παλιά είμαστε φίλοι…
-Εσύ είσαι, έτσι δεν είναι; Φώναξε η Μονίκ με ενθουσιασμό. Εσύ είσαι εκείνο το αγόρι, που σύχναζε στις αποβάθρες μαζί με τον Τσάρλυ και ο Έρικ σας κυνηγούσε.
-Με θυμάσαι; 
-Ναι, φυσικά. Ήμουν εκείνο το κορίτσι που σε έβαλε στο σπίτι πριν η Μαντάμ να σε δώσει..
-Στον σερίφη, πρόσθεσε ο Τέρενς. 
-Είμαι η Μονίκ και εσύ είσαι…
-Ο Τέρυ. 
-Μονίκ που είναι ο Τσάρλι; 
-Λυπάμαι, δεν…μάτια της παρέδωσαν τη χαρά στη θλίψη. 
Η Μονίκ δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση της καθώς ο Έρικ τους πλησίασε. Δεν του άρεσε που η Μονίκ καθόταν τόση ώρα με έναν άγνωστο. Οι εντολές του Έρικ στα κορίτσια ήταν πάντα σαφείς: έμεναν μόνο αν τις κερνούσαν ποτά.. Η δωρεάν συζήτηση ήταν απαγορευμένη. Ή το πλήρωναν ή τίποτα. Αλλά όταν πλησίασε αρκετά κοντά, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο καινούριος πελάτης δεν ήταν άλλος από το διάσημο ηθοποιό του Μπροντγουέι, Τέρενς Γκράχαμ ή Γκράντσεστερ για όσους γνώριζαν. Ο Έρικ δεν τον είχε ξεχάσει όπως η Μονίκ. Στην αρχή ξαφνιάστηκε που τον είδε σε αυτό το μέρος. Αλλά ένα μέρος του κολακεύτηκε, ο καθένας από εμάς έχει τους λόγους του. Ο Έρικ ήταν έξυπνος και ένας λόγος που περνούσε πάντα στον Έρικ ήταν τα χρήματα. 
-Α, ώστε κατέληξες στην τέχνη; Γέλασε ο Έρικ. 
Ο Τέρενς τον κοίταζε με ένα σκληρό ύφος στο πρόσωπο του, προσπαθούσε να θυμιθεί…
-Θυμάσαι τον Έρικ; Του είπε η Μονίκ.
Ο Τέρυ έγνεψε καταφατικά το κεφάλι του χωρίς να σταματάει να κοιτάει τον Έρικ που με το έπαιζε παγερά αδιάφορος για όποιο παρελθόν και αν είχαν. 
-Είμασταν μόνο παιδιά, είπε ο Έρικ. Διασκέδασε το χρόνο σου και την Μονικ εάν φυσικά ενδιαφέρεσαι…πρόσθεσε και κλείνοντας πονηρά το μάτι στον Τέρυ και απομακρύνθηκε. Ήταν ένας σιωπηλός συμβιβασμός ανάμεσα στους δύο άντρες. 
-Ευτυχώς έφυγε, φαίνεται να σε συμπαθεί, είπε η Μονίκ. 
-Η φήμη μου του αρέσει, σχολίασε ο Τέρυ. 
-Είσαι διάσημος;
-Δεν διαβάζεις εφημερίδες; 
-Δεν ξέρω να διαβάζω, ακούω μόνο.
Ο Τέρυ ξαφνικά ντράπηκε, θεωρούσε τόσα πράγματα αυτονόητα. Το βλέμμα του αισθητά μαλάκωσε και η ειρωνεία του εξαφανίστηκε.
-Με συγχωρείς, της είπε με έναν απαλό τόνο. 
-Δεν πειράζει. Τι είσαι;
-Είμαι ηθοποιός. 
-Αλήθεια; Παίζεις στο θέατρο; 
-Ναι, της είπε κοφτά. Αλήθεια που είναι ο Τσάρλι; 
-Τον Τσάρλι τον βάλανε στο αναμορφωτήριο, πολλά χρόνια πριν, δεν τον έχω ξαναδεί από τότε. 
-Νόμιζα ότι θα γύριζε εδώ, προφανώς όχι, είπε ο Τέρενς με απογοήτευση. 
Η Μονίκ αισθάνθηκε την ανάγκη να του εξηγήσει ότι η ζωή του Τσάρλι δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε «βόλτα στο πάρκο». Και ο Τερυ αισθάνθηκε και αυτός την ανάγκη να της εξηγήσεθ ότι ο Τσάρλυ είχε πηδήξει από ένα εν κινήση τρένο στην προσπάθεια του να αποφύγει τις αστυνομικές αρχές και ότι είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο όπου και τελικά από εκεί κατάφερε να διεφύγει και να τραβήξει τον δρόμο του. Ήλπιζε ότι μπορεί και να είχε γυρίσει εδώ και ίσως τώρα να είχε την ευκαιρία να του μιλήσει. Γιατί είχε την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον, αν και το τελευταίο ποτέ δεν το είπε στη Μονίκ. Η Μονίκ όμως κατάλαβε. 
-Δεν έχεις φίλους; 
-Δεν τους χρειάζομαι, της είπε. 
-Έλα μαζί μου, του είπε εκείνη τραβώντας τον από το χέρι. 
-Όχι, δεν με ενδιαφέρει να..Ο Τέρυ δεν έκανε βήμα. 
-Ω, έλα τώρα. 
-Δεν καταλαβαίνεις…
-Καταλαβαίνω ότι είσαι μόνος σου και εγώ είμαι μόνη, του είπε και τον τράβηξε ακόμα περισσότερο. Ο Τέρυ σηκώθηκε και της επέτρεψε να τον οδηγήσει πάνω. Τι επίμονη κοπέλα! Δεν είχε καμία απολύτως γνώση της γραμματικής και της γλώσσας και ήταν προσφανές ότι βρισκόταν σε πλήρη άγνοια για τον κόσμο γύρω της αλλά είχε μία περίεργη κατανόηση για τους ανθρώπους και αυτό όφειλε να της το αναγνωρίσει. 
Το δωμάτιο της ήταν γεμάτο παλιά αντικείμενα, αυτό του θύμισε τον Τσάρλι και εκείνος μάζευε παλιά αντικείμενα κάποτε. Η Μονίκ είδε το ύφος του και χαμογέλασε. «Αυτό θα σε χαλαρώσει» του είπε εκείνη και του έδωσε να δοκιμάσει από το αγαπημένο της ποτό. Ο Τέρυ ήπιε μία γουλιά, τον έκαψε!
-Καλό δεν είναι; Τον ρώτησε.
-Ναι είναι, της απάντησε και συνέχισε να πίνει. Το ποτό ήταν ζεστό και το δωμάτιο επίσης. 
-Έχεις καμία φίλη; 
-Όχι, εσύ έχεις κάποιον φίλο; 
-Όχι, όχι στα αλήθεια του είπε. Τα μάτια της γέμισαν με νοσταλγία αλλά η ίδια έκφραση υπήρχε και στα δικά του μάτια λες και οι δύο ήταν εκεί μαζί για να περιμένουν τον ερχομό κάποιων, κάποιων που τους έλειπαν τώρα πάρα πολύ. Τώρα αυτό το καταλάβαιναν και οι δύο και το μοιράζονταν, ίσως περισσότερο από ότι θα έπρεπε. Ο Τέρενς ξαναγύρισε πολλές φορές για να δει τη Μονίκ και σιγά-σιγά άρχισε να της αποκαλύπτει κομμάτια της ζωής του. Μαζί της ένιωθε μία αφάνταστη ελευθερία. Δεν τον έκρινε ποτέ και για τίποτα, ποτέ δεν τον πίεζε για απαντήσεις και ούτε καν του έθετε ερωτήσεις. Αυτός μιλούσε για τον εαυτό του και εκείνη μιλούσε για αυτήν. Σεβόνταν ο ένας τις σιωπές του άλλου. Και μετά ήρθε το σεξ. Πρώτα αυτή το ζήτησε . Χρειαζόταν να νιώσει την τρυφερότητα στο κορμί της. Ήθελε να την αγγίξει κάποιος για πρώτη φορά με ειλικρίνεια και για αυτό που πραγματικά ήταν, ήθελε να το δοκιμάσει. Δεν επιθυμούσε το κορμί του Τέρυ αλλά το άνευ κρίσης ενδιαφέρον του που ήταν γνήσιο και αληθινό. Στα χέρια του δεν ήταν απλώς ένα άλλο σώμα. Ο Τέρυ δίστασε στην αρχή αλλά καθώς τον άγγιζαν τα επαγγελματικά της χέρια άρχισε να αφήνετε και να αισθάνεται όλο και πιο χαλαρός. Η Μονίκ δεν διέγειρε μόνο το σώμα αλλά το πνεύμα του. Δεν υπήρχαν δεσμεύσεις, πιέσεις, υποχρεώσεις μεταξύ τους αλλά παρηγορούσαν και σεβόντουσαν ο ένας τον άλλο χωρίς να προσπαθούν να αλλάξουν τίποτα. Στα μάτια των άλλων ήταν πάντα ο ηθοποιός και η πόρνη. Αλλά για τους εαυτούς τους ήταν κάτι πολύ πιο ιδιαίτερο. Ενέδιδαν στην λαγνεία δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, καμία φορά με τρυφερότητα και αισθησιασμό μεχρι να κουραστούν και ο Τέρυ να κοιμηθεί στην αγκαλιά της ώσπου να ξυπνήσει από τις φωνές του Έρικ που ήθελε πίσω το κρεββάτι του. Άλλες φορές ήταν γρήγοροι και βιαστικοί, αλλάζοντας συνεχώς στάσεις σαν να αναζητούσαν κάτι που δεν έβρισκαν και άλλες φορές ο Τέρυ απλώς χαλάρωνε και άφηνε τη Μονίκ να αναλάβει τα υπόλοιπα. Σκέφτηκαν άραγε καθόλου την Κάντυ και τον Τσάρλι; Ναι τους σκέφτηκαν και τους συζήτησαν, μιλώντας για τη μοναξιά και τα κενά που και οι δύο ένιωθαν. Αλλά είχαν μείνει μόνοι τους, στερημένοι από το αληθινό τους ταίρι. Και οι δύο αντιμετώπιζαν μία σκληρή μοίρα που δεν μπορούσαν να της ξεφύγουν. Το ίδιο ανασφαλείς, το ίδιο αδύναμοι. Και οι δύο χρειάζονταν μία ακόμα έξοδο κινδύνου, μία πόρτα διαφυγής από την ίδια τους τη ζωή. Την είχαν βρει.

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 12, 2010 2:58 pm

Ένας φίλος

Ο Τέρενς συνέχισε την πορεία του προς το μπαρ του Έρικ. Ο κρύος αέρας έκανε τις αισθήσεις του να ξυπνούν ακόμα περισσότερο. Ο Έρικ δεν φαινόταν πουθενά τριγύρω. Μπήκε κατευθείαν μέσα στο μπαρ και έψαξε με το βλέμμα του για τη Μονίκ αλλά ούτε και εκείνη φαινόταν πουθενά. Κάθισε σε ένα από τα σκαμνιά και ενώ ήταν έτοιμος να παραγγείλει ποτό άκουσε τη γνώριμη φωνή της Μονίκ να φωνάζει ενώ κατέβαινε γρήγορα τις σκάλες παρέα με ένα πελάτη που και αυτός της φώναζε. Ο Τέρυ γύρισε απότομα το κεφάλι του έτοιμος να υπερασπιστεί τη φίλη του αν χρειαζόταν αλλά αμέσως κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο. Η έκπληξη πρόλαβε τις σκέψεις του… Και ο ίδιος δεν πίστευε στα μάτια του, μπορούσε αλήθεια να είναι; Να είναι…
-Τσάρλυ! 
Ο Τσάρλυ που πέρναγε δύσκολες στιγμές με την ξεροκεφαλιά της Μονίκ γύρισε έξαλλος του πρόσωπο αλλά δεν μπόρεσε να κρατήσει το θυμό του καθώς αντίκρυσε το όμορφο πρόσωπο του Τέρυ να τον κοιτάζει γεμάτος χαρά. 
-Ω θεέ μου! Φώναξε. Εσύ, εσύ εδώ; Τέρυ! 
Οι δυο τους πλησίασαν και αγκαλιάστηκαν σαν δύο παλιοί και αγαπημένοι φίλοι, ο τρόπος που χτύπησαν φιλικά ο ένας την πλάτη του άλλου μαρτυρούσε ακόμα και σε έναν άγνωστο ότι οι δυό τους είχαν τον δικό τους κώδικαν ή τουλάχιστον κάποτε είχαν. Η Μονίκ βρήκε την τέλεια ευκαιρία για να δραπετεύσει από την σκηνή αλλά ο Τσάρλι το πρόσεξε. Ήταν πολύ δύσκολο για εκείνον να κλέβει στιγμές που ο Έρικ έλειπε και να επιστρέφει πάλι εδώ μέσα, έπρεπε να τον ακούσει, έπρεπε..
Ο Τέρενς κάθισε στο μπαρ έτοιμος να παραγγείλε ποτά και για τους δύο. Ο Τσάρλι παρέμεινε όρθιος. 
-Πάμε να φύγουμε από εδώ Τέρυ, δεν μπορώ να μείνω. Εδώ…
-Τσάρλι ακόμα πλακώνεσαι με τον Έρικ; Ρώτησε ο Τέρυ ανήσυχος. 
-Εγώ μεγάλωσα εδώ, εσύ έφυγες, έπρεπε να φύγω από εδώ για να μπορέσω να ζήσω. «Μπήκα σε αναμορφωτήριο εξαιτίας του», ψιθύρισε ο Τσάρλι στο αυτί του Τέρυ. Με χαμηλωμένη τη φωνή του και το βλέμμα του στο μπαρ, συνέχισε «Γύρισα εδώ μόνο και μόνο για τη Μονίκ. Είμαι πάλι στον ίσιο δρόμο, μπορώ να τη συντηρήσω. Κάποτε της είχα δώσει μία υπόσχεση, αν με άκουγε…» 
Ο Τέρυ κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση. Στιγμιαία ένιωσε έναν κόμπο να του θωρακίζει το λαιμό. Ενοχή ήταν αυτό; Δεν πρόλαβε να καταλάβει. 
-Τι θέλει αυτός εδώ; Ακούστηκε μία μπάσα αυστηρή φωνή πίσω τους.
-Παλιομπάσταρδε, ντ******, φώναξε ο Τσάρλι με τα μάτια σαν στιλέτα. 
Οι θαμώνες μεθυσμένοι και μη, γυρίσαν το βλέμμα τους πάνω στο νεαρό που τόσο άνετα έβριζε τον αρχηγό της περιοχής δίχως να τον φοβάται, ούτε αυτόν, ούτε τους άλλους τέσσερεις που τον συνόδευαν.
Αυτή θα ήταν μία πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά για όλους. Για αυτό μία ξαφνική σιγή απλώθηκε. Ο λόγος άνηκε αποκλειστικά στους πρωταγονιστές αυτής της σκηνής. Μόνο που και εκείνοι σιωπούσαν. Ακόμα και ο Έρικ. Ψύχραιμος και ασφαλής στην έδρα του αναζητούσε μία μηδαμινή αφορμή για να τσακίσει τον εισβολέα. Όχι στην πραγματικότητα δεν χρειαζόταν καμία αφορμή απλώς πριν να «τσακίσει» το σώμα του Τσάρλι, ήθελε να «τσακίσει» τη ψυχή του. Και αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία…
Πολύ σωστά η διαίσθηση του Τέρυ του έδειχνε την έξοδο. 
-Φεύγουμε! Είπε και άρχισε να σπρώχνει τον αμετακίνητο Τσάρλι προς την πόρτα. Αλλά η ζωή δεν είναι ποτέ τόσο απλή, έτσι δεν είναι; 
-Α βλέπω προφυλλάσεις τον φίλο σου…όπως παλιά….έτσι δεν είναι; Είπε ειρωνικά ο Έρικ. 
-Σκάσε! Φώναξε ο Τέρυ γυρνώντας στο πλάι και κοιτάζοντας τον Έρικ με ένα απειλητικό, σκληρό βλέμμα. Δεν πρόλαβε να κάνει βήμα πιο πέρα…
-Τέρυ! φώναξε προκλητικά ο Έρικ. Γιατί δεν του λες τι κάνεις στη Μονίκ κάθε βράδυ; Ε; 
Οι άλλοι τέσσερεις που ήταν μαζί με τον Έρικ άρχισαν να γελάνε. Ο Τσάρλι κοίταξε τον Τέρενς με ένα βλέμμα που πρόδιδε όλη του την ανησυχία αλλά τη δυσπιστία του για τα τελευταία λόγια του Έρικ. Αλλά το πρόσωπο του Τέρυ ήταν σκοτεινό και το βλέμμα του απόμακρο και χαμηλωμένο. Ο Τσάρλι δεν είχε χάσει μόνο την πίστη του αλλά και τον εαυτό του, χωρίς να το καταλάβει ούτε και ο ίδιος, χτύπησε με μία γροθιά τον Τέρυ και τον έριξε στο μπαρ. Ο Τέρυ πιάστηκε από το μπαρ για να μην πέσει κάτω αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί, να αντιδράσει, ούτε να κάνει βήμα, αυτός ήταν ο Τσάρλι και εκείνος…Έφερε το χέρι του στα χείλη του, αίμα. «Είναι εντάξει» σκέφτηκε «ότι και να πει, ότι και να κάνει είναι εντάξει». Ο Τσάρλι πάλι δεν ήταν καθόλου εντάξει. Ήταν έτοιμος να τον κομματιάσει…
-Δεν μ’αρέσουν οι καυγάδες στο μπαρ μου, φώναξε ο Έρικ. Αλλά για εσένα που τολμάς να προσβάλεις εμένα και τους φίλους μου, θα κάνω μία εξαίρεση. Τελείωστε τον! 
Ο Τσάρλυ έκανε να τρέξει αλλά ήταν πια πολύ αργά, παγιδευμένος μέσα στη φωλιά του λύκου, ξαφνικά βρέθηκε πεσμένος στο πάτωμα και η μύτη του, τα πλευρά, η μέση του ακόμα και τα πόδια του μαρτυρούσαν από τις άγριες κλωτσιές που δέχοταν. Ούρλιαζε από τον πόνο, έκλεισε τα μάτια..
-Αφήστε τον! Φώναξε η Μονίκ που έτρεξε κοντά αλλά η μοναδική απάντηση στο αίτημα της ήταν το δυνατό και βίαιο χαστούκι του Έρικ στο μάγουλο της. Έπεσε στο πάτωμα και τώρα παρακολουθήσε τον βίαιο ξυλοδαρμό του Τσάρλι από το ίδιο επίπεδο. Έβαλε τα κλάματα και τα χέρια στο πρόσωπο της καλύπτοντας τα μάτια της. Κανείς δεν κουνιόταν. Ο Τέρυ δεν είχε και πολλές επιλογές, ανίκανος να τα βάλει με όλη αυτή τη συμμορία, επιτέθηκε κατευθείαν στον Έρικ. Επεσέ πάνω του και τον κόλησε με την πλάτη στον τοίχο. Τα μάτια του ήταν κόκκινα από το θυμό. Ποτέ πριν στη ζωή του δεν είχε αισθανθεί τόσο φόβο και τόσο μίσος. Αυτό που γινόταν ήταν απάνθρωπο και ξεπερνούσε τα όρια. 
-Πες του να σταματήσουν, φώναξε άγρια στον Έρικ. Πες το τώρα!
Το ψυχρό βλέμμα του Έρικ συνάντησε το θερμόαιμο βλέμμα του Τέρενς. Ο Έρικ κοίταξε τον Τσάρλι που ψυχοραγούσε στο πάτωμα. Το είχε ήδη τραβήξει αρκετά και η η εκδίκηση του ήταν πια ολοκληρωμένη. 
-Επειδή το λέω εγώ αυτό…είπε ο Έρικ κοιτάζοντας τον Τέρενς. Αφήστε τον! φώναξε στους άλλους τέσσερεις. Κατευθείαν οι άλλοι τέσσερεις σταμάτησαν και κοίταξαν με θυμό τον Τέρενς. Ήταν προφανές ότι τους είχε χαλάσει τη διασκέδαση. Ο Τέρυ χαλάρωσε τα χέρια του και έτρεξε στον Τσάρλι. Η Μονίκ ήταν ήδη πεσμένη από πάνω του. Ο Τσάρλι πονούσε παρά πολύ καθώς τα μάτια του ήταν πρησμένα και όλο του το σώμα μελανιασμένο από το ξύλο. Δεν μπορούσε καν να κουνηθεί, διπλομένος στα δύο, σαν κουβάρι, προσπαθούσε να πάρει ανάσα. 
-Θα έπρεπε να σε σκοτώσω για αυτό Γκραντ, φώναξε ο Έρικ στον Τέρυ. Αλλά αυτό θα το κάνει ο Σάμουελ και εγώ θα γίνω πιο πλούσιος. Πάρ’τον από εδώ μέσα. Μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ μέσα, απείλησε τον Τσάρλι και μετά απομακρύνθηκε σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. 
-Εγώ φταίω, εγώ, σιγοψιθύριζε η Μονίκ με δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
-Μονίκ, σταμάτα! Την παρακάλεσε ο Τέρυ με αυστηρό ύφος αλλά πληγομένο βλέμμα. Βοήθησε με καλύτερα, της πρότεινε. 
Καθώς η Μονίκ βοηθούσε τον Τέρυ να μεταφέρει τον Τσάρλι έξω, το μπαρ ξαναγύρισε στους κανονικούς του ρυθμούς. Η αιματοβαμμένη παράσταση είχε τελειώσει και τώρα όλοι οι απόκληροι μπορούσαν να χαλαρώσουν απολαμβάνοντας το ουίσκι τους. Τι θα ήταν άλλωστε οι αποβάθρες χωρίς αυτά τα μικρο-επεισόδια; 

Αργότερα εκείνο το βράδυ, ο Τέρενς έσυρε τον μισο-πεθαμένο Τσάρλι πίσω στο διαμέρισμα του. Τον βοήθησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, έφερε πάγο και του έβαλε στις μελανιές. Ο Τσάρλι τον κοίταζε και σιωπηλά τον ευχαριστούσε για την υποστήριξη του. 
-Συγγνώμη για τη Μονίκ, είπε ο Τέρυ. 
-Δεν πειράζει άλλωστε δεν ήσουν και ο μοναδικός, είπε ο Τσάρλι και άρχισε να γελάει ή να κλαίει; Ο Τέρυ δεν μπορούσε να καταλάβει τι από τα δύο ήταν, μπορεί και τα δύο. Αλλά καταλάβαινε ότι ο Τσάρλι πονούσε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. 
-Πειράζει, του είπε ο Τέρυ ενώ στεκόταν δίπλα του καθισμένος στο στρώμα. Έπρεπε να είχα φερθεί καλύτερα, ίσως ήταν για μένα πιο οικεία, κατά μία έννοια, είπε αδυνατώντας να βρει τις λέξεις για να καλύψει την αδυναμία του και την ανάγκη του όλους αυτούς τους μήνες. Σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο, ο ουρανός ήταν καθαρός. Τα αστέρια έλαμπαν. 
-Τι συνέβη σε εσένα; Δεν είσαι ευχαριστημένος που είσαι διάσημος. Ο Ρομέος της Νέας Υόρκης. Άκουσα πολλά για σένα, είπε ο Τσάρλι κοιτώντας τον φίλο του που φαινόταν να κάνει έναν ήσυχο απολογισμό της ζωής του. 
-Καλά είμαι, μην ανησυχείς για μένα Τσάρλι, απάντησε ο Τέρυ χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα αστέρια. 
-Και τι απέγινε με εκείνη τον ξανθό άγγελο που είχα για νοσοκόμα στο Σικάγο; Δεν μπορώ να ξεχάσω πόσο με βοήθησε. Νόμιζα…
-Και εγώ νόμιζα, τον διέκοψε μισογελώντας με πίκρα ο Τέρυ. 
-Μήπως ερωτεύτηκες τη Μονίκ; 
-Όχι, τίποτα τέτοιο, κούνησε αρνητικά το κεφάλο ο Τέρυ. Τώρα έχω άλλες υποχρεώσεις, και πήγε στο ντουλάπι της κουζίνας όπου και έβγαλε ένα φλασκί ουίσκι. Ήπιε μία γουλιά και έδωσε το υπόλοιπο στον Τσάρλι. Ο Τέρενς ξαναπλησίασε το παράθυρο. Εάν ήταν γάτος τώρα θα πηδούσε πάνω στις στέγες των σπιτιών, χαζεύοντας τη Νέα Υόρκη από ψηλά. Αλλά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας θνητός άντρας καταδικασμένος σε ένα βαρύ και ευαίσθητο σώμα και δεν είχε άλλη επιλογή παρά να μείνει εκεί που ήταν. 
-Δείχνεις θλιμμένος, παρατήτησε ο Τσάρλι. Το ποτό είναι πολύ καλό, πρόσθεσε. 
-Όχι, όχι δεν είμαι, είπε ο Τέρυ. Τσάρλι γιατί δεν παίρνεις τη Μονίκ να φύγετε μακριά από εδώ; 
-Δεν θέλει να φύγει από εδώ. Οι γυναίκες είναι απίστευτες…Γύρισα για εκείνην και αυτή δεν θέλει να φύγει…μαλώσαμε, της είπα ότι μάλλον της αρέσει. 
-Είναι ο τόπος της εδώ, είπε ο Τέρυ. Και ο δικός σου. 
-Και λοιπόν; Και εσύ ήρθες από μακριά. Αν με πίστευε θα τα καταφέρναμε. Δεν μπορεί να αφήσει πίσω της αυτό το μπαρ και αυτό το σίχαμα που την εκμεταλεύεται; Δεν καταλαβαίνω. 
-Δεν είναι το ίδιο, απάντησε ο Τέρυ. Κάπου μέσα του καταλάβαινε τις επιφυλάξεις της. Η Μονίκ, ήθελε να φύγει σαν ελεύθερη γυναίκα και όχι σαν κυνηγημένη πόρνη, πρώτα για τον ευατό της, μετά για τον Τσάλι. Ήταν πολύ δύσκολο μετά από τόσο καιρό να αποτινάξει ξαφνικά όλα τα δεσμά του παρελθόντος. Να κάνει την αδυναμία δύναμη ακόμα και αν τώρα είχε έναν σύμμαχο στο πλευρό της. Και ο Τσάρλι το καταλάβαινε αυτό, απλώς δεν το έλεγε. 
- Ο Έρικ δεν θα την αφήσει ποτέ. Αλήθεια τι άκουσα, θα παλέψεις με τον Σάμουελ;
-Για μισοπεθαμένος ακούς καλά, είπε ο Τέρυ χαμογελώντας. 
-Προσπαθείς να σκοτωθείς μου φαίνεται, είπε ανήσυχα και αυστηρά ο Τσάρλι. 
-Αυτό δεν είναι έγκλημα έτσι; 
-Δεν έχω το κουράγιο να μαλώσω μαζί σου απόψε, είπε ο Τσάρλι και έκλεισε αργά τα μάτια του. Δεν κατάφερε να τα ανοίξει και πάλι. Βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο. Ο Τέρενς άρχισε να ξεντύνεται. Ήταν μία δύσκολη νύχτα για όλους και χρειαζόταν ξεκούραση. Πρώτα έβγαλε τη μαύρη κάπα του και μετά το σακάκι του, αλλά καθώς το έπιασε συνηδητοποίησε το σκληρό και τετράγωνο φάκελο που είχε ξεχάσει από το απόγευμα στην τσέπη. Ποιος θα μπορούσε να είχε στείλει αυτό το γράμμα; Κάθησε στον καναπέ και έσκισε το χαρτί από πάνω. Αφαίρεσε τις σελίδες, έξι σελίδες;
Μόλις τις ξεχώρισε έφερε την πρώτη σελίδα κοντά του. Η ανάμνηση αυτού του γραφικού χαρακτήρα, πυκνογραμμένου τώρα τον χτύπησε σαν να ήταν ηλεκτρικό ρεύμα. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Δεν μπορούσε να το πιστέψει και στην αρχή δυσκολεύτηκε να εστιάσει στα γράμματα και να συγκεντρώσει την προσοχή του στις λέξεις. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή και η ανάσα του έγινε πιο γρήγορη λες και έδινε αγώνα να κρατήσει τη νηφαλιότητα του μυαλού του. Εκείνο το βράδυ δεν είχε επιστρέψει μόνο ο Τσάρλι…

«Σ’αγάπησα»

Όσο περισσότερο διάβαζε, τόσο πιο μπερδεμένος αισθανόταν. Τα μάτια του καθρέπτιζαν καθαρά συναισθήματα, χαρά, λύπη, νοσταλγία, ενοχή, αγάπη, ανησυχία καθώς όχι μόνο οι λέξεις αλλά μία ολόκληρη εποχή αναμνήσεων περνούσε μπροστά του. Διάβαζε χωρίς σταματημό. Για μια στιγμή το βλέμμα του ταξίδεψε στα αστέρια έξω από το παράθυρο και μετά ξαναγύρισε στη γη και στο γράμμα που κρατούσε. Όταν τελείωσε άφησε τις σελίδες πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και πήγε στο κρεβάτι του Τσάρλι. Πήρε ήσυχα το φλασκί και ήπιε πάνω από το μισό σε μία γουλιά, λες και ήταν καθαρό νερό και όχι οινόπνευμα. Παρόλι την ποσότητα, το ήξερε ότι απόψε δεν θα μεθούσε ακόμα και αν κατάβαζε ολόκληρο το μπαρ του Έρικ. 
Το γράμμα της φαινομενικά αθώο και τρυφερό στην ουσία επικύνδινο στην καρδιά του και γεμάτο αντιφάσεις στο μυαλό του. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Άρχισε και πάλι να διαβάζει. Το διάβαζε ξανά και ξανά ανακαλύπτωντας καινούριο νόημα πίσω από κάθε πρόταση, τα μάτια του δεν μπορούσαν να το αφήσουν, το βλέμμα του γύριζε και ξαναγύριζε σε εκείνο το «Σ’αγάπησα». 
Ο Τέρενς δεν μπόρεσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ, δεν ήταν το γράμμα μα τα ίδια του τα συναισθήματα που δεν του έδιναν στιγμή γαλήνης. Περπατούσε πάνω-κάτω στο δωμάτιο, άδειασε ότι σταγόνα αλκόολ υπήρχε στο μικρό του διαμέρισμα. Το άγχος του, τα νεύρα, οι ερωτήσεις του δεν τον άφηναν σε ησυχία. Βαθιά μέσα του ότι αναζητούσε ήταν απαντήσεις. 
Όχι για εκείνον και την Κάντυ μα και για τη ζωή του την ίδια. Γιατί είχε μία ζωή αλλά δεν μπορούσε να την αλλάξει. Είχε ένα χρέος, μία υποχρέωση και ένα καθήκον που η ίδια η Κάντυ άφησε στα χέρια του τη νύχτα του χωρισμού τους: την φροντίδα της Σουζάνας ώστε όλοι να ζήσουν ευτυχισμένοι. 
Όταν έφυγε, ότι και αν αυτή συμβόλιζε ή ήταν στη ζωή του, έφυγε μαζί της. Μα για εκείνον ήταν κάτι παραπάνω από κάτι. Ήταν το φως, η ευτυχία, η ελπίδα, η νιότη, η αθωότητα. Ότι του απέμεινε ήταν ένα βαρύ και άδειο κέλυφος που δεν είχε σκοπό, ιδανικά και αγάπη. Ενέδωσε με άνεση στο ποτό και στον καπνό μη μπορώντας να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα όπως πραγματικά ήταν για αυτόν: άδεια. 
Έχασε τη δουλειά του και κατέληξε στο Ροκστόουν, ένα ξεχασμένο από τους θεούς και τους ανθρώπους μικρό χωριό όπου όλοι έμοιαζαν αγενείς και χαμμένοι σαν αυτόν. Ένας ηθοποιός υπό την επήρρεια, ο Καζανόβας της πόλης που δεν είχε κανένα πρόβλημα να σταλακώνει κάθε βράδυ την εικόνα του και να ξεπουλά φτηνά και αναίσθητα τον ίδιο τον εαυτό. Και τότε την είδε ανάμεσα στο κοινό που τον χλεύαζε για την κατάσταση του. Την είδε να κλαίει. Ακόμα και αν τον ήθελε δεν θα μπορούσε να αισθανθεί χειρότερα. Έκλαιγε και εκείνος την έκανε να κλαίει και αυτό ήταν λάθος, ένα τεράστιο άδικο λάθος που έπρεπε να διορθώσει. 
Τη δύναμη την πήρε από εκείνη για να ξαναβρει το πάθος, την ενέργεια του και να καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό του, τα αισθήματα και τη λύπη του και να παίξει όπως παλιά, όταν δεν υπήρχε παρελθόν παρά μόνο μέλλον. Αλλά όπως το μέλλον έτσι και εκείνη εξαφανίστηκε…Ο Τέρενς ξαναγύρισε στο σπίτι του και στη σκηνή του Στράντφορντ, στη Σουζάνα και ήταν λες και δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα από τότε που έφυγε. Μα δεν πέρασε ούτε και μία μέρα από τότε που ξαναγύρισε.
Παρόλο που ο χρόνος έκανε τον αδιάκοπο κύκλο του από την ανατολή στη δύση, ο δικός του προσωπικός χρόνος είχε σταματήσει και έτσι και αυτός σταμάτησε να προσέχει την Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία πια. Τίποτα δεν άλλαζε εκτός από την ανάμνηση της που κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο σκοτεινή όλο και πιο απόμακρη στο λαβύρινθο της σκέψης του γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. 
Πάγωσε ακόμα και τα ίδια του τα συναισθήματα και δεν μπορούσε να νιώσει πια τίποτα. Αλλά έπρεπε να βρει έναν τρόπο να νιώσει, αληθινά και γνήσια όπως και άλλωτε.
Ο φυσικός πόνος και η ηδονή, η αδρεναλίνη και η ενδομορφίνη ήταν τα δικά του ναρκωτικά για να δραπετεύει ακόμα και αν διαρκούσαν όσο μία νύχτα και το πρωί ο Τέρενς έπρεπε να επιστρέψει στην διάσημη ζωή του. 
Όταν ξύπνησε ο Τσάρλι ανακάλυψε τον Τέρυ στο τραπέζι της κουζίνας με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του να κοιτάει ένα εξασέλιδο γράμμα.
-Τι έπαθες; Ρώτησε ο Τσάρλι. Τι είναι αυτό; Ρώτησε παίρνωντας στα χέρια του την παλιά και μεταχειρισμένη φυσαρμόνικα. 
-Ένα σύμβολο, είπε ο Τέρυ.
-Μα έχει χαλάσει, παρατήρησε ο Τσάρλι. 
-Ναι το ξέρω, είπε ο Τέρυ και του την πήρε από το χέρι. Δεν μπορούσε πια ούτε ο ίδιος να αντέξει τα συναισθήματα του για αυτό και είχε κρύψει τη φυσαρμόνικα στα πιο βαθιά του συρτάρια. Τώρα την είχε πάλι εκεί κοντά του και ήταν θέμα ωρών πλέον να βρεθεί δίπλα του και το ξανθό κορίτσι που του τη χάρισε.


Ένας Άγγλος στη Νέα Υόρκη

Η Σουζάνα είχε ξυπνήσει νωρίς εκείνο το πρωινό. ΄Ηταν ανήσυχη. Που ήταν ο Τέρυ; Δεν είχε καταφέρει να τον δει για δύο νύχτες και μια ημέρα. Στη Σουζάνα δεν της άρεσαν καθόλου τα κομμάτια ζωής που κράταγε κρυφά, οι σιωπές και οι ξαφνικές του εξαφανίσεις ακόμα και αν αυτές δεν κράταγαν παρά μόνο για μία μέρα ή δύο. 
Εκείνος όμως δεν είχε σκοπό να μοιράστει μαζί της τα μυστικά του. Αναγκαστικά το σεβόταν γιατί ο Τέρυ δεν της άφηνε τα περιθώρια να μην το κάνει. Αλλά σήμερα θα πήγαινε να τον δει. Είχε πει στη μητέρα της να την βοηθήσει να ετοιμαστεί και ήταν πλέον η ώρα για να πάει να κτυπήσει την πόρτα του. Φυσικά αυτό δεν θα του άρεσε καθόλου. Ο Τέρενς μισούσε το πρωινό ξύπνημα και μαζί με αυτό οποιαδήποτε αιτία τον ανάγκαζε να σηκωθεί από το κρεβάτι του αλλά η Σουζάνα δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και να τον κυνηγά όλη μέρα ανάμεσα στις πρόβες και τις παραστάσεις. Το γυναικείο της ενστικτό την προειδοποιούσε για κάτι που η Σουζάνα δεν μπορούσε να ορίσει. 
-Είσαι έτοιμη, Σουζάνα; Ρώτησε η μητέρα της ενώ έπαιρνε το σάλι της από την καρέκλα. 
-Ναι μητέρα, πάμε. 
-Δεν είμαι σίγουρη πάντως ότι είναι καλή ιδέα, το πιθανότερο είναι να μην μας ανοίξει καν ή να αρχίσει να φωνάζει και στην τελευταία περίπτωση, μη περιμένεις να μη του μιλήσω. 
-Τίποτα να μην κάνεις μητέρα. Μόνο να τον δω θέλω, να ξέρω ότι είναι καλά. Αλλά πριν ακόμα βγουν από το διαμέρισμα άκουσαν χτυπήματα στην πόρτα. Η κυρία Μάρλοου άνοιξε ενστικτωδώς. 
-Γειας σας, συγγνώμη που σας ενοχλώ αλλά θα ήθελα να μιλήσω στην κυρία Μάρλοου, εσείς είστε;
-Α ναι. Η κυρία Μάρλοου είχε μείνει κατάπληκτη αναγνωρίζοντας τον πατέρα του Τέρενς να στέκεται έξω από την πόρτα της. Ο Ρίτσαρντ Γκράντσεστερ, έκανε τις απαραίτητες συστάσεις αλλά και πριν ακόμα από αυτό, όταν η κυρία Μάρλοου άνοιξε την πόρτα αμέσως αναγνώρισε αυτόν τον Άγγλο ευγενή ως τον πατέρα του Τέρυ. Πως; Ήταν η στάση του σώματος του, η φυσική του διάπλαση, η προφορά, το χρώμα της φωνής του, ο αλαζωνικός αέρας που γέμιζε την ατμόσφαιρα με ηλεκτρισμό, το άνετο και ψυχρό του βλέμμα, όλα αυτά που ήταν δυσάρεστα οικεία και γνώριμα για την κυρία Μάρλοου. 
-Περάστε μέσα κύριε Γκράντσεστερ, φώναξε η Σουζάνα από μέσα. Πήρε μία στιγμή για να φτιάξει λίγο τα μαλλιά και να τεντώσει το φόρεμα της ενώ αισθανοταν νευρικότητα και άγχος για αυτή την αναπάντεχη και ανεπίσημη συνάντηση με τον πατέρα του Τέρυ.
-Πραγματικά λυπάμαι που σας ενοχλώ. Έφτασα χτες στη Νεα Υόρκη, είπε ο Ρίτσαρντ κοιτώντας το νεαρό κορίτσι που ήταν καταδικασμένο να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο αναπηρικό καρότσι και ο Ρίτσαρν γνώριζε πολύ καλά το λόγο. 
-Επιτρέψτε μας να σας περιποιηθούμε. Συγγνώμη για το σπίτι, είναι λίγο ακατάστατο δεν περιμέναμε…
-Σας παρακαλώ. Εγώ είμαι ο απρόσκλητος εδώ, άλλωστε είμαι στην Αμερική…είπε με ήρεμη φωνή. 
Η κυρία Μάρλοου κοίταξε την κόρη της και η κόρη κοίταξε την μητέρα της. «Είμαι στην Αμερική» είχε πει, με ένα ύφος και έναν τόνο λες και η Αμερική δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα χωριουδάκι με ιθαγενείς στην άκρη της Αφρικής και δεν περίμενε και τίποτα καλύτερο. 
-Παρακαλώ καθήστε, είπε η κυρία Μάρλοου. Τσάι; 
-Όχι, σας ευχαριστώ. Ο Δούκας Γκράντσεστερ έβγαλε έναν φάκελο από τη τσέπη του και το προσέφερε στη Σουζάνα. «Είναι για εσάς» είπε. «Μία μικρή αποζημίωση για το κουράγιο σας, ένα μικρό δείγμα της τεράστιας ευγνωμοσύνης μου γιατί σώσατε τη ζωή του Τέρενς. Σίγουρα σας αξίζει μία καλύτερη ζωή από αυτήν που μπορεί τώρα ο Τέρενς να σας προσφέρει». 
-Κύρια Γκράντσεστερ, εγώ…είπε η Σουζάνα διστάζοντας και ανοίγοντας το φάκελο. 
-Θα προτιμούσα αν με φωνάζατε Δούκα Γκράντσεστερ, απλώς είναι η συνήθεια, της είπε ο Ρίτσαρντ με επιεική φωνή και μάτια που γυάλιζαν, κρυφά διασκεδάζοντας τον εαυτό του με τη νευρικότητα που της προκαλούσε η δεσποτική του παρουσία. Μη νομίζετε κάτι παραπάνω, και αυτό ακόμα ήταν μία συνήθεια του Ρίτσαρντ. 
Η κυρία Μάρλοου στάθηκε στο πλάι της Σουζάνας, ήθελε να δει την επιταγή. Μάνα και κόρη έμοιαζαν προβληματισμένες για μία στιμή. Η Σουζάνα ήταν η πρώτη που έσπασε τη σιωπή. 
-Γιατί μου προσφέρετε αυτά τα χρήματα; 
-Σας είπα, θέλω να σας ευχαριστήσω. 
-Δεν μπορώ να πάρω αυτά τα χρήματα, αν το μάθει ο Τέρυ. 
-Δεν είναι ανάγκη να το μάθει ο Τέρενς. Στο κάτω-κάτω οι δικές μου συναλλαγές είναι οι δικές μου συναλλαγές. 
Η κυρία Μάρλοου κοίταξε και πάλι την επιταγή. Είχε περάσει μία ολόκληρη ζωή μεγαλώνοντας τη Σουζάνα, από τότε που ο σύζυγος της είχε αυτοκτονήσει, αλλά ποτέ της δεν είχε βγάλει ή δει τόσα χρήματα. Αυτό ήταν μία τεράστια ευκαιρία. Μπορούσε να ξεκουραστεί, να προσλάβει μία υπηρέτρια να φροντίζει το σπίτι, μία νοσοκόμα να φροντίζει τη Σουζάνα, να αγοράσει ένα σπίτι στα προάστια της Νέας Υόρκης, μπορούσαν ακόμα και να ταξιδέψουν σε άλλες πόλεις. Είχε ακούσει τόσα πολλά για το Λονδίνο και το Παρίσι που ήταν η πρωτεύουσα της μόδας και του ευ ζην. Δεν είχε επισκεφτεί ποτέ της την Ευρώπη και έμεναν αρκετά ακόμα για κατάθεση στην τράπεζα. Η κυρία Μάρλοου δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό το ξαφνικό δώρο που της κτύπησε την πόρτα εκείνο το πρωι. 
- Δούκα Γκράντσεστερ, είστε πολύ γενναιόδωρος, είπε με κολακευτική διάθεση. Κοίταζε τα μάτια και το περήφανο βλέμμα αυτού του άντρα. Είχε γνωρίσει αρκετούς άντρες στο παρελθόν και στο παρόν. Αλλά ποτέ κάποιον τόσο κρύο και αδιάφορο όσο τον Ρίτσαρντ. Δεν αποτελούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Τέρυ ήταν τόσο εσωστρεφής, είχε μεγαλώσει δίπλα σε ένα παγόβουνο για πατέρα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να αναφερθεί στο θέμα στης Σουζάνας και του Τέρενς. Φοβόταν την αντίδραση του και δεν είχε και καμία απολύτως γνώση για το πώς είχε εξελιχτεί η σχέση πατέρα-γιου όλα αυτά τα χρόνια. Την ώρα όμως που εκείνη το σκεφτόταν, η Σουζάνα το ανέφερε. 
-Έχει μιλήσει ο Τέρυ, για μένα, Δούκα Γκράντσεστερ; Εννοώ τα σχέδια του; 
-Τα σχέδια του; Σχετικά με εσάς?
-Ναι, είπε η Σουζάνα διστάζοντας. 
-Λυπάμαι που σας απογοητεύω αλλά δεν νομίζω ότι ο Τέρυ έχει σχέδια για τη ζωή του, αγαπητή μου. Μπορώ να δω ότι είστε μία πολύ ωραία νεαρή κυρία με ευγενική καρδιά. Αλλά πιστεύω πως ο Τέρενς δεν είναι ο κατάλληλος για εσάς. 
Η Σουζάνα αισθάνθηκε το αίμα της να παγώνει. Άμεσα ο Ρίτσαρντ της έλεγε ότι ο Τέρενς δεν ήταν ο κατάλληλος, έμμεσα εννούσα μάλλον το αντίστροφο. 
-Πιστεύετε ότι η Σουζάνα δεν κάνει για το γιο σας; Ρώτησε η κυρία Μάρλοου, εμφανώς ενοχλημένη. 
-Είμαι ευγενής, θα προτιμούσα για τον Τέρυ μία νύφη αντίστοιχης ή και ανώτερης κοινωνικής τάξης. Συγχωρέστε με κυρία Μάρλοου, θέλω να είναι ειλικρινής μαζί σας. Εκπλήσσομαι που κάνουμε καν αυτή τη συζήτηση. Ο Τέρενς είναι ακόμα πολύ ανώριμος για γάμο. 
Η Σουζάνα ήταν λυπημένη από τις απόψεις του Ρίτσαρντ αλλά δεν είχε το σθένος να τον αντιμετωπίσει. Η κυρία Μάρλοου είχε σοκαριστεί. Αυτός ήταν ευγενής; Αλήθεια; 
-Συγχωρέστε έμενα αυτή τη φορά, είπε, αλλά ο γιο σας έχει ένα καθήκον και ένα χρέος απέναντι στην κόρη μου. Δεν πιστεύω ότι μπορείτε και λέτε κάτι τέτοιο, η Σουζάνα έχασε το πόδι της, θυσίασε την καριέρα της για την ζωή του γιού σας. Τι λέει για αυτό η κοινωνική σας τάξη; 
-Κυρία Μάρλοου ήρθα εδώ για να σας δείξω την ευγνωμοσύνη μου και όχι για να χρεωθώ τα προβλήματα του γιού μου ή της κόρης σας. Την κοινωνική μου τάξη δεν την απασχολούν οι συναισθηματισμοί, είπε ήρεμα και ευγενικά ο Ρίτσαρντ. Η κυρία Μάρλοου πίστευε ότι θα πάθαινε νευρικό κλονισμό. 
-Ναι είναι προφανές αυτό, έτσι δεν είναι; Του είπε με θυμό. 
Τα μάτια της Σουζάνας είχαν γεμίσει με δάκρυα αλλά όπως και να είχε η κυρία Μάρλοου κράτησε το τσεκ. Ήταν προφανές ότι ο Ρίτσαρντ πιο εύκολα έδινε το χρήμα παρά το συναισθήμα. Ο Ρίτσαρντ ευχαρίστησε τις κυρίες για τη φιλοξενία τους και έφυγε δίχως υποσχέσεις και υποχρεώσεις. Η Σουζάνα ικέτευσε την μητέρα της να την πάει στο διαμέρισμα του Τέρενς αλλά η κυρία Μάρλοου δυσαρεστημένη και χορτασμένη από τους Γκράντσεστερ, προτίμησε αυτή τη φορά να κάνει κάτι για τον εαυτό της και έτσι πήγε κατευθείαν στην τράπεζα. 


Μία πράξη για τη δικαισύνη

Ο Τέρυ την ίδια ώρα, κοίταζε τη σπασμένη φυσαρμόνικα. Ήταν πολύ φθαρμένη αναλόγως τα χρόνια της. «Έπρεπε να την κρύψω για να μη σε θυμάμαι», μονολόγησε. Ήταν τώρα μόνος του στο μικρό διαμέρισμα, μετά την αναχώρηση του Τσάρλι. Έκλεισε τα μάτια του και έπεσε πάνω στο τραπέζι με το πρόσωπο του να σκεπάζει τις σελίδες που ήταν σκορπισμένες πάνω στο τραπέζι. «Θα ήθελα πάρα πολύ να σε δω», σκέφτηκε. 
Τα μάτια του έπεσαν κατευθείαν πάνω στη φράση της «Αλλά είναι πολύ αργά για εμάς, έτσι δεν είναι;» «Σ’αγάπησα» είχε γράψει. «Να με θυμάσαι…» «Δεν θα ξεχάσω ποτέ», τα λόγια της χόρευαν μέσα στο μυαλό του. Μετά από μία ολόκληρη νύχτα αγρύνιας, ένιωθε εξουθενωμένος, το μυαλό του σε πλήρη σύγχυση, τα συναισθήματα του ένα κουβάρι δίχως τέλος και άκρη. Δεν μπορούσε άλλο να σκέφτεται, ο κόσμος ήταν και πάλι σαν να είχε εξαφανιστεί και το κέντρο να γύριζε πάλι σε αυτήν. Το γράμμα της, ήθελε χρόνο για να το καταλάβει, να τη νιώσει, να δει τι θα κάνει. Μα αυτή η σκέψη του, δεν ικανοποιούσε την ανάγκη του. Μία ανάγκη άμεση να κάνει κάτι εδώ και τώρα που θα τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα για τον εαυτό του, ίσως ότι μέσα του είχε απομείνει ακόμα μία κάποια σοφία και συνειδήση. Κάτι πολύ άμεσο και δραστικό. Κάτι να αλλάξει, από κάπου να πιαστεί, ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα. Ότι τίποτα οριστικά δεν είναι χαμμένο. Ξαφνικά αποφάσισε να αφήσει το διαμέρισμα του. Ναι, έπρεπε να κάνει κάτι γιατί θα τρελαινόταν αν δεν έκανε. Κάτι για εκείνον μα και για τους άλλους. Κάτι να φέρει πίσω την δικαισύνη, αν έστω και μία σταγόνα είχε απομείνει έξω του ή μέσα του. 
Για αυτό γύρισε πίσω στις αποβάθρες. Ήταν μία ώρα ησυχίας και αυτό το ταραγμένο μέρος. Δεν του άρεσε η πρωινή όψη αυτής της περιοχής. Ο αέρας, παρόλο το κρύο, μύριζε αποκρουστικά λόγω των σκουπιδιών που οι συμμορίες πέταγαν από τα μπαρ και οι ζητιάνοι μάζευαν. Το πρωί η πραγματική ασχήμια και ο ξεπεσμός των σπιτιών, των μισοκτισμένων κτιρίων και των μισοκατεδαφισμένων εργοστασίων ήταν εμφανής. Παρόλη τη δυσυχία, οι κάτοικοι κοιμόντουσαν ήσυχοι στα σπίτια τους σαν να είχε σταματήσει ο κόσμος γύρω τους. 
Ο Τέρενς κατευθύνθηκε στο μπαρ του Έρικ αλλά τα παράθυρα και οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστά. Δεν δίστασε. Πήρε μία πέτρα και την έριξε κατευθείαν στο παράθυρο του 2ου ορόφου που ήταν η κρεβατοκάμαρα της Μονίκ και του Έρικ. Δεν χρειάστηκε να πετάξει δεύτερη για να αφυπνήσει τους δύο που νομίζαν ότι δέχονται επίθεση από άγνωστες δυνάμεις. Ο Έρικ άνοιξε εξαγριωμένος το παράθυρο του. 
-Τι στο διάλο; Φώναξε. Ο ήλιος τον τύφλωσε και έφερε το χέρι στα μάτια του. Μετά την επώδυνη προσαρμογή στο φως, είδε τον Τέρυ. 
-Παλιομπάσταρδε, φώναξε, θα έπρεπε να σε είχα σκοτώσει χτες, περίμενε και έρχομαι..απείλησε. Η Μονίκ σηκώθηκε αναστατωμένη και έτρεξε πίσω του στις σκάλες προσπαθώντας να τον συγκρατήσει. 
-Εσύ μείνε εδώ, της φώναξε ο Έρικ καθώς κατέβαινε. Άνοιξε έξαλλος την πόρτα του μπαρ και έπεσε πάνω στον Τέρυ αλλά ο Τέρυ τον απώθησε με τα χέρια του. 
-Ηρέμησε Έρικ, θέλω να σου μιλήσω. 
-Έχεις πολύ θράσος να έρχεσαι εδώ, μετά από αυτό που έγινε χτες. Νομίζεις ότι επειδή είσαι διάσημος, θα στην χαρίσω, μη μπλέκεσαι στα πόδια μου, τόσο ήθελα χτες βράδυ, τόσο Grand…Ποιος νομίζεις ότι είσαι και ρίχνεις πέτρες; Ο Έρικ είχε σηκώσει όλη την περιοχή με τις αγριοφωνάρες του. 
-Δεν ζω με αυταπάτες, του είπε ήρεμα ο Τέρυ. 
-Λέγε τι θέλεις και γρήγορα…
-Δεν σου ζήτησα ποτέ ανταμοιβή για όλους αυτούς που κάνω και κερδίζω…
-Γιατί είσαι διεστραμμένος για αυτό…και δεν θυμάμαι να έχεις κερδίσει και πολλούς είπε επιθετικά ο Έρικ. 
-Αυτή τη φορά όμως θέλω.
-Ναι γιατί νομίζεις ότι θα ζήσεις…
-Τότε δεν θα σε ενδιέφερε αν σου ζητούσα τη Μονίκ; 
Ο Έρικ άρχισε ξαφνικά να γελάει. 
-Τι; Τι θέλεις; Τη Μονίκ; Είναι η καλύτερη πόρνη που έχω, το ξέρεις άλλωστε…
-Δεν θα ζήσω οπότε τι σε νοιάζει; 
-Έξυπνο. Είναι για τον φίλο σου τον Τσάρλι έτσι; Πες του να μην τολμήσει να ξαναπατήσει εδώ κάτω γιατί θα του σπάσω και τα δύο τα πόδια όπως είχα κάνει κάποτε. 
-Την θέλω για μένα. 
-Ωραία εάν τη θέλεις τόσο πολύ, τότε να την πληρώσεις και με το αίμα αλλά και με τα λεφτά σου. Θα μου δώσεις 5.000 δολάρια, εάν κερδίσεις είναι όλη δική σου, εάν χάσεις κρατάω τα λεφτά και εσύ δεν παίρνεις τίποτα. 
-Είσαι ένα κ******, φώναξε ο Τέρυ.
-Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, τώρα φύγε γιατί θέλω να κοιμηθώ. Έλα με τα λεφτά ή μην έρθεις καθόλου, είπε ο Έρικ και ο Τέρενς ήξερε ότι αυτή ήταν η τελευταία του κουβέντα. 

Μία μυστηριώδης εξαφάνιση

Ο Τέρενς δεν είχε προλάβει να κοιμηθεί και αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γιατί είχε ακόμα ελάχιστες ώρες πριν να γυρίσει στο θέατρο για την καθιερωμένη του πρόβα και παράσταση. Ήταν τόσο κουρασμένος που ένιωθε να ανατριχιάζει από το κρύο στον πρωινό αέρα. Γύρισε στο διαμέρισμα του για ένα γρήγορο ντους και μετά πήρε μία άμαξα για να τον πάει στο θέατρο. Αν κοιμόταν τώρα δεν θα ξυπνούσε ποτέ και δεν άντεχε ούτε να περπατήσει, ούτε να οδηγήσει. Όταν μπήκε στο καμαρίνι του φόρεσε το κοστούμι του και μετά το μακιγιάζ και όπως έριξε το κεφάλι του στο γραφείο του ξαφνικά αποκοιμήθηκε. Ήταν η Κάρεν Κλέις που τον ξύπνησε πριν από τη πρόβα και επίσης αυτή που τον ξύπνησε και κατά τη διάρκεια της πρόβας καθότι ο Τέρυ είχε αποκοιμηθεί πάνω στη σκηνή. Το συνεργείο άρχισε να χτυπιέται από τα γέλια και οι ηθοποιοί διασκέδασαν αφάνταστα με τις φωνές του Ρόμπερτ που κατευθύνονταν στο βασικό πρωταγονιστή της παράστασης. Ο καημένος ο Τέρυ, πραγματικά δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του εκείνη τη μέρα, καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες για να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά και το μυαλό του συγκεντρωμένο αλλά μετά από μία ολόκληρη νύχτα άυπνος το σώμα του σαφώς και έδινε καμία σημασία στον αφέντη του. Όταν τελείωσε η παράσταση ο Τέρυ έπεστρεψε στο καμαρίνι του και έβγαλε το γράμμα της Κάντυ. Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε αποζητώντας λίγη ηρεμία και ανακούφιση στα λόγια της. Καθώς οι λέξεις της γέμιζαν το μυαλό του, τα μάτια του έκλεισαν και αντίκρυσαν το σκοτάδι. Στα όνειρα του ήταν και πάλι ένας ελεύθερος έφηβος που έτρεχε με το άλογο του στα ατελείωτα βοσκοτόπια της Σκωτίας. Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό και ζωηρό που ο Τέρυ δεν άκουσε τη φωνή της Σουζάνας που τον καλούσε από την πόρτα, ούτε διαισθάνθηκε πίσω του την παρουσία της. Ακόμα περισσότερο δεν αντιλήφθηκε τα απαλά της χέρια καθώς τράβαγαν και σήκωναν τις σελίδες του γράμματος. Αλλά άκουσε και αισθάνθηκε τις φωνές και τα τραντάγματα της Κάρεν στο σώμα του καθώς του φώναζε να βγει στη σκηνή. «Τέρυ, ξύπνα, βγαίνεις», «Βγαίνεις, τώρα, ξύπνα, ξύπνα». Το όνειρο του Τέρυ διακόπηκε με έναν πολύ απότομο τρόπο, αλλά μόλις άνοιξε σαστισμένος τα μάτια του, συνειδητοποίησε ότι η πραγματικότητα του είχε διαταραχθεί με έναν ακόμα πιο βίαιο τρόπο. 
-Που είναι Κάρεν; Που είναι; Το πήρες; Τα δάχτυλα του Τέρυ αναζητούσαν τις σελίδες που πριν από λίγα λεπτά ήταν αφημένες πάνω στο γραφείο. Αντικείμενα και βιβλιά βρέθηκαν στο πάτωμα καθώς τα χέρια του τα σάρωναν όλα στο πέρασμα τους. Που είναι; Πες μου που είναι; Οι φωνές του ακουγόντουσαν μέχρι και το διάδρομο. 
-Τέρυ δεν ξέρω τι λες. Πρέπει να βγεις στη σκηνή είναι η σειρά σου. 
Τα μάτια του Τέρυ στράφηκαν εναντιόν της. 
-Εσύ το πήρες; Λέγε!
-Να πάρω τι; Φώναξε η Κάρεν. 
-Ένα γράμμα ήταν εδώ! Εδώ! 
-Πως τολμάς; Τι δουλειά έχω εγώ με τα πράγματα σου; Δεν παίρνω ξένα πράγματα. 
Το ύφος περήφανο και αθώο του έλεγε οτι ήταν ειλικρινής. 
-Τέρυ!!!!!!!!!!! Ο διευθυντής φωνής φώναξε ξανά το όνομα του και ο Τέρυ δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τρέξει στη σκηνή.


Μία καρδιά ραγίζει 

Καθώς το αστέρι του Τέρενς έλαμπε στη σκηνή, η Σουζάνα Μάρλοου είχε επιστρέψει σπίτι της. Το ενδιαφέρον της είχε καθαρά μετατοπιστεί από τον Τέρυ στο εξασέλιδο γράμμα που κρατούσε στα χέρια της. Η Σουζάνα είχε φύγει βιαστικά από το θέατρο καθώς επιθυμούσε να διαβάσει αυτό το γράμμα σε ένα πολύ ήσυχο και άνετο περιβάλλον χωρίς ενδεχόμενες διακοπές και εισβολές. 
-Σουζάνα θες να έρθεις μαζί μου; Ρώτησε η μητέρα της από το σαλόνι. Θα πάω να δω σπίτια στα προάστια. 
-Όχι μαμά, πήγαινε, θα είμαι μία χαρά φώναξε η Σουζάνα μέσα από την κρεβατοκάμαρας της. 
Η κα Μάρλοου δεν αισθανόταν άνετα να αφήνει μόνη της τη Σουζάνα αλλά σήμερα ήταν μία εξαιρετική περίπτωση, στην οποία δεν μπορούσε να αντισταθεί και αυτό λύγιζε τις αντιστάσεις της. 
-Εντάξει, σου άφησα φαγητό στο τραπέζι, δεν θα αργήσω. Μόνο μία γρήγορη ματιά να δω τι πουλιέται. 
-Καλά θα είμαι!! της φώναξε η Σουζάνα με ανυπομονησία. Άκουσε την μητέρα της να κλείνει την πόρτα και αμέσως τράβηξε μέσα από την κουβέρτα που σκέπαζε τα γόνατα της το εξασέλιδο γράμμα. Αρνιόταν να το διαβάσει όσο ήταν ακόμα δίπλα της η μητέρα της όλο το απόγευμα, μόνο λίγες ματιές είχε καταφέρει να του ρίξει. Τώρα, η περιέργεια της είχε καταφάει τα σωθικά. Καθώς τα μάτια της αποδικοποιούσαν τις σειρές το πρόσωπο της γινόταν όλο και πιο χλωμό, όλο και πιο θυμωμένο. Μόλις τελείωσε την ανάγνωση το έκανε κομμάτια. 
«Εσύ, εσύ δεν πρόκειται ποτέ να τον πάρεις πίσω», φώναζε η Σουζάνα και ας μην ήταν κανένας εκεί για να την ακούσει. «Θα με αφήσει άραγε; Αυτός είναι ο λόγος που έχει εξαφανιστει τις δύο μέρες». «Κάντυ τον άφησες εδώ για μένα, θυμάσαι; Σου έστειλα ένα γράμμα και σου περιέγραφα τα συναισθήματα μου για εκείνον, ότι θα τον περιμένω…αλλά εσύ δεν μπορείς να τον αφήσεις πραγματικά έτσι δεν είναι; Είσαι ακόμα ερωτευμένη μαζί του και θες να με ξαναστείλεις σε εκείνη την ταράτσα, έτσι δεν είναι; Τον θέλεις πίσω! Προσπάθησα να κάνω ειρήνη μαζί σου αλλά εσύ θέλεις πόλεμο. Πρέπει να του μιλήσω. Χρειάζεται να του μιλήσω, να τον πιέσω για μία απόφαση. Χρειάζεται να μάθω…πριν να είναι αργά», σκεφτόταν η Σουζάνα με κατεβασμένο το κεφάλι και δάκρυα στις άκρες των ματιών της. Ξαφνικά μετάνιωσε που δεν ήταν εκεί η μητέρα της και που την είχε αφήσει να φύγει. «Ο πατέρας του δεν με θέλει για νύφη του γιου του, λες και ποτέ του ενδιαφέρθηκε για τον Τέρυ. Θα προτιμούσε την Κάντυ από μένα, στο κάτω-κάτω είναι μία Άρντλευ. Έχει όνομα και περιουσία από πίσω της, είτε η ίδια το θέλει είτε όχι». Το μυαλό της Σουζάνας είχε απορροφηθεί στο δικό του μικρόκοσμο και ερμήνευε τα γεγονότα που είχαν συμβεί τις τελευταίες δύο μέρες με έναν επίσης δικό του διαστρεβλομένο τρόπο που έφτιαχνε συνωμοσίες πίσω από κάθε αντίδραση, πρόσωπο, πράξη.
«Ο πατέρας του και αυτή είναι εναντίον μου. Ο Τέρυ έχει αποτραβηχτεί στο δικό κόσμο τόσο μακριά από μένα. Η μητέρα του δεν ερχεται ποτέ να με επισκεφτεί. Θέλουν να με καταστρέψουν. Γιατί; Αγαπώ τον Τέρυ τόσο πολύ που ούτε για ένα λεπτό δε δίστασα να θυσιάσω τα όνειρα, την καρίερα ακόμα και την ζωή μου για αυτόν. Είναι εγωιστές…». Η Σουζάνα έκλαιγε τώρα καθώς αισθανόταν σαν τον ξαφνικό εισβολέα σε έναν ιδιωτικό σύμπαν που την τιμωρούσε για την απρόσκλητη παρουσία της. 
«Χρειάζεται να του μιλήσω! Πρέπει, πρέπει να του μιλήσω!» φώναζε αλλά οι φωνές της όπως και οι επιθυμίες της δεν είχαν κανένα αντίκρυσμα. 

Όπιο 

Η παρουσία του Νηλ στις αποβάθρες δεν ήταν ποτέ ευπρόσδεκτη. Ούτε από τους ζητιάνους ούτε και από τις συμμορίες. Οι ζητιάνοι τον φοβόντουσαν, στα δικά τους μάτια δεν ήταν τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ένα ακόμα μέλος των συμμοριών, που ζητούσε τα λεφτά τους, τα οποία και έβγαζαν είτε ζητιανεύοντας στους δρόμους όλη τη νύχτα είτε πουλώντας όπιο στους λιγότερο τυχερούς και τριτοκοσμικούς πολίτες της Νέας Υόρκης. 
Δεν τους ενδιέφερε ποιος πραγματικά ήταν και ποια ήταν η θέση του στην κοινωνία. Τους ενδιάφερε μόνο το προφανές: έπρεπε να τους επιβλέπει και να τους τρομοκρατεί με τη δύναμη και την εξουσία που του έδινε η ανάμειξη του στη συμμορία. Στο απλό και θολωμένο από το όποιο μυαλό τους δεν ήταν κάτι άλλο. 
Οι συμμορίες από την άλλη πλευρά γνώριζαν και καταλάβαιναν πολλά περισσότερα για τον Νηλ. Ήξεραν ότι δεν είχε ένα έντιμο προφίλ ούτε στις ανώτερες ούτε στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Το μυαλό του δεν ήταν ούτε δημιουργικό, ούτε έξυπνο. Αντιθέτως ήταν καχύποπτο και πονηρό και ιδανικό για να σκέφτεται απάτες και πλεκτάνες με απότερο σκοπό το εύκολο κέρδος. Αλλά ακόμα και αυτές δεν έφτανε ποτέ στο σημείο να τις υλοποιήση με επιτυχία. 
Από τότε που ο Νηλ γύρισε στην Αμερική, μετά το κολλέγιο του Αγίου Παύλου, απέτυχε πολλαπλές φορές να ανταποκριθεί στα κριτήρια του πατέρα του ως επιχειρηματίας. Η δική του κοινωνική κάστα δεν τον εμπιστευόταν αρκετά και πως μπορούσε άλλωστε; 
Ο Νηλ είχε επενδύσει μέρος των χρημάτων τους στο χρηματιστήριο προκειμένου να ωφεληθεί ο ίδιος. 
Μετά από την τρομερή του αποτυχία να αξιοποιήσει με σύνεση τα επιχειρηματικά κεφάλαια ο πατέρας του αποφάσισε ότι ο Νηλ ήταν πιο χρήσιμος αν έμενε άχρηστος και δεν συμμετείχε καθόλου στις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Ο θείος του, ο νεαρός και πολλά υποσχόμενος Ουίλλιαμ, η κεφαλή της οικογένειας, μοιραζόταν τις ίδιες απόψεις με τον πατέρα του Νηλ. Ο Γουίλλιαμ ή Άλμπερτ, δεν είχε καμία θέση ελεύθερη για τον Νηλ στις εταιρείες του. 
(Ο Νηλ πολλές φορές αναρωτήθηκε αν έφταιγε η στάση του απέναντι στην Κάντυ όλα αυτά τα χρόνια που επιδείνωσαν την άποψη του θείου του για το άτομο του αλλά ακόμα δεν έχουμε λάβει απάντηση).


Έχει επεξεργασθεί από τον/την juliet στις Παρ Νοε 19, 2010 8:43 am, 1 φορά

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 8:42 am

Φυσικά είχε την επιλογή να μην δουλέψει καθόλου και να σπαταλέι άδοξα και άσκοπα τα λεφτά του πατέρα του αλλά φυσικά τα χρήματα που λάμβανε ο Νηλ από τον πατέρα του δεν ήταν ποτέ αρκετά για να καλύψουν τους εθισμούς του Νηλ και ο Νηλ είχε πολλούς: τα γρήγορα άλογα και αυτοκίνητα, τις πόρνες, τα ακριβά ρούχα και τα ταξίδια, τα πανάκριβα δώρα που πρόσφερε στις κατά καιρούς ερωμένους του για να κάμψει τις ηθικές τους αναστολές, τις διασκεδάσεις και ένα σωρό άλλες απολαύσεις που η οικογένεια του δεν γνώριζε και φυσικά δεν θα ενέκρινε. Για αυτό ο Νηλ ανακάλυψε ένα δικό του τρόπο απολαβής εύκολων κερδών. Αλλά καθώς δεν ήθελε να αναμειχθεί το όνομα του ή το πρόσωπο του στην τοπική μαφία του Σικάγου μετακόμισε σε μία άλλη μητρόπολη της Αμερικής που δεχόταν κύμματα Εβραίων και Ιρλαδών μεταναστών εκείνη την περίοδο. 
Η Νέα Υόρκη με μία ανεξάντλητη γκάμα ανθρώπων, ιδεών και νοοτροπιών, με την πολυπρόσωπη, πληθωρική και πολυποίκιλη κουλτούρα της είχε μετατραπεί στον παράδεισο της χρυσής ευκαιρίας και του ονείρου για μενατάστες και καλλιτέχνες, για επιχειρηματίες και τυχοδιώκτες. Τα χαλαρά ήθη αλλά οι πατροπάροδοτες ηθικές αξίες φιλοξενούνταν στην ίδια πόλη μόλις μερικά μέτρα μακριά. Πουθενά αλλού στην Αμερικανική γη δεν υπήρχαν τόσο κραυγαλέες αντιθέσεις, τόσο προσωρινές λύσεις, τόση έντονη και ορατή μίξη αριβιστών και αριστοκρατών. Η Νέα Υόρκη η γη της επαγγελίας για όλους και για όλα. Η ιδανική πόλη για ένα νέο ξεκίνημα. 
Οι συμμορίες δεν ήταν εύκολες, εάν οι έντιμοι και επιφανείς πολίτες της κοινωνίας ήταν επιφιλακτικτοί απένταντι στον Νηλ, οι συμμορίες ήταν ανένδοτες. Αλλά ο Νηλ είχε τον τρόπο του μαζί τους καθώς οι δυο μεριές αναζητούσαν ένα κοινό σκοπό: το εύκολο και παράνομο κέρδος. 
Χωρίς τη γνώση της οικογενείας του σχετικά με τις παράνομες δραστηριότητες του, ο Νηλ λίγο-λίγο, βήμα με το βήμα, είχε καταφέρει να αγοράσει να αγοράσει αρκετή ποσότητα από όπιο για να ξεκινήσει το δικό του μικρό εμπόριο. Το όπιο ήταν μία ουσία που λάτρευαν οι κάτοικοι αυτών των περιοχών. Ήταν σχετικά φτηνή ουσία, οπότε και δημοφιλής, και είχε τόσο αποτελεσματική και εθιστική δράση που ήταν η πιο κατάλληλη επιλογή για ένα εμπόριο παραισθήσεων και θανάτου. Κατά τα άλλα μία σίγουρη πετυχημένη επαγγελματική επιχείρηση.
Ο πατέρας του Νηλ, υποψιασμένος από τις ξαφνικές οικονομικές απαιτήσεις του γιου του, που μηνα με το μήνα αυξάνονταν, του έκοψε το μηνιαίο επίδομα στα απολύτως αναγκαία που μπορούσαν να του εξασφαλίσουν μία αξιοπρεπής ζωή. Ο Νηλ βρέθηκε στη δυσάρεστη θέση να χρωστάει μεγαλύτερη ποσότητα από αυτήν που μπορούσε να πληρώσει. Αλλά όχι μόνο αυτή, πλήρωνε ακόμα και τον αέρα της αόρατης επιχείρησης του αλλά και τους ζητιάνους που δανειζόταν από τον Έρικ για να τρεξει το μικρό μαγαζάκι του. Οι ζητιάνοι έπρεπε να δουλέψουν σκληρότερα γιατί οι συμμορίες χηρσιμοποιούσαν ακραίους τρόπους για να απαιτήσουν πίσω τα χρήματα τους και αυτοί οι τροποι πόναγαν. 
Εφόσον απέτυχε να πληρώσει τις υποχρεώσεις του αναγκάστηκε να στείλει ένα τηλεγράφημα στο σπίτι του. Ο πατέρας του αρνήθηκε να τον βοηθήσει και το κοφτερό μυαλό της Ελίζας στράφηκε στον πλούσιο θείο τους. 
Ο Νηλ αυτό το απόγευμα ήταν χαμμένος μέσα στις σκέψεις του από όπιο, όταν ο Σάμουελ κτύπησε την πόρτα της βίλα του στα προάστια της Νεας Υόρκης. Είχε έρθει άλλη μία φορά για να πληρωθει. Ο υπηρέτης του άνοιξε την πόρτα. 
Ποιος ήταν αυτός ό άντρας που τον κοίταζε με το αυτό το σκληρό, κτηνώδες βλέμμα; Έμποιαζε σαν να είχε βγει μόλις από την φυλακή ωστόσο ζητούσε τον αφέντη του. Ο Νηλ που είχε πολλούς λόγους για να κρύβεται δεν είχε περάσει την τελευταία εβδομάδα για να μαζέψει τα κέρδη του από τους ζητιάνους. Θα προτιμούσα να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης αλλά αν ήθελε να διατηρήσει το μαγαζάκι του και να τα πηγαίνει καλά με όλο αυτόν τον υπόκοσμο που υπήρχε παντού και πάντα και θα τον ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε δεν είχε παρά μία επιλογή: να περιμένει την άφιξη του Άρτσι και του Τζωρτζ. Προτιμούσε τον Άλμπερτ από τον Έρικ και την εμφάνιση από την εξαφάνιση τουλάχιστον αν ήθελε να μείνει ζωντανός. 
-Α εδώ κρύβεσαι λοιπόν, είπε ο Σάμουελ μπαίνοντας στο σαλόνι. 
-Ναι…τι θες; Σου είπα μία εβδομάδα. 
-Ο Έρικ δεν σε εμπιστεύεται Νηλ. Δεν θέλει να συνεχίσει να κάνει δουλειές μαζί σου. 
-Νομίζετε ότι θα βρείτε καλύτερο για τον πόστο με τους ζητιάνους; 
-Ναι. 
-Είμαι εντάξει τύπος και θα σας δώσω τα λεφτά σας. 
-Πότε σκοπεύεις; Φώναξε ο Έρικ αρπάζοντας με μία ξαφνική λαβή τον Νηλ από το λαιμό. 
-Αύριο, αύριο, κατάφερε να ψελίσει ο Νηλ ενώ πνιγόταν. 
-Και πως ξέρουμε πως θα τα φέρεις και πως θα δεν θα εξαφανιστείς μαζί τους; Ο Σάμουελ είχε ένα απαίσιο σαρκαστικό χαμόγελο που απευθυνόταν στο κατακκόνινο πρόσωπο του Νηλ. 
-Ανόητε μετανάστη, είμαι από πλούσια οικογένεια. 
-Μα δεν έχεις δεκάρα εσύ ο ίδιος. Είναι όλα του μπαμπά σου. Τι ωραίο σπίτι; Σίγουρα ο μπαμπάς σου θα ανησυχούσε αν έπιανε φωτιά έτσι δεν είναι; Εάν είχα εγώ τον πατέρα σου δεν θα μιλούσα ποτέ σε τύπους σαν και μένα. Είσαι τόσο άχρηστος. Θα μας φέρεις τα λεφτά αύριο στις 8.00 έξω από το σπίτι των ζητιάνων. 
-Θα σας τα φέρω, βόγγιξε ο Νηλ καθώς το χέρι του μετανάστη του πίεσε πιο πολύ τον λαιμό. Που ήταν αυτός ο ηλίθιος ο ξάδελφος του; 

"Εκεί, εκει μένει" 

Η Κάντυ βγήκε από το τρένο πατώντας διστακτικά το πόδι της στην πλατφόρμα. Μόλις τα μάτια της αντίκρυσαν τον πολύβουο σταθμό της Νέας Υόρκης οι αναμνήσεις θόλωσαν το μυαλό της. Θυμήθηκε πως την κοίταξε και πως της χαμόγελασε, πως δίστασε να απλώσει το χέρι του και να την τραβήξει στην αγκαλιά του. Θυμήθηκε ακόμα και την αίσθηση από τα δάκρυα της που έτρεχαν πάνω στα υγρά της μάγουλα. Θυμήθηκε ότι κάποτε είχε νιώσει την ευτυχία…Μετά..όχι, όχι δεν ήθελε να θυμηθεί μετά, δεν υπήρχε μετά, ακόμα και σήμερα το μετά ποτέ δεν ήρθε… κούνησε το κεφάλι για να διώξει τις σκέψεις της μακριά. 
-Ω, έλα Κάντυ, φώναξε ο Άρτσι, που μισούσε να βλέπει τη θλίψη να θολώνει τα πράσινα φωτεινά μάτια της. Την περίμενε να προχωρήσει καθώς οι υπόλοιποι δύο ήταν ήδη στο δρόμο και έψαχναν για άμαξα. Δεν ήταν αμέλεια τους αλλά μία κίνηση κατανόησης της κατάστασης της. Η φίλη τους για λίγα λεπτά είχε μείνει ακίνητη μέσα στο χρόνο και στο πλήθος. Τώρα όμως έπρεπε να προχωρήσουν. 
-Ναι Άρτσι έρχομαι, έρχομαι, φώναξε η Κάντυ και κούνησε για άλλη μία φορά το κεφάλι της. 
Η Άννυ και ο Τζωρτζ ήταν ήδη στην έξοδο του σιδηροδρομικού σταθμού και προσπαθούσαν να βρουν μία άμαξα. Η Κάντυ και ο Άρτσι τους πλησίασαν. 
«Στο New York Plaza» είπε ο Άρτσι στην άμαξα που σταμάτησε μπροστά τους. Οι 4 ταξιδιώτες μπήκαν μέσα. Η Κάντυ κοίταγε έξω από το παράθυρο. Στο δρόμο για το ξενοδοχείο είχε την ευκαιρία να χαζέψει και πάλι τα φώτα της πόλης, τις μεγάλες θεατρικές αφίσες που διαφήμιζαν τα έργα, τις γνωστές εμπορικές λεωφόρους και τους δρόμους…ήταν ένας δρόμος που ξαφνικά θυμήθηκε, ναι, ναι αυτό ήταν το κτίριο. Η ανάμνηση στο μυαλό της ήταν σαν φωτογραφία, ναι αυτό ήταν. 
-Εκεί μένει, φώναξε. 
-Τι; Ρώτησε η Άννυ με δυνατή φωνή. 
-Μόλις περάσε το κτίριο που μένει ο Τέρυ. 
-Ω, μένει πολύ κοντά στο κέντρο, είπε ο Τζωρτζ που κρατούσε ένα μεγάλο άδειο χαρτοφύλακα που θα ήταν γεμάτος με λεφτά άυριο, μετά από μία επίσκεψη στην τράπεζα φυσικά. 
-Ναι, έτσι είναι, είπε η Κάντυ. Θα χρειαζόταν ακόμα και την τελευταία ρανίδα κουράγιου που είχε μέσα της για να μπορέσει να τον δει αύριο. Το ήξερε. 
-Εδώ είναι το ξενοδοχείο μας, είπε ο Άρτσι. Το New York Plaza ήταν μία αληθινή απόλαυση για τα μάτια, ένα πολυτελές ξενοδοχείο που φιλοξενούσε μόνο την ελιτ της κοινωνίας. 
«Ωραία», σκέφτηκε η Κάντυ «Είναι κοντά, δεν θα χρειαστώ άμαξα να πάρω μετά…». 


Ρόμπερτ
Μετά την παράσταση δεν είχε ιδέα τι να κάνει μετά. Πέρασε το υπόλοιπο της βραδιάς του κάνοντας άνω-κάτω το καμαρίνι του κοιτώντας κάτω από τα έπιπλα, ακόμα και στις τσέπες των ρούχων. Τίποτα. Το γράμμα εχίε εξαφανιστεί. Ο Ρόμπερτ του έκανε μία επίσκεψη. Το θέαμα ωστό που αντίκρυσε όταν άνοιξε την πόρτα τον ξάφνιασε;
-Τι τρέχει Τέρυ; Ξεκίνησες μόνος σου τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο;
-Συγγνώμη, αλλά έχασα κάτι, κάτι πολύ σημαντικό για μένα. 
-Τι συμβαίνει με σένα τελευταία; Ευτυχως ήταν στην πρόβα και όχι στην παράσταση που κοιμήθηκες. Δεν κοιμάσαι καλά τελευταία; Και τι είναι αυτές οι μελανιές; Είσαι καλά;
Ο Ρόμπερτ ρωτούσε με μεγαλο ενδιαφέρον. Ο Ρόμπερτ γνώριζε ότι ο Τέρυ δεν είχε οικογένεια. Η σχέση του με τον πατέρα του δεν υπήρχε και η σχέση του με τη μητέρα του ήταν ακόμα εύθραστη. Ο Τέρυ είχε ένα σύμμαχο: τον εαυτό του. 
Ο Ρόμπερτ έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τους ανθρώπους που προσπαθούσαν να φτιάξουν μόνοι τη ζωή τους. Αναλογιζόμενος την καταγωγή, τον τίτλο και την περιουσία του, το γεγονός ότι αυτός ο νεαρός στεκόταν εκεί μπροστά του αποτελούσε ένα θαύμα από μόνο του. Όσο η απόδοση του Τέρενς πάνω στη σκηνή ξεπερνούσε τις προσδοκίες των κριτικών και μαζευε τα χειροκροτήματα του κόσμου, ο Ρόμπερτ δεν είχε κανένα λόγο να αναμειχθεί στην προσωπική ζωή του Τέρενς. Αλλά τώρα ο Τέρενς του είχε δώσει τη σωστή δικαιολογία για να αντιμετωπίσει τον νεαρό ηθοποιό με τόσες πολλές προσωπικές ερωτήσεις. Απόψε αισθανόταν αισιοδοξος, μπορεί και να έπαιρνε μερικές απαντήσεις για τον εαυτό του αλλά και για την Ελεάνορ. 

Ώρα για ύπνο
Ήταν η ώρα του ύπνου για όλους και ειδικά για τους 4 ταξιδιώτες μας που είχαν τακτοποιηθεί στα άνετα και πολυτελή δωμάτια του New York’s Plaza. Ενώ η Κάντυ ξαναζούσε μαρτυρικά το δικό της κουβάρι των αναμνήσεων, ο Άρτσι και η Άννυ ετοιμάζονταν για να κοιμηθούν, αύριο θα ήταν μία μεγάλη μέρα. Η Άννυ φόρεσε τις πιτζάμες της και ήταν έτοιμη να χωθεί κάτω από τα απαλά παπλώματα αλλά ο Άρτσι φαινόταν να έχει διαφορετική άποψη. 
-Άρτσι δεν θα έρθεις στο κρεβάτι; Τον ρώτησε απαλά με ένα τρυφερό βλέμμα. Ο Άρτσι δεν ήταν σε καθόλου καλή διάθεση. 
-Το σκέφτομαι. Θα ήθελα να πάω στο μπαρ και να πιω κάτι. Η Άννυ δεν ευχαριστήθηκε από την απάντηση του. 
-Άρτσι γιατί είσαι τόσο ευέξαπτος; Είναι εξαιτίας του Νηλ; 
-Όχι. Θα τον συναντήσουμε αύριο, φαντάζομαι να έχει λάβει το τηλεγράφημα μας. Είμαι νευρικός αλλά δεν με νοιάζει αυτό, τουλάχιστον όχι, όχι τώρα. 
-Τι σε απασχολεί; Είναι η Κάντυ; 
-Λοιπόν δεν υπάρχει νόημα σε αυτό, έτσι δεν είναι; Του έστειλε ένα γράμμα και λοιπόν; Εάν τον νοιάζει θα πάει αυτός να την βρει. Γιατί είναι εδώ; Δεν έχω καταλάβει. Η φωνή αλλά και τα μάτια του Άτσι ήταν προβληματισμένα.
-Ξεχνάς το προφανές, του απάντησε η Άννυ και πήγε δίπλα του. 
-Και ποιο είναι αυτό; Ότι είναι ακόμα ερωτευμένη μαζί του; Τώρα είχε ένα πικρό βλέμμα. 
-Ο Τέρυ είναι απρόβλεπτος. Μπορεί να πάει αλλά μπορεί και να μην πάει ποτέ να την βρει γιατί είναι δεμένος με αυτήν την κοπέλα αλλά και πάλι μπορεί να αρχίσει να πίνει και να παρατήσει το θέατρο. Είτε αφήσει ή όχι τη Σουζάνα, η Κάντυ χρειάζεται να βεβαιωθεί ότι το γράμμα της δεν θα τον επηρεάσει με κανέναν τρόπο. Και αυτό είναι λογικό γιατί τον αγαπάει. 
-Ώστε προσπαθεί να τον προστατέψει;
-Δεν ξέρει τι μπορεί να συμβει. Μην ξεχνάς ότι μόλις τώρα κατάφερε να βρει την ησυχία της και αυτή και αυτός. Είναι πολύ λεπτές οι ισορροπίες τους. Η Κάντυ δεν επιθυμεί να διαταράξει τη ζωή του Τέρυ.
-Σωστά! Και ποιος θα μαζεύει πάλι τα κομμάτια της; 
-Άρτσι είσαι σκληρός. 
-Πρακτικός, Άννυ, απλά πρακτικός. Η Άννυ αισθανόταν τις καρφίτσες της ζήλειας να τις τσιμπούν την καρδιά αλλά κατάφερε να παραμείνει ήρεμη και σιωπηλή. Τα συναισθήματα του Άρτσι για την καλύτερη της φίλη ήταν εμφανή. 
-Καλά, εάν θέλεις μπορείς να πας και να πιεις ένα ποτό στο μπαρ, είπε φτιάχνοντας το κρεβάτι.
-Δεν θα αργήσω, είπε ο Άρτσι και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του. 

Ένα ποτό στο μπαρ 

Νεαρά ζευγάρια αλλά και εργένηδες απολάμβαναν ένα απεριτίφ στο ξύλινο μπαρ του ξενοδοχείου που φιλοξενούσε πολλά είδη ποτών και γεύσεων. 
Ο Άρτσι Κόρνγουελ ήταν ήδη στο τέταρτο ουίσκι του. Δοκίμαζε και από μία διαφορετική ποικιλία κάθε φορά και ζάλιζε τον μπάρμαν με ένα σωρό ερωτήσεις σχετικά με την καταγωγή, την παρασκευή και την ωρίμανση του ποτού του. 
-Λοιπόν τι είναι αυτό; ρώτησε ο Άρτσι κοιτάζοντας το ξανθοκάστανο υγρό στο ποτήρι του. 
-Αυτό είναι 26 ετών μαλτ ουίσκι από την Σκωτία και ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια, δοκιμάστε το κύριε, είναι πολύ καλό. 
Ο Άρτσι ήπιε μία γουλιά, ειχε μία γλυκειά μα και δυνατή γεύση. Ήταν ωραίο. Όπως κοιτούσε μέσα στο ποτήρι του, με την άκρη του ματιού του, είδε μία γυναικεία φιγούρα να πηγαίνει προς την κεντρική έξοδο του ξενοδοχείου. Φορούσε μία κάπα με κουκούλα και δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο της και τα μαλλιά της αλλά το σώμα της και η κίνηση της ήταν κάτι πολύ περισσότερο από οικεία για αυτόν. 
Όταν το συνειδητοποίησε, σχεδόν έπεσε από το σκαμνί και πλήρωσε τα διπλά στο μπαρ από ότι κανονικά έπρεπε. Άρπαξε το πορτοφόλι του και χωρίς καθυστέρηση αλλά ούτε και παλτό έτρεξε στην έξοδο. Εκείνη περπατούσε ήδη στο πεζοδρόμιο γρήγορα και αποφασιστικά. Εκείνος πήρε την άμαξα. 
-Σας παρακαλώ ακουλουθήστε αυτή τη γυναίκα, είπε αλλά ήδη πίστευε ότι γνώριζε τον προορισμό της και η διαίσθητη του δεν ήταν λάθος. «Κάντυ», σκέφτηκε «τρέχεις σε αυτόν μέσα στην μέση της νύχτας;». Τα μικρά βήματα της Κάντυ την φέρανε κάτω από το διαμέρισμα του Τέρενς, κοίταξε το παράθυρο του αλλά μόνο σκοτάδι. 
«Σκέφτηκα ότι μπορεί και να ήσουν εδώ. ‘Ηρθα μόνο και μόνο για να κάνω τον εαυτό μου να αισθανθεί πιο εξοικοιωμένος με το περιβάλλον σου, ίσως ήθελα να σε νιώσω πιο κοντά μου, να βρω το κουράγιο να σε αντιμετωπίσω αύριο». Ο ‘Αρτσι την παρατηρούσε μέσα από την ασφάλεια της άμαξας, η ζήλεια του τον τύφλωνε. Αυτό που πραγματικά ήθελε να κάνει, όχι μόνο απόψε αλλά ίσως από πάντα, ήταν να βγει έξω και να αρχίσει να την φιλάει εκεί στη μέση του δρόμου. Αλλά δεν έκανε τίποτα. Έμεινε μόνο να την κοιτάζει καθώς αυτή κοίταζε το παράθυρο του Τέρενς. Ξαφνικά φως φάνηκε από το παράθυρο του διαμερίσματος. Η Κάντυ πήρε μία βαθιά ανάσα. «Είναι τώρα ή ποτέ!», σκέφτηκε. 
Ο Άρτσι την κοίταζε με κομμένη την ανάσα καθώς αυτή έμπαινε μέσα στο κτίριο. 
-Τι θέλετε να κάνουμε κύριε; Ρώτησε ο οδηγός που είχε παρεξγήσει τη σκηνή (ή τουλάχιστον ένα μέρος της). 
-Μείνε εδώ! απαίτησε ο Άρτσι. Θα περιμένουμε την κυρία. 
Ο οδηγός γύρισε το κεφάλι του δύστροπα: Θα περίμενε την γυναίκα του να κατέβει από το διαμέρισμα του εραστή της; Αυτό θα ήταν πολύ διασκεδαστικό.
Αλλά ούτε ο Άρτσι ούτε ο οδηγός είχαν υπολογίσει σωστά το χρόνο αναμονής, γιατί οι νύχτες του Τέρενς, όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, ήταν πάντα μεγάλες και αυτή η νύχτα δεν θα αποτελούσε την εξαίρεση στον κανόνα.


Είναι εδώ 
Ήταν κοντά στις 10 η ώρα το βράδυ όταν άκουσε τους κτύπους στην πόρτα του. Φυσικά και δεν απάντησε γιατί δεν επιθυμούσε να μιλήσει σε κανέναν. Τότε άκουσε μία φωνή μακρινή αλλά πολύ γνωστή. 
-Τέρυ…Όπως η Κάντυ γύρισε την πλάτη της στην πόρτα για να φύγει αποθαρρυμένη από την απουσία απάντησης, ο Τέρυ την άνοιξε. Αυτή για μία στιγμή έμεινε ακίνητη σαν παγωμένο άγαλμα τότε γύρισε αργά για να τον αντικρύσει.Τα όμορφα πράσινα μάτια της, το χαμόγελο, το άρωμα της, ήταν όλα εκεί. Ήταν εκεί. 
«Είναι εδώ», σκέφτηκε. «Είναι εδώ!. Πως γίνεται; Πρώτα το γράμμα, τώρα η ίδια!…». 
Η Κάντυ δυσκολευόταν επίσης να πιστέψει τα μάτια της. Το να τον βλέπει εκεί, να της χαμογέλαει με το πιο τρυφερό του χαμόγελο, αυτό που είχε μόνο για εκείνη, τα εκφραστικά του μάτια να γυαλίζουν από την υγρασία, στην άκρη της συγκίνησης και της χαράς. Έμειναν απλώς να κοιτούν ο ένας τον άλλο. Και ο χρόνος πάλι σταμάτησε γύρω τους. Η Κάντυ μπορούσε να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς της αλλά ήταν αδύναμη να συγκρατήσει τα δάκρυα της που άρχισαν να κυλούν ελεύθερα πια. Τα συναισθήματα της ξαφνικά ήταν ασήκωτα. Το βάρος την έπνιγε. Δεν άντεχε, δεν άντεχε άλλο. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν και πράγματι έτρεμαν. Η Κάντυ σχεδόν εντικτωδώς άπλωσε το χέρι της προς τον τοίχο αναζητώντας ένα στήριγμα για να μην σωριαστεί ολόκληρη μπροστά του σαν πύργος από τραπουλόχαρτα.Ο Τέρενς δεν δίστασε, ούτε για μία στιγμή, ήθελε να την αγγίξει, να πιστέψει ότι ήταν εκεί, όχι ένα όραμα ή μία ακόμα παραίσθηση, όχι μία απλή ανάμνηση αλλά η Κάντυ…η Κάντυ όπως πάντα. 
Για αυτό και της τράβηξε το χέρι και την έχωσε ολόκληρη στην αγκαλιά του, το κεφάλι της ξαφνικά βρήκε τη θέση του πάνω στο στήθος του. Τα χείλη του άγγιζαν τα μαλλιά της. Τώρα η Κάντυ άκουγε τους χτύπους της δικής του καρδιάς. Χτυπούσε τόσο σκληρά και δυνατά, τόσο γρήγορα.
Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε βαθιά μες τα μάτια. Στα δικά του μάτια το δικό της είδωλο καθρεφτιζόταν..Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα γιατί αισθανόταν ασφάλεια μέσα στα δυνατά του χέρια που την έσφιγγαν και την τύλιγαν με τη ζεστασιά του κορμιού του. Αισθανόταν σαν να ήταν σπίτι της, ναι μετά από πολύ καιρό, η καρδιά της για μία στιγμή σταμάτησε να πονάει, να ρωτάει, να ανησυχεί. Ήθελε να μείνει, εκεί στη στη δική του αγκαλιά και να μην γυρίσει ποτέ να κοιτάξει πίσω, ήθελε αλλά δεν μπορούσε γιατί η αγάπη του άνηκε σε μία άλλη γυναίκα. 
Και αυτός ήθελε να παραμείνει εκεί λες και αυτή ήταν το μοναδικό σταθερό σήμειο από όπου μπορούσε να κρατηθεί και επιθουμουσε τόσο πολύ να κρατήσει από έναν κόσμο που τόσο επιθυμούσε να συντρίψει έξω και μέσα του. Ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν. Ξαφνικά χώρισαν. 
-Συγγνώμη, του είπε με μία χαμηλή φωνή. 
-Για ποιο πράγμα; Την ρώτησε απαλά. 
-Τέρυ, χρειάζεται να μιλήσουμε για κάτι, του είπε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. 
-Έλα μέσα, της είπε και ξαφνικά αισθάνθηκε ότι θα γύριζε στις αποβάθρες νωρίτερα από ότι είχε υπολογίσει.


‘Ένα σοκ στην κουζίνα
Ο Τέρενς πήγε στην κουζίνα να φτιάξει τσάι αν και η νευρικότητα του δεν του επέτρεπε να χύσει το τσάι ευθεία μες τα φλιτζάνια. Η Κάντυ κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας χαζεύοντας το δωμάτιο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει αυτά τα δύο χρόνια. Ήταν πιο ακατάστατο από ότι θυμόταν αλλά ο Τέρυ δεν περίμενε επισκεψεις. Οι τοίχοι ήταν άδειοι, καμία αφίσα ή έργο τέχνης. Ενώ ο Τέρενς ήταν απασχολημένος με το τσάι, εκείνη έπρεπε να αρχίσει τη συζήτηση. Ήταν δύσκολο αλλά έπρεπε να το κάνει. «Είσαι εδώ τώρα, πες αυτό που θέλεις να πεις και φύγε» έλεγε στον εαυτό της αλλά όσο περισσότερο προσπαθούσε τόσο περισσότερο οι λέξεις αδυνατούσαν να βγουν από τα χείλη της. Ήθελε να πάρει βαθιές ανάσες αλλά δεν ήθελε να το κάνει αυτό μπροστά στον Τέρυ, ήθελε να φαίνεται ήρεμη και άνετη, σαν και αυτόν. Τελικά άνοιξε τη συζήτηση με μία ερώτηση που την απασχολούσε από τη στιμή που ο Τέρυ της είχε ανοίξει την πόρτα. 
-Τέρυ τι είναι αυτές οι μελανιές στο πρόσωπο σου; Έμπλεξες σε καυγά; Πάλι; Ρώτησε με δυνατή φωνή. 
Ο Τέρενς δεν γύρισε να την κοιτάξει, τι θα μπορούσε να της πει ή να της εξηγήσει; «Είναι όλα ένα σόου, Freckles», σκέφτηκε. «Ο επιτυχημένος ηθοποιός, η δόξα, οι ευτυχισμένες φωτογραφίες που βλέπεις στα περιοδικά και στις εφημερίδες, είναι όλα μία ωραία κάλυψη, μία παράσταση, για σένα». 
-Δεν είναι τίποτα, ναι έμπλεξα χτες σε έναν καυγά αλλά τελείωσε. Αλήθεια δεν είναι τίποτα. 
-Ω, ελπίζω να φροντίζεις τον εαυτό σου, του είπε με ένα αισιόδοξο χαμόγελο. Ο Τέρενς γύρισε στο τραπέζι κουβαλώντας το δίσκο με το τσάι. Σιχαινόταν τον εαυτό του, δεν ήθελε να της λέει ψέμματα για αυτό άλλαξε το θέμα καθώς κάθησε απέναντι της για να τη βλέπει καλύτερα. 
-Φαίνεσαι πολύ κάλα, της είπε ενώ η παλάμη του χεριού του κάλυψε με τρυφερότητα την δική της που ακουμπούσε στο τραπέζι. Εκείνη ξαφνιάστηκε αλλά ωστόσο δεν τράβηξε το χέρι της. 
-Και εσύ φαίνεσαι καλά, Τέρυ, αν εξαιρέσουμε τις μελανιές, φυσικά, του είπε με μία γλυκειά φωνή που στα δικά του αυτιά ακουγόταν σαν μελωδία. Είσαι τόσο διάσημος Τέρυ, εκπλήσσομαι που ακόμα μένεις εδώ. 
-Με ξέρεις, δεν χρειάζομαι πολυτέλειες, της είπε με μετριοφροσύνη και γλυκύτητα. Τα μάτια του ξαφνικά ήταν τόσο φωτεινά και όμορφα, που η Κάντυ δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί οπουδήποτε αλλού. Αποτράβηξε το βλέμμα της, αισθανόταν να ζαλίζεται…
-Είπες ότι ήθελες να μου μιλήσεις για κάτι, της είπε και αναγκαστικά το βλέμμα της ξαναγύρισε στο πρόσωπο του. Είχε ένα μικρό απαλό χαμόγελο στα μάτια και στα χείλη και καθώς ξαναγύρισε να τον κοιτάξει το βλέμμα της προσγειώθηκε πάνω στο χαμόγελο του, στα χείλη του. Ασυνείδητα ένιωσε να έλκεται από αυτά τα χείλη και αυτός μπορούσε να διαισθανθεί αυτή την έλξη, γιατί το ίδιο συναίσθημα τον κατέβαλλε, Τα μάτια του ακολούθησαν το μονοπάτι για τα δικά της χείλη και ήταν μόνο θέμα χρόνου πριν να…
Η Κάντυ έσπασε το μαγικό ξόρκι γυρνώντας ξαφνικά το κεφάλι της προς τα δεξιά. «Χρειάζεται να φύγω από εδώ», σκεφτόταν. 
-Λοιπόν; τι ήταν αυτό; Ο Τέρυ επανέλαβε την ερώτηση. 
-Ήθελα να σου μιλήσω για το γράμμα, ήταν η κυρία Πόνυ που σου το έστειλε, όχι εγώ, είπε η Κάντυ με δυσκολία και κοίταξε το τραπέζι αποφεύγοντας το έντονο βλέμμα του που αυτή τη στιγμή τη φόβιζε. Το χέρι της που ήταν κάτω από το τραπέζι σφίχτηκε σε μία μικρή γροθιά. Θα θύμωνε μαζί της, και μισούσε το θυμό του, αλλά της άξιζε γιατί είχε φανεί τόσο απρόσεχτη. 
Αντίθετα με την Κάντυ, ο Τέρενς δεν έπαιρνε τα μάτια του από πάνω της. 
-Δεν έχω το γράμμα, απάντησε με ειλικρίνεια. 
-Τι; φώναξε η Κάντυ και σηκώθηκε όρθια με έκπληκτα μάτια. 
Μόλις όμως είπε αυτές τις λέξεις, τότε μόλις συνειδητοποίησε και ο ίδιος ακόμα τι πραγματικά είχε πει και πως αυτές οι λέξεις ακούστηκαν με ένα τελείως διαφορετικό νόημα στα δικά της αυτιά. Άνοιξε το στόμα του για να διορθώσει την φράση του αλλά ξαφνικά σταμάτησε.
Ήξερε ότι η καρδιά της μαχόταν με τη λογική της γιατί είχε διαβάσει το γράμμα της και κρατούγε τις αποδείξεις, τουλάχιστον κάποτε. Ναι ήξερε τι ήταν μέσα στο γράμμα, ένα γράμμα γεμάτο από αντιθέσεις και συγκρούσεις, που του γεννούσε περισσότερες ερωτήσεις παρά του έδινε απαντήσεις. Οι απάντήσεις που έψαχνε όμως, τώρα στέκοταν εδώ μπροστά του. «Σ’αγάπησα» είχε γραψει. Προσπαθούσε λίγο-λίγο να καταλάβει όχι τις λέξεις της αλλά τις πραγματικές της προθέσεις και επιθυμίες της. Ήθελε να σταθεί απέναντι του και να του πει την αλήθεια, να του μιλήσει για τα συναιθήματα της. Είχε έρθει για κάποιο λόγο και για κάποιο λόγο είχε γράψει αυτό το γράμμα. Ήθελε να μάθει τα πάντα. 

Ο Τέρενς παρέμεινε ήρεμος καθισμένος στην καρέκλα του. Η Κάντυ νόμιζε ότι η οροφή, όλο το κτίριο ήταν έτοιμο να πέσει στο κεφάλι της. Πως ήταν αυτό δυνατό; Δεν υπήρχε τρόπος να είχε φτάσει πρώτη πριν το γράμμα. 
-Οπότε η κυρία Πόνυ μου έστειλε αυτό το γράμμα; Ρώτησε ο Τέρυ, μέσα του είχε ήδη αρχίσει να ποναει. Ήταν όλα λοιπόν ένα λάθος;
-Ναι, η Κάντυ είχε αρχίσει να τα χάνει, ναι! Η κυρία Πόνυ. 
-Και τι γράφει; ρώτησε αθώα. 
-Όχι, όχι η κυρία Πόνυ, εγώ. 
-Δεν καταλαβαίνω Κάντυ, εσύ ή η κυρία Πόνυ έγραψε αυτό το γράμμα στο οποίο αναφέρεσαι; 
-Εγώ, εγώ το έγραψα, είπε η Κάντυ. 
-Και η κυρία Πόνυ; 
-Το ταχυδρόμησε. «Θεε μου, τι μπέρδεμα», σκεφτόταν η Κάντυ. 
-Και λοιπόν; 
Ο Τέρυ την κοίταζε πολύ έντονα. Η Κάντυ ένιωθε σαν να έχει πιαστεί μέσα σε μία παγίδα. Δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό. Δεν είχε ιδέα τι να του πει. Είχε ετοιμάσει ένα «συγγνώμη» αλλά όχι μία εξήγηση. Την είχε πιάσει απροετοίμαστη. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις ερωτήσεις του έτσι, δεν μπορούσε απλώς τώρα να ζητήσει συγγνώμη και να τα πάρει όλα πίσω, δεν μπορούσε να αρχίσει να τρέχει. Ξαφνικά έπρεπε να του εξηγήσει τα πάντα. Αλλά αυτό ήταν αδύνατο.

Συγγνώμη 
Η νύχτα δεν προχωρούσε όπως η Κάντυ είχε υπολογίσει, το ήξερε ότι θα ήταν δύσκολο αλλά η αρχική της πρόβλεψη ήταν πολύ μακριά από την αλήθεια. 
-Κάντυ, τι έλεγες; 
-Έγινε έλα λάθος Τέρυ. ‘Ηρθα μόνο και μόνο για να σου ζητήσω «συγγνώμη» γιατί δεν επιθυμώ να ταράξω τη ζωή σου με κανέναν τρόπο. Πίστεψε με, με κανέναν. 
Αυτό ακουγόταν τώρα λογικό στο αυτιά του. Το γράμμα της είχε φτάσει κατά λάθος στα χέρια του. Δεν σκόπευε ποτέ να του πει τίποτα. Δεν σκόπευε να έρθει εδώ, να τον δει, να ανοίξει έστω και την πιο μικρή δίοδο επικοινωνίας. Δεν σκόπευε να το στείλει, όπως άλλωστε έλεγε μέσα στο γράμμα. Σηκώθηκε αργά και στάθηκε μπροστά από το παράθυρο κοιτάζοντας το βραδινό ουρανό. Ήταν γεμάτος από αστέρια απόψε. «Έλα τώρα, Τέρυ, δεν πίστεψες πραγματικά ότι είχε έρθει εδώ για κάποιο άλλο λόγο, έτσι;» ρωτούσε το μαυλό του. «Ναι για μία στιγμή, το πίστεψα, το πίστεψα!» απάντησε στον εαυτό του. Έκρυβε το βλέμμα του που ξαφνικά ήταν πληγωμένο. Ξαφνικά τον χτύπησε η συνειδητοποίηση ότι θα έφευγε και πάλι. «ΌΧΙ, όχι ακόμα, σε παρακαλώ» φώναζε μέσα του. Μετα βίας συγκρατούσε τον εαυτό του ακέραιο, ψύχραιμο, άνετο. 
-Λοιπόν τι έγραψες σε αυτό το γράμμα? Ρώτησε με φαινομενική απάθεια. 
Η Κάντυ στεκόταν στην άλλη άκρη του δωματίου. «Τι;» «Τι υποτίθεται ότι πρέπει να σου πω τώρα;» Αισθανόταν σαν λιοντάρι στο κλουβί. «Πιθήκι» η φωνή του Τέρυ την διόρθωσε μέσα στο κεφάλι της. Για μία στιγμή που της φάνηκε αστεία γέλασε μέσα της. 
-Κάντυ; Ο Τέρυ γινόταν όλο και περισσότερο ανυπόμονος, μπορούσε να το καταλάβει αυτό αν και τώρα φαινόταν ήρεμα να χαζεύει τα αστέρια. 
«Κοιτάζουμε τα ίδια αστέρια κάθε νύχτα» σκέφτηκε αναβάλλοντας το αναπόφευκτο. Τότε είπε με ένα χαμόγελο. 
-Λοιπόν Τέρυ, το γράμμα μου μάλλον χάθηκε. 
Μπορούσε αν καταλάβει που το πήγαινε. «Ωραία, θες να παίξεις Frenckles; Ας παίξουμε». 
-Δεν είμαι σίγουρος για αυτό, το πρόσωπο του Τέρυ φωτίστηκε καθώς γύρισε και την κοίταξε. Η Νέα Υόρκη φημίζεται για το αργό ταχυδρομείο της. Δεν το ξέρεις, φαντάζομαι. 
Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη της. 
-Τελικά τι έγραφες σε αυτό το γράμμα που σε έκανε να έρθεις μέχρι εδώ και να μου ζητήσεις συγννώμη; Ελπίζω να μην με έβριζες. Τα μάτια του γυάλιζαν. Η Κάντυ το πρόσεξε.
-Μμ, σε είπα «γορίλλα», είπε με ένα ελαφρύ χαμόγελος.
-Είσαι ασυγχώρητη της είπε γελώντας. Και εκείνη γέλασε. Πόσο της είχε λείψει το γάργαρο και δυνατό γέλιο του που πλυμμύριζε την καρδιά της με χαρά. 
-Σου έστειλα και τα συγχαρητήρια μου για τον Άμλετ, του είπε απαλά. 
-Καλύτερα αργά παρά ποτέ, της είπε. Τι άλλο; 
Έμεινε σιωπηλή για λίγο, έπειτα είπε: 
-Περιέγραψα κάποια πράγματα, κάποια συναισθήματα και αναμνήσεις. Σε σκεφτόμουν, εννοώ…δεν θέλω να το παρεξηγήσεις, είπε με σοβαρότητα, αποφεύγοντας να συναντήσει το βλέμμα του. Σε παρακαλώ όταν πάρεις το γράμμα μου, μην το υπολογίσεις. 
Ο Τέρενς εισέπνευσε βαθιά. Απέφευγε τα μάτια του που ήταν καρφωμένα πάνω της, αναλύοντας κάθε έκφραση του προσώπου της, κάθε μικρή ή μεγάλη λεπτομέρεια. Ήταν θλιμμένη και στεναχωρημένη. Είχε έρθει μόνο για να φύγει και πάλι. Δεν ήθελε να την κάνει να αισθάνεται άβολα. Δεν μπορούσε να επιμείνει περισσότερο. Κάθε ελπίδα του ξαφνικά είχε χαθεί. 
Εδώ λοιπόν στέκονταν αδύναμοι να πάνε ένα βήμα μπροστά, ανίκανοι να πάνε πίσω. Δεν έπρεπε να είχε έρθει εξ’αρχής. Δεν είχε το δικαίωμα να ταράζει και πάλι τα νερά της γαλήνης του. Όχι, δεν έπρεπε. Έτσι ξαφνικά αισθανόταν, ξεχνώντας απόλυτα ότι αυτό που την είχε οδηγήρει εκεί ήταν ακριβώς αυτή η ίδια σκέψη, ο φόβος ότι ο Τέρενς θα έχανε τη γαλήνη του και τον ύπνο του αν διάβαζε το γράμμα της.
-Συγγνώμη, Τέρυ, του είπε με την καρδιά της έτοιμη να διαλυθεί σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμμάτια που φοβόταν ότι ποτέ ξανά δεν θα κατάφερνε να τα μαζέψει.
.-Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μου ζητάς συγγνώμη, της είπε, προσπαθώντας να διαλύσει την ανησυχία της. Εγώ είμαι αυτός που αισθάνομαι σαν να πρέπει να ζητήσω συγγνώμη, δεν χρειαζόταν να ταραχτείς και να στεναχωρηθείς για ένα τόσο ασήμαντο ζήτημα. Θα μπορούσες να στείλεις ένα τηλεγράφημα, της είπε με ένα ύφος συμπόνοιας και κατανόησης. Δεν χρειαζόταν να ανησυχήσεις για μένα, είμαι καλά, πολύ καλά. 
-Ναι, έτσι θα έπρεπε να είχε γίνει…του απάντησε χαμηλόφωνα. Πως μπορούσε να του εξηγησει την πορεία των γεγονότων που της είχαν συμβεί τις τελευταίες δύο ή τρεις μέρες; Η ζωή της είχε ταξιδέψει με τόσο γρήγορο ρυθμό. 
«Νόμιζες ότι θα ήταν δυστυχισμένος, έτσι δεν είναι; Κατά βάθος αυτό ήθελες», μία εσωτερική φωνή ξαφνικά είπε μέσα της. «Όχι, φυσικα, όχι, απλά ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα είναι εντάξει. Ο λόγος του ταξιδιού μου ολοκληρώθηκε. Πρέπει να φύγω τώρα», απάντησε στον εαυτό της. 
-Πρέπει να φύγω τώρα, είπε και έπιασε την κάπα της από τον καναπέ. Ξαφνιάστηκε που την είδε να φεύγει τόσο βιαστικά. Με το χέρι του την σταμάτησε, παίρνοντας την κάπα από τα χέρια της με μία βιαστική και σχεδόν ασυνείδητη κίνηση. 
-Έκανα ένα μακρύ ταξίδι και εσύ έχεις παράσταση αύριο, του είπε σαν δικαιολογία. 
-Δεν έχω παράσταση αύριο είπε. 
-Δεν το ήξερα αυτό αλλά και πάλι χρειάζεται να φύγω. 
-Σωστά, της είπε αποκαρδιωμένα, είσαι εντάξει τώρα. Αυτό αρκεί. 
-Τέρυ, τι εννοείς; Ρώτησε. Μπορούσε να διακρίνει την απογοήτευση του αν και προσπαθούσε να μην της το δείχνει. Τον ήξερε πολύ καλά.
Ξαφνικά η διάθεση του άλλαξε. Χαμογελούσε και πάλι. 
-Κάντυ, είπε με ενθουσιασμό, δεν σε έχω δει εδώ και πολύ καιρό. Μείνε! Ας πιούμε το τσάι μας. Ήθελε να φύγει μακριά του αλλά τώρα που τον έβλεπε να της χαμογελά, δεν ήθελε να τον απογοητεύσει. Βαθιά μέσα της, ήταν ικανοποιημένη με αυτή την αλλαγή. Ήταν παλιοί φίλοι άλλωστε, έτσι δεν είναι; 

Ένα όνειρο σε μία μακρινή χώρα

-Ωστέ λοιπόν ο Άλμπερτ είναι ο μεγάλος θείος; 
-Μπορείς να το πιστλεψεις Τέρυ; Ακόμα δυσκολεύομαι και εγώ η ίδια. 
«Κάντυ τα προβήματα σου τελείωσαν», σκέφτηκε ο Τέρυ. 
-Και γιατί μένεις στο λόφος της Πόνυ;
-Θέλω να φροντίσω τα παιδιά, Τέρυ, και μετά δεν μου αρέσει και ιδιαίτερα η κοσμική ζωή. 
-Ναι, καταλαβαίνω, τι εννοείς, και εγώ βαριέμαι μεχρι θανάτου σε αυτά τα μέρη…
-Να χαμογελάς και να γελάς…
-Ακούγοντας με συμπόνια κάθε ανόητο σχόλιο.
-Να ντρέπεσαι να φας από τον μπουφέ ενώ το στομάχι σου γουργουρίζει…η Κάντυ του έκλεισε με χαμόγελο το μάτι. 
-Α δεν μπορώ να φανταστώ μία Κάντυ που να μην τσακίζει τον μπουφέ…
-Τέρρρρυ! Η Κάντυ γρύλισε χαμογελώντας και εκείνος έβαλε τα γέλια με το δήθεν θιγμένο ύφος της. 
Έπιναν το τσάι τους, συζητώντας άσχετα θέματα που δεν έθιγαν τα συναισθήματα, τις ανάγκες τους, την πραγματικότητα. Κανείς από τους δύο δεν τολμούσε να αναφέρει το όνομα «Σουζάνα» λες και ήταν ένα πεδίο από νάρκες έτοιμο να εκραγεί στο πρώτο λάθος βήμα. 
-Γιατί δεν έρχεσαι να δεις τον Άμλετ; Ρώτησε, προσθέτωντας ζάχαρη στο φρεσκοφτιαγμένο του τσάι. 
-Δεν μπορώ, χρειάζεται να γυρίσω πίσω, ο Άλμπερτ είναι άρρωστος. 
-Τι είδους αρρώστια; 
-Πνευμονία; 
-Φαντάζομαι να τον φροντίζεις καλά, ο Τέρυ την πείραζε με παιχνιδιάρικό ύφος. 
-Φυσικά! αλλά πρέπει να φύγω τώρα. 
-Ε; τι σε έχει πιάσει με αυτή τη βιασύνης; Την ρώτησε ωστόσο τόσο αθώα, που και η ίδια έμεινε άναυδη. Ο Τέρυ φερόταν σαν μην καταλάβαινε.
«Δεν καταλαβαίνει λοιπόν; τίποτα. Είναι καλά, ευτυχώς είναι καλά και δεν έχει προβλήματα ίσως..ίσως γιατί με ξεπέρασε. Δεν έχει απολύτως κανένα πρόβλημα να μοιραστεί μαζι μου τα λεπτά και τις στιγμές του. Αλλά εγώ δεν μπορώ…δεν αντέχω» σκεφτόταν από μέσα της. «Τελείωσε μαζί μου, με ξεπέρασε! Ναι αυτό είναι! Εγώ κάνω σαν μία ανόητη έφηβη και αυτός έχει ξαναγυρίσει στη ζωή και στον δρόμο του. Μα ξαφνικά η καρδιά της δεν ηρεμούσε και δεν χαιρόταν. Δεν χαιρόταν καθόλου. «Τι συμβαίνει με μένα; Ήθελα να με ξεπεράσει, ναι αυτό πραγματικά ήθελα να είναι ευτυχισμένος. Τότε γιατί ξαφνικά νιώθω έτσι;» 
Οι σκέψεις της Κάντυ σταμάτησαν μόλις άκουσε τον Τέρυ να της μιλάει. 
-Κάντυ είσαι εντάξει; Δεν αντιμετωπίζεις προβλήματα στη ζωή σου; Ρώταγε με ένα ανήσυχο βλέμμα. Ήταν σοβαρός τώρα. 
-Δεν είναι τίποτα, αλήθεια, του είπε με μία ζεστή φωνή. Είμαι καλά, καλύτερα από ποτέ. Σκεφτόμουν το λόφο της Πόνυ και ότι θα ήθελα να έρθεις μία μέρα…είπε αθώα προσπαθώντας να πλάσει μία δικαιολογία για την θλιμμένη εκφρασή της. 
-θα ήθελες να με ξαναδείς; Την ξαναπείραξε. 
-Ε, δεν ενοούσα ακριβώς αυτό…είπε με κουρασμένα μάτια και φωνή.
Όλα πάνω της μαρτυρουσαν την εύθραστη και νευρική ψυχολογία της. Πάλευε τα ίδια της τα συναισθήματα και τις επιθυμίες. «Δεν αξίζει να υποφέρεις» είπε μέσα του. «Δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση, θέλω να χαμογελάς, άσε με να σε βοηθήσω». 
Η Κάντυ έκατσε στον καναπέ, αισθανόταν καταβεβλημένη από αυτό το μακρύ ταξίδι, όποιο και αν ήταν.
-Είναι εντάξει, Frenckles, είναι εντάξει, της είπε και κάθισε δίπλα της. 
Η παρουσία της τόσο κοντά τρέλαινε τις αισθήσεις της. Τον κοίταξε, τα εκφραστικά του μάτια, της μετέδιδαν κάτι από τη δύναμη και το πάθος τους, έβλεπε τη ζωή της να περνάει από αυτιά τα μάτια, βούλιαζε όλο και πιο πολύ μέσα τους. Σε μία άγρια θάλασσα που μία εποχή ήταν μόνο για εκείνη. Έτσι όπως τον κοιτούσε, αθώα και τρυφερά, περίεργα και προσηλωμένα, ήταν το πιο ερωτικό, το πιο όμορφο βλέμμα που είχε δει ποτέ του. Χωρίς να το σκεφτεί την τράβηξε και πάλι σε μία ζεστή αγκαλιά.
-Τέρυ! 
-Δεν πειράζει! Της ψιθύρισε. 
Η αγκαλιά του ήταν τόσο ζεστή και παρήγορη. Μύρισε τα ρούχα του, το άρωμα του την πλυμμήρισε. Στην αρχή ήταν απλώς ένας λυγμός που ζητούσε λύτρωση, που ανέβαινε στο λαιμό της φράζοντας την αναπνευστική της οδό και συνοδεύοταν από ένα ξαφνικό σπασμό που δεν μπορούσε να ελέγξει. Το σώμα της ξαφνικά τραντάχτηκε μέσα στα χέρια του και ένας φοβερός λιγμός βγήκε από τα στήθη της κόβωντας τον αέρα στα δύο. Και μετά ήρθαν κύμματα οι λιγμοί και τα δάκρυα της, σπάζοντας τα στέρεα φράγματα της λογικής της λες και ήταν καρυδότσουφλα σε τυφώνα. Δεν μπορούσε άλλο να συγκρατήσει τα συναισθήματα της. Η νευρικότητα, το άγχος, η συγκίνηση, ό έρωτας, έβρισκαν επιτέλους την διέξοδο τους… Εκεί τελείωνε μέσα στην αγκαλία του. Ο Τέρυ ξαφνιάστηκε μα δεν αντέδρασε. Την άφησε να κλάψει και να τραντάζεται, την κράτησε πιο σφιχτά, δεν ρώτησε και δεν τη διέκοψε. Ήταν καλό, καλό για αυτήν. Δεν θυμόταν πόση ώρα έκλαιγε με γοερούς λιγμούς και έντονους σπασμούς στα χέρια του, δεν θυμόταν πότε η ταραγμένη της καρδιά συνάντησε και πάλι την γαλήνη. Θυμόταν ότι της χάιδευε τα μαλλιά, και έκανε ησυχία, ότι τα μάτια του δάκρυσαν και η καρδιά του κόντεψε να σπάσει, ότι όλα σβήστηκαν και μηδενίστηκαν στο μυαλό του. Μπορούσε να διαγράψει όλο τον κόσμο απόψε, γιατί τίποτα δεν είχε ποτέ καμία σημασία, παρά μόνο αυτή. Τη λύκνιζε απαλά σαν ένα μωρό στην κούνια, δεν έπρεπε, όχι δεν έπρεπε να την είχε αφήσει ποτέ. Ποτέ! Είχε έρθει για να ζητήσει «συγγνώμη», όχι ήταν λάθος, έπρεπε αυτός να ζητήσει «συγγνώμη». Μα δεν μπορούσε να πει τίποτα, ήταν η δική της σειρά, έκανε τόπο για τα δικά της συναισθήματα να βγουν στην επιφάνεια. Όταν τελείωσε εκείνος ο πόνος, εκείνο το παράπονο, επιτέλους ένιωσε ζεστασιά και ασφάλεια. Τόση ανακούφιση μα και εξάντληση. Δεν μπορούσε να σκεφτεί άλλο, ούτε να κλάψει. Έκλεισε τα μάτια της και ξαφνικά χωρίς να το θέλει βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο. Ο Τέρενς προσπάθησε να την μετακινήσει ελαφρώς, τότε κατάλαβε ότι κοιμόταν, ήρεμα σαν μωρό στα χέρια του. Την κράτησε ακόμα πιο σφιχτά, αποκλείωντας το ενδεχόμενο να την αφήσει. Μες την σιωπή την παρατηρούσε ακούγοντας την ρυθμική της ανάσα ήταν σαν ένας μικρός άγγελος, τα μάτια κλειστά, τα χείλη μισάνοιχτα. Είχε λατρέψει αυτά τα χείλη, αυτές τις μικρές φακίδες, τόσο πολύ που ήθελε να βάλει το χέρι του και να κλέψει μερικές, να τις κρατήσει δικές του για πάντα. Τις άγγιξε τρυφερά με τα δάχτυλά του, μετά τα χείλη της. Φοβόταν ότι μπορούσε να την ξυπνήσει. Με το ελεύθερο χέρι του άγγιξε τις χρυσές μπούκλες της. Τις μύρισε. «Γιασεμί». Ήθελε να την αισθαθεί όσο πιο κοντά του και μέσα του γινόταν. Του είχε λέιψει τόσο πολύ. Το κεφάλι της είχε γείρει στο στήθος του. Για άλλη μία φορά απαλά άγγιξε τις άκρες των μαλλιών της. Καθώς την παρατηρούσε αναρωτιόταν τι χρώμα και εικόνες να είχαν τα όνειρα της. 
Μέσα στα όνειρα της, ήταν εκεί ξαπλωμένος μαζί της κάτω από ένα δέντρο ροδακινιάς σε μία άγνωστη χώρα που δεν είχε όνομα. Το φεγγάρι έριχνε ασημί σκιές στα μαλλιά του..Μαύρες και γκρι λάμψεις καθρεφτίζονταν στα μάτια του, μα ήταν τα αστέρια που γυάλιζαν ψηλά, εκεί πάνω. 
-Τι σκέφτεσαι; Ρώτησε ξαφνικά αυτός. 
-Εσένα φυσικά. 
-Σκέφτεσαι πάντα εμένα; 
-Ναι σε σκέφτομαι όταν ξυπνάω και όταν πάω στον καθρέφτη μου. 
-Τι βλέπεις στον καθρέφτη σου; 
-Το μέλλον μας. 
-Έχουμε μέλλον; 
-Φυσικά και έχουμε μέλλον, βλέπω το γιο σου, παίζει και τρέχει…τρέχεις μαζί του. 
-Που είναι; 
-Είναι ακόμα αγέννητος.
-Αλλά βρίσκέται σε αυτήν μήτρα; Ρώτησε και χάδεψε την ευλογημένη περιοχή με το ζεστό του χέρι. 
-Ναι, νομίζω ότι έφτασε η ώρα να κάνουμε τα όνειρα πραγματικότητα, είπε αυτή και κάθισε από πάνω του. Του έδωσε ένα μικρό τρυφερό φιλί, που ίσα που άγγιξε τα χείλη του. Και μετά ένα άλλο και ένα άλλο ώσπου και οι δύο τυλίχτηκαν σε ένα βαθύ ερωτικό, ατελείωτο φιλί. Δεν βιάζοταν γιατί δεν είχαν μόνο το υπόλοιπο της νύχτας αλλά και το υπόλοιπο της ζωής τους να μοιραστούν. Ένιωσε τα δάχτυλα του να της ξεκουμπώνουν το πουκάμισο και καλοσώρισε το υγρό του φιλί στα στήθη της. Ήθελε να τον νιώσει μέσα της, άρχισε να του φιλάει τον λαιμό και μετά τον ένιωσε να την ξαπλώνει στο απαλό γρασίδι. Άρχισε να του βγάζει το πουκάμισο. Ήταν και οι δύο μισόγυμνοι κάτω από το φως της σελήνης. 
-Κλείσε τα μάτια σου, της είπε και έτσι και αυτή έκανε καθώς ένιωσε κάθε ίντσα του κορμιού της να καλύπτεται από τα ζεστά του χείλη, από το λαιμό ως τα στήθη της και μέχρι την κοιλιά της, ακριβώς λίγο πιο πάνω από το πιο ερωτικό της σημείο. Ήταν όλη δκή του και χαμογέλασε με αυτή τη σκέψη. 
-Τέρυ φίλα με πάλι, πάλι, τον παρακάλεσε με μία χαμηλή ψιθυριστή φωνή σαν γάτα. 
- Freckles? Ξαφνικά υπήρχε μία άλλη δραστηριότητα γύρω της, τα αστέρια έσβησαν και μόνο σκοτάδι επικρατούσε γύρω της. «Ανόητη, ακόμα έχεις κλειστά τα μάτια;» σκέφτηκε και ένιωσε επιβεβαίωση καθώς αισθάνθηκε τα χέρια του Τέρυ


Έχει επεξεργασθεί από τον/την juliet στις Δευ Ιαν 31, 2011 5:27 pm, 1 φορά

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 8:44 am

Φρέσκα πορτοκάλια 

Η Κάρεν Κλέις ήταν πρωινός τύπος και όλοι στη Νέα Υόρκη το γνώριζαν, ειδικά οι καταστηματάρχες που περίμεναν την άφιξη της νωρίς το πρωί. Όταν δεν φαντασιωνόταν κομψά φορέματα και ακριβά χρυσαφικά, λαχταρούσε φρέσκα πορτοκάλια, στρογγυλά και μυρωδάτα. Και υπήρχε μόνο ένα μέρος στο μυαλό της Κάρεν όπου μπορούσε να τα προμηθευτεί αυτά. Η Κάντυ έτυχε να είναι εκεί να περνά απ’ έξω από το Market Fresh, όταν ήταν η ακριβής ώρα και μέρα για να παραλάβει τα πορτοκάλια της η Κάρεν. 
Η Κάρεν που ψώνιζε μέσα διάλεγε προσεκτικά τα πορτοκάλια: στρογγυλό σχήμα, λαμπερό χρώμα, ωραίο άρωμα και καθόλου κηλίδες ήταν τα κριτήρια της. Αλλά καθώς ψώνιζε είδε από τη γυάλινη βιτρίνα την Κάντυ να περνάει. Πλήρωσε γρήγορα τα πορτοκάλια της και βγήκε στο δρόμο. 
-Κάντυ, Κάντυ, φώναξε! Εδώ! 
Η Κάντυ αρχικώς χαμμένη στις σκέψεις της, δεν πρόσεξε την πρώτη φορά ότι φώναζαν το όνομα της αλλά την δεύτερη φορά γύρισε. 
«Είναι αυτή η Κάρεν;» αναρωτήθηκε. Καθώς η νεαρή γυναίκα την πλησίασε η απορία της μετατράπηκε σε βεβαιότητα. 
-Κάντυ, τι καλά που σε ξαναβλέπω, της είπε η Κάρεν και της έσφιξε το χέρι. 
-Κάρεν και εγώ χαίρομαι που σε βλέπω. 
-Ήρθες για τον Τέρυ εδώ; Ρώτησε η Κάρεν με χαμόγελο. Της άρεσε να μπάινει κατευθείαν στο θέμα. Είδε την Κάντυ να κατσουφιάζει. 
-Μ, όχι, βασικά…Η Κάντυ δεν διέθετε απολύτως καμία διπλωματία και δεν ήταν εύκολο για εκείνη να φτιάχνει δικαιογίες, αυτή της η αδυναμία ήταν φυσικό ταλέντο για την Κάρεν. 
-Πίνεις καφέ, έτσι δεν είναι; είπε η Κάρεν και άνοιξε το δρόμο για το διάσημο στέκι cafe-cafe.

Cafe-cafe

-Λοιπόν τελικά είδες τον Τέρυ; Ρώτησε η Κάρεν σερβίροντας τον ζεστό αχνιστό καφέ στα φλιτζάνια τους. 
-Ναι, μάλλον…ομολόγησε διστακτικά η Κάντυ. 
-Είδες; Τελικά δεν ήταν και τόσο δύσκολο, έτσι; Απάντησε με πονηρό χαμόγελο η Κάρεν, 
-Πως το κατάλαβες; Η Κάντυ είχε αρχίσει να πιστεύει ότι η Κάρεν διέθετε μαντικές ικανότητες.
-Είναι γραμμένο στο πρόσωπο σου, κάθε φορά που μιλάς για τον Τέρυ, έχεις μία πολύ συγκεκριμένη έκφραση. Αλλά άστο αυτό, είναι καλό που είσαι εδώ, μπορείς ίσως να του δώσεις λίγη χαρά και λογική. 
-Γιατί να το κάνω αυτό Κάρεν;
-Κάντυ είσαι τυφλή; Δεν παρατήρησες τις μελανιές του; 
-Ναι αλλά μου είπε ότι έμπλεξε σε ένα τυχαίο καυγά. 
-Α, ώστε τους δύο τελευταίους μήνες μπλέκει συνέχεια σε τυχαίους καυγάδες; Αυτό τα εξηγεί όλα. 
-Δύο τελευταίους μήνες; Η Κάντυ πνίγηκε με τον καφέ της. Ξαφνικά άρχισε να αμφισβητεί την ειλικρίνεια του. Είχε αλλάξει το θέμα, δεν ανέφερε κάτι άλλο. Το προβληματισμένο της ύφος, επέτρεψε στην Κάρεν να συνεχίσει τη συζήτηση. 
-Ώστε δεν σου μίλησε, μάλλον για να μην ανησυχήσεις. Αλλά αφού τον βλέπεις και έχεις άνεση μαζί του καλύτερα να του πεις ότι και αν κάνει είναι καλύτερα να το σταματήσει. Έτσι όπως πάει θα καταστρέψει την καριέρα του και θα καταστραφεί και ο ίδιος. 
Για ποιο πράγμα μίλαγε η Κάρεν; Η Κάντυ δεν είχε ιδεά αλλά λογικά αυτό έπρεπε να ήταν πρόβλημα της Σουζάνας και όχι δικό της. 
-Η Σουζάνα είναι αυτή που θα έπρεπε να του μιλήσει, Κάρεν και όχι εγώ, εγώ δεν έχω θέση στη ζωή του. 
-Η Σουζάνα; Η Κάρεν άρχισε να γελάει τόσο δυνατά, που η Κάντυ ένιωσε λες και είχε κάνει κάποιο τεράστιο λάθος. 
-Ναι, δεν θα έπρεπε η Σουζάνα; 
-Ω για το θεό! Με έκανες να γελάσω. Κάντυ είπαμε είσαι μακριά αλλά σε ποιόν κόσμο ζείς; 
Βασικά ήταν λόφος. Η Κάντυ ένιωθε και πάλι σαν χαμμένη. Όλα όσα τελικά ήξερε και γνώριζε έμοιαζαν μπερδεμένα και ξένα. Όταν έφυγε πριν από δύο χρόνια τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τα συναισθήματα ήταν ξεκάθαρα μέσα στο μυαλό της: έπρεπε να αφήσει τον Τέρυ στη Σουζάνα. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε διευκολύνοντας την κατάσταση. 
Τελευταία φορά τον είχε δει στο Ροκστοόουν σε μία άθλια κατάσταση, δεν μπορούσε να παίξει, μετά βίας έλεγε μία ατάκα ή στεκόταν όρθιος αλλά στο τέλος ήταν σίγουρη πως βρήκε τη δύναμη και τη ψυχή του. Δεν διάβαζε σχεδόν ποτέ τα περιοδικά και τις εφημερίδες αλλά άκουγε τόσο καλά πράγματα για αυτόν, είχε πιστέψει πως ήταν χαρούμενος, επιτυχημένος, σταθερός. Αλλά τα λόγια της Κάρεν της μίλαγαν για μία άλλη πραγματικότητα. 
-Kάρεν για ποιο πράγμα μιλάς; 
-Η Σουζάνα δεν μπορεί να επηρρεάσει τον Τέρυ, δεν τολμάει να του πει «κάνεις λάθος» ή να τον πιέσει για απαντήσεις. Το μόνο που κάνει είναι να περιμένει από τον Τέρυ την παντρευτεί. Είναι άχρηστη για κάτι άλλο. Αλήθεια, Κάντυ, πως μπορείς να πλησιάσεις και να επηρεάσεις τον άλλον ή μάλλον να ανταπεξέλθεις σε όλες τις καθημερινές συγκρούσεις που όλοι περνάμε στον έρωτα και στη ζωή, όταν φοβάσαι συνέχεια ότι θα τον χάσεις; Για αυτό μην περιμένεις από τη Σουζάνα να κάνει κάτι για αυτό…Είναι αδύναμη και ανίκανη! 
-Δεν τα πάνε καλά; 
-Που να ξέρω; Δεν είμαι και στο κρεββάτι τους. 
Η ξαφνική συνειδητοποιήση ότι η Σουζάνα και ο Τέρυ θα μπορούσαν να…έκανε την Κάντυ να αισθανθεί ναυτία. 
-Φυσικά, κρατάνε πολύ χαμηλό προφίλ, ξέρεις αυτό οφείλεται καθαρά στον Τέρυ που σιχαίνεται την άνευ λόγου δημοσιότητα. Εγώ πάλι την λατρεύω. Αλήθεια το ξέρεις ότι έχει και μυστική έξοδο για να αποφεύγει τους δημοσιογράφους; Φυσικά τώρα δεν του μιλάει κανείς, είναι διάσημος. Αλλά άκουσες ποτέ για κανένα αραββώνα; Ούτε και θα ακούσεις, γιατί μένει δίπλα της από καθαρή συμπόνια, είμαι βέβαιη για αυτό. 
Η Κάρεν εκείνη την μέρα ήταν ποταμός και έτσι συνέχισε….

Άννυ 

Η Άννυ ξύπνησε εκείνο το πρωί απλώς και μόνο για να συνειδητοποίησει ότι ο άντρας της, Άρτσι Κόρνγουελ, δεν είχε επιστρέψει στο κρεββάτι τους κατά τη διάρκεια της νύχτας αλλά αυτό που ήταν ακόμα πιο περίεργο ήταν ότι μαζί του είχε εξαφανιστεί και η καλύτερη της φίλη. Ποτέ δεν διανοήθηκε τίποτα κακό για τον Άρτσι ή την Κάντυ. Μπορεί να ήξερε τα μυστικά συναισθήματα του Άρτσι αλλά ήξερε την Κάντυ ακόμα καλύτερα. Το μόνο που την ενοχλούσε σε αυτήν την ιστορία ήταν ότι η ευτυχία της και ο γάμος της δεν υποστηριζόταν από την αγάπη του άντρας της για αυτήν αλλά από την ευγένια και την καλή ηθική φύση της Κάντυ. Μία ηθική φύση που η Άννυ δεν θα αμφισβητούσε ακόμα και με ένα πιστόλι στον κρόταφο. 
Καθώς η μοναξιά έδινε έδαφος στις δυσάρεστες σκέψεις, η πόρτα άνοιξε και ο Άρτσι μπήκε μέσα κρατώντας μία παλιά φυσαρμόνικα στα χέρια του. Η Άννυ δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει πρώτη. 
-Σε παρακαλώ Άννυ, μην πεις τίποτα, είμαι εξουθενωμένος. 
-Που ήσουν;
-Κάτω για ένα ποτό. Μετά η Κάντυ έφυγε από το ξενοδοχείο μέσα στη νύχτα. Την ακολούθησα, είπε ο ΄Αρτσι και έριξε το πιασμένο του σώμα πάνω στο μαλακό στρώμα. 
-Την ακολούθησες; Που; 
-Πήγε στον Τέρυ. 
Η Άννυ ήταν κατάπληκτη με τις τελευταίες εξελίξεις, κάθισε δίπλα του. Δεν ήξερε καν σε τι να αντιδράσει πρώτα. Ίσως ήταν καλύτερα να αφήσει τον Άρτσι τελευταίο. 
-Συναντήθηκαν; 
-Ναι, κοίτα τι βρήκα. Ο Άρτσι έδειξε στην Άννυ την φυσαρμόνικα. Ο Τέρυ την πέταξε στο δρόμο, είναι αυτή που του είχε χαρίσει τότε στο κολλέγιο. 
-Πως το ξέρεις αυτό; ρώτησε η Άννυ. Ο Άρτσι δεν απάντησε κοίταγε ξαπλωμένος το ταβάνι. Το ήξερε ήταν μάρτυρας της σκηνής όταν μία άλλη εποχή είχε ακολουθήσει την Κάντυ με σκοπό να της εξομολογηθεί τον έρωτα του, μόνο που..Ο Άρτσι αναστέναξε.
-Μάλωσαν, έτσι; Είπε η Άννυ με σκεπτικό ύφος. 
-Αυτός ο μπάσταρδος, αυτός φταίει για όλα, ποτέ του δεν της άξιζε, ειπε και σηκώθηκε από το κρεββάτι. Ένιωθε ότι το κεφάλι του θα έπαιρνε φωτιά από στιγμή σε στιγμή. Γυρισε την πλάτη του στην Άννυ. Δεν ήθελε να δει ούτε να καταλάβει πόσο θυμωμένος αισθανόταν. Ο Άρτσι μισούσε τον Τέρυ, όχι γιατί είχε την αγάπη της Κάντυ, μία αγάπη που και αυτός χρειαζόταν, αλλά γιατί κατάφερνε πάντα να επηρεάζει τη ζωή της ακόμα και την ίδια της την ύπαρξη. 
-΄Άρτσι Κόρνγουελ, να μείνεις μακριά τους, σε παρακαλώ. 
-Τι λες τώρα; Ρώτησε με έκπληξη ο Άρτσι γυρνώντας προς τη μεριά της. 
-Ξέρεις πολύ καλά τι λέω, Άρτσι. Τα μάτια της Άννυ είχαν το γνωστό τους εύθραυστο βλέμμα που εμοιαζε λες και κρεμόταν από την άκρη της συγκίνησης. Είχε ωστόσο ένα πείσμα μέσα του, το οποίο ο Άρτσι είχε μάθει να αναγνωρίζει με τα χρόνια. Η Άννυ συνέχισε…
-Δεν θέλω να πας και να πεις στην Κάντυ αυτά τα πράγματα. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι σε ακούσει να αποκαλείς έτσι τον Τέρυ. 
-Είναι η αλήθεια όμως. Χρειάζεται να τον ξεχάσει. 
-Άρτσι, σκέφτεσαι ποτέ κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό σου; Ρώτησε η Αννυ σχεδόν φωνάζοντας. 
-Τι θες να πεις Άννυ; Ότι δεν σκέφτομαι αρκετά την Κάντυ; 
Η έκφραση της Άννυ, ξαφνικά πάγωσε. Είχε πάρει ήδη την απάντηση της για το τι και ποιον σκεφτόταν ο Άρτσι και δεν φαινόταν καθόλου πρόθυμος να θέλει να το κρύψει, από ευγένεια ή καλοσύνη έστω.
-Εννοούσα εμένα., του φώναξε και έτρεξε στην πόρτα. Ούτε καν που την έκλεισε πίσω της. Ο Άρτσι αισθάνθηκε άσχημα για την Άννυ, τον είχε πίασει σε μία αδύναμη στιγμή και είχε προδώσει τόσο εύκολα τα συναισθήματα του. Χρειαζόταν να βρει κάποιο τρόπο για να επανορθώσει. Το αρχικό κακό ένστικτο του Άρτσι για το ταξίδι τους στην Νεα Υόρκη ειχε βγει αληθινό. Τι άλλο;

Ο κύριος τέλειος δεν μένει πια εδώ

Ο Τέρενς βρισκόταν σε πραγματικά άσχημη διάθεση. Οι καυγάδες του, τα ποτά και το απύθμενο κενό του δεν ήταν τίποτα μπροστά σε αυτό το συναίσθημα που τώρα ένιωθε να τον καθηλώνει στο κρύο πάτωμα, με τα φώτα σβηστά, τα παντζούρια κλειστά, τις κουρτίνες τραβηγμένες. Αδιαφορούσε για το κρύο που έμπαινε από το παράθυρο, αδιαφορούσε και για το θεό τον ίδιο, αυτή τη στιγμή. 
«Ήρθες μόνο για να φυγεις, είναι η ηθική σου και το γεγονός ότι σου ξυπνάω ακόμα τον έρωτα, αυτό που σε κάνει να τρέχεις μακριά μου. Βασάνιζα τον εαυτό μου γιατί συνέβησαν όλα αυτά και η ζωή μου εγκλωβίστηκε δίπλα στη Σουζάνα μα ακόμα και αν έφευγα, αν έφευγα τότε από εκείνη και ερχόμουν σε σένα, θα έκανες αυτό που έκανες και σήμερα: θα με έστελνες πίσω σε αυτήν. Θα προτιμούσες την ευτυχία της Σουζάνας από τη δική μας, θα προτιμούσες τη μοναξιά από εμάς.»
«Είναι τόσο κακό αυτό Κάντυ, που δεν είμαι ο κύριος τέλειος; Ότι για μία στιγμή έσπασα και φάνηκα αδύναμος, οτι για μία στιγμή σκέφτηκα ότι δεν θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου δίπλα σε μία γυναίκα που δεν αγαπώ; Είναι αλήθεια τόσο ασυγχώρητο;»
«Ότι και αν γίνει δεν θέλω να νοιώθεις τύψεις γιατί με είδες να λυγίζω στην παρουσία σου. Υπόσχομαι να μην το ξανακάνω». Ξαφνικά άκουσε φωνές πίσω από την πόρτα, ήταν η Σουζάνα και η μητέρα της. Η Σουζάνα άρχισε να κτυπάει επίμονα την πόρτα φωνάζοντας το όνομα του. 

Αντοχή μηδέν 

-Ώστε δεν κοιμάσαι; Ρώτησε η Σουζάνα καθώς τον έβλεπε ντυμμένο. 
-Καλημέρα Τέρυ, είπε η κυρία Μάρλλου που πέρασε σαν σίφουνας από μπροστά του. 
Άνοιξε τα παντζούρια και ο ήλιος πλυμμήρισε το δωμάτιο. 
-Ω θεε μου, τι κρύο είναι αυτό; Το παράθυρο σου είναι σπασμένο, δεν μπορούσες να το φτιάξεις; Του είπε η κυρία Μάρλοου. 
-Δεν πρόλαβα. 
-Ναι αλλά δεν μπορώ να αφήσω την Σουζάνα εδώ, θα ξεπαγιάσει, είναι ευαίσθητη η υγεία της. 
-Μαμά, θα είμαι μία χαρά, είπε η Σουζάνα και δεν άφησε άλλη επιλογή στη μητέρα της από το να πάει να βρει κάποιον τεχνίτη για να επιδιορθώσει το παράθυρο. Μόλις η μητέρα της απομακρύνθηκε από το σκηνικό, η Σουζάνα ξεκίνησε την κουβέντα. 
-Τέρυ, νομίζω ότι είναι η ώρα να με παντρευτείς. 
-Ωρίστε; Ο Τέρυ στην αρχή νόμιζε ότι η Σουζάνα του έκανε πλάκα ή τουλάχιστον ήλπιζε γιατί πραγματικά δεν ήξερε αν και πώς και για πόσο θα κατάφερνε να παραμείνει ήρεμος με αυτό το θέμα, ειδικά σήμερα. 
- Τέρυ αν πραγματικά σκοπεύεις να κάνεις κάτι μαζί μου, τότε παντρέψου με. Είναι η ώρα, οι άνθρωποι μιλάνε. 
-Σουζάνα δεν έχω καμία πρόθεση να σε παντρευτώ, της είπε ψυχρά κοιτώντας τη στα μάτια. Η Σουζάνα ήταν τόσο προβληματισμένη με τις δικές της επιθυμίες και ανασφάλειες που δεν πρόσεξε καθόλου πόσο λυπημένος έδειχνε ο Τέρυ εκείνο το πρωί. 
-Μα έχεις μία υποχρέωση, όχι, ψέμματα, δεν ήθελα να πω αυτό, εννοούσα…
Η Σουζάνα προσφανώς προσπαθούσε να απαλύνει ακουστικά τη συζήτηση μόνο που ο Τέρυ δεν ενδιαφερόταν καθόλου για το πώς ηχούσαν οι λέξεις αλλά μάλλον για να ξεκαθαρίσει το θέμα. 
-Σουζάνα είμαι εδώ όταν με χρειάζεσαι αλλά δεν μπορώ παραπάνω. 
-Τέρυ; Γιατί; 
-Γιατί; Επειδή δεν είμαι ο κατάλληλος άντρας για σένα, μάλλον και για καμία γυναίκα, απάντησε με ένα μελαγχολικό ύφος. 
Είχε την έκφραση της νοσταλγίας στο πρόσωπο και ένα ερωτικό βλέμμα στα μάτια του που έκαναν τη Σουζάνα να ζηλέψει, αναγνωρίζοντας την ανάμνηση της Κάντυ πίσω από τις σκέψεις του. Για άλλη μία φορά έπρεπε να αντιμετωπίσει και να καταπιεί το γεγονός ότι η καρδιά του παρέμεινε πιστή σε αυτήν. Ήταν κάτι που ήξερε πολύ καλά και το αντιμετώπιζε με ψυχραιμία. Όμως η ιδέα και μόνο ότι θα την παρατούσε για πάντα και θα γύρναγε κοντά στη μία και αληθινή αγάπη του, την έκανε να πανικόβαλλεται. 
-Ούτε για την Κάντυ; 
-Ειδικά για την Κάντυ. 
-Ψεύτη! Του φώναξε, έτοιμη να κλάψει. 
-Σουζάνα τι σε έπιασε; 
-Έχετε αλληλογραφία έτσι δεν είναι; Ίσως και να βλεπόσαστε. Με κοροιδεύεις Τέρυ, πες μου την αλήθεια, πες μου ότι αυτή είναι ο λόγος που δεν θες να με παντρευτείς. Ναι αυτή, αυτή είναι! 
Ο Τέρυ αισθάνθηκε μπερδεμένος. Η Σουζάνα του έκανε μία σκηνή από το πουθενά και οι κατηγορίες της δεν ήταν και τόσο μακριά από την αλήθεια. 
-Εσύ και αυτή ανταλλάσεται ερωτικά γράμματα πίσω την πλάτη μου. Μη μου το αρνείσαι. 
Ο Τέρενς την κοίταζε με οίκτο, συμπόνια και ενοχή για την κακοτυχία της. Δεν μπορούσε να νιώσει αληθινό θυμό για τη γυναίκα που θυσίασε το πόδι της για να του σώσει τη ζωή. 
-Ναι το αρνούμαι. Πως σου μπαίνουν τέτοιες ιδέες; Της απάντησε ψύχραιμα. 
-Ωραία τότε τι είναι αυτό; Η Σουζάνα τράβηξε μία σακουλίτσα κάτω από την κουβέρτα της και με ένα ξαφνικό τίναγμα του χεριού της απελευθέρωσε στον αέρα μικρά κομμάτια από χαρτί που θύμιζαν χαρτοπόλεμο. Ο Τέρενς για ένα λεπτό πάγωσε σαν άγαλμα, όταν συνηδητοποίησε τι πραγματικά ήταν αυτός ο χαρτοπόλεμος ξεκίνησε να μαζεύει τα κομματάκια από το έδαφος…Ήταν αδύνατο…Τα γράμματα και τα λόγια της Κάντυ ήταν σκορπισμένα παντού γύρω του. Η φωνή της Σουζάνας ακούστηκε ξανά. 
-Σωστά, μάζεψε τα όλα.
Ο Τέρυ σηκώθηκε όρθιος σε κατάσταση οργής. Όλα του τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν αλλιωμένα από το θυμό του. Η Σουζάνα ξαφνικά τραβήχτηκε. Νόμιζε πως θα την κτυπούσε, ποτέ πριν δεν τον είχε έτσι…
-Συγγνώμη, συγγνώμη, Τέρυ, του είπε, δεν ξέρω τι με έπιασε…
-Τι ακριβώς σκεφτόσουν; Της φώναξε. 
-Μα….
-Μου πήρες το γράμμα; Πως; Πως μπορείς να μου ζητάς να σε παντρευτώ; Έχεις δει τι κάνεις;
-Συγγνώμη, εγώ…έλεγε και ξανάλεγε η Σουζάνα, βάζοντας τα χέρια στο πρόσωπο της. Τι είχε κάνει; Η απελπισία και η ζήλεια την είχαν οδηγήσει εδώ, φοβόταν τόσο να μην τον χάσει που ήθελε να τον πιέσει να την παντρευτεί για να τον κρατήσει για πάντα κοντά της, να μη μπορεί να της τον πάρει καμία. Δεν ήξερε ούτε η ίδια τι έκανε,είχε χάσει τον έλεγχο. Μα δεν ήταν η μόνη. 
Ο Τέρενς δεν είχε άλλες αντοχές..Άρπαξε την κάπα του και άφησε το διαμέρισμα, δεν ήταν καν σίγουρος αν ήθελε ή άξιζε να γυρίσει ποτέ πια πίσω. 

Η ευθύνη

Ήταν ακόμα πρωί και δεν είχε πουθενά να πάει. «Τι μπορώ να κάνω; Τι» σκεφτόταν παίρνοντας το δρόμο προς το κέντρο της πόλης. Είχε τα χέρια στις τσέπες και κοιτούσε στο δρόμο, αποφεύγοντας τις γρήγορες ματιές που του έριχναν οι περαστικοί. 
Ήξερε ότι είχε αποτύχει το σκοπό, το χρέον του, το καθήκον του. 
«Δεν μπορώ να προσποιούμαι πια ότι όλα είναι εντάξει, όλα, όλα είναι λάθος. Είμαι μία απογοήτευση για σένα αλλά δεν μπορώ άλλο Κάντυ, δεν μπορώ να σε ακούω να κλαίς μες την αγκαλιά μου, να σε νιώθω να τραντάζεσαι από τους σπασμούς και να προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά. Δεν είμαι τόσο δυνατός σαν και εσένα. Αυτός είναι ένας ρόλος που αρνούμαι να παίξω. Αυτή η παράσταση, αυτή η κωμωδία θα λάβει τέλος σήμερα. Όχι, εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας μου. Εγώ φταίω για όλα. Εγώ. Ούτε η Σουζάνα ούτε η Κάντυ. Δική μου είναι αυτή η ευθύνη. Εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχήσεις για τίποτα. Το ξέρω τώρα ότι ίσως δεν με συγχωρέσεις ποτέ, αλλά δεν μπορώ να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου έτσι».
Ήταν εκεί στη μέση του δρόμου που ο Τέρενς Γκράντσεστερ αποφάσισε να αφήσει τη Σουζάνα Μάρλοου για πάντα, αναλαμβάνοντας τις απώλειες και το κόστος και για τις δύο πλευρές. Ένιωσε να βγαινει από μία μεγάλη νάρκη. Θυμήθηκε τα υγρά φιλιά της στο λαιμό του, τον τρόπο που τον κρατούσε, το στήθος της που πίεζε το δικό του. Την ήθελε τόσο πολύ, την χρειαζόταν, το σώμα του κρύωνε τώρα που στεκόταν μόνο του. «Μακάρι να μπορούσα να συνεχίσω τη ζωή μου και να σε ξεπεράσω, να σε αφήσω πίσω μου, αλλά δεν μπορώ, είσαι μέσα μου και είναι τόσο σκληρό αυτό, αν συνεχίσω με τη Σουζάνα δεν θα καταφέρω ποτέ να συνέλθω. Ελπίζω μία μέρα να καταλάβεις και να με συγχωρέσεις που στάθηκα τόσο μικρός στις προσδοκίες σου». 
Τα βήματα του τον είχαν πάει ήδη στο κέντρο της πόλης. Ο κρύος αέρας φυσούσε το πρόσωπο και τα μαλλιά του, έπαιρνε τις σκέψεις του μακριά. Τότε αποφάσισε να γυρίσει πίσω. 

Η έξαλλη κυρία Μάρλοου 

Η Σουζάνα ήταν ακόμα μες το διαμέρισμα και για καλή του τύχη η κυρία Μάρλοου δεν είχε γυρίσει ακόμα. Ο Τέρενς μπήκε μέσα στο διαμέρισμα και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω του. Η πρώτη σκέψη της Σουζάνας ήταν: «Γύρισε πίσω για μένα, λυπάται για όλα αυτά που έγιναν» αλλά υπήρχε κάτι διαφορετικό σήμερα στο βλέμμα του Τέρυ, κάτι τελείως διαφορετικό από το γνώριμο συμπονετικό του ύφος που η Σουζάνα γνώριζε. Υπήρχε μία αποφασιστικότητα που η Σουζάνα για πρώτη φορά έβλεπε. Ο Τέρενς κοίταζε το όμορφο πρόσωπο της που φωτίστηκε από την παρουσία του. Πήγε δίπλα της και λύγισε μπροστά της. 
-Σου ζητάω συγγνώμη, της είπε, αλλά αυτό πρέπει να τελειώσει. Θα είμαι εκεί για ότι και αν χρειαστείς αλλά όχι με κάποιον άλλον τρόπο. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν θα είμαι «εγώ» αν το κάνω αυτό. Δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι κάποιος που δεν είμαι και δεν μπορώ να ζήσω αλλιώς. 
Η Σουζάνα δεν μπορούσε να πιστέψει τα αυτιά της για μία στιγμή νόμιζε ότι η γη είχε σταματήσει να κινείται. Αυτό δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Ο Τέρυ ήταν για πάντα δικός της. Η Κάντυ της τον είχε αφήσει. Τα μπλε μάτια της Σουζάνας ήταν έτοιμα και πάλι να δακρύσουν. Ο Τέρυ ήξερε ότι η απόφαση του ήταν σκληρή. Την κοιτούσε με συμπόνοια και με καλοσύνη. 
-Πως μπορείς να με αφήσεις; Πως μπορείς να με αφήσεις έτσι; Αυτή…η Κάντυ φταίει για όλα.
-Σουζάνα, η Κάντυ δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Και, για να σου πω την αλήθεια, νομίζω πως ποτέ πια δεν θα θέλει να με ξαναδεί μετά από αυτό. Είμαι πολύ μικρός για τα δικά της κριτήρια. 
-Αλλά…τι θα κάνω τώρα Τέρυ; Πως θα καταφέρω να ζήσω; Δεν έχω ζωή, δεν το καταλαβαίνεις; Κανένας δεν θα με δεχτεί έτσι;. 
-Σουζάνα είσαι ακόμα τόσο νέα…δεν μπορώ να σε αγαπήσω με ένα τρόπο που να σε κάνει ευτυχισμμένη. Μόνο με έναν τρόπο μπορώ. Με τον δικό μου. Αν θες τον κρατάς, αν δεν θες, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο. 
«Είναι ακόμα τόσο νέος», την ίδια φράση είχε χρησιμοποιήσει και ο Δούκας Γκράντσεστερ όταν μιλούσε για το γιο του. Η γοητεία της Ελεάνορ και η ψυχρότητα του Ρίτσαρντ. Το πουλάκι ξεγλυστρούσε μέσα από τα χέρια της. Ζητούσε και πάλι να πετάξει ελεύθερο. Είχε σπάσει το κλουβί του. 
Η ζωή της θα ήταν ένα τίποτα χωριίς τον Τέρυ, αυτός το γνώριζε μα είχε διαλέξει να φύγει, όποιο και αν ήταν το επερχόμενο κόστος. Και έτσι ξαφνικά και απρόσμενα, το παραμύθι τελείωσε.
Η κυρία Μάρλοου γύρισε πίσω με τον τεχνίτη για να αντικαταστήσει το σπασμένο παράθυρο. 
-Α, εδώ είστε, δεν μπορώ να καταλάβω πως στέκεστε ακόμα εδώ μέσα, είμαι σίγουρη ότι θα αρχίσει να χιονίζει σε λίγο. 
-Κυρία Μάρλοου, είπε ο Τέρενς, μην φτιάξετε αυτό το παράθυρο. Ο τεχνικός και η κυρία Μάρλοου γύρισαν και τον κοίταξαν έκπληκτοι. Τι έλεγε; 
-Μα γιατί Τέρυ; Ρώτησε η μητέρα. 
-Μ’αρέσει. 
-Είναι μείον τρία, εκεί έξω, απάντησε η κυρία Μάρλοου. 
-Φυσικά και είναι, απάντησε το Τέρενς. Η κυρία Μάρλοου κοίταξε την κόρη της, απόλυτη σιωπή. 
-Μα…επέμενε η κυρία Μάρλοου.
-Είναι εντάξει, μητέρα, είπε η Σουζάνα, καλύτερα να φύγουμε από εδώ. Ο Τέρυ και εγώ…τελείώσαμε. 
-Τι; ολυρλιαξε η κυρία Μάρλοου. Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό στην κόρη μου. Έχεις ένα καθήκον απέναντι της. Εσύ είσαι ο λόγος που η κόρη μου καθηλώθηκε σε αυτήν την καρέκλα, εσύ της το έκανες αυτό, αλήτη. 
Οι φωνές της κυρία Μάρλοου είχαν φτάσει στο διάδρομο και διεισδούσαν στους τοίχους. Οι γείτονες ήταν όλο αυτιά. Τι γινόταν; Ο νεαρός ηθοποιός έμοιαζε να έχει μπελάδες σήμερα. 
-Δεν έχεις τιμή πάνω σου, μ’ακούς; Θα τα πω όλα στον τύπο, δεν έχεις μέλλον…Οι απειλές και οι κατηγορίες της κυρία Μάρλοου δεν είχαν τέλος εκείνο το πρωί. 
-Πείτε ότι θέλετε κυρία Μάρλοου, απάντησε ήρεμα ο Τέρυ. Απορροφούσε την οργή της κυρία Μάρλοου όπως ο σπόγγος το νερό. Η κυρία Μάρλοου ήταν έξαλλη με οργή, τα μάτια της είχαν πεταχτεί από τις κόγχες του σαν στιλέτα έτοιμα να χτυπήσουν τον Τέρενς. Ο ήρεμος παθητικός του τρόπος την εκνεύριζε ακόμα περισσότερο. 
-Πως θα συνεχίσει η Σουζάνα τη ζωή της; Δεν έχεις κανένα συναίσθημα; Τι θα κάνει. ΕΣΥ ΤΗΣ ΤΟ ΕΚΑΝΕΣ ΑΥΤΟ. Πως θα παντρευτεί τώρα; 
Ο τεχνικός ήξερε ότι ήταν η ώρα του να φύγει. «Καημένο αγόρι», σκέφτηκε. «Πως μπορεί να είναι τόσο ήρεμος;»
Η Σουζάνα είχε αρχίσει να κλαίει. Ο Τέρυ το πρόσεξε. 
-Η Σουζάνα δεν είναι ανίκανη και άχρηστη κυρία Μάρλοου. Πως μιλάτε έτσι για την κόρη σας; Δεν νομίζω ότι την βοηθάτε, της είπε ο Τέρενς. 
Η κυρία Μάρλοου σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε με δύναμη στο δεξί μάγουλο. Ο Τέρενς δεν κουνήθηκε, ούτε έβγαλε άχνα. Δικαιολογούσε την επιθετικότητα της κυρία Μάρλοου. 
-Μην τολμήσεις ποτέ να της ξαναμιλήσεις. Τελειώσαμε για την ώρα αλλά είναι μόνο για χάρη της Σουζάνας, η κυρία Μάρλοου εξληγησε. 
Η Σουζάνα δεν ήθελε να μιλήσει. Καθώς η κυρία Μάρλοου έσπρωχνε το καροτσάκι της κόρης έξω από τα διαμέρισμα ο Τέρυ στάθηκε μπροστά τους. 
-Σου ζητώ και πάλι συγγνώμη, θα είμαι εδώ να σε υποστηρίξω ψυχολογικά και οικονομικά, της είπε. 
-Εσύ; Θα μας υποστηρίξεις; Δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια σου, είπε κατηγορηματικά η κυρία Μάρλοου και έφυγε μαζί με την κόρη της. 


Το ραντεβού 

Η Κάντυ μπήκε μέσα στο New York Plaza Ηotel.Η Νέα Υόρκη της έκανε τη ζωή δύσκολη, ήθελε να γυρίσει στη σίγουρη και απλή ζωή της στο λόφο της Πόνυ. Μα υπήρχε κάτι στον αέρα αυτής την κοσμοπολίτικης πόλη που της έλεγε να μην φύγει ακόμα. Μπορεί να ήταν οι αποκαλύψεις για τη μυστική ζωή του Τέρυ, μία πλευρά του που η Κάντυ ήξερε καλά μα πίστευε ότι είχε εξαφανιστεί υπό το βάρος της διασημότητας και του συμβιβασμού. 
Ίσως κάποιο άλλο κομμάτι της να μην μπορούσε ακόμα να μείνει ήρεμο ότι όλα αυτά που είχαν συμβεί μέσα στις τελευταίες 12 ώρες δεν θα τον επηρέαζαν ακόμα χειρότερο. Και ίσως να μην μπορούσε να δεχτεί οτι οι δυο τους θα μπορούσαν να χωρίσουν έτσι, οριστικά. Αν και ναι, έτσι θα έπρεπε. Αποφάσισε να αναβάλλει όλες αυτές τις σκέψεις για αργότερα γιατί αυτή την ώρα χρειαζόταν ένα ζεστό μπάνιο και ίσως και έναν καλό ύπνο.
Πέρασε μέσα από το λόμπι και ακολούθησε τις σκάλες για τον πρώτο όροφο. Αλλά η παρουσία της δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Άρτσι, ο Νηλ και ο Τζώρτζ καθόντουσαν στα στρογγυλά τραπεζάκια του μπαρ και είχαν μία συζήτηση για την προκείμενη συνάντηση τους με τον Έρικ. Ο Νηλ γύρισε το κεφάλι του και είδε μία νεαρή ξανθιά γυναίκα να ανεβαίνει τις σκάλες, με έκπληξη αναγνώρισε ότι ήταν η Κάντυ. Δεν περίμενε να τη συναντήσει μετά το φιάσκο των αραβώνων τους καθώς διατηρούσε σκόπιμα αποστάσεις από την κοινωνία του Σικάγου, για πολλούς και γνωστούς λόγους. 
-Τι κάνει η Κάντυ εδώ; Ρώτησε Νηλ αν και το πονηρό μυαλό του μπορούσε άνετα να σκεφτεί την αιτία. 
-Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά, του απάντησε ο Άρτσι. 
Ο Νηλ κοίταξε τον Άρτσι με ανικανοποίητο ύφος. Γιατί είχε έρθει; Για αυτόν ή για τον Τέρυ; Έπρεπε να μάθει. Ήταν η φωνή του Άρτσι που επέστρεψε τον Νηλ στην πραγματικότητα. 
-Nηλ, πότε θα συναντήσουμε την συμμορία; 
-Ε; ο Νηλ φαινόταν ανήσυχος. Δεν θα τους συναντήσετε εσείς αλλά εγώ…
-Δεν υπάρχει περίπτωση να σου εμπιστευτούμε τόσα λέφτα, του ανταπάντησε ο Άρτσι. 
-Ήταν η επιθυμία του θείου σας να παραδώσουμε εμείς τα χρήματα στα σωστά χέρια, είπε ο Τζωρτζ. 
-Ώστε έτσι;, διαμαρτυρήθηκε ο Νηλ. Δεν είχε απολύτως καμία όρεξη να αποκαλυφτούν όλες οι βρώμικες δουλίτσες του, αυτό θα ήταν καταστροφικό για την κινητή του επιχείρηση. 
-Δεν μπορείτε να πάτε εκεί κάτω, δεν σας ξέρουν, τους είπε με μία ψεύτικη έκφραση ανησυχίας στο πρόσωπο του. 
-ΕΣΥ θα τους πεις για εμάς. Γιατί το κάνεις τόσο δύσκολο; Πήγαινε και πες τους να μας περιμένουν, αυτό είναι όλο, είπε με έντονη φωνή ο Άρτσι. Συμφωνήσαμε να σε βοηθήσουμε μόνο αν γυρισεις μαζί μας στο Σικάγο. Το θυμάσαι αυτό;
-Ναι. 
-Ωραία, τότε μη με κάνεις να τα ξαναπώ. Πήγαινε να τους βρεις και κανόνισε ένα ραντεβού. 
Ο Νηλ ήταν καταβάθος εξαγριωμένος με αυτήν την εξέλιξη αλλά η συζήτηση με τον Άρτσι δεν οδηγούσε πουθενά. Τουλάχιστον μπορούσε να εκμεταλευτεί την εξέλιξη προς όφελος του.
-Σήμερα είπε, στις 7.30 έξω από το σπίτι των ζητιάνων, στις αποβάθρες. Θα σας φτιάξω ένα σκίτσο της περιοχής και θα ενημερώσω για την άφιξη σας. 
Ο Άρτσι και ο Τζωρτζ κοιτάχτηκαν με απορία. Αφού ήταν τόσο εύκολο, γιατί τους το έκανε τόσο δύσκολο στην αρχή; 

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 8:45 am

Ειλικρίνεια 

Η Κάντυ πήγαινε στο δωμάτιο της, όταν είδε την πόρτα της Άννυ αφημένη μισάνοιχτη. Από μέσα μπορούσε να δει την Άννυ να φτιάχνει τις βαλίτσες της. Η Κάντυ ανησύχησε, τι συνέβαινε εδώ; Έπρεπε να μάθει. 
-Άννυ; Ρώτησε καθώς έσπρωχνε την πόρτα. 
Η φίλη της έμοιαζε νευρική και βιαστική, ρίχνοντας μέσα στην βαλίτσα τα ρούχα της και τα προσωπικά της αντικείμενα. Η Άννυ γύρισε, η Κάντυ την κοιτούσε με απορία. 
-Κάντυ, συγγνώμη αλλά χρειάζεται να φύγω. 
-Γιατί; Έπαθε κάτι ο Άλμπερτ; 
-Όχι, δεν έχει καμία σχέση με τον Άλμπερτ. 
-Που πας τότε; 
Η Άννυ έκλεισε την βαλίτσα της και κάθισε πάνω στο κρεββάτι. 
-Πάω σπίτι, Κάντυ. 
-Στο Σικάγο; Στην έπαυλη; 
-Όχι, εννοώ, σπίτι, σπίτι μου. 
-Μα γιατί; Το μυαλό της Κάντυ γύρισε πίσω στον χρόνο. Η πρωινή αγκαλιά του Άρτσι.
-Όχι, Άννυ, φώναξε, αν αυτό έχει να κάνει με τον Άρτσι, δεν ήξερα ότι…..
-Ο Άρτσι σε ακολούθησε χτες το βράδυ όταν σε είδε να φεύγεις, σε περίμενε μέχρι το πρωί. Δεν είναι προφανές; Είναι ακόμα ερωτευμένος μαζί σου. 
-Όχι, όχι, κάνεις λάθος, ένα τρομερό λάθος. 
-Εσύ κάνεις λάθος, Κάντυ. Όχι εγώ, εσύ. 
Η Κάντυ ένιωσε πολύ άσχημα. Θυμήθηκε τον Τέρυ και τη Σουζάνα. Παραλίγο να τους χωρίσει με τα λάθη της και τα «ατυχήματα» της. Τώρα αυτό συνέβαινε και με τον Άρτσι και την Άννυ.‘Ηταν δικός της το λάθος και έπρεπε να κάνει κάτι για αυτό. Έκλεισε την πόρτα πίσω της.
-Που είναι ο Άρτσι; Ξέρει πως τον αφήνεις; 
-Είναι κάτω με τον Νηλ και τον Τζωρτζ. 
-Ναι αλλά ξέρει;
-Τι σημασία έχει; Δεν θα αλλάξουν τα συναισθήματα του. 
-Άννυ, σε παρακαλώ, μην καταστρέψεις το γάμο σου, ακόμα τον αγαπάς, έτσι δεν είναι; 
-Τον αγαπάω αλλά ας το αντιμετωπίσουμε, αυτός όχι, δεν με αγαπάει Κάντυ. 
-Μα σε αγαπάει, σε φροντίζει. Δως του μία ακόμα ευκαιρία. Θα βρείτε μία λύση. 
-Να βρούμε μία λύση; Μπορώ να τον πείσω νομίζεις να σταματήσει να είναι ερωτευμένος μαζί σου; 
-Να τον πείσεις; Να σταματήσει; Άννυ, δεν ξέρω τι να πω. 
-Θα γυρίσω πίσω στους γονείς μου, μετά θα βρω έναν δικηγόρο, θα πάρω διαζύγιο και θα συνεχίσω να τον αγαπώ..μέχρι που θα τον ξεχάσω. Σωστά; 
-Σωστά, είπε ξεψυχισμένα η Κάντυ, αλλά δεν το πίστευε ολόψυχα. Μπορείτε ακόμα να τα βρείτε. 
-Ήθελα να σε ρωτήσω για τον Τέρυ, πως πήγε; 
-Απαίσια, Άννυ, του προκάλεσα ακόμα περισσότερη λύπη και δυστυχία. Αλλά έπρεπε…Δεν επιθυμώ να γίνω η αιτία να αφήσει τη Σουζάνα. Εύχομαι να το καταλαβαίνει…
Η Άννυ πήγε κοντά στην φίλη της και την αγκάλιασε. Είχαν μοιραστεί μία ζωή μαζί. Ναι, είχαν γίνει λάθη, αλλά αλήθεια αυτά δεν είναι που σε μαθαίνουν τις πραγματικές αξίες της ζωής; 
Στα δύσκολα έπιανε πάντα η μία το χέρι της άλλης και αν και η Άννυ δεν είχε ποτέ της τη δυναμικότητα και το σπινθοροβόλο χαρακτήρα της Κάντυ, είχε το συναισθηματισμό να την πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν εμφανές. Σήμερα ήταν μία στενάχωρη μέρα και για τις δύο, ωστόσο ακόμα και μέσα από αυτό, υπήρχε η ωρίμανση. Όπως η Άννυ είχε καταλάβει πως δεν μπορούσε να βασίσει την ευτυχία της σε μία παραχώρηση, ήταν η σειρά της Κάντυ τώρα να το καταλάβει επίσης. Η Άννυ ήθελε να στηρίξει την Κάντυ και την αλτρουιστική της διάθεση αλλά το μυαλό της δεν της επέτρεπε να υποστηρίξει ένα ακόμα ψευδές επιχείρημα που η ίδια είχε καταρίψει, δευτερόλεπτα πριν. Απελεύθερωσε τη φίλη της από την αγκαλιά της και της είπε με τρυφερό ύφος. 
-Κάντυ, για μία φορα στη ζωή σου, αντιμετώπισε την πραγματικότητα. Δεν μπορείς να προστατέψεις τη Σουζάνα από τα συναισθήματα του Τέρυ για εσένα, όπως δεν μπορείς να προστατέψεις και εμένα από τα αντίστοιχα συναισθήματα του Άρτσι για σένα. Ότι και αν κάνεις ότι και αν πεις..
-Άννυ, η Σουζάνα θυσίασε τον εαυτό της για τον Τέρυ. 
-‘Ηταν δική της απόφαση αυτό, όπως ήταν και δική μου να αφιερώσω τον εαυτό μου στον Άρτσι. Τι θα πας να του πεις; Σε παρακαλώ, Άρτσι, μείνε δίπλα στην Άννυ γιατί έχω τύψεις και ενοχές; Μπορεί κάποτε να ήταν καλή αυτή η παραίσθηση και βολική για εμένα. Αλλά σήμερα είδα τον άντρα μου να μην έρχεται στο κρεββάτι μας. Και δεν θα έρθει ποτέ αληθινά με αυτόν τον τρόπο. 
-Αυτή η παραίσθηση όμως εξυπηρετεί τη Σουζάνα, την κρατάει στη ζωή Άννυ, το ξέρω καλά αυτό. 
-Της παραχώρησες την ευκαιρία και δεν δούλεψε, γιατί αυτό το πρόβλημα να είναι δικό σου εφ΄όρου ζωής; Αυτή απέτυχε να κάνει τον Τέρυ να την ερωτευτεί. Και εγώ απέτυχα, ξέρεις. 
Η Κάντυ δεν ήξερε τι να πει. Η Άννυ είχε δίκιο κατά κάποιο αόριστο και γενικό τρόπο. Τους είχε δώσει την ευκαιρία να είναι μαζί αλλά τι μπορούσε να κάνει από εκεί πέρα; Δεν μπορούσε να καθορίσει τα συναισθήματα των άλλων. Το προηγούμενο βράδυ ήταν αυτή που είχε παίξει με τα συναισθήματα του Τέρυ για να προστατέψει τη Σουζάνα. Σε αυτό το παιχνίδι του παραλογισμού και τη συναισθηματικής ανισορροπίας, τις κλωστές δεν τις κινούσε η ίδια. Και ότι και αν έλεγε ή έκανε η αλήθεια σήμερα την προλάβαινε. Λες και οι μάσκες της προσποίησης έπεφταν γύρω της και ο κόσμος άλλαζε. Κοίταξε την Άννυ που μάζευε τα πράγματα της και ξαφνικά αναρωτήθηκε «Άραγε και ο Τέρυ»;

Μόνη

Η Κάντυ έκλεισε την πόρτα του δωματίου της. Ήθελε να ξαναδεί τον Τέρυ. «Όχι, αρκετή ζημιά έκανες, μείνε μακριά», μία εσωτερική φωνή της έλεγε. «Μα είναι δυστυχισμένος και αντιμετωπίζει προβλήματα», απάντησε στον εαυτό της.
«Αντιμετώπισε πολύ χειρότερα προβλήματα στο παρελθόν και τον άφησες λέγοντας ότι είναι πολύ επώδυνο, τι άλλαξε τώρα;», η φωνή συνέχισε. «Ναι, το έκανα αλλά τώρα είναι δικό μου το λάθος, δεν επιθυμώ να αφήσω εκρεμμότητες, ίσως μπορούμε να είμαστε φίλοι». «Γιατί;» ρώτησε η φωνή που δεν έλεγε να σταματήσει. «Έχω αρχίσει και τρελαίνομαι, ακούω φωνές, χάνω το μυαλό μου». «ΓΙΑΤΙ;» απαίτησε η φωνή «Θέλεις να γυρίσεις κοντα του;.» «Όχι, όχι είναι πολύ αργά για μας έτσι;» «Έτσι» απάντησε η φωνή. 

Ποτέ μη λες «Ποτέ»
Ο Τέρενς δεν περίμενε άλλε επισκέψεις. Ο Ρόμπερτ του είχε δώσει ένα ρεπό, «Άλλωστε χρειάζεται τεχνική συντήρηση η σκηνή», του είχε πει. Τον Τέρυ δεν τον πείραζε καθόλου. Ήταν η πρώτη μέρα μίας καινούριας ζωής. Αλλά πρώτα χρειαζόταν ξεκούραση. Έκανε ένα ντους αφήνοντας για πολύ ώρα το νερό να τρέξει πάνω του, κλείνοντας τα μάτια και αποζητώντας μία στιγμή ανάπαυσης και ξεκούρασης του μυαλού του από όλα και από τον εαυτό του ακόμα. Μετά έφτιαξε ένα ζεστό τσάι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν έτοιμος να δοκιμάσει το τσάι του όταν άκουσε και πάλι κτύπους στην πόρτα του. Η καρδιά του σκίρτησε. «Ψεύτη», σκέφτηκε «ποτέ δεν σταματάς να ελπίζεις». ‘Αφησε την κούπα του στο τραπέζι και άνοιξε την πόρτα.
Ξαφνιάστηκε και πάλι βλέποντας τον πατέρα του να στέκει, κομψός και αγέροχος όπως πάντα στην πόρτα. 
-Τέρυ; Μπορούμε να μιλήσουμε; 
Ο Τέρυ δίσταζε να αρχίσει μία συζήτηση με τον πατέρα του. Ήξερε ήδη τι θα του έλεγε. 
-Για ποιο λόγο; Ρώτησε ο Τέρυ. Ξέρω ήδη τι θες και η απάντηση είναι όχι. Δεν γυρνάω στην Αγγλιά. Έχω μία καριέρα εδώ και δεν είμαι η μητέρα μου, αμά με αφήσεις πίσω σου δεν θα με νοιάξει. 
-Τέρυ, έχεις ξεχάσει τους καλούς σου τρόπους, οι κύριοι δεν συζητούν στην εξώπορτα. 
-Μμ, έκανε ο Τέρυ με ένα πονηρό χαμόγελο, δεν βλέπω κανέναν κύριο εδώ γύρω. 
-Μάλλον βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά, είπε ο Ρίτσαρντ, χωρίς να χάσει την ηρεμία του. 
Ο Τέρυ πήγε και πάλι στο τραπέζι της κουζίνας και επέτρεψε στον Ρίτσαρντ να μπει μέσα. Ο Δούκας κράταγε το καπέλο στο χέρι του και το βλέμμα του άρχισε να διευρενά τον περιβάλλοντα χώρο. «Αυτό το διαμέρισμα, αυτή η πόλη ακόμα και αυτή η χώρα είναι κατώτερα των Γκράντσεστερ», σκέφτηκε ο Ρίτσαρντ. Κάθησε στο τραπέζι, έχοντας τον Τέρυ απέναντι του. Η γνώμη του Τέρυ για τον πατέρα του ήταν ότι έδειχνε μεγαλύτερος από αυτό που θυμόταν και ίσως και πιο μαλακός απέναντι στο γιο του. Μία φυσιολογική συνέπεια μάλλον εφόσον τώρα πια δεν είχε τίποτα με το οποίο να κρατά τον Τέρυ. 
-Είσαι επιτυχημένος σαν ηθοποιός, αυτό μαθαίνω, είπε ο Ρίτσαρντ για να σπάσει τον πάγο. 
-Ναι..απάντησε λακωνικά ο Τέρυ. 
-Επίσης δεν χρησιμοποιείς το όνομα μας στη σκηνή. Θέλω να ξέρεις ότι το εκτιμώ αυτό. Είπε ο Ρίτσαρντ με καλωσύνη. Ο Τέρενς δεν απάντησε. 
-Να υποθέσω ότι συναντάς συχνά την Έλινορ; 
-Αυτό δεν σε αφορά, έχει να κάνει με μένα και τη μητέρα μου. 
Ο Ρίτσαρντ έγινε νευρικός, όπως γινόταν πάντα όταν ο γιος του αποκαλούσε την Ελεάνορ «μητέρα». Σαν έξυπνος και ώριμος άντρας που ήταν, ο Ρίτσαρντ αποφάσισε να αφήσει αυτό το κομμάτι της συζήτησης. 
-Δεν ήθελα να σε ταράξω, Τέρυ, είπε ο Ρίτσαρντ. 
-Μπορείς να μου πεις τι θέλεις και γιατί ήρθες; 
-Είχες δίκιο πριν. Επιθυμώ να γυρίσεις στην Αγγλία, Τέρενς. Δεν θέλω να μείνεις εδώ και να πάρεις ένα μονοπάτι που δεν ταιριάζει σε έναν Γκράντσεστερ. 
-Δεν είμαι ένας Γκράντσεστερ.
-Είσαι ο γιος μου και αυτό δεν αλλάζει. Νομίζεις ότι θα σε αφήσω να πετάξεις ένα λαμπρό μέλλον και να παντρευτείς μία γυναίκα κατώτερης κοινωνικής τάξης για την χάρη μίας καριέρας. Νόμιζα ότι ο γιος μου ήταν πιο έξυπνος από αυτό. Μπορείς να κάνεις καριέρα και στο Λονδίνο, Τέρυ. Να παίξεις στο Βασιλικό θέατρο. 
-Ω, δεν σε νοιάζει να αναμειχθεί το όνομα των Γκράντσεστερ με την τέχνη; 
-Η ζωή είναι γεμάτη από συμβιβασμούς, Τέρυ. Στη δική μου ηλικία, δεν έχω και πολλά περιθώρια. Το ξέρω! Ο Ρίτσαρντ σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε το σπασμένο παράθυρο. 
-Φεύγω αύριο, θα σου γράψω. Ελπίζω μία μέρα να βρεις το δρόμο για το σπίτι σου. Επίσης αποζημίωσα την κυρία Μάρλοου. Μην αναφέρεις κάτι, τους είπα ότι το θέμα θα μείνει μεταξύ μας, ήθελα να αποδεχτούν τα χρήματα. 
-Τι; Ο Τέρυ σηκώθηκε από το τραπέζι με μία έκφραση έκπληξης αλλά και θυμού που ο πατέρας του ανακατευότανε στις δικές του υποθέσεις. 
-Αποδέχτηκαν τα χρήματα και θα είναι μία χαρά. Τώρα είναι η ώρα μου να φύγω. Να φροντίζεις τον εαυτό σου, νεαρέ κύριε και να φροντίσεις να γυρίσεις σώος στην Αγγλιά. Ο Τέρυ ήταν πραγματικά ξαφνιασμένος με τον πατέρα του, έμοιαζε να γνωρίζει πολλά περισσότερα από όσα έλεγε. 
-Δεν θα γυρίσω ποτέ στην Αγγλιά, είπε ο Τέρυ με θυμό.
-Ποτέ μη λες ποτέ, Τέρυ, είπε ο Ρίτσαρν και άφησε το απλό διαμέρισμα του Τέρυ για το πολυτελές ξενοδοχείο του.


Γιατί; 

Η Κάντυ είχε από πάντα μία ιδιόρρυθμη σχέση με το στομάχι της. Βασικά είχε σχέση αλλά όχι επικοινωνία γιατί το στομάχι της είχε τη δική του άποψη και έκανε ντροπιαστικούς θορύβους όταν η Κάντυ βρισκόταν στα πιo ακατάλληλα μέρη. Τώρα πάλι διαμαρτυρόραν και αν και η Κάντυ δεν είχε καμία πρόθεση να το ταίσει, αυτό επέμενε. Και για άλλη μια φορά έπρεπε να του βρει λύση. Κατέβηκε στο εστιατόριο για ένα γρήγορο γεύμα και κάθησε στο τραπέζι. Ο σερβιτορος ήρθε για να πάρει την παραγγελία της και μόνο όταν έφυγε από το οπτικό της πεδίο, παρατήρησε τον Άρτσι να κάθεται στην άλλη άκρη του δωματίου να τρώει καθισμένος απέναντι της. 
-Κάντυ, μόλις σε είδα, μπορώ να…ρώτησε ευγενικά ο Άρτσι που στεκόταν ήδη μπροστά της με το πιάτο στα χέρια. Η Κάντυ κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Μόλις ο Άρτσι βολεύτηκε στο τραπέζι του η Κάντυ άνοιξε τη συζήτηση. 
-Η Άννυ έφυγε Άρτσι. 
-Ναι το ξέρω, δεν μπόρεσα να την σταματήσω. 
-Αρτσι δε σε νοιάζει; 
-Φυσικά και με νοιάζει, μην ακούς τι λέει η Άννυ, ξέρει ότι την αγαπάω, απλώς ταράχτηκε αυτό είναι όλο. 
-Αγαπάς την Άννυ αλλά τρέχεις πίσω μου στον δρόμο; 
-Ε; Κάντυ, βγήκες στο δρόμο στη μέση της νύχτας σε μία άγνωστη πόλη. Τι έπρεπε να κάνω; Με ένοιαζε η ασφάλεια σου. Τι θα έλεγα στον Άλμπερτ αν κάτι σου συνέβαινε; 
-Άρτσι, με είδες που πήγα στον Τέρυ. Γιατί έμεινες; Πως περίμενες να αντιδράσει η Άννυ ή η οποιαδήποτε γυναίκα; Γιατί έμεινε; Ρώτησες με χαμηλή πικραμένη φωνή. Καταλάβαινε πόσο άβολα έκαναν τον Άρτσι να αισθάνεται αλλά έπρεπε να καταλάβει το λάθος του και η ίδια δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια. 
-Κάντυ εγώ…ξεκίνησε να λέει αλλά μετά σκέφτηκε την εύκολη διέξοδο. Ο Τέρυ δεν είναι και ο τέλειος χαρακτήρας, σκέφτηκα ότι μπορεί να μαλώσετε ή ότι μπορεί να τελειώσετε νωρίτερα τη συζήτηση σας και δεν ήθελα να σε αφήσω μόνη σου μες τους δρόμους. 
-Μα έμεινες μέχρι το πρωί, Άρτσι. 
-Ναι, κοιμήθηκα μες την άμαξα, είπε ο Άρτσι με λυπημένο ύφος. 
-Τι σκεφτόσουν Άρτσι; 
«Εσένα, σκεφτόμουν μόνο εσένα και το γεγονός ότι ο Τέρυ μπορεί να σε αγγίξει με έναν τρόπο που εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ μου», απάντησε από μέσα του ο Άρτσι. 
-Μην ανησυχείς για την Άννυ, θα επανορθώσω μόλις φτάσουμε στο Σικάγο. Αν όλα πάνε καλά, θα φύγουμε αύριο το απόγευμα, με τον Νηλ, της είπε. 
-Άυριο…είναι τόσο σύντομα, είπε με σκεπτική φωνή. 
-Θα ήθελες να μείνεις και άλλο; Ρώτησε ο Άρτσι με βραχνή φωνή. 
-Ίσως, δεν ξέρω…
Ναι, βαθιά μέσα της ήθελε να τον ξαναδει. Δεν μπορούσαν να τελειώσουν έτσι, αυτή τη φορά ήθελε να τον ρωτήσει τόσο πράγματα για το παρελθόν, το παρόν «Το μέλλον;», ρώτησε η εσωτερική της φωνή με ειρωνεία, σχεδόν γελώντας. 
-Ω ΠΑΨΕ! Φώναξε η Κάντυ. Ο Άρτσι την κοίταξε κατάπληκτος. 
-Εγώ; Ρώτησε τρομαγμένος σχεδόν. 
-Όχι, όχι, εσύ Άρτσι. Η Νέα Υόρκη έχει αρχίσει να με τρελαίνει. Ξαφνικά έχω αρχίσει και ακούω φωνές. Η Κάντυ αναστέναξε ελαφριά. Πραγματικά δεν ήξερε τι να κάνει παρακάτω. Βλέποντας το μπερδεμένο και θλιμμένο ύφος της ο Άρτσι της είπε:
-Δεν το αξίζει. 
-Άρτσι, σε παρακαλώ, πέρασα μία δύσκολη νύχτα, του είπε με σβησμένη φωνή. 
-Ναι το ξέρω, είπε ο Άρτσι και έβγαλε από τη τσέπη του σακακιού του τη φυσαρμόνικα. Την άφησε πάνω στο τραπέζι. Τα μάτια της Κάντυ έλαμψαν μόλις την είδε. 
-Την βρήκες; Ήταν σχεδόν έτοιμη να πηδήξει στον αέρα από τη χαρά της. Φυσικά το γεγονός ότι η φυσαρμόνικα βρισκόταν στο τραπέζι της αντί στα χέρια του Τέρυ ήταν από μόνο του ένα δυσάρεστο γεγονός αλλά όσο αυτή η φυρσαμόνικα συμβόλιζε τη σχέση τους και κάποιο τρόπο είχε βρει το δρόμο πίσω σε εκείνη, ναι ήταν σίγουρα ένα καλό σημάδι. Η Κάντυ την σήκωσε από το τραπέζι, είχε φθαρεί με έντονα τα σημα΄δια του χρόνου στο μεταλλικό της φινίρισμα αλλά και πάλι την κράταγε. 
-Δεν νοιάζεται για τα συναισθήματα σου, εάν αυτή η φυσαρμόνικα ήταν δική μου…, είπε ο Άρτσι ξαφνικά. Στη θέα της Κάντυ και της φυσαρμόνικας η καρδιά του γέμισε και πάλι από εκείνην την παράξενη ζήλεια. 
-Σταμάτα Άρτσι, σε παρακαλώ, δεν το ακούω αυτό.., είπε βάζοντας τα χέρια της στα αυτιά της σαν τα μικρά παιδιά.
-Ω, ναι το ακούς. Κάντυ έχει περάσει πολύς καιρός και όλοι κάναμε τις επιλογές μας τότε…
-Είναι όλα στο παρελθόν, Άρτσι. Γιατί τα σκαλίζεις τώρα; Η Άννυ σε αγαπάει πολύ, εγώ δεν μπορώ να σε αγαπήσω όπως σε αγαπάει εκείνη. 
-Το ξέρω και εγώ δεν μπορώ να την αγαπήσω
-Εάν αυτό δεν ήταν ότι ήθελες Άρτσι, τότε γιατί; Γιατί την παντρεύτηκες; Γιατί την άφησες να ζήσει ένα ψέμα; Γιατί; 
-Γιατί…δεν ξέρω γιατί…γιατί η αγάπη είναι ένα παιχνίδι, μάλλον, γιατί νόμιζα ότι ήταν είμαστε αθώοι και νέοι και ότι ίσως δεν πειράζει, ειλικρινά δεν ξέρω γιατί; 
-Η αγάπη ένα παιχνίδι; Η Κάντυ ποτέ δεν διανοήθηκε την αγάπη για παιχνίδι γιατί η αγάπη ηταν πάντα ιερή μέσα της. Αλλά όφειλε να αναγνωρίσει ότι οι υπόλοιποι δεν μοιράζονταν τις ίδιες σκέψεις με εκείνη. Το μυαλό της πήγε και πάλι τον Τέρυ. Και εκείνος έπαιζε ένα παιχνίδι με τη Σουζάνα. Ένα επικύνδινο παιχνίδι όμως. Ο Άρτσι δεν είχε κανένα λόγο να παίξει την αγάπη αλλά το έκανε όπως και να είχε. 
-Δεν ήμουν ποτέ αρκετά φιλοσοφημένος σχετικά με αυτό, δεν ήμουν σαν τον Στίαρ, ο αδελφός μου σεβόταν περισσότερο, είπε ο Άρτσι. 
Η Κάντυ κοίταξε τον Άρτσι με κατανόηση. Ο Στίαρ ήταν πάντα για τον Άρτσι μία πηγή ισορροπίας αλλά και διασκέδασης, με μία απλή λογική, έβαζε τα γεγονότα σε μία πιο ίσια, ρεαλιστική προοπτική. Και εκείνης της έλειπε. Σίγουρα αν ήταν εδώ θα γελούσε με τις φωνές στο κεφάλι της. 
-Σε πειράζει να τελειώσω αυτό το γεύμα μόνη μου; Ρώτησε η Κάντυ με ευγένεια, σκεπτόμενη ότι δεν άντεχε άλλο αυτή τη συζήτηση. 
-Όχι, όχι, καθόλου, είπε ο Άρτσι και σηκώθηκε. Α, θα συναντήσουμε αυτούς τους τύπους στις 7.30 το απόγευμα στις αποβάθρες, μείνε εδώ σε παρακαλώ και αν συμβεί κάτι, κάλεσε την αστυνομία. 
-Εντάξει, είπε η Κάντυ, ήλπιζε όλα να πάνε ομαλά για τον Άρτσι αλλά και για τον Άλμπερτ. Ο Άρτσι ευχόταν το ίδιο αλλά για τους δικούς του λόγους: να φύγουν όσο πιο σύμτομα γινόταν από αυτήν την τρελή πόλη που τους έκανε να χάνουν όχι μόνο τα μυαλά αλλά και τις καρδιές του. 

Τα συναισθήματα δεν έχουν επιλογές 
Η Κάντυ γύρισε στο δωμάτιο της λίγο μετά το γεύμα της. Κράταγε ακόμα την φυσαρμόνικα στο χέρι της και αναρωτιόταν που να την αφήσει. Αποφάσισε ότι η τα΄σεπτ του παλτού της ήταν το κατάλληλο σημείο: Ήθελε να την δώσει πίσω στον Τέρυ όταν θα ερχόταν η ώρα για μία πιο ειλικρινή συζήτηση.
Τώρα το αρχικό της άγχος είχε φύγει και η συζήτηση με την Κάρεν την είχε κάνει να καταλάβει ότι μόνο παραμυθένια δεν ήταν η ζωή του Τέρυ. Αλλά είχε προτιμήσει να μη της πει τίποτα καθώς δεν ήθελε να διαταράξει την ησυχία της και να την ανησυχήσει, όπως και εκείνη…Ήταν μόνο αυτές οι αδύναμες στιγμές που έσπασε στα χέρια του και τα αμοιβαία φιλιά τους, τα τρυφερά αγγίγματα, η έκφραση του πόθου τους, μία προέκταση του ονείρου της, μία αποκάλυψη των πραγματικών της επιθυμιών που η φυσική του παρουσία τόσο εύκολα διέγειρε, ναι αυτές οι πιο αυθόρμητες σκηνές τους ήταν το τραγικό λάθος. 
Δεν μπορούσε παρά να κατηγορεί τον εαυτό της για όλα αυτά που είχαν συμβεί ακόμα για το θυμό και για την απογοήτευση του. «Αντέδρασε τόσο άσχημα και απελπισμένα, πίστεψε ότι εγώ θα….Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν. Δεν είχαμε καμία επιλογή εκεί πίσω. Κάναμε ότι έπρεπε να κάνουμε, να τιμήσουμε τη θυσία της Σουζάνας, με όλο το κόστος, αυτό που ακόμα πληρώνουμε. Το ξέραμε και οι δύο. Το ατύχημα πήρε τα φτερά μας. Πέταγες…ναι πέταγες. Και μετά μία προσγείωση τόσο απότομη, τόσο επώδυνη, τόσο βίαιη. Θα έπρεπε να προσποιηθώ ότι δεν με νοιάζει για σένα. Δεν κάνω τίποτα άλλο αυτά τα δυο χρόνια από το να προσποιούμαι…ξέχασε, μη θυμάσαι…γέλα, μην κλαις…μείνε μακριά, μην πλησιάζεις τόσο…Ω θεε μου, μου λείπει τόσο πολύ που το σώμα μου πονάει. Γιατί; Γιατί έπρεπε να τελειώσει έτσι; 
Μη σκέφτεσαι άλλο, μη. Φτάσαμε στην κορυφή μόνο και μόνο για να πέσουμε από εκεί. Η προσποίηση με έχει εξαντλήσει ». 
Έπεσε μπρούμυτα στο κρεβάτι εξαντλημένη από την εσωτερική της μάχη. Όσο περισσότερο έμενε σε αυτήν την πόλη, τόσο περισσότερη η λογική της υποχωρούσε και τα συναισθήματα της έβγαιναν στην επιφάνεια, την σφυροκοπούσαν δίχως έλεος. Αυτό που την πονούσε, που την έκανε ξαφνικά να διπλώνεται στα δύο, να αγκαλιάζει το μαξιλάρι της και να κλείνει τα μάτια ήταν η καρδιά της. «Η καρδιά μου με σκοτώνει, με σκοτώνει όπως την σκότωσα και εγώ κάποτε». «Δεν είχα επιλογή», ψιθύρισε η Κάντυ. «Ούτε και εγώ έχω» η εσωτερική φωνή απάντησε.

Ο Άρτσι και τα μαθηματικά

Ο Άρτσι ήταν στο δωμάτιο του και γέμιζε τον χαρτοφύλακα με τα χρήματα που ο Τζώρτ είχε αποσύρει από την τράπεζα εκείνο το πρωινό. Ήταν όλα τους άσπρα-πράσινα χαρτιά με περισσότερη αξία και από την ανθρώπινη ζωή. «Αυτό είναι τελείως παράλογο», σκέφτηκε ο Άρτσι. «Αφήνουμε αυτά τα χαρτιά να καθορίζουν τη ζωή μας». Δεν ήταν δική του επιλογή να ανταλλάξει αυτά τα χρήματα με την σωματική ακεραιότητα του Νηλ. «Εάν αυτή η απόφαση ήταν δική μου ούτε ένα δολλάριο δεν θα σπαταλούσα για τον Νηλ». Τόσο χαμηλή ήταν η εκτίμηση του Άρτσι για τον ξαδελφό του, αλλά ο Αλμπερτ, που ήταν η κεφαλή της οικογένειας είχε άλλη άποψη. Η βαθύτερη ευχή του Άρτσι ήταν να τελείωσουν με αυτή τη συναλλαγή όσο το δυνατόν συντομότερο. Ήθελε να αφήσει πίσω του την τρέλα της Νέας Υόρκης για την εύκολη και σταθερή ζωή του Σικάγο. 
«Η Νέα Υόρκη μας έχει βγάλει τον χειρότερο χαρακτήρα μας», είπε φωναχτά ασφαλίζοντας τον χαρτοφύλακα. Σύμφωνα με τη δική του άποψη, η Νέα Υόρκη δεν είχε μόνο φέρει στο προσκήνιο παλιές επιθυμίες αλλά ακόμα χειρότερα τις είχε αποκαλύψει, αναποδογυρίζοντας τις ζωές του πάνω-κάτω. Στο μυαλό του αυτή η πόλη ήταν τόσο συνδεδεμένη με τον Τέρυ, που αν κάποιος ψυχολόγος του σήμερα έδειχνε στον Άρτσι του τότε, μία πανοραμική φωτογραφία της Νέας Υόρκης και τον ρωτούσε ποια είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο νου η απάντηση θα ήταν «Τέρυ». Και αυτό το όνομα τα είχε κάνει όλα, καθώς η ζήλεια του Άρτσι για τον πρώην συμμαθητή του αυξανόταν καθώς τα χιλιόμετρα που χώριζαν τη Νέα Υόρκη από το Σικάγο λιγόστευαν. Όπως ακριβώς είχε συμβεί με την αντοχή της Κάντυ και την ανοχή της Άννυ. Ναι, ο Τέρυ ήταν αυτός που ευθυνόταν τόσο για τις αλλαγές που συνέβαιναν έξω του τόσο και για αυτές που συνέβαιναν μέσα του. 
Γιατί ο Άρτσι μπορούσε να ζει δίπλα στην Κάντυ ή και μακριά της, λατρεύοντας την από απόσταση όπως τόσο συνετά του είχε προτείνει ο Στήαρ πίσω στο κολλέγιο. Αλλά από τότε που έφτασαν εδώ, το σενάριο άλλαξε καθώς ένας άγνωστος Χ έκανε όλο πιο αισθητή την παρουσία του στην εξίσωση ανησυχώντας τον Άρτσι για το τελικό αποτέλεσμα. Το να την ακολουθήσει μέσα στην νύχτα, το να την περιμένει μέχρι την αυγή ήταν ο δικός του τρόπος για να ελέγξει αυτή την εξίσωση που δεν είχε βρει ακόμα απάντηση. Ναι, έπρεπε οπωσδήποτε να αφήσουν αυτή την πόλη, πριν αυτός ο άγνωστος Χ άλλαζε για πάντα ότι είχε διδαχτεί για τα μαθηματικά στη ζωή του ο Άρτσι Κόργουελ. Έβαλε το σφραγισμένο χαρτοφύλακα κάτω από το κρεβάτι του, ήταν σίγουρος ότι το Σικάγο θα έλυνε τα προβληματα του τόσο με την Άννυ όσο και με την Κάντυ. Το μόνο πρόβλημα ήταν οτι ήταν ακόμα εδώ σε μία πόλη που είχε περισσότερους αγνώστους Χ από ότι ο Άρτσι Κόρνγουελ μπορούσε ποτέ να φανταστεί. 

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 8:46 am

Φυγή 

«Τι θέλετε από εμένα; Είμαι αυτος που είμαι. Η Σουζάνα, ο πατέρας μου ακόμα και η Κάντυ, περιμένουν να ανταποκριθώ σε έναν σκοπό ζωής που εγώ ποτέ δεν διάλεξα, να μηδενίσω το εγώ μου, να συνεχίσω δίχως καρδιά και ψυχή για όλη την υπόλοιπη ζωή μου, σαν να είμαι κάποιος άλλος, αρκετά, αρκετά με αυτές τις ανοησίες». Οι σκέψεις του τον τρέλαιναν, ναι είχε κάνει κάτι ασυγχώρητο. 
Μα τη στιγμή που την κράταγε, που τη φίλαγε, που την ένιωθε, εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε, πως είναι να τρέχει η ζωή μέσα στις φλέβες σου, να χτυπάει τόσο δυνατά η καρδιά σου, να κάνεις και πάλι όνειρα, να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να κρατάς την ευτυχία σου μέσα στα χέρια σου και να μπορείς να σταθείς όρθιος ξανά, χωρίς δεκανίκια και υποκατάστατα. Ναι είχε αποτύχει το χρέος του την ίδια ώρα και στιγμή που τα χείλη τους ενώθηκαν. Είχε προδώσει τη Σουζάνα, λύγισε και δεν άντεξε. Την παρακάλεσε για μία ακόμα ευκαιρία, μία ζωή μαζί, ένα ακόμα όνειρο. Μα δεν ήθελε την ευθύνη, το κρίμα πάνω της. Το καταλάβαινε μα και το απεχθανόταν. Καμία λογική δεν μπορούσε πια να μιλήσει στην καρδιά του και να τον οδηγήσει πίσω. 
Και η Σουζάνα. Η πάντα γλυκειά, υπομονετική Σουζάνα που τον λάτρευε. Μα ούτε τη δική της αγάπη άξιζε γιατί την είχε προδώσει, γιατί δεν μπορούσε άλλο να την κοροιδεύει. Ίσως μπορούσε να σταθεί πλαι της, υπομονετικά αγαπώντας την όπως από την αρχή αυτός σκόπευε, με έναν δικό του τρυφερό τρόπο. Αλλά δεν μπορούσε να την παντρευτεί, δεν ήταν τόσο υποκριτής. Αν το έκανε ίσως ήταν καλύτερα να βάλει ένα πιστόλι στον κρόταφο και να αυτοκτονήσει γιατί μία τέτοια κίνηση μόνο την απελπισία θα έφερνε και όχι μόνο σε αυτόν, το ήξερε πια αυτό. 
Για μία στιγμή το μυαλό του πήγε στον Ρίτσαρντ, ίσως ήταν καλύτερα να φύγει, για πάντα. Να χαθεί από όλους και από όλα, να ξεχάσει. Να ξεφύγει από την κατηφόρα της ζωής του. Κάθε φορά ακόμα πιο ακραίος, πιο μόνος, πιο αδύναμος. 
Το μυαλό του έδιωξε μακριά την εικόνα του πατέρα του, πήρε την κάπα του και βγήκε έξω, παιδί συνήθιζε να τρέχει στον Τσάρλι και ο Τέρενς έκανε ακριβώς αυτό.


Δάκρυα ευτυχίας

Ο Τσάρλι ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση έπειτα από μία ολόκληρη μέρα ξεκούρασης. Η Μονίκ είχε καταφέρει να κλέψει λίγο χρόνο εφόσον ο Έρικ σήμερα ήταν απασχολημένος και είχε έρθει να δει το τον αγαπημένο παιδικό της φίλο. Το σπίτι του Τσάρλι ήταν πολύ κοντά στις αποβάθρες ακριβώς ένα δρομο πιο έξω από τα σύνορα αυτής της καταθλιπτικής κοινότητας. Δυστυχώς, το σπίτι του Τσάρλι υπέφερε από μία μεγάλη απώλεια που δεν ήταν άλλη από τη μητέρα του: είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν όταν βρέθηκε εκεί μπροστά από ένα γρήγορο καινούριο αμάξι. Ξεψύχησε αθόρυβα και λιτά, όπως ήταν όλη η ζωή της, στις ρόδες. Αλλά το σπίτι παρέμεινε όπως το είχε διατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, απλό και καθαρό, με τα χειροποίητα λουλούδια της αφημένα στο γραφείο. Ένα ελάχιστο αναμνηστικό της…
-Σ’ευχαριστώ, Μονίκ, είπε ο Τσάρλι κρατώντας το χέρι της σαν να ήταν ένα εύθραστο λουλούδι. Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και αυτή του έφερε νερό. Πόσο πολύ απολάμβανε την φροντίδα της. 
-Δεν είναι τίποτα Τσάρλι, αλήθεια. 
Ο Τέρενς κτύπησε την πόρτα, διακόπτωντας αυτή τη μαγική στιμή ανάμεσα στους φίλους του. Ήταν η Μονίκ αυτή που του άνοιξε την πόρτα. 
-Τέρυ!, φώναξε με ενθουσιασμό γραμμένο σε όλο της το πρόσωπο και πήδηξε στην αγκαλιά του. Ο Τέρενς αισθάνθηκε ντροπή, ειδικά τώρα που τα μάτια του Τσάρλι ήταν καρφωμένα πάνω του. 
-Εντάξει, αρκετά εσείς οι δύο! Φώναξε ο Τσάρλι από το κρεββάτι του. Πάλι θα με κάνετε να σηκώνομαι; 
Ο Τέρενς βάδισε στο δωμάτιο και πήγε δίπλα στο φίλο του. Κάθησε στο κρεββάτι. 
-Φαίνεσαι καλύτερα Τσάρλι, του είπε. 
-Εσύ φαίνεσαι σαν να τρελάθηκες, είπε ο Τσάρλι και κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. 
-Ναι, Τέρυ, είπε η Μονίκ που στάθηκε όρθια δίπλα του. Ο Τσάρλι και εγώ το συζητήσαμε, Δεν πρέπει να αγωνιστείς με τον Σάμουελ για μένα. 
-Εμ, πως το ξέρετε;
-Ο Έρικ το είπε στη Μονίκ. Βασικά γελούσε με σένα, απάντησε ο Τσάρλι. 
-Δεν πιστεύει ότι έχεις καμία πιθανότητα, πρόσθεσε η Μονίκ. 
-Δεν έχει καμία σημασία, ουτως ή άλλως θα αγωνιζόμουν με τον Σάμουελ. Γιατί να μη βγάλουμε και κάτι καλό από αυτό; 
-Μην είσαι ανόητος, Τέρυ, είπε η Μονίκ. Ο Έρικ ποτέ δεν θα με αφήσει. 
-θα το κάνει διαφορετικά…άρχισε ο Τέρενς μα σταμάτησε. Ήθελε να πει διαφορετικά δεν θα έπαιρνε τα 5.000 δολλάρια στην περίπτωση που νικούσε αλλά σταμάτησε. Οι άνθρωποι, όποιοι και αν είναι, έχουν περηφάνια. Αυτό το κομμάτι δεν χρειαζόταν κανείς να το ξέρει. Ήταν τυχερός που ο Έρικ το παρέλειψε και καλά θα έκανε να το παραλείψει και στο μέλλον. Για αυτό άλλαξε το θέμα λέγοντας: 
-Ωραία, σας ευχαριστώ για την πίστη σας, μήπως θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο αισιόδοξοι;
-Μα είμαστε, στοιχημάτισα σε σένα, καλά η Μονίκ το έκανε για μένα, απάντησε άμεσα ο Τσάρλι. 
-Και εγώ, έχω ήδη στοιματίσει, είπε η Μονίκ με μία έκφραση χαράς που μελαγχόλησε στη συνέχεια. Είναι απλώς ότι δεν μπορώ να φανταστώ μία άλλη ζωή, ελεύθερη, μακριά από όλη τη βρωμιά που με ακολουθεί από τότε που γεννήθηκα. Δεν τολμώ να φανταστώ ένα δικό μου σπίτι, και να έχω…
-Εμένα για άντρα; Ο Τσάρλυ ρώτησε. Η Μονίκ κοίταξε τα μάτια του Τσάρλι, ήταν ένα όνειρο, ένα ανέφικτο όνειρο που η πράξη του Τέρενς, ξαφνικά είχε φέρει τόσο κοντά που νόμιζε ότι μπορούσε να δει το σπίτι της, να ακούσει το γέλιο των παιδιών της. 
-Αυτό ήταν πρόταση γάμου; Ρώτησε ο Τέρενς, υποδυόμενος ότι δεν είχε καταλάβει την ερώτηση. 
-Ναι, είναι, είπε ο Τσάρλι, αδυμονώντας για την απάντηση της Μονίκ. 
-Καλά, είπε η Μονίκ με δάκρυα στις άκρες των ματιών. Τέρυ φρόντισε να κερδίσεις τον Σάμουελ γιατί διαφορετικά θα σε σκοτώσω εγώ η ίδια. 
Το μικρό σπίτι γέλασε αλλά ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Η Μονίκ έπρεπε να γυρίσει καθώς σε λίγο ήταν η ώρα της να πιάσει δουλειά.
-Θα έρθω μαζί σου, είπε ο Τέρενς στη Μονίκ. 
Ήταν ορισμένα πράγματα που επιθυμούσε να ξεκαθαρίσει με τον Έρικ. Εάν νικούσε, έπρεπε τα χρήματα και η ελευθερία της Μονίκ να ανταλλαχτούν με ένα ασφαλές τρόπο.
Ο Τσάρλι φίλησε τα χείλη της Μονίκ ενώ ο Τέρενς περίμενε στην πόρτα. Δεν μπορούσε να αντισταθεί όμως. Αυτή η τρυφερή σκηνή τον έκανε να νιώσει την απώλεια της Κάντυ μέσα του, ενώ θυμήθηκε τα υγρά φιλιά τους το προηγούμενο βράδυ και έκλεισε τα μάτια του σαν αντίδραση στην πονεμένη του καρδιά. Ο Τέρενς ήθελε πραγματικά να κερδίσει αυτόν τον αγώνα και να ενώσει αυτούς τους δύο ανθρώπους, μετατρέποντας μία άδικη μοίρα σε ένα φωτεινό, ευτυχισμένο μονοπάτι. Ένα μονοπάτι που ευχόταν και η δική του ζωή να είχε πάρει δύο χρόνια πριν. «Αλλά είναι πολύ αργά για εμάς. ‘Ετσι;», « Έτσι», σκέφτηκε, συνοδεύοντας την Μονίκ στην τωρινή της μοίρα.


Μία «μαγική» νύχτα

Ο Άρτσι, ο Τζωρτ και ο Νηλ στέκονταν έξω από το σπίτι των ζητιάνων ακριβώς στις 7.30. Η νύχτα είχε ήδη πέσει και το κρύο είχε γίνει παγερό. Άσπρες νιφάδες άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους και οι τρεις τους στέκονταν όρθιοι στη μέση του δρόμου, κοιτώντας τους περαστικούς διαβάτες. Αν και ο Νηλ κανονικά δεν είχε καμία θέση σε αυτή τη συνάντηση, ήταν παρόν εκεί προκειμένου να εξασφαλίσει την αναγνώριση και από τις δύο πλευρές ή έτσι έλεγε. 
Ο γέρο-ζητιάνος με τα γαλανά μάτια, τους παρατηρούσε με περιέργεια από απόσταση, οι δύο έμοιαζαν σαν να είχαν βρεθεί εκεί από κάποια δαιβολική σύμπτωση, ο τρίτος πάλι ήταν πολύ οικείος και τρομακτικός για αυτόν. Τα μάτια ωστόσο του ζητιάνου ήταν καρφωμένα στο δερμάτινο χαρτοφύλακα, που τόσο προσεκτικά κρατούσε ο Τζωρτζ ανάμεσα στους δύο άντρες. Ο ζητιάνος κοίταξε γύρω του. Δεν έπρεπε να χάσει άλλο χρονο. Ήταν ήδη πολύ αργά…ωστόσο, το σχέδιο του διακόπηκε καθώς είδε από το βάθος τη Μονίκ να έρχεται παρέα με έναν άντρα που θυμόταν, κάπου στο βάθος του θολωμένου του μυαλού, να του έχει δώσει ένα δολάριο. «Καλό θύμα», σκέφτηκε αλλά για την ώρα δεν ήταν η ώρα για κάτι τέτοιο. Οπισθοχώρησε ελαφριά.
Ο Άρτσι και ο Νηλ κοίταζαν προς την άλλη κατεύθυνση, ήταν ο Τζωρτζ αυτός που τους διέκρινε και ρώτησε πρώτος. 
-Κύριε Άρτσι, αυτός που έρχεται δεν σας μοιάζει για τον νεαρό Γκράντσεστερ; Τόσο ο Άρτσι όσο και ο Νηλ γύρισαν ξαφνιασμένοι το κεφάλι τους προς την κατεύθυνση του Τέρυ. Ναι, σίγουρα ήταν αυτός. Τα μάτια του Άρτσι άνοιξαν διάπλατα. Θα έδινε ότι είχε και δεν είχε για να αποφύγει αυτή τη συνάντηση, ωστόσο ο Τέρυ δεν ήταν μόνος του. Ήταν παρέα, παρέα με μία..
-Κοίτα κάνει παρέα και με πόρνες τώρα, σχολίασε ο Νηλ. Την ξέρω αυτήν, δουλεύει εδώ σε ένα μπαρ αλλά δεν τον είχα δει αυτόν εδώ γύρω…φυσικά εγώ δεν συχνάζω εδώ. 
-Σκάσε Νηλ, του είπε ο Αρτσι στο αυτί, δεν είσαι καλύτερος. 
Κάτι φαινόταν να καθυστερεί το ζευγάρι στο βάθος, ίσως μίλαγαν ή κοίταγαν κάτι, αλλά ο Νηλ δεν άντεχε άλλο. 
-Ει, Τέρυ, φώναξε και άρχισε να κουνάει τα χέρια του. Ο Τέρυ άκουσε το όνομα του και πίστεψε ότι ήταν ο Έρικ ή κάποια από τα άλλα παιδιά αλλά μόλις γύρισε το βλέμμα του, έμεινε άναυδος: ο Νηλ τον χαιρέταγε, ο Άρτσι τον μισοκοίταγε με ένα βλοσυρό ύφος και ο Τζωρτ ήταν ο μόνος απαθής. Πλησίασε με πιο γρήγορα βήματα το group αν και ήξερε πολύ καλά ότι η παρουσία της Μονίκ δίπλα του ήταν ότι χειρότερο για αυτόν, όχι γιατί ντρεπόταν για αυτό που ήταν η Μονίκ αλλά γιατί ήξερε τι θα επακολουθούσε αυτής της συνάντησης. 
-Άρτσι, Νηλ, Τζωτζ τους κοίταξε με ανήσυχα μάτια. Τι κάνετε εσείς εδώ;
-Ά, έχουμε μία δουλειά, είπε ο Νηλ με πονηρό ύφος. Εσύ;
-Δεν σε αφορά αυτό, του απάντησε ψυχρά ο Άρτσι. 
-Άρτσι δεν χρειάζεται να είσαι τόσο επιθετικός, δεν με νοιάζει ήταν καθαρά τυπική ερώτηση. 
-Να μη σε κρατάμε, απάντησε ο Άρτσι, δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει στον Τέρυ, έπειτα από όλα αυτά. 
-Πάμε Μονίκ, είπε ο Τέρυ και χαιρέτησε ελαφριά με το χέρι του το γκρουπ. 
-Κύριε Άρτσι, ήταν λίγο αγενές αυτό, παρατήρησε ο Τζωρτζ. 
-Σιγά μην τον χαιρετήσω κιόλας, απάντησε ο Άρτσι ενώ κοιτούσε την πλάτη του Τέρυ να χάνεται στο βάθος του δρομου. Οι νιφάδες άρχισαν να πυκνώνουν. Η υπομονή του Άρτσι έμοιαζε να εξαντλείται. Που ήταν επιτέλους αυτή η συμμορία; Ναι ίσως ήταν φυσικό επακόλουθο να τους κάνουν να περιμένουν, για να τους πάρουν τον αέρα. Μάντευε σωστά ή λάθος; Ποτέ δεν θα μάθαινε, όπως ποτέ δεν θα μάθαινε ότι στην ουσία δεν ήταν μόνοι. Αρκετά ζευγάρια μάτια τους παρακολουθούσαν περιμένωντας την κατάλληλη ευκαιρία, ακριβώς όπως στα σαρκοβόρα θυλαστικά περιμένουν τα θηράματα τους και την κατάλληλη στιγμή…
-Ένα νόμισμα, ένα νόμισμα για ένα ζητιάνο…παρακαλούσε με τη βραχνή και γεροντίστικη φωνή του ο ζητιάνος. Τους πλησίαζε σιγά-σιγά αλλά σταθερά. Ο Νηλ παρέμεινε ασυγκίνητος στο θέαμα, ο Άρτσι γύρισε καχύποπτα το βλέμμα του πάνω στο ζητιάνο, ενώ ο Τζωρτζ ήταν ο μοναδικός που έβαλε το χέρι στην τσέπη. Ο ζητιάνος τώρα βρισκόταν δίπλα του επαναλαμβάνοντας μόνοτονα και αδιάκοπα την κλασική του ατάκα. 
-Όχι, όχι Tζωρτζ, μην του δώσεις τίποτα…
-Μα κύριε Άρτσι…
-Όχι, κοίτα τον! Ψιθύρισε ο Άρτσι στο αυτί του Τζωρτζ. Κοίτα τα μάτια του, προφανώς παίρνει ουσίες. Ο ζητιάνος πλησίασε πιο κοντά στον Άρτσι, μελετώντας τις αντιδράσεις του. 
-Όχι, όχι φύγε από εδώ! Άσε μας ήσυχους, του φώναξε ο Άρτσι. 
Ο ζητιάνος έβλεπε ότι το θύμα του είχε πανικοβληθεί και αυτό ήταν πολύ καλό σημάδι. Ο πανικός ήταν ένα παλιό τρικ, ήταν η αρχή για κάθε απώλεια ελέγχου. 
Ήταν ένα σημάδι που ο Νηλ ήξερε, ο Άρτσι δεν κατάλαβε και ο Τζωρτζ δεν παρατήρησε. Μέσα από το σκοτάδι και τις χοντρές νιφάδες του χιονιού, ζητιάνοι άρχισαν ξαφνικά να κάνουν την εμφάνιση τους μέσα από τα ερειπωμένα κτίρια, τα σοκάκια και τις στοίβες τα σκουπίδια. Κάτι πολύ περίεγο συνέβαινε. Πριν ακόμα να το καταλάβουν και οι ίδιοι, 20 με 25 ζητιάνοι τους είχαν περικυκλώσει και όλοι τους πλησίαζαν με ένα αργόρσυτο ρυθμό. 
-Ει, φύγετε από εδώ, φώναξε ο Άρτσι. 
Ο Τζωρτ δεν κουνιόταν καθόλου, σφίγγοντας την γροθιά του γυρω από το χερούλι του χαρτοφύλακα. Καθώς οι ζητιάνοι τους πλησίαζαν οι τρεις άντρες άρχισαν να πηγαίνουν όλο και πιο πίσω ώσπου στο τέλος οι πλάτες του κόλησαν. Ήταν πια το κέντρο ενός κύκλου ενώ οι ζητιάνοι μείωναν με κάθε βήμα την απόσταση τους από αυτό το κέντρο. Την πρώτη προπάθεια την αποτόλμησε ο ζητιάνος με τα γαλανά μάτια. Άρπαξε τον χαρτοφύλακα από τα χέρια του Τζωρτζ αλλά ο Τζωρτ αντιστεκόταν. Ο Άρτσι δεν είχε αλλα όπλα για να αμυνθεί από το ίδιο του το σώμα. Κλώτσησε το ζητιάνο που έπεσε με θόρυβο στο έδαφος αλλά τότε συνέβη το χειρότερο. Οι ζητιάνοι όρμησαν πάνω τους. Ο Άρτσι και ο Νηλ βρέθηκαν στο χώμα ενώ ο Τζωρτ άρχισε να κουνάει τον χαρτοφύλακα καταπάνω τους για να να τους αποθαρύνει. Όπως το χέρι του με το χαρτοφύλακα εκτινασσόταν στον αέρα, ο χαρτοφύλακας χτύπησε με δύναμη στο πρόσωπο ενός ζητιάνου. Ο χαρτοφύλακας αναπήδησε στον αέρα και…
Και τότε κάτι μαγικό συνέβη γιατί 200.000 δολλάρια άρχισαν να πέφτουν από τους ουρανούς μαζί με τις κάτασπρες παχές νιφάδες. Σε λίγα μόλις λεπτά καλύψανε τα πάντα: το δρόμο και τους ανθρώπους. Απόψε, έβρεχε δολλάρια. Οι ζητιάνοι δεν είχαν δει ποτέ ένα τέτοιο θαύμα….
-ΟΧΙ, ΝΑ ΠΑΡΕΙ, ΟΧΙ, ο ΄Αρτσι φώναζε στη μέση του δρόμου, προσπαθώντας να σώσει τα αδύνατα, ενώ οι λιγοστοί διαβάτες κοντοστάθηκαν μη πιστεύοντας το θέαμα. Οι 25 ζητιάνοι είχαν πέσει μανιωδώς και σαν σμήνος από ακρίδες που καθαρίζει τα σπαρτά, έτσι και αυτοί μάζευαν με χέρια και στόμα ακόμα τα πεσμένα στο έδαφος δολλάρια. Φώναζαν, μάλωναν, άρπαζαν ο ένας τα δολάρια του άλλου και έτρεχαν να προλάβουν τα σκόρπια. Ο Άρτσι, ο Τζωρτ και ο Νηλ παρακολουθούσαν σαν χαμμένοι, αδύναμοι να κάνουν οτιδήποτε. Το κωμικοτραγικό γεγονός δεν κράτησε πάνω από πέντε λεπτά. Σύντομα οι ζητιάνοι είχαν χώσει όσα λεφτά μπορούσαν στις τσέπες τους και στο κενό μεταξύ των κουρελιασμένων παλτών και του στήθους τους. Ότι άλλο δε χώραγε το κράταγαν στα χέρια τους και στα σάπια δόντια τους. Οι περαστικοί, δειλά σήκωναν ότι δολλάριο είχε απομείνει σε κάποια ξεχασμένη και απόμερη γωνιά. Σε λίγο δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πάρει κανείς πέρα από το χιόνι που ακόμα και αυτό είχε λιώσει από τις πατημασιές και τα σώματα που είχαν πέσει πάνω του προς αναζήτηση χρημάτων. Αργά, όπως είχαν εμφανιστεί, οι ζητιάνοι άρχισαν να υποχωρούν στις σκοτεινές τους τρύπες. Ο Τζωρτ βοήθησε τον Άρτσι να σηκωθεί από το έδαφος όπου είχε πέσει πάνω στην απελπισία του να προφυλάξει μία δεσμίδα από λεφτά. 
-Κύριε Άρτσι; Είστε καλά; Ρώτησε ανήσυχος ο Τζωρτζ. 
-Δεν..δεν ξέρω τι να πω. Πραγματικά, απάντησε με βλέμμα στο κενό ο Άρτσι. Αυτό ήταν πέρα από κάθε φαντασία. 
-Κύριε Άρτσι να σας ρωτήσω κάτι; Που είναι ο κύριος Νηλ;
-Ε; ο Άρτσι κοίταξε γύρω του ξαφνιασμένος, ο Νηλ είχε όντως εξαφανιστεί. Όμως δεν πρόλαβε να απαντήσει κάτι. 
-Κύριε Κόργουελ; Ρώτησε ο Έρικ που στεκόταν απέναντι τους μαζί με άλλα 4 μέλη της συμμορίας. Θέλω και εγώ να ρωτήσω κάτι, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΜΟΥ;


Διαπραγματεύσεις

Ο Άρτσι ένιωσε το λαιμό του στεγνό, ξεροκατάπιε στο θέαμα αυτών των νέων δυνατών αντρών που στέκονταν μπροστά του αυτή τη στιγμή. Όχι, δεν έμοιαζαν τους κυρίους του καλού κόσμου που είχε συνηθίσει ο Άρτσι, τα μαλλιά τους ήταν πολύ πιο ατημέλητα και το βλέμμα τους γεμάτο αυθάδεια. Καθώς οι νιφάδες του χιονιού συνέχιζαν να πέφτουν ο Άρτσι ένιωσε το κρύο να τον διαπερνά ή μήπως ήταν το ρίγος που του μετέδιδε η προκλητική και επικίνδυνη παρουσία τους; Όπως και να είχε, θα αισθανόταν καλύτερα αν τα χέρια του δεν ήταν άδεια. 
-Λυπάμαι, απάντησε ο Άρτσι, μάλλον θα είσαι ο Έρικ. Ο Νηλ μου μίλησε.
Ο Έρικ έγνεψε καταφατικά. 
-Αφού είσαι ο αρχηγός της περιοχής μάλλον θα είδες τι έγινε ή καλύτερα μπορεί (και εδώ για μία στιγμή η φωνή του δίστασε) και να ξέρεις κιόλας. 
Τη στιγμή που το είπε αυτό ο Άρτσι δύο πιστόλια σηκώθηκαν προς τη μεριά του. Οι δύο από τους 4 στέκοταν δίπλα του τον σημάδευαν στους κροτάφους. 
-Τι; τι κάνετε; Φώναξε ο Άρτσι. 
-Δεν έχω κακή πρόθεση, είπε ο Έρικ αλλά εγώ δεν ήρθα σπίτι σας να σας προσβάλλω. 
-Κύριοι…είπε ο Τζωρτζ, μα όλοι εκτός του Άρτσι και του Έρικ αρχίσαν να γελάνε. 
-Ας τελειώνουμε είπε ο Έρικ, που είναι τα λεφτά μου;
-Αν με πυροβολήσετε, δεν νομίζω να τα πάρετε, είπε ο Άρτσι κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά του, τα πιστόλια που τον σημάδευαν. 
-Έχετε θάρρος, κύριε Κόρνγουελ. Λυπάμαι αυτές οι περιοχές δεν είναι ασφαλείς για εσάς. Όπως και να έχει, θα κρατήσω εδώ τον κύριο (ο Έρικ έδειξε τον Τζωρτζ) και όταν μου φέρετε τα χρήματα μου, που τόσο απρόσεκτα αφήσατε να πεταχτούν στο δρόμο, θα τον πάρετε πίσω. Α και πείτε στον ξάδελφο σας να μην ξαναπατήσει στην περιοχή μου, γιατί δεν θα φύγει ποτέ από εδώ, συννενοηθήκαμε; Θέλω μόνο τα χρήματα μου κύριε Κόρνγουελ, και μη μπλέξετε την αστυνομία εκτός και αν θέλετε τον φίλο σας στο τάφο. 
-Μα; 
-Αντίο, κύριε Κόρνγουελ.
-Μα πως θα σας βρω; 
-Μην ανησυχείτε για αυτό, θα σας βρω εγώ, είπε ο Έρικ. Ο Άρτσι κατάλαβε ότι αυτός που έπρεπε να αποχωρήσει πρώτος ήταν αυτός. Ο Τζωρτζ και οι υπόλοιποι 5 τον κοίταζαν καθώς ξεμάκρυνε. Μέσα στο μυαλό του μπορούσε να σκεφτεί μόνο ένα όνομα: Άλμπερτ.

Άλμπερτ

Η Κάντυ άκουσε την πόρτα του δωματίου της να κτυπά. Όταν την άνοιξε ο Άρτσι μπήκε μέσα σαν σίφουνας. 
-Άρτσι τι έπαθες; Ο Άρτσι ήταν χλωμός σαν το πανί και φαινόταν πιο προβληματισμένος από ποτέ.
-Χρειάζεται να ειδοποιήσουμε τον Άλμπερτ, Κάντυ. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι έγινε απόψε, πραγματικά δεν μπορώ.
Μπόρεσε όμως και η Κάντυ άκουσε όλη την ιστορία μη πιστεύοντας και αυτή στα αυτιά της. 
-Χάνω το μυαλό μου, ήταν λάθος του Άλμπερτ να μας στείλει εδώ, αυτοί είναι πολύ επικύνδινοι. Υποτίμησε τον Νηλ. 
-Που είναι ο Νηλ τώρα; Ρώτησε η Κάντυ. 
-Δεν ξερω αλλά αν εμφανιστεί θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια. 
-Άρτσι, ηρέμησε! Θα βρούμε μία λύση. 
-Είμαι σίγουρος ότι αυτός ήταν πισω από όλα αυτά μας εξαπάτησε, θα καλέσω την αστυμονία. 
-Άρτσι δεν είναι καλύτερα να περιμένουμε για την απάντηση του Άλμπερτ; 
-Μακάρι να ήταν εδώ, μακάρι. 
Μες την ατυχία του ο Άρτσι Κόρνγουελ ήταν τυχερός γιατί ο Άλμπερτ ή ο Γουίλλιαμ ‘Αρντλευ (εδώ η συγγραφέας αυτού του φικ ξεφυσά λόγω των πολλών όνομάτων) ήταν ήδη πολύ καλύτερα στην υγεία του και αν δεν ήταν ακόμα εκεί, ένα τηλεγράφημα και 16 ώρες αργότερα θα βρισκόταν. 

Ένα πονεμενο χαστούκι

-Λοιπόν που είναι τα λεφτά μου; Ρώτησε ο Έρικ τον Νηλ που ήταν ξαπλωμένος πάνω σε ένα πρόχειρο στρώμα στο σπίτι των ζητιάνων. 
-Είναι όλα εκεί, του είπε ο Νηλ και του έδειξε μία στοίβα από χαρτονομίσματα πάνω σε ένα παλιό, ξύλινο τραπέζι. 
-Το κόλπο σου ήταν καλό, παραδέχτηκε ο Έρικ μετρώντας τα χαρτονομίσματα. 
-Χαίρομαι που σου άρεσε, ο ξάδελφος μου είναι τελείως ηλίθιος, αυτός με πίεσε να συναντηθείτε, τώρα θα το έχει μετανιώσει. 
-Βόλεψα αυτό τον Τζωρτζ σε ένα υπόγειο κάτω από το μπαρ. Γύρνα τώρα πίσω και πείστον να μαζέψει τα λεφτά. 
-Είσαι τρελός; Γιατί να το κάνω αυτό;
-Γιατί στο λέω εγώ, δεν φταίω εγώ που εσύ προτίμησες να κρυφτείς εκείνη την ώρα. 
-Μα αν δεν το έκανα, όλοι αυτοί οι ζητιάνοι μπορεί να μας φεύγανε. 
-Δεν φεύγουν αυτοί, μην ανησυχείς, είναι πολύ εξαρτημένοι και άθλιοι για πρωτοβουλίες και γεναιότητες. Πήγαινε τώρα, να τον έχεις από κοντά, δεν θέλω εδώ τις αστυνομίες. 
-Περίμενε να σε ρωτήσω κάτι; Τι θέλει εδώ αυτός ο ηθοποιός, ο Τέρυ; 
Ο Έρικ για μία στιγμή σάστισε. Κοίταξε ερευνητικά τον Νηλ. 
-Είναι με τη Μονίκ αρκετό διάστημα τώρα, γιατί ρωτάς; 
-Τον ξέρω από παλιά. 
-Αυτός τουλάχιστον δεν με αηδιάζει όπως εσύ…Μήπως τον ζηλεύεις; Ρώτησε ο Ερικ με ένα κακό, πονηρό χαμόγελο τον Νηλ, που ξαφνικά είχε χαθεί σε ένα δικό του σύννεφο αναμνήσεων. 
-Χαχαχα, γέλασε ψεύτικα και υποκριτικά ο Νηλ, αυτόν τον ηλίθιο; Αυτός είναι δειλός και άχρηστος. Σιγά τον ψευτοκαλλιτέχνη, ο ανίκανος!!! 
Ο Έρικ έσφιξε τα χείλη του. Το χέρι του ακόμα δεν είχε γίνει καλά, τα τσακισμένα του δάχτυλα ακόμα πόναγαν σε κάθε μικρή ή μεγάλη κίνηση αλλά είχε βγάλει τον επίδεσμο ακόμα και αν από ιατρικής άποψης ήταν ανεπίτρεπτο. Με αυτό το χέρι χαστούκισε τον Νηλ, όσο πιο δυνατά μπορούσε και ας του στοίχισε μερικές ανάσες παραπάνω. 
-Α!, έσκουξε ο Νηλ και στριμώχτηκε στη γωνία του τοίχου. Τι έπαθες τώρα;
-Απόψε παίζει σε έναν αγώνα έλα να τον δεις Νηλ, παίζει για τη Μονίκ, για έναν φίλο. Ρώτα και θα σου πούνε, με κάνεις και βαριέμαι. Δεν είσαι άξιος να μιλάς για τον Γκραντ, είναι πολύ καλός για σένα. Και βάλε και κανένα στοίχημα, μη πάει χαράμι η ελεεινή σου παρουσία. 
Ο Νηλ δεν μπορούσε να εξηγήσει τη στάση του Έρικ αλλά δεν τόλμησε να αντιμιλήσει. Ανίκανος να αντιληφθεί ότιδήποτε παραπάνω από τα χρήματα και τις επιφανειακές σχέσεις ο Νηλ ένιωσε εκτός τόπου και χρόνου αλλά δεν αμφισβήτησε τον Έρικ, δεν τόλμαγε. Άλλωστε ελάχιστη σημασία είχαν αυτά, είχε πάρει ήδη τις απαντήσεις του. 
-Εξαφανίσου τώρα, του είπε ο Έρικ, με επιφανειακή ψυχραμία. 
Ο Νηλ σηκώθηκε αργά και έφυγε σαν κύριος. Με αυτά τα λεφτά, είχε καθαρίσει μία για πάντα τη θέση του με τη συμμορία του Έρικ. Ήταν πολύ ευχαριστημένος από αυτήν την εξέλιξη. Έμεναν αρκετά στη δική του τσέπη για να συνεχίσει άνετος το εμπόριο του, με τα κέρδη όλα δικά του. Σήμερα ήταν μία από τις καλύτερες του μέρες ή μάλλον νύχτες. 

Ένα αξέχαστο πρωινό

Η Νέα Υόρκη ήταν πάντα μία πόλη με πολύ γρήγορους και εντατικούς ρυθμούς. Τώρα ήταν η σειρά του Άρτσι να το καταλάβει. Αφού έστειλε το τηλεγράφημα στον Άλμπερτ, γύρισε στο ξενοδοχείο του αλλά ήταν αδύνατο να βρει ησυχία και γαλήνη. Έκατσε στο εστιατόριο και παράγγειλε σκέτο μαύρο καφέ. «Θα αρρωστήσω αν δεν φύγω από εδώ γρήγορα», σκέφτηκε. Ξαφνικά η εικόνα της Άννυς του ήρθε στο μυαλό. «Φάε κάτι, Άρτσι μην με κάνεις να ανησυχώ». Διέλυσε την εικόνα της αλλά παρόλα αυτά απάντησε στα λόγια της. «Μετά, σε λίγο, Άννυ στο υπόσχομαι». Η συνήθεια είναι η δεύτερη φύση και ο Άρτσι την ανακάλυπτε. Όλα αυτά που είχαν συμβεί τα τελευταία 24ωρα ήταν έξω από τα νερά τους. Όλο το βράδυ το είχε περάσει στριφογυρίζοντας στο στρώμα, κάνοντας βόλτες στο δωμάτιο, αδυνατώντας να κοιμηθεί. Πως μπορούσε; Δεν μπορούσε. Κάτι που επίσης ήταν πολύ έξω από τις καθιερωμένες του συνήθειες. Μαύροι κύκλοι τώρα κάλυπταν το δέρμα κάτω από τα μάτια του και για πρώτη φορά στη ζωή του (μάλλον δεύτερη) δεν είχε καν τη διάθεση να ντυθεί. Ναι ήταν μία ώρα περισσυλογής και όχι διασκέδασης. Είδε την Κάντυ να έρχεται προς το μέρος του και τη χαιρέτησε. 
-Άρτσι, δεν κοιμήθηκες το βράδυ; Έτσι δεν είναι; ρώτησε παίρνοντας θέση δίπλα του. 
-Όχι, σχεδόν δεν έκλεισα μάτι, Κάντυ. Είναι σαν να είμαστε αιχμάλωτοι αυτής της πόλης. 
-Άρτσι, όταν θα έρθει ο Άλμπερτ, θα ηρεμήσεις. 
-Ναι ελπίζω να κάνει καλύτερη δουλειά από εμένα. Τότε ο Αρτσι πρόσεξε τον Νηλ να μπαίνει μέσα στο ξενοδοχείο και σηκώθηκε αμέσως από το τραπέζι. 
-Άρτσι, μη, μην κάνεις φασαρία εδώ, τον συμβούλεψε η Κάντυ αλλά ήταν ήδη αργά καθώς ο Άρτσι βρισκόταν ήδη καθοδόν για να συναντήσει τον ξάδελφο του. 
Ο Νηλ είδε τον Άρτσι που ερχόταν καταπάνω του με γρήγορο ρυθμό, σήκωσε τα χέραι του στον αέρα και φώναξε. 
-Δεν έφταιγα, εγώ, δεν έφταιγα. Ο Άρτσι δεν μπορούσε να κάνει φασαρία μέσα στο πολυτελές New York Plaza και το ήξερε πολύ καλά (φυσικά αν στη θέση του ήταν ο Τέρυ, δεν θα είχε καμία αναστολή, αν αναρωτιέστε) για αυτό και άρπαξε τον Νηλ από το μπράτσο και τον έσειρε ως το τραπέζι. Η Κάντυ χλώμιασε βλέποντας τον Νηλ αλλά όπως και να είχε δεν θα έφευγε εξαιτίας του. 
-Α, γεια σου Κάντυ! Είπε με ενθουσιασμό η Νηλ μόλις πλησίασαν. Ο Άρτσι τράβηξε την καρέκλα δίπλα του και τον έβαλε να κάτσει, σπρώχνοντας τον προς τα κάτω. 
-Σιγά Άρτσι, να πιω και λίγο καφέ. 
-Να στον φέρω στο κεφάλι καλύτερα, ψιλοφώναξε ο Άρτσι. 
-Άρτσι! Του είπε με αποδοκιμαστικό ύφος η Κάντυ. 
-Ευχαριστώ Κάντυ, είπε με ψεύτικο χαμόγελο ευγνωμοσύνης ο Νηλ. Ο Άρτσι μάλλον ξεχάνει τους καλούς του τρόπους. Τρόπους; Ο Άρτσι κόντευε να ξεχάσει και το όνομα του. 
-Που ήσουν χτες; Ρώτησε ο Άρτσι κοιτάζοντας με ένα στιγερό βλέμμα τον Νηλ. 
-Μα τι ήθελες να κάνω Άρτσι; Φοβήθηκα ότι θα μας λιντσάρουν αυτοί οι ζητιάνοι και σηκώθηκα και πήγα σπίτι. Ο Άρτσι τον κοίταξε ερευνητικά. 
-Μα γιατί είσαι έτσι; Τι έγινε με τη συμμορία; 
Αν και δεν είχε καμία απολύτως όρεξη ο Άρτσι αναγκάστηκε να του εξηγήσει ότι ο Έρικ είχε κρατήσει τον Τζωρτζ αλλά υπήρχαν πολλά κενά σε αυτή την ιστορία που δεν έπειθαν τον Άρτσι και όταν τελείωσε τη σύντομη αφήγηση του άρχισε να βομβαρδίζει με ερωτήσεις τον Νηλ. 
-Αλήθεια ποιες είπαμε ότι ήταν οι δουλειές σου με αυτή τη συμμορία;
-Μα σου εξήγησα, είχα δανειστεί λεφτά για να διασκεδάσω, μετά ο πατέρας μου μου έκοψε το επίδομα και δεν είχα να τους ξεπληρώσω. Αυτό είναι όλο. Δεν κάνω και εμπόριο ναρκωτικών, αστειεύτηκε ο Νηλ. Πόσο κοντά ωστόσο τα λόγια του ήταν στην αλήθεια κανείς δεν θα μάντευε. 
-Ωραία, αυτά μας τα είπες και γιατί δεν σε κρατήσαν εσένα όπως τώρα τον Τζωρτζ; 
-Τι να σου πω Άρτσι; Είχα ανάγκη τα λεφτά τους και γιατί να το κάνουν; Ξέρεις ποιος είμαι και που μένω, απείλησαν να μου κάψουν το σπίτι. Α, ναι αυτό δεν πρόλαβα να στο πω. Προφανώς κράτησαν τον Τζωρτζ γιατί είναι η δεύτερη φορά και δεν είναι και σίγουροι ότι θα τους πας τα λεφτά τους. Μάλλον σε θεωρούν άχρηστο μετά από αυτό που έγινε, ξάδελφε. 
Ο Άρτσι ήταν όντως έτοιμος να αρπάξει την κανάτα με τον καφέ και να του το φέρει στο κεφάλι αλλά κρατήθηκε. 
-Αυτή τη φορά δεν νομίζω να είναι τόσο απλά τα πράγματα, τηλεγράφησα του Άλμπερτ και αν είναι καλύτερα, είμαι σίγουρος ότι θα έρθει και ότι θα αναλάβει αυτός, ξάδελφε. 
-Τον Άλμπερτ; Ο Νηλ δεν περίμενε ακριβώς αυτήν την εξέλιξη, αλλά ίσως και τελικά να μην είχε τόση σημασία. 
-Ναι είναι πολύ καλύτερα, ας σε κάνει ότι θέλει, εγώ τελείωσα με αυτήν την υπόθεση. Ανάμεσα από τα τραπέζια, ένας γκρούμερ πέρναγε με την πρωινή τοπική εφημέριδα της πόλης. Άφησε μία στο τραπέζι τους αλλά κανείς δεν είχε όρεξη για διάβασμα. 
Σιωπή έπεσε για μία στιγμή στο τραπέζι. Ο Νηλ θα δυσκολεύοταν να ελέγξει τον Άλμπερτ, η απουσία επικοινωνίας όλα αυτά τα χρόνια, δεν του επέτρεπε και πολλά περιθώρια οικειότητας αλλά δεν είχε επιλογές. Ούτως ή άλλως ήξερε ότι το είχε τραβήξει στα άκρα, προκειμένου να επωφεληθεί από την αφέλεια των δικών του. Η Κάντυ σε αυτό το διάστημα δεν μίλαγε. Κοίταξε την πρώτη σελίδα της εφημερίδας ρίχνωντας μία γρήγορη ματιά στους τίτλους αλλά τα μάτια της έπεσαν κατευθείαν στη φωτογραφία του Τέρυ στο πλαινή στήλη των κοσμικών γεγονότων. Τι συνέβαινε; Τράβηξε την εφημερίδα και άρχισε να διαβάζει νευρικά. 
-Κάντυ τι συμβαίνει; Ρώτησε ο Άρτσι, που την είδε να ανησυχεί. 
-Ένα λεπτό, Άρτσι…έπρεπε να διαβάσει παρακάτω, το αρθρο συνεχιζόταν στη σελίδα 12. Γύρισε τόσο γρήγορα και ανυπόμονα τις σελίδες που το τραπέζι κουνήθηκε.
Το πρόσωπο της Κάντυ είχε γίνει κατάλευκο σαν το πανί και τα μάτια της κοιτούσαν το άπειρο.
-Κάντυ; Ξαναρώτησε ο Άρτσι. 
Όταν άφησε την εφημερίδα από τα χέρια της, έβαλε τα χέρια στο κεφάλι της. Ο Άρτσι της την πήρε από τα χέρια. Ήταν ένα άρθρο όχι για τον Τέρυ αλλά για τη Σουζάνα. 
«Σύμφωνα με έγκυρες πηγές ο ταλαντούχος ηθοποιός ματαίωσε την υπόσχεση του μελλοντικού αραββώνα του με τη Σουζάνα Μάρλοου και διέλυσε οριστικά τις σχέσεις του. Η Σουζάνα Μάρλοου θυσίασε την επαγγελματική της καριέρα και τη σωματική της ακεραίοτητα πριν από δύο χρόνια, όταν ένας προβολέας κατά τη διάρκειας πρόβας στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» έπεσε πάνω της στην προσπάθεια της να τον σώσει. Δύο χρόνια μετά ο νεαρός «Άμλετ», φαίνεται ότι ζητά να αποποιηθεί των ευθυνών του. Οι έγκυρες πηγές μας μας πληροφόρησαν για την ύπαρξη μίας δεύτερης γυναίκας στη ζωή του. Είστε σίγουροι ότι αυτός ο Άμλετ αξίζει την επιείκια και τα λεφτά των κατοίκων της πόλης;». Ο Άρτσι άφησε κάτω την εφημερίδα που με τη σειρά της πέρασε στα χέρια του Νηλ. 
-Κάντυ…είπε διστακτικά ο Άρτσι. 
-Πρέπει να φύγω, πρέπει να πάω, να πάω κοντά του…είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι. 
Ο πόνος στα μάτια της ήταν πολύ εμφανής, τώρα ο Άρτσι ένιωσε τη δική του καρδιά να κομματιάζεται…
-Χα, χα, χα, χα, άρχισε να γελάει υστερικά ο Νηλ. Είσαι πολύ κουτή Κάντυ, νομίζεις ότι το κάνει για εσένα; Χα, χα, Άρτσι πες της για τη Μονίκ τη φίλη του και εγώ θα σας πω για μία ωραία φήμη που άκουσα σήμερα το πρωί, χα, χα, είσαι πολύ ανόητη…
Η Κάντυ σάστισε και κάθησε και πάλι. Ο Άρτσι κοίταγε τον Νηλ με βλέμμα που αν μπορούσε θα σκότωνε. Αλλά ο Νηλ σκότωνε με τις λέξεις….
-Χα, χα, θα σε πάω μία βόλτα το βράδυ, μη βιάζεσαι...


Οι ρεπόρτερς

Ο Τέρενς ήταν κλεισμένος στο κρύο του διαμέρισμα. Έκανε αυτοσχέδιες προσπάθειες να φτιάξει το παράθυρο του αλλά αντίθετα από τα καλλιτεχνικά στα τεχνικά θέματα ήταν σκέτος θρήνος. «Εντάξει δεν είναι και τόσο χάλια», παρηγορούσε τον εαυτό του καθώς προσπαθούσε να μπαλώσει την τρύπα με ένα τετράγωνο πλακέ κομμάτι ξύλου. Αναγκάστηκε όμως να απομακρυνθεί από το παράθυρο καθώς ένας ρεπόρτερ, που προφανώς στεκόταν στην πόρτα του κτιρίου φάνηκε κάτω από το παράθυρο. 
«Ει, εδώ είναι», φώναξε και άλλει τρεις εμφανίστηκαν και αυτοί από το πουθενά. 
-Τέρυ, θέλουμε να σου μιλήσουμε, φώναξε ο ψηλότερος της παρέας. Ο Τέρυ έκανε ακόμα περισσότερα βήματα πίσω και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τι συνέβαινε; 
Είχε μέσα του μία ιδέα «Θα τα πω όλα στον τύπο», τον είχε απειλήσει η κυρία Μάρλοου. Από πότε όμως έπρεπε να δίνει λογαριασμό στους αγνώστους για ότι συνέβαινε στη ζωή του; Το σιχαινόταν αυτό το κομμάτι της δημοσιότητας, ίσως ήταν καλύτερα να πάει στο θέατρο τώρα πριν μαζευτούν και άλλοι. Ετοιμάστηκε με γρήγορες κινήσεις. Όταν κατέβηκε τις σκάλες με γρήγορο βηματισμό οι ρεπόρτες των περικύκλωσαν. 
-Ποια είναι Τέρυ; 
-Γιατί άφησες τη Σουζάνα; 
-Σε κατηγορούν ότι αθέτησες την υπόσχεση του μελλοντικού αραβώνα σου;
-Τι λες για αυτό; 
Ο Τέρυ άρπαξε την εφημερίδα από τα χέρια του ρεπόρτερ. Το διάβασε πολύ γρήγορα. Αυτό δεν ήταν άρθρο αλλά ευθύ κατηγορώ και δυσφήμιση. Το αίμα του άρχισε να βράζει. «Έγκυρες πηγές; Τα γεμάτα πίκρα λόγια της κα Μάρλοου.»
«Δεν με αφορούν αυτές οι αηδίες», είπε και πέταξε την εφημερίδα στο δρόμο με αγανακτισμένο ύφος. «Είναι τόσο εύκολο όλοι να κρίνουν, να συζητούν, μου φέρονται λες και έκανα έγκλημα. Άραγε θα με ρωτούσαν αν είχαν περάσει από την ίδια κόλαση;».
Ετοιμάστηκε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου του και να φύγει. 
-Τέρυ τι θα κάνεις αν αυτό επηρεάσει την καριέρα σου; Θα αφήσεις το θέατρο; 
Ο Τέρενς δεν μίλησε και πάλι, έκλεισε την πόρτα και έφυγε πατώντας γκάζι. «Αλήθεια τι θα κάνω;» αναρωτήθηκε. Αλλά δεν το σκέφτηκε ιδιαίτερα ήταν ήδη πολύ αγχωμένος για το βράδυ που δεν ήθελε άλλα βάρη πάνω του. 

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:09 pm

Ο Τέρυ, ο Τέρυ μου 

-Δεν έχει να πάει πουθενά και ιδιαίτερα μαζί σου, φώναξε ο Άρτσι στο Νηλ. 
-Άρτσι, ηρέμησε, μπορείς και να έρθεις και εσύ αν θέλεις, δεν είναι μυστικό, χασκογέλασε ο Νηλ με έναν αέρα αδιαφορίας. 
-Φυσικά και όχι, δεν σκοπεύω να γίνω «συνεργός» στο έγκλημα που ετοιμάζεις, είπε ο Άρσι και κοίταξε τον Νηλ με πύρηνα σχεδόν μάτια. Άστην ήσυχη! 
-Εγώ απλώς μία πρόταση έκανα…, είπε ο Νηλ και ανασήκωσε αδιάφορα τους όμους του. Αλλά στο κάτω-κάτω Άρτσι αυτή δεν είναι δική σου απόφαση, συμπλήρωσε ήρεμα. Εσύ τι λες Κάντυ;
Η Κάντυ είχε πέσει σε σκέψεις. Τα μάτια της είχαν το σκοτάδι και την αμφιβολία μέσα τους. Δεν μπορούσε να πιστέψει τα λόγια του Νηλ. Ο Τέρυ να αφήνει τη Σουζάνα και να παλεύει για την αγάπη της Μονίκ; Όχι, όχι αυτό δεν ήταν αλήθεια, δεν μπορεί να ήταν αλήθεια, αν και όλα τα στοιχεία τώρα πανηγυρικά τη διέψευδαν. Τίναξε το κεφάλι της αλλά οι σκέψεις της δεν έφευγαν. Η Κάρεν της είχε πει ότι είχε μπλέξει, ότι είχε συνέχεια μελανιές, ότι ουσιαστικά δραπέτευε από το θέατρο τα βράδια. Η εφημερίδα μιλούσε για την ύπαρξη μίας δεύτερης γυναίκας. Ο Άρτσι αν δεν σκόπευε, αναγκάστηκε μετά τις αποκαλύψεις του Νηλ, να ομολογήσει ότι χτες βράδυ, τον είχε δει με τη Μονίκ σε αυτές τις κακόφημες γειτονιές. Ο Νηλ της διηγήθηκε τόσο εύκολα ότι η σχέση του Τέρυ με αυτήν την γυναίκα, που δούλευε σε αυτά τα μπαρ, δεν ήταν εφήμερη αλλά πήγαινε πίσω στο χρόνο, σ’έναν χρόνο που δεν γνώριζε και δεν της είχε μιλήσει ποτέ ο ίδιος για αυτό. Της είχε σκόπιμα αποκρύψει αυτή τη ζωή, όταν τον ρώτησε για τις μελανιές του και εκείνος καλύψε τον εαυτό του πίσω από μία εύκολη δικαιολογία, ένα πρόχειρο ψέμα που η Κάρεν τόσο εύκολα διέψευσε. Και ακόμα περισσότερο απόψε αγωνιζόταν για αυτήν, για να την κερδίσει, αφού πρώτα έσπασε όλα τα δεσμά του με το παρελθόν του. Το χέρι της άγγιξε την εφημερίδα «η διάλυση της υπόσχεσης» και μετά ασυναίσθητα σχεδόν το μυαλό της ταξίδεψε στην φυσαρμόνικα. Δύο πράξεις, μία αλήθεια. 
Μα, μα, εκείνη τη νύχτα την κρατούσε στα χέρια του, την παρηγορούσε, τη φίλαγε, την παρακαλούσε «Μπορώ να τα αφήσω όλα, φτάνει να το ζητήσεις. Σε παρακαλώ, ζήτησε το». Η φωνή του μες το κεφάλι της ακουγόταν δυνατά, σιωπόντας τον κόσμο γύρω της. Όχι, όχι ήταν αδύνατο, δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό. Ξαφνικά μία σκέψη διαπέρασε το μυαλό της σαν ηλεκτρικό ρεύμα και την τίναξε. Την τίναξε τόσο πολύ που το σώμα της τραντάχτηκε ολόκληρο και η πλάτη της κόλλησε την καρέκλα ενώ τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. 
-Κάντυ; Φώναξε ο Άρτσι. Μα η Κάντυ δεν άκουγε. Απορροφημένη μέσα στους δικούς της συνειρμούς. «Έψαχνε μία διέξοδο, όταν εγώ δεν του την έδωσα, εκείνος στράφηκε…στην Μονίκ. Το ήξερε για αυτό μου έδωσε πίσω τη φυσαρμόνικα.» «Πάρτο, δεν το αξίζω», της είχε πει. «Ναι της το είχε πει. Όχι μία αυθόρμητη αντίδραση, αλλά ένα προμελετημένο έγκλημα». Τι ανόητη, τι ανόητη θέε μου. Πόσο δίκιο είχε ο Νηλ, ακόμα και αν ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που είχε δίκιο. «Ναι, πόσο ανόητη, ήταν» . «Νόμιζες ότι είσαι μεγαλύτερη από την ζωή την ίδια; Ποια νόμιζες ότι είσαι;» η εσωτερική φωνή την κορόιδευε. «Νόμιζα ότι…». Ξαφνικά σηκώθηκε από την καρέκλα της, τρέχοντας σχεδόν άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για το δωμάτιο της χωρίς να βλέπει καν μπροστά της. 
-Κάντυ..φωναξε ο Άρτσι αλλά ήξερε ότι δεν τον άκουγε. Στράφηκε στον Νηλ. «Ηλίθιε», του είπε με προσβλητικό ύφος, «Είναι η αλήθεια Άρτσι», είπε ο Νηλ και ξεφύσηξε. Κοίταξε πονηρά τον ξάδελφο του και μετά συμπλήρωσε: «Εσύ θα έπρεπε να το εκτιμάς αυτό». Ο Άρτσι δεν μίλησε. 

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και με διαλυμένα φτερά κάθησε στο πάτωμα με την πλάτη να ακουμπάει στην πόρτα. 
«Νόμιζα, νόμιζα ότι μπορούσα…». «Νόμιζες ότι μπορείς να τον ελέγξεις; Χα, είσαι πάρα πολύ αφελής, Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ. Η ζωή είναι τεράστια και σε ξεπερνά, σε διαγράφει, όπως έκανε και αυτός». «Όχι, όχι, μπορεί να είμαι ανόητη, ναι και αφελής αλλά δεν τα πιστεύω όλα αυτά, θέλω να μου πει την αλήθεια, θέλω να μάθω την αλήθεια, να με αντικρύσει». «Χα, χα, χα», η εσωτερική φωνή τώρα τρανταζόταν από τα γέλια. «Με ποια ιδιότητα;» ρώτησε. «Με ποια ιδιότητα;» η Κάντυ σχεδόν ένιωσε ότι ούρλιαζε. 
«Παραδέξου το, παραιτήθηκες από τα πάντα, έμεινες μακριά από τα πάντα, του ζήτησες να σε ξεχάσει, το επιδίωξες, δεν στάθηκες ούτε μία στιγμή κοντά του, προτίμησες την φυγή, την εύκολη λύση, πίστεψες στις εφημερίδες και στα χαμόγελα, πίστεψες σε ένα ψέμα, όχι σε εκείνον» «Μα, ήξερες ποιος είναι και πως αντιδρά, τον αγάπησες για αυτό, πως μπόρεσες και πίστεψες; Πως;» η εσωτερική φωνή την κατηγορούσε. «Δεν είχα επιλογή, δεν είχα», απάντησε. «Και τώρα έχεις;». «Απόψε αγωνίζεται για μια άλλη γυναίκα, βάζει το σώμα, τη ψυχή και το πάθος του για αυτή, όχι για σένα. Εμπρός τρέξε να τον αντικρύσεις και να τον αντιμετωπίσεις ως η καμία που απέγινες.». «Πες του να κάνει και παλι το σωστό, να τρέξει πίσω στη Σουζάνα, πες του το!» φώναζε η φωνή με όλο της το είναι. Η Κάντυ έκλαιγε. 
«Δε με νοιάζει, δεν με νοιάζει, ας είμαι και η καμία, και ας μην μπορώ πια να του πω τι να κάνει και τι όχι, αυτός είναι ο Τέρυ, ο Τέρυ μου, αν σκοτωθεί, αν πάθει κάτι…θα πεθάνω! Όχι, δεν με ενδιαφέρει, δεν με ενδιαφέρει τι λες, δεν σε ακούω άλλο». Με την ίδια φόρα που μπήκε, βγήκε από το δωμάτιο. Κατέβηκε τρέχοντας στο εστιατόριο. Ο Άρτσι με τον Νηλ είχαν χαλαρώσει. Μα ξαφνιάστηκαν και οι δύο όταν την είδαν πάνω από τα κεφάλια τους με μάτια κόκκινα σαν τη φωτιά και μία έκφραση αποφασιστικότητας που δεν έπαιρνε «όχι» για απάντηση. 
-Νηλ, θα μας πας εκεί απόψε!
Ο Νηλ έγνεψε καταφατικά με χαιρέκακο ύφος και ο Άρτσι, ο Άρτσι δεν τόλμησε να μιλήσει.

Το κόστος 

Ο Τέρενς έφτασε στον εξωτερικό χώρο του θεάτρου μα ακόμα και εκεί ρεπόρτερς τον περίμεναν. Ένα κόστος που ήξερε ότι θα ερχόταν μία μέρα. Με τις αδιάκριτες ερωτήσεις τους σφυροκοπούσαν τη συνείδηση του ή έτσι νόμιζαν. Μπήκε μέσα αποφεύγοντας να δώσει εξηγήσεις ή να δικαιολογήσει τον εαυτό του. Μόλις μπήκε μέσα στο θέατρο, οι συνάδελφοι του και το συνεργείο γύρισαν ξαφνιασμένοι και τον κοίταξαν σιωπή απλώθηκε γύρω του..ακόμα και ο Ρόμπερτ δεν του μίλησε. Προχώρησε σαν να μη συνέβαινε τίποτα και κλείστηκε στο καμαρίνι του. Ήταν η αρχή του τέλους και το ήξερε. Άκουσε έναν χτύπο πίσω του. Όταν άνοιξε την πόρτα, είδε τον Ρόμπερτ. 
- Τέρυ, είσαι καλά; Τον ρώτησε ο διευθυντής του θεάτρου. 
-Φυσικά γιατί όχι; Ρώτησε ο Τέρυ. 
-Δεν με αφορά η προσωπική σου ζωή ωστόσο τα έχουμε ξαναπεί αυτά, δεν θέλω αυτό το κομμάτι να επηρεάζει την δουλειά σου. 
-Μα εγώ…
-Τέρυ, όλες οι κρατήσεις ακυρώθηκαν για το βράδυ και όσες θέσεις είχαμε κρατημένες για αύριο επίσης. 
-Τι; φώναξε ο Τέρυ. Το όνειρο του γινόταν εφιάλτης. 
-Λυπάμαι, του ειπε με χαμηλωμένο το βλέμμα του Ρόμπερτ, αλλά αυτά που γράφονται και λέγονται έχουν αποτελέσει σκάνδαλο. Πρέπει τουλάχιστον να πεις κάτι. Δεν μπορείς να αφήσεις τον τύπο να σε «θάψει». Βοήθησε τον εαυτό σου. 
-Μα τι να πω; Τι να κάνω; Τι σχέση έχει η προσωπική μου ζωή με το θέατρο; Με τη δουλειά μου; Τι σημασία έχει;
-Αυτό το πιστεύεις εσύ, όχι ο κόσμος γύρω σου, χρειάζεται να μιλήσεις στους δημοσιογράφους. Το ξέρω ότι είναι δύσκολο αυτό που σου ζητάω και ούτε και αν το κάνεις αυτό σημαίνει κάτι. Άλλωστε το κακό για σήμερα έγινε. Η παράσταση ακυρώνεται και για τις επόμενες δύο μέρες. Αν δεν κάνεις κάτι θα αναγκαστώ…
-Θα αναγκαστείς τι; ρώτησε ο Τέρυ με νεύρο στη φωνή και στο σώμα. Θα αναγκαστείς να με διώξεις; Αυτό μου λες;
-Άσε με να σε βοηθήσω Τέρυ. 
-Δεν χρειάζομαι τη βόηθεια σου, είμαι πολύ καλός ηθοποιός και αργά ή γρήγορα όλα αυτά θα ξεχαστούν αλλά δεν νομίζω ότι θα γυρίσω εδώ…, του είπε ο Τέρυ με αυθάδεια και έκανε να φύγει. 
-Μη φέρεσαι τόσο επιπόλαια νεαρέ, σκέψου τη μητέρα σου, πόσο θα λυπηθεί αν τα ακούσει όλα αυτά…Μα ο Τέρυ είχε ήδη κλείσει την πόρτα πίσω του. Προτιμούσε να τα χάσει όλα..να τα πετάξει όλα..ακόμα και ανάμεσα σε αυτά τα όλα, ήταν τα ίδια του τα όνειρα, παρά να υποκριθεί κάτι που δεν ήταν, όχι, όχι άλλο. Αυτός ήταν και δεν θα το άλλαζε ακόμα και αν έπρεπε να αφήσει όλη τη ζωή του πίσω. Άλλωστε μετά από τον αποψινό αγώνα δεν ήξερε αν θα είχε καν ζωή. Αποφεύγοντας τους δημοσιογράφους, πήγε στη μία και μοναδική γυναίκα που ήταν ακόμα εκεί, στη μητέρα του. 

Μητέρα και γιος

Η Έλινορ Μπέικερ, όπως και ο γιος της, δεν ήταν πρωινός τύπος αλλά σηκώθηκε αμέσως από το κρεββάτι της όταν η καμαριέρα της την ενημέρωσε ότι ο Τέρενς ήταν κάτω. Δεν είχε προλάβει ακόμα να διαβάσει την εφημερίδα και τα μάτια της δεν είχαν ανοίξει καλά καλά ακόμα για να αντέξουν το φως της μέρας που πλημμύριζε το σαλόνι αλλά συνήλθε αμέσως από την υπνηλία της όταν ο Τέρυ έτρεξε και έπεσε ξαφνικά στην αγκαλιά της. Μία πράξη που δεν την συνήθιζε. 
-Τέρυ; Τι συμβαίνει; Τι συμβαίνει; Του είπε, διστάζοντας να τον αγκαλιάσει. 
-Λυπάμαι, τα χάλασα όλα, τα κατέστρεψα, δεν άντεξα, δεν μπορούσα άλλο…
-Τέρυ τι λες; του χάιδεψε απαλά το κεφάλι όπως συνήθιζε όταν ήταν ακόμα μικρός και του διάβαζε τα παραμύθια. Τότε με την δραματική και την μελιστάλαχτη φωνή της τον ταξίδευε σε φανταστικούς κόσμους, μα τώρα τα παραμύθια είχαν τελειώσει, για όλους και για όλα. 
-Άφησα τη Σουζάνα και τώρα με κυνηγούν οι δημοσιογράφοι, ακυρώθηκαν όλες οι κρατήσεις για τον Άμλετ και ο Ρόμπερτ…του είπα πως δεν θα ξαναγυρίσω. 
Η Έλινορ αναστέναξε. Δεν ήταν κάτι που δεν περίμενε, ήταν θέμα χρόνου αυτή η παράσταση με τη Σουζάνα να τελειώσει, όπως τελειώνουν όλες οι παραστάσεις. 
Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στον καναπέ, τον έβαλε να κάτσει και ζήτησε από την υπηρέτρια να τους φέρει καφέ.
-Ανόητο παιδί που είσαι, του είπε γλυκά, όταν η υπηρέτρια απομακρύνθηκε για να εκτελέσει τις εντολές της κυρίας της. Η ζωή συνεχίζεται Τέρυ, άντεξες πολύ χειρότερα. Τότε που χώρισες με την Κάντυ και είχες πάρει τους δρόμους γιατί δεν μπορούσες να παίξεις. Μικρέ, ερωτευμένε, Ρωμαίε. Η φωνή της ήταν σαν νανούρισμα, μελωδική μα και ευθύς ταυτόχρονα, μοίραζε την αλήθεια με τόση καλοσύνη. 
-Γύρισα πίσω για αυτήν, είπε τότε ο Τέρυ. Ναι, γιατί ήθελα να νομίζει πως μπορώ να αντέξω, να μην στεναχωριέται για εμένα. Ήθελα τουλάχιστον αυτή να είναι ευτυχισμένη, ναι! Υποσχέθηκα να μην την κάνω να κλαίει, δεν ήθελα η δική μου αγάπη να της φέρνει δάκρυα…
-Και ήταν λάθος Τέρυ. Έπρεπε να είχες γυρίσεις για εσένα, για τον εαυτό σου, τότε μόνο θα μπορούσες να την κάνεις και αυτή αληθινά ευτυχισμένη. Με την αλήθεια Τέρυ, όχι με την προσποίηση. 
-Δεν με δέχτηκε…της ζήτησα να είμαστε μαζί και δεν ήθελε να φορτωθεί την ευθύνη για αυτήν την απόφαση.
-Ε; τώρα η Έλινορ ξαφνιάστηκε. Τα μεγάλα μπλε μάτια της παρόμοια με αυτά του γιου της εξέφραζαν μία καθαρή απορία. 
-Ήταν εδώ πριν από δύο μέρες και μ’άφησε. Και τότε…αποφάσισα να τα διαλύσω όλα με τη Σουζάνα. Γιατί δεν άντεξα να προσποιούμαι μπροστά της. Μ’αγαπάει ακόμα τόσο που διαλύθηκε στα χέρια μου. Πως μπορώ να συνεχίσω αυτό το θέατρο; Δεν αντέχω άλλο. Καταστρέφομαι κάθε μέρα για να ανταπεξέλθω σε αυτό το ρόλο που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα. Δεν άντεξα άλλο, ακόμα, ακόμα και αν ποτέ δεν με συγχωρέσει…δεν αντέχω άλλο…
Τώρα ήταν η σειρά του Τέρυ να σπάσει και αν και τα μάτια του δεν έκλαιγαν, ο ίδιος αισθανόταν τον εαυτό του να έχει σκορπιστεί σε χιλίαδες κομματάκια προς όλες τις κατευθύνσεις. 
-Είσαι τόσο ερωτευμένος Τέρυ, ηρέμησε, όλα θα φτιάξουν, είσαι δυνατός ακόμα και μέσα στην αδυναμία σου. Δεν χάθηκαν όλα. Τίποτα απλώς και έτσι δεν τελειώνει. Και αν αυτό είναι το τίμημα σου για τη Σουζάνα είσαι διατεθειμένος να το πληρώσεις; Ρωτούσε τώρα η Έλινορ Μπέικερ το μοναδικό της γιο. 
Ο Τέρυ έγνεψε καταφατικά το κεφάλι του. 
-Τότε θα είσαι εντάξει Τέρυ. Μην ανησυχείς τόσο για το θέατρο. Θα μιλήσω εγώ του Ρόμπερτ να αναβάλει τις παραστάσεις για κάποιο διάστημα. Ο κόσμος ξεχνάει εύκολα. Θα σου κάνει καλό να ξεκουραστείς, άλλωστε, φαίνεσαι κουρασμένος. Ο Τέρυ ήταν όντως κουρασμένος όχι τόσο έξω του όσο μέσα του. 
-Έλα ηρέμησε, θα πω στην Σέβη να σου φτιαξει το μπάνιο. Δεν είναι ανάγκη να δεις κανέναν για σήμερα, ειπε η Έλινορ και σηκώθηκε για να πάει προς την κουζίνα. 
-Έχω κάπου να πάω το βράδυ, της είπε ο Τέρυ.
-Εντάξει, μείνε εδώ να ξεκουραστείς, μέχρι τότε. Εγώ θα βγω με τον Ρόμπερτ. 
-Μητέρα; Ρώτησε ο Τέρυ με εξιχνιαστικό ύφος που για άλλη μία φορά σταμάτησε την Έλινορ από το να πάει στον προορισμό της.
-Α, καλά, δεν θα τον παντρευτώ κιόλας, είπε η Έλινορ και του έκλεισε πονηρα το μάτι, γυρνώντας να φύγει. 
-Μα δεν θέλω να νομίζει κανείς πως επειδή είμαι γιο σου και αυτός…(ο Τέρενς δυσκολεύονταν να πει τη λέξη εραστής για τη μητέρα του όσο προοδευτικός και αν ήταν με αυτά τα θέματα). 
-Τέρυ, άσε πια αυτές τις ιδέες, ακόμα δεν έμαθες; Μόνο ο εαυτός σου μπορεί να σε σώσει και κανείς άλλος. 
Αυτό ήταν αλήθεια, ειδικά απόψε.


Μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος

Απόψε, το απόψε ήταν ήδη εδώ. Μία θλιβερή σκοτεινή νύχτα που το χιόνι έπεφτε πυκνό και οι νιφάδες του ήταν το μόνο φως στα σκοτάδια που εξουσίαζαν τα έρημα στενά της αυλής όπου θα δινόταν αυτή η μάχη. Μία μάχη που θα μπορούσε να ενώσει δύο ανθρώπους ίσως για πάντα, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Ο Τέρενς το σκεφτόταν ενώ ήδη βάδιζε τα στενά σοκάκια έχοντας αφήσει πίσω του την ασφάλεια του σπιτιού της Έλινορ. Έπρεπε να κερδίσει πάση θυσία. Μα δεν ήταν ο μόνος στο δρόμο του για αυτή την αιματηρή συνάντηση. 
Μερικά λεπτά ο Άρτσι και ο Νηλ περίμεναν στο lobby την Κάντυ να κατέβει από το δωματιο της. Ο Άρτσι πίστευε για τον εαυτό του ότι ήταν τελείως παλαβός που άφηνε την Κάντυ και τον Νηλ να τον σύρουν στην άλλη μεριά της Νέας Υόρκης για να δει τον Τέρυ να μάχεται για τα μάτια μίας τρίτης γυναίκας και την Κάντυ να παραληρεί στα χέρια του. Αλλά γνώριζε πως αν άφηνε την Κάντυ μόνη της με τον Νηλ να χαθεί στα στενά αυτής της ξένης -και αποδεδειγμένα επικύνδινης για αυτούς- πολής θα ήταν ακόμα πιο τρελός και αδικαιολόγητος. Με βαριά καρδιά και όλες τις αισθήσεις του σε ενγρήγορση πήρε το χέρι της Κάντυ, την βοήθησε να βάλει το παλτό της και σιωπηλά ακολούθησαν τον Νηλ μέσα στο αυτοκίνητο. 
«Χα, θα έχει πολύ πλάκα απόψε», σκεφτόταν ο Νηλ από μέσα του. 
Με τη σειρά του ο Έρικ είχε ακριβώς την ίδια σκέψη καθώς έβλεπε τη Μονίκ να ετοιμάζει μέσα σε μία βαλίτσα λιγοστά ρούχα και αντικείμενα. «Μη βιάζεσαι να με αφήσεις», της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί. Μία κίνηση που ανατρίχιασε τη Μονίκ. Αναγκαστικά η Μονίκ θα ήταν παρούσα στον αγώνα, εφόσον ο Τέρυ, επιθυμούσε να τη δει να φεύγει ελεύθερη. 
Αλλά ο Έρικ δεν είχε καμία αμφιβολία για τον πυγμάχο του, ο Σάμουελ δεν θα άφηνε τον Τέρυ να σταθεί όρθιος. Ναι ήταν σίγουρος για αυτό. 
Και όσο σίγουρος αισθανόταν ο Έρικ για τον Σάμουελ άλλο τόσο αισθανόταν ο Τσάρλι για τον Τέρυ. Είχε ήδη συγυρίσει και καθαρίσει το σπίτι και κάνει χώρο στην ντουλάπα του για τα ρούχα της Μονίκ. Όσο για την καρδιά του αυτή ήταν έτοιμη από πολύ καιρό να την καλοσωρίσει στο σπίτι. Απόψε…
Πότέ πριν κανένα «απόψε» δεν ήταν τόσο σημαντικό για τον Τσάρλι και την Μονίκ, δύο ερωτευμένους που απόψε θα ήταν για πρώτη φορά μαζί. 
Ο Τσάρλι ήδη χαμογελούσε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και βαδίζοντας βιαστικά γιατί είχε αργήσει άρχισε να περπατά μες το κρύο με προορισμό τη μισοσκότεινη, ερημική αυλή όπου γινόταν η μάχη. Μα απόψε δεν ήταν τόσο ερημική όπως συνήθως, πολλοί θεώρησαν αυτόν τον αγώνα μία εξαίσια ευκαιρία για να βγάλουν χρήματα –εφόσον ο Σάμουελ ήταν σίγουρο φαβορί- και τα αγόρια της συνοικίας, αυτοί οι τριτοκοσμικοί αλήτες και οι φτωχοί εξαθλιωμένοι μετανάστες- είχαν κατακλείσει την αυλή. Ο αγώνας είχε ήδη αρχίσει.
Παντού ακούγονταν φωνές και γιουχαρίσματα, βρισιές αλλά και γέλια. Μέσα σε αυτό το καμβά γεμάτο από άντρες με φθαρμένα, σκισμένα ρούχα, προκλητικά βλέμματα, άσεμνες χειρονομίες και καμία ανοχή, η Κάντυ ένιωσε να χάνεται. Έσφιξε το χέρι του Άρτσι περισσότερο, μα μόλις είχαν φτάσει και δεν μπορούσε να διακρίνει κανέναν και τίποτα. Οι γυρισμένες πλάτες αυτών των δυνατών αντρών δεν της επέτρεπε να δει τίποτα. Ο Άρτσι άρχισε να γκρινιάζει καθώς οι περισσότεροι από αυτούς τους λεχρίτες τον έσπρωχναν και φώναζαν μέσα στο αυτί του. «Πάμε να φύγουμε», της είπε στο αυτί μα η Κάντυ δεν έκανε ούτε βήμα. Ο Νηλ εμφανώς ενοχλημένος και αυτός από τις σπρωξιές έκανε νόημα στον Άρτσι να τραβηχτούν πιο πέρα, στην άκρη της αυλής, ξεκόβωντας από το ενοχλητικό πλήθος. Μα όπως γύρισαν για να πάνε πιο πίσω η Κάντυ αντίκρυσε τον Τσάρλι που έμπαινε από το στενό σοκάκι. 
Σταμάτησε κοκκαλωμένη μόλις τον είδε και μαζί της σταμάτησαν και τα δύο αγόρια. 
-Κάντυ; Τι κάνεις εδώ; Ήρθες να δεις τον Τέρυ; Φώναξε ο Τσάρλι με ενθουσιασμό. 
-Ποιος είναι αυτός; Ρώτησε ο Άρτσι, η φωνή του μετα βίας ακουγόταν με την υστερία και το χαβαλέ που επικρατούσε πίσω του. 
-Ναι, ναι είναι ο Τσάρλι. Ο φίλος του Τέρυ. 
-Ε; έκανε ο Άρτσι αλλά η Κάντυ δεν είχε καιρό για παραπάνω εξηγήσεις. Έτρεξε στον Τσάρλι που της άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του για να την αγκαλιάσει. Αν και ελάχιστη ήταν η γνωριμία και ο χρόνος που μοιράστηκαν, όταν η Κάντυ τον είχε βοηθήσει να δραπετεύσει από την αστυνομία στο Σικάγο, η Κάντυ δεν απαρνήθηκε να τον αγκαλιάσει λες και γνωρίζονταν από παλιά. 
-Τσάρλι, δεν περιμένα ποτέ να σε δω εδώ, του είπε με χαμόγελο. 
-Ει, γιατί εγώ; Δεν είναι σπουδαίο αυτό που κάνει ο Τέρυ, ε; Κάντυ; 
Τώρα η Κάντυ δεν καταλαβαίνε λέξη από τα λόγια του Τσάρλι αλλά δεν είχε σημασία. 
-Αυτοί είναι οι συγγενείς μου, Άρτσι Κόρνγουελ και Νηλ Ράγκαν, είπε η Κάντυ δείχοντας τα δύο αγόρια που στέκονταν πίσω της. 
-Ήρθατε να δείτε τον αγώνα; Ε, είναι πολύ σημαντικός για μένα, Κάντυ, έλα πάμε, πάμε μπροστά, να σε δει ο Τέρυ, θα του κάνει καλό. 
-Ε; όχι, καλύτερα όχι, Τσάρλι, μπορεί να ξαφνιαστεί και δεν θα κάνει κανένα καλό αυτό…Τώρα ήταν ο Τσάρλι που δεν καταλάβαινε αλλά ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Ούτε αυτός είχε όρεξη να ξαναδεί τα μούτρα του Έρικ που σίγουρα θα είχε θέση στην πρώτη σειρά παρέα με τη Μονίκ. 
-Τότε, ελάτε από εδώ, είπε και τους οδήγησε ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στο πλήθος. 
Τα αγόρια γύριζαν τα κεφαλια τους καθώς την έβλεπαν να περνάει. Αλλά εφόσον συνοδευόταν όχι από έναν αλλά από τρεις άντρες και ο ένας μάλιστα ήταν του δικού τους κύκλου, κανείς δεν θα την πείραζε. Τώρα η Κάντυ μπορούσε να δει καλύτερα. Στην μέση του βίαιου κύκλου είδε τον Τέρυ και έναν άγνωστο ψηλό και δυνατό άντρα, με σκληρά χαρακτηριστικά και ατημέλητη εμφάνιση να παλεούουν. Έπαθε σοκ την ίδια ώρα και στιγμή που είδε τον Τέρυ να πέφτει στο έδαφος μετά από την κλοτσιά του Σάμουελ στο στομάχι του. Πίσω της άκουγε φωνές. «Τέρυ, παλεψε». «Σήκω πάνω, παλιομπάσταρδε». Η Κάντυ έκλεισε τα μάτια της, άρπαξε το χέρι του Άρτσι που στεκόταν δίπλα της και σφίχτηκε τόσο δυνατά πάνω στο στήθος του που ο Άρτσι θα ορκιζόταν ότι ένιωθε τον χτύπο της καρδιάς της στο δικό του στήθος. «Είναι εντάξει, Κάντυ, σηκώθηκε», της είπε ο Τσάρλι. Η Κάντυ μετά βίας ανέπνεε. Αυτό, αυτό, δεν είχε καμία σχέση με τους ξαφνικούς καυγάδες του Άρτσι και του Τέρυ στο κολλέγιο. Αυτός ο Σάμουελ, όπως την είχε αποκαλέσει ο Νηλ, θα τον σκότωνε. 
Άνοιξε αργά τα μάτια της και είδε τον Τέρυ να ρίχνει κάτω τον Σάμουελ με μία πολύ δυνατή κλωτσιά στα γόνατα. Ο Σάμουελ υπέφερε για να σηκωθεί. Μεμιάς ένιωσε καλύτερα, ενθουσιάστηκε. 
-Εμπρός Τέρυ, πάλεψε! Φώναξε με όση δύναμη διέθεταν οι πνεύμονες της ενώ τα πόδια της αναπήδησαν στον αέρα. Και οι τρεις άντρες γύρισαν και την κοίταξαν. Τους κοίταξε λίγο ντροπαλά αλλά το βλέμμα της ξαναγύρισε στον Τέρυ που έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να αποφύγει τις ξαφνικές μπουνιές και τις γροθιές του Σάμουελ. Ο Σάμουελ ήταν πολύ καλός σε αυτό το άθλημα αλλά το πιο σημαντικό του πλεονέκτημα ήταν η ανοχή στον πόνο, καθώς ήταν συνηθισμένος σε αυτόν από μία πολύ πρώιμη ηλικία. 
Όταν ο Σάμουελ αντιμετώπιζε έναν αντίπαλο, συνήθιζε να φέρνει στη μνήμη του την εικόνα του πατέρα του που από την ηλικία των τεσσάρων ετών κτυπούσε το γιο του στο κεφάλι μέχρι ο τελευταίος να πέσει αναίσθητος. Αυτή η εικόνα, αργότερα χάρισε στον Σάμουελ μία αναπάντεχη επιτυχία σε ένα απροσδόκητο επάγγελμα: αυτό του ψυχρού εκτελεστή.
Ο Τέρενς κοιτούσε απευθείας μέσα στα μάτια αυτού του αιμοβόρου Εβραίου, τα μάτια του Τέρυ δεν μαρτυρούσαν φόβο ή πόνο για ότι ερχόταν. Τα μάτια του Σάμουελ είχαν ακριβώς το ίδιο βλέμμα μίσους και εκδίκησης με αυτό που είχε όταν σκότωσε τον πατέρα του, χρόνια πριν, σε ένα από αυτά τα περιβόητα επεισόδια ενδοοικογενειακής βίας. Ο Τέρενς διαισθανόταν ότι το μίσος του Σάμουελ πήγαινε πέρα από την κοινή λογική. Εάν ήθελε να επιβιώσει απόψε, έπρεπε να μείνει όσο πιο συγκεντρωμένος γινόταν. Αφού κατάφερε να γλυτώσει από ένα σετ από μπουνιές που εξαπέλυσε ο Σάμουελ, αποφεύγοντας τον την τελευταία στιγμή, ο Τέρενς έκανε την επίθεση του αλλά ο Σάμουελ του άρπαξε το χέρι στον άερα και σχεδόν κόντεψε να του το σπάσει όταν τον έριξε στο έδαφος. Ο Τέρενς ούρλιαξε από τον πόνο αλλά ο Σάμουελ του απελευθέρωσε το χέρι και τον κλώτησε στην πλάτη ώσπου να πέσει όλος μπρούμυτα στο ψυχρό και βρεγμένο από το χιόνι έδαφος. 
-θα τον σκοτώσει..θα τον σκοτώσει…φώναξε η Κάντυ. 
-Κάντυ ηρέμησε, είπε ο Άρτσι αν και ο ίδιος είχε πρόβλημα να παρακολουθήσει αυτόν τον αγώνα. Αν και αντιθαθούσε από τα βάθη της ψυχής του τον Τέρυ, αυτές οι καταστάσεις στις οποίες ο ίδιος ο Τέρυ έβαζε τον εαυτό του, ήταν για τον Άρτσι έξω από τα σύνορα της δικής του αντοχής του. 
Τώρα ο Σάμουελ ήταν έτοιμος να πηδήξει με όλο του το βάρος πάνω στον ακόμα ζαλισμένο από τον πόνο Τέρυ που προσπαθούσε να σταθεί στα τέσσερα. Αυτή ήταν μία από τις διάσημες κινήσεις του Σάμουελ, που το πλήθος λάτρευε. Ο Σάμουελ κλώτσησε άλλη μία φορά τον Τέρυ στο στομάχι ώστε να τον ξαναρίξει στο πάτωμα και πήδηξε πάνω του με όση δύναμη και φόρα διέθετε. 
Τα κόκκαλα του Τέρυ στο θώρακα ήταν έτοιμα να του σπάσουν και να του τρυπήσουν τους πνεύμονες, άλλη μία φορά και ήταν αρκετή για να τον στείλει στον τάφο. Νιώθοντας έναν αβάσταχτο πόνο, ο Τέρυ δάγκωσε τα χείλη του για να μην ουρλιάξει. Ο Σάμουελ πήρε μία στιγμή θριάμβου και ετοιμάστηκε να ξαναπηδήξει. Αλλα όπως πήδηξε ο Τέρυ, σε κατάτασταση πανικού, κυλίσε προς τα αριστερά και σηκώθηκε αμέσως πάνω, σχεδόν παραπατώντας, για να αποφύγει την επίθεση που θα τον έλιωνε. 
Η Κάντυ έκλαιγε στην αγκαλιά του Άρτσι, έχοντας χάσει όλο της το κουράγιο, τη στιγμή που είδε αυτό τον σκληρό και ψυχρόαιμο άντρα να επιτίθεται με λύσσα και ορμή πάνω στον άντρα που λάτρευε. Δεν μπορούσε να παρακαλουθήσει, όσο και αν το ήθελε. 
Αλλά δεν είχε και επιλογή. Γιατί εκεί σε αυτόν τον αιματοβαμμένο κύκλο στεκόταν ο Τέρενς, στη μέση ενός αγώνα που μπορούσε να του στοιχίσει τη ζωή. Έπρεπε να ξέρει. Λες και διάβαζε τις σκέψεις της, ο Τσάρλι της είπε:
-Κάντυ, ο Τέρυ σηκώθηκε, χτυπάει τον Σάμουελ, τον ζάλισε, τον έχει στριμώξει, τα πάει καλά. Η Κάντυ άνοιξε τα μάτια και κατάφερε να δει τον Τέρυ να χτυπάει το κεφάλι του Σάμουελ με δύναμη και ταχύτητα στον τοίχο…μία…δυο…τρεις…τέσσερις…πέντε…έξι…το βλέμμα του Σάμουελ είχε αρχίσει να θολώνει…εφτά…οκτώ…ο τοίχος έπαιρνε μία κόκκινη απόχρωση. Το πλήθος χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε. Εννέα…δέκα…έντεκα και ο Σάμουελ έπεσε σχεδόν νεκρός ανάμεσα στα σκουπίδια του τοίχου. Αυτό θα μπορούσε να ήταν το τέλος. Μα ήταν η αρχή, γιατί το βλέμμα του Σάμουελ δεν θόλωσε μόνο από τον πόνο αλλά και από την ανάμνηση…μία ανάμνηση που απελευθέρωσε το κτήνος που έκρυβε τόσα χρόνια μέσα του. Και τα κτήνη πάντα σηκώνονται, μέχρι να αφήσουν και την τελευταία του ανάσα. Ο Σάμουελ τίναξε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και αίμα τινάχτηκε στα ρούχα και στο λαιμό του. Το βλέμμα του ήταν θανατηφόρο. Έβγαλε από την τσέπη του το σουγιά του, προσκαλώντας με το νεύμα του δεξιού του χεριού, τον Τέρυ να έρθει πιο κοντά. Ο Τέρυ είδε το μικρό στιλέτο που κρατούσε ο Σάμουελ αλλά δε δίστασε ούτε για μια στιγμή, ήταν αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο της Μονικ, όπως είχε αποφασίσει να δώσει ένα τέλος και στη βασανιστική του σχέση με τη Σουζάνα. Απόψε κανείς δεν θα έκανε πίσω. Αυτή η μάχη θα δινόταν μέχρι τέλους. Η νύχτα είχε πάρει φωτιά. 
-Ελα λοιπόν να σε σφάξω, ούρλιαξε ο Σάμουελ.
-Μη βιάζεσαι, του είπε ο Τέρυ. 
-Εμπρός κ*****, του είπε ο Σάμουελ και όρμησε πάνω στον Τέρυ. 
Το πλήθος ωστόσο άρχισε να διαμαρτύρεται…
-Δεν θα χάσουμε έτσι τα στοιχήματα μας…
-Αυτός είναι φονιάς…
Ο Έρικ δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ήθελε να σταματήσει τον Σάμουελ αλλά μία δύναμη τον πέταξε στο έδαφος και σχεδόν τον ποδοπάτησε...
Ο Τέρενς αιφνιδιάστηκε, είδε τον Σάμουελ να έρχεται καταπάνω του και έκανε στην άκρη για να τον αποφύγει, στη συνέχεια είδε και πάλι τον Σάμουελ σε απόσταση πολύ κοντινή πλέον να προτάσει το χέρι με τη μυτερή ατσάλινη λεπίδα στον αέρα έτοιμο να πέσει πάνω του, αλλά δεν πρόλαβε ούτε να αμυνθεί ούτε και να αντιδράσει γιατί τα χέρια του ίσα που πρόλαβαν να κρατήσουν το μαλακό και τρυφερό σώμα που μπήκε ασπίδα μπροστά του, πριν να πέσει στο έδαφος με το στιλέτο του Σάμουελ καρφωμένο μέσα του. 
Η ζωή κόπηκε στα δύο. Το φως χάθηκε. Μες τη νύχτα, με μάρτυρα τα αστέρια, ούρλιαζε το όνομα της, ξανά και ξανά, κλαίγοντας, καθώς το αίμα χαραζε ρυάκια, κυλούσε πάνω του, στα ρούχα, στο παγωμένο έδαφος και οι λευκές κρυστάλλινες νιφάδες του χιονιού έπεφταν, απόψε, ασταμάτητα. 

Μέχρι να μας ενώσει ο θάνατος

Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, κανείς δεν πρόλαβε τίποτα. Πως και πότε το μικρό της χέρι κατάφερει να γλυστρήσει από την παλάμη του Άρτσι που το κράταγε, να παραμερήσει τον Νηλ και τον Τσάρλι που στέκονταν μπροστά της και να ανοίξει δρόμο ανάμεσα σε τόσες ανώνυμες και σκληρές πλάτες. Ο Άτσι δεν πρόλαβε, ο Νηλ έκανε στην άκρη, ο Τσάρλι δεν κατάλαβε…Ο Έρικ έπεσε κάτω, ο Σάμουελ οδηγημένος από ένα φονικό ένστικτο δεν έβλεπε μπροστά του, ο Τέρενς δεν συνειδητοποίησε…Τα χέρια του άνοιξαν σαν φτερά σε μία αγκαλιά να την κρατήσουν ενώ αυτή έπεφτε και αυτός έπεφτε μαζί της…
Ο χρονός σταμάτησε, το μυαλό του άδειασε, κοίταξε το στιλέτο που ήταν μέσα της, κοίταξε με φρίκη το χέρι του που το κάλυπτε το αίμα της. Την κράταγε μα δεν την άφηνε. Ο Άρτσι πάνω από το κεφάλι του ούρλιαζε, προσπαθούσε να του ανοίξει τα χέρια, να την πάρει. Ένιωσε την Μονικ να τον τραβάει μα ήταν βαρύς σαν μολύβι. Ξαφνικά ακούστηκε ένας πυροβολισμός που τον έβγαλε από τη νάρκη του και τα πλήθη άρχισαν να διαλύονται. Ο Σάμουελ έπεσε νεκρός μπροστά τους καθώς προσπαθούσε να διαφύγει από το στενό δρομάκι. Ο Έρικ ακόμα στο κέντρο του κύκλου κράταγε το περίστροφο και έκλεισε τα μάτια του…Έφυγε αθόρυβα. Ο Τσάρλι, η Μονίκ, ο Άρτσι και ο Νηλ ήταν οι μοναδικοί θεατές πλέον σε αυτή την τελευταία πράξη του δράματος. Η Κάντυ ίσα που ανάπνεε στα χέρια του. Δεν μπορούσε να σταματήσει το αίμα να τρέχει, κανείς δεν τολμούσε να τραβήξει τη λεπίδα. Και τότε ξύπνησε. Τη σήκωσε στα χέρια του και όλοι έτρεξαν μες το αυτοκίνητο του Άρτσι. Ο Άρτσι οδηγούσε μες τη νύχτα σε ένα αγώνα δρόμου προσπαθώντας να προσπεράσει το θάνατο. Όταν έφτασαν στο νοσοκομείο την κράτησε στα χέρια και τη μετέφερε καθώς ο Τέρυ άνοιγε το δρόμο και οι υπόλοιποι ακολουθούσαν. Οι γιατροί τρόμαξαν από τις φωνές του τελευταίου, οι αισθενείς του πρώτου ορόφου βγήκαν έντρομοι μέσα από τα όνειρα τους, οι νοσοκόμες έτρεχαν πανικόβλητες. Το νοσοκομειο σειόταν από την ένταση, τη συγκίνηση, τα νεύρα, τις φωνές του…Τι γινόταν; 
Μα από εκείνη τη νύχτα κανείς δε θυμόταν πια τα λόγια και τις φωνές, τα κλάμματα και τους διαλόγους. Η τελευταία ανάμνηση του Άρτσι ήταν η ψυχρή πόρτα του χειρουργείου που έκλεινε μπροστά τους, μία πόρτα που από στέρεη είχε γίνει υγρή και θολή όπως την έβλεπε μέσα από τα δάκρυα του. Και ο Τέρυ ήξερε πως δεν θα θυμόταν πια και τίποτα από αυτόν τον κόσμο εάν πίσω από αυτήν την πόρτα η Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ δεν άνοιγε τα μάτια της. Οι ζωές και των δύο κρέμονταν από μία κλωστή, απόψε θα άντεχαν και οι δύο, όσο άντεχαν, μέχρι να τους ενώσει ο θάνατος. 

Συνείδηση

Στις ατελείωτες, αργές και βασανιστικές ώρες που ακολούθησαν κανείς δεν μίλαγε. Η σιωπή είχε πέσει ανάμεσα τους σαν διαχωριστικός τοίχος. Μα όλοι σκέφτονταν το ίδιο: Πότε, ποιος και γιατί είχε άνοιξει αυτή η θύρα της καταστροφής, της οδύνης και του θανάτου; Πόσο πίσω έπρεπε να πάνε; Πόσα λάθος βήμματα είχαν γίνει; Πως οι ζωές τους ήταν ανίσχυρα δεμμένες σε μία κλωστή; Αν την έκοβες, όλοι έπεφταν μαζί της. Καθισμένος στις άβολες και κρύες καρέκλες, έξω από το χειρουργείο, ο Άρτσι αναλογιζόταν όσα έγινα, όσα είδε και όσα πέρασε. Έκλαιγε με το κεφάλι κατεβασμένο. Είχε βγάλει το σακάκι και τη γραβάτα του σε μία προσπάθεια να απαλύνει το βάρος που τον έλιωνε, τη θηλειά στο λαιμό του που τον έπνιγε μα ήταν μάταιη προσπάθεια, δεν του έφταιγαν τα ρούχα. Μες τον μυαλό του οι εικόνες του μικρού όλο ζωή κοριτσιού που γνώρισε και ερωτεύτηκε περνούσαν μία-μία από την εποχή της άνοιξης και της αθωότητας, μία εποχή που είχε σβηστεί πλέον μα ήταν ότι πιο όμορφο του είχε απομείνει. Πόσα λάθη είχε κάνει; Πως κατάφερε να του ξεφύγει; Πως μπόρεσε να την αφήσει να του γλυστρήσει μέσα από τα χέρια; Κοίταξε με πλάγιο βλέμμα τον Τέρυ που και στεκόταν όρθιος με την πλάτη στηριγμένη στην πόρτα και το κεφάλι κατεβασμένο. Δεν μπορούσε να δει τα μάτια του καθώς τα καστανά μαλλιά του έπεφταν μπροστά αλλά ήταν σίγουρος ότι έκλαιγε, ότι θρηνούσε μέσα του. Του ήρθε να σηκωθεί και να τον κτυπήσει μα ήξερε μέσα του ότι ο Τέρυ πιθανότατα να βασάνιζε μόνος τον εαυτός του πολύ χειρότερα από ότι ο ίδιος ο Άρτσι θα μπορούσε. Το είχε δει και αυτό απόψε, κοίταξε τη Μονίκ και τον Τσάρλι που περίμεναν αγκαλιασμένοι και σιωπηλοί καθισμένοι στις καρέκλες. Το μυαλό του δεν συλλάμβανε ακόμα τη γενική εικόνα αλλά ήξερε πως είχαν οδηγηθεί σε ένα τραγικό λάθος. Ένα λάθος που έπρεπε να είχε εμποδίσει. Γιατί άφησε τον Νηλ να τους παρασύρει τόσο εύκολα και ωραία; Αφού ήξερε. Γιατί την άφησε; Αυτός που πάντα προσπαθούσε να το είναι ο σωστός απέναντι της, να την προστατέψει. Ήταν πάντα αδύναμος μπροστά της. Αυτό ήταν. Ναι αδύναμος στα πάθη του. Δεν είχε αντοχές, ποτέ δεν είχε. Η ζωή του με την Άννυ ήταν η μεγαλύτερη απόδειξη. Πόσο λάθος ήταν. Πάντα κατηγορούσε τον Τέρυ για τις αδυναμίες του μα ήταν εκείνος και όχι αυτος που υποχωρούσε εύκολα σε μία βολική κατάσταση. Ακόμα και αν αυτή ήταν έναντια σε όλες του τις επιθυμίες. Τι θα έλεγε στον Άλμπερτ; Στην Άννυ; Στα παιδιά, στα παιδάκια του λόφου που την λάτρευαν; Πως θα ζούσε αν…αν…Κούνησε το κεφάλι του για να διώξει τις μαύρες σκέψεις. Μα δεν έφευγαν. Ωστόσο αν ζούσε, αν ζούσε θα της έλεγε τα πάντα, ναι θα της έλεγε ότι πάντα την αγαπούσε, ότι ήταν ένας ψεύτης και υποκριτής, ότι πια δεν θα έκανε ότι του ζητούσε μα ότι όφειλε να κάνει, ότι δεν τον ένοιαζε πια για τους καθωσπρεπισμούς, τα πρέπει και το γίγνεσθαι αλλά για το είναι, αυτό το βαθύτερο είναι που αν το είχε ακούσει εξ’αρχής ίσως να μην βρίσκοταν ποτέ εδώ. Τώρα ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Και ήταν τόσο έξω από αυτόν όσο ήταν και το γεγονός ότι ο Άρτσι Κόρνγουελ καθόταν τώρα εδώ μόνος, κλαίγοντας, με ατημέλητη εμφάνιση και κανένα ελαφρυντικό για τον εαυτό του. 

Όλα ή τίποτα

Ενώ ο Άρτσι Κόρνγουελ έκανε την αυτοκριτική του, ο Τέρενς Γκράντσεστερ περνούσε τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου. ‘Ηξερε τι να κάνει και πως. Όλα ήταν εκεί μέσα στο μυαλό του. Το περίστροφο του Έρικ αυτό που έδωσε τέλος σε εκείνη τη μάταιη ύπαρξη, θα έδινε τέλος και στη δική του. Μία σφαίρα αρκούσε, μία σφαίρα που θα διέκοπτε για πάντα τη ζωή του. Το τέλος, η λύτρωση. Δεν άντεχε άλλο αυτό το μαρτύριο. Ήξερε πολύ καλά τι περίμενε. Τη ζωή ή το θάνατο. Ήθελε να αναπνεύσει αλλά δεν μπορούσε. Ασφικτυούσε εκεί μέσα. «Τα ήθελες όλα, τα πήρες όλα», σκεφτόταν. Μα δεν μιλούσε για εκείνον. Αλλά για κάποια άλλη. Μία Σουζάνα Μάρλοου που κάποτε ήταν εκείνη εκεί μέσα. Έπρεπε να είχε σκοτωθεί εκείνος, τότε. Γλύτωσε τον αιφνίδιο θάνατο μόνο για να πεθάνει αργά και βασανιστικά. Ξαφνικά και ενώ κανείς δεν μιλούσε, κανείς δεν κουνιόταν άρχισε να τρέχει μέσα στη νύχτα. Αν του πέθαινε, θα τα ήταν πολύ αργά, πολύ αργά για όλους. Ήταν μία νύχτα που όλοι θα είχαν τις δικές τους ευθύνες, κανείς δεν θα γλύτωνε απόψε, κανείς. Δεν τον ένοιαζαν πια τα θύμματα. Η λογική του είχε θολώσει, δεν υπήρχε τίποτα και κανένας που να υπολογίζει απόψε. Χτύπησε την πόρτα των Μάρλοου μέσα στη μαύρη νύχτα και κατατρόμαξε τις δύο γυναίκες. Παραμέρισε την κυρία Μάρλοου σαν να ήταν ο κανένας. Πήρε στην αγκαλιά του τη Σουζάνα και την κατέβασε στην άμαξα που τον περίμενε ενώ η κυρία Μάρλοου έκανε σαν υστερική πίσω του και τον κτυπούσε στην πλάτη μα δεν πρόλαβε την άμαξα που εξαφανίστηκε τρέχοντας σαν τον δαίμονα μέσα στη νύχτα. Τρομοκρατημένη η κυρία Μάρλοου δεν ήξεερε τι να κάνει και που να πάει. Ο Τέρενς που είχε κτυπήσει την πόρτα της και αρπάξει την κόρη της από το ζεστό της κρεβάτι με τις νυχτικιές, ήταν ο ίδιος ο διάβολος. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο δεν είχε εξηγήσει τίποτα στη Σουζάνα, οι άλλοι τρεις που περίμεναν τον κοίταξαν έκπληκτοι να μπαίνει με μία πανικόβλητη Σουζάνα στα χέρια να φωνάζει. Αυτή κοκκάλωσε όταν τους είδε και αυτός την έβαλε να κάτσει σε μία από τις καρέκλες. Ο Άρτσι δεν καταλάβαινε τίποτα όπως και η Σουζάνα. Κανείς δεν της έλεγε τίποτα, δεν της εξηγούσε κάτι. «Τι συμβαίνει Τέρυ; Τι συμβαίνει, ας μου πει κάποιος», φώναξε. Ο Τέρυ χαμήλωσε στο ύψος της, τα μάτια του έκλαιγαν. «Εκεί μέσα είναι η ζωή μου, Σουζάνα, αν πεθάνει, θα πεθάνω και εγώ. Εσύ;», ξαφνικά τη ρώτησε. Η Σουζάνα του άρπαξε το χέρι. «Τέρυ τι λες; τι λες» φώναζε. Τα μάτια του Τέρυ, τόσο φωτεινά, τόσο σκοτεινά, αλύγιστα, αβάσταχτα όπως και οι σκέψεις του. Κοίταξε την πόρτα του χειρουργείου. Πίσω από αυτήν την πόρτα ήταν η Κάντυ; Μάντευε, Ναι, γιατί ο Τέρυ δεν θα μπορούσε να την είχε φέρει εδώ για καμία άλλη. Ο κόσμος γκρεμιζόταν γύρω της. Όχι, δεν ήθελε κάτι τέτοιο δεν το ήθελε, ο παραλογισμός του Τέρυ αυτή τη στιγμή, ήταν ανίκητος. Πίσω από αυτήν την πόρτα, ο θάνατος ή η ζωή παραμόνευε και έτσι όπως όλων οι ζωές είxαν δεθεί έτσι και θα τελείωναν. Τα μάτια του Τέρυ δεν την γελούσαν, αυτή τη φορά της έλεγε αυτός: «Ή όλα ή τίποτα».

«Για εκείνον, όχι για εμένα» 

-Σταμάτα, σταμάτα, πια! Η φωνή του Άρτσι, βραχνή και κουρασμένη από τα απανωτά ξενύχτια ακούστηκε διαπεραστική πίσω του. Αντιλαλούσε μέσα στην αίθουσα. Ο Τέρυ και η Σουζάνα, μα και η Μονίκ με τον Τσάρλι γύρισαν ξαφνιασμένοι και τον κοίταξαν. Στεκόταν όρθιος πίσω από τον Τέρυ και σχεδόν έκλαιγε ακόμα με απόγνωση.
-Δε σε αφορά αυτό το ζήτημα, του αντιμήλησε ο Τέρενς και σηκώθηκε όρθιος. 
-Όχι, έτσι; Έτσι λες; Νομίζεις πως εγώ δεν την αγαπάω επειδή δεν ξεσηκώνω το νοσοκομείο όπως εσύ με τις φωνές σου; Ή αντέχω να σε βλέπω να μιλάς έτσι τη στιγμή που εκείνη παλεύει για τη ζωή της; Μία ζωή που έδωσε για να σε προστατέψει; Τι σου φταίει και αυτή εδώ; (Το βλέμμα του Άρτσι έπεσε πάνω στη Σουζάνα) Ε; Δεν σου φτάνει μία θα πάρεις και άλλη στο λαιμό σου; 
-Ε; Ο Τέρενς θα μπορούσε κάλλιστα να αρχίσει έναν καυγά με τον Άρτσι, η παρέμβαση του Άρτσι ήταν πολύ προκλητική για να την αγνοήσει. Ωστόσο πάντα υπήρχαν ανείπωτες λέξεις και σκέψεις ανάμεσα τους και φαινόταν ότι τελικά στην πιο ακατάλληλη στιγμή ακόυγονταν…
-Έτσι ήσουν πάντα. Λες ότι την αγαπάς αλλά δεν καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι ο μόνος και ότι γύρω σου υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που υποφέρουν. Πόσο καιρό ακόμα θα τη βασανίζεις και αυτήν και τη Σουζάνα; 
Η απάντηση του Τέρυ ακούστηκε μάλλον σκληρή στα αυτιά του Άρτσι:
-Ενώ εσύ; Είσαι διαφορετικός έτσι; Μια ζωή κρυβόσουν πίσω από τα φουστάνια της Άννυ. 
Ο Άρτσι χαμήλωσε ελαφρώς τα μάτια. Τελικά μάλλον δεν ήταν ποτέ καλός ηθοποιός αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία πια. 
-Ναι, έχεις δίκιο, του είπε, ήσυχα. Έκανα ένα τεράστιο λάθος και στη ζωή μου υποκρίθηκα την αγάπη για να προστατέψω την Άννυ και τις ευαισθησίες της. Έπρεπε να της το είχε πει, να της είχα μιλήσει τότε, να είχα επιμείνει. Και εσύ το ήξερες. Αν δεν είχα φανεί τόσο δειλός, μπορεί τίποτα από όλα αυτά να μην είχαν συμβεί. Αλλα και εσύ αυτό κάνεις δύο χρόνια τώρα, αν δεν το πιστεύεις αυτό που κάνεις, δεν έχεις καμία δικαιολογία να το κάνεις. Τώρα είναι πολύ αργά, για να φωνάζεις και να διαμαρτύρεσαι, τώρα δεν σου φταίει κανείς άλλος. Χρειάζομαι άερα, είπε ο Άρτσι και πήγε κοντά στο παράθυρο. Ο Τέρυ γύρισε την πλάτη και στάθηκε στον τοίχο, δεν μίλησε άλλο, έχοντας βυθιστεί και πάλι σε μία από αυτές τις ατελείωτες σιωπές του. 
Ο Άρτσι άνοιξε το παράθυρο. Ξαφνικά ένας παγερός άνεμος φύσηξε μέσα στο δωμάτιο. Κρύο, πολύ κρύο. Η Σουζάνα σχεδόν έτρεμε, όλα εκεί μέσα, τα βλέματα, οι φωνές των δύο αντρών, η αναμονή, το τικ τακ από το ρολόι στον τοίχο, αυτό το ίδιο νοσοκομείο, όλα την ανατρίχιαζαν. Και αυτός ο κρύος αέρας..ήταν στα αλήθεια τόσο μακρινός μα και τόσο γνώριμος. Λες και ερχόταν όχι από το παράθυρο από μία ζωντανή ανάμνηση του μυαλού της. Φυσούσε τόσο πολύ εκεί πάνω και εκείνη ήθελε να δώσει ένα τέλος στη ζωή της γιατί δεν άντεχε, δεν άντεχε να ζήσει χωρίς εκείνον, όχι, εκείνος ήταν η ζωή της, αν της τον παίρνανε... Η σκάλα που έπρεπε να ανέβει της είχε φανεί ατελείωτη μα η δική της θέληση ήταν ισχυρότερη από κάθε εμπόδιο. 
Όταν κοίταζε κάτω το κενό, από εκείνη την ταράτσα, της φαινόταν ότι βρισκόταν ήδη στην πιο απόμακρη γωνιά του κόσμου όπου θα μπορούσε να την πάει το ανάπηρο και άρρωστο ακόμα από τις πληγές σώμα της.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την juliet στις Κυρ Ιαν 23, 2011 8:12 pm, 1 φορά

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:11 pm

Ο παγωμένος, θυελλώδης αγέρας της έφερνε από μακριά τις φωνές που την καλούσαν πίσω μα εκείνη είχε ήδη αποφασίσει τον προορισμό της. Ήταν τόση η απελπισία και ο έρωτας της, ήταν τόση η απόγνωση που προτιμούσε να πεθάνει εκείνη τη στιγμή παρά να βιώνει μία ζωή πόνου και προσπάθειας, χωρίς αγάπη, χωρίς εκείνον. Ακόμα αυτό το κρύο…
Κοίταξε τον Τέρυ, που στεκόταν αμίλητος στον τοίχο. Ήξερε πόσο και με ποιο τρόπο πονούσε, τώρα τον ένιωθε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τώρα ήταν μέσα του, στην καρδιά και στο μυαλό του, τον καταλάβαινε απόλυτα. Ήταν και αυτή εκεί κάποτε, στο κατώφλι του θανάτου, της αυτοκτονίας, της τρέλας. Συνεπαρμένη από έναν έρωτα χωρίς μέλλον, αδύναμη να υποτάξει την καρδιά στην λογική, είχε διαλέξει τη φυγή από την αλήθεια. Και όταν όλα ήταν να τελειώσουν, ένα χέρι την τράβηξε, την έβγαλε από την παράνοια της και ότι πήγε να αρχίσει, ξαφνικά σταμάτησε. Η Κάντυ, ναι αυτή, αυτή την έσωσε, τι τραγική ειρωνεία…Αυτή την έσωσε και ο Τέρυ την αγκάλιασε, σε εκείνη την κρύα, παγερή ταράτσα, την αγκάλιασε με την αγάπη του, μία αγάπη όχι για αυτήν αλλά για τον ίδιο τον άνθρωπο. Μία θυσία στο όνομα της αγάπης, όχι του έρωτα. Ναι, στάθηκαν και οι δύο πιο δυνατοί, πιο λογικοί, πιο γενναίοι από αυτήν, για να προστατέψουν, αυτήν την πιο αδύναμη. Σαν ασπίδα στάθηκαν μπροστά της, δύο χρόνια τώρα, προστατεύοντας την από τον ίδιο της τον εαυτό. Δύο χρόνια συγκαταβατικής υποκρισίας από τη μεριά του, όπως τόσο σωστά είχε παρατηρήσει ο Άρτσι. Ο Άρτσι δεν γνώριζε, μα εκείνη ήξερε. Δύο χρόνια η ίδια βολεύτηκε στην ίδια της την αδυναμία για να τον κρατήσει κοντά της για πάντα. Αν και γνώριζε την αλήθεια, έβλεπε μόνο τον εαυτό της και τις δικές της αδυναμίες, τις δικές της ανάγκες, τις δική της «θυσία». Αλλά απόψε έβλεπε πολλές ακόμα. 
Ναι, και οι δύο είχαν θυσιάσει το δικός τους έρωτα για την αγάπη απέναντι στον συνάνθρωπο τους. Και η Κάντυ φαινόταν να είχε βάλει το σώμα της εκεί που θα έπρεπε να ήταν το σώμα του Τέρυ. Τον προστάτεψε άλλη μία φορά. Και αν η Κάντυ ζούσε; Θα ζητούσε άραγε αντάλλαγμα για αυτήν την «θυσία;» Όχι, δεν θα το έκανε ποτέ γιατί η αγάπη της Κάντυ για τον Τέρυ ξεπερνούσε τα όρια του έρωτα, ήταν η απόλυτη αγάπη, η αγάπη που δεν ζητούσε ανταπόδοση. Ενώ αυτή…
Η Σουζάνα άρχισε να κλαίει με τους συλλογισμούς της. Ήταν πολλά, πάρα πολλά αυτά που την τρόμαζαν απόψε. Μία ζωή φοβόταν ότι θα τον έχανε μα απόψε πραγματικά συνειδητοποιούσε την ρεαλιστική και πραγματική διάσταση της λέξης «χάνω». Η απόφαση του να ζήσει και πάλι ελεύθερος, της είχε κόψει τα φτερά, μα αν η Κάντυ πέθαινε κανείς και τίποτα δεν θα της τον έφερνε ποτέ πια πίσω. Καμία αγάπη ή θυσία, κανένας έρωτας και καμία δύναμη ή αδυναμία, καμία απειλή. 
Δεν μπορούσε να τον αφήσει να φύγει έτσι.. Χρειάζοταν να φανεί αυτή τώρα η δυνατή, να γίνει αυτή, τώρα, το χέρι που θα τον τραβούσε πίσω. Ή διαφορετικά θα πήγαινε και αυτή μαζί του σε έναν κόσμο γεμάτο από σκιές. Καθώς το σώμα της συνέχιζε να τρέμει, ο Τέρυ πλησίασε το παράθυρο και το έκλεισε. Ωστόσο ακόμα κρύωνε. Ένιωσε ένα ύφασμα να την τυλίγει. Σήκωσε το κεφάλι της και ξαφνιάστηκε καθώς είδε την Μονίκ να της αφήνει το σάλι της και να εξαφανίζεται πίσω της. «Μερικοί άνθρωποι χρειάζονται άλλους ανθρώπους», της είχε πει τότε ο Τέρυ για αυτήν την γυναίκα. 
Μα τώρα η Σουζάνα συνειδητοποιούσε πως δεν μιλούσε μόνο για αυτή τη γυναίκα αλλά και για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν έναν άνθρωπο, δύο χρόνια τώρα, που πάλευε με τις επιθυμίες και τον εαυτό του, κάποιον να τον καταλαβαίνει. Ίσως αυτή η κοινή γυναίκα να τον κατάλαβε και για αυτό να είχε γίνει ξεχωριστή για εκείνον. 
Τι ειρωνεία να τον καταλαβαίνει μία αγράμματη πόρνη και όχι αυτή…μα αυτή ήταν που τον οδήγησε τόσο οριακά και ας τον έβλεπε να χάνεται μέρα τη μέρα. Όχι μόνο τώρα αλλά και τότε, πριν το Ροκστόουν, όταν έπινε κάθε μέρα και είχε χαθεί στο οινόπνευμα και στη θλίψη, τινάσσοντας όλη του την καριέρα στον αέρα. Έπρεπε τότε να είχε σταθεί αληθινά δίπλα του και να τον βοηθήσει, να τον αποδεσμεύσει, να μιλήσει και να αντιδράσει, όχι να σιωπάσει, όχι να συμφωνήσει σιωπηρά με την κατάσταση του. Τώρα έβλεπε καθαρά τα λάθη που είχε κάνει μαζί του. Έπρεπε να είχε δεχτεί την αγάπη του, όπως ήταν διατεθειμένος αυτός να την προσφέρει, τότε δεν θα πόναγε..δεν θα πόναγε κανείς τους. 
Και η Σουζάνα χρειαζόταν έναν άνθρωπο, μα ήταν μακριά της αυτή τη στιμή. Έχοντας σπρώξει τα όρια του εαυτού της και των άλλων, έχοντας πιέσει τις καταστάσεις με ένα «γάμο» τη στιγμή που γνώριζε πόσο μεγάλη προσπάθεια κατέβαλλε ο Τέρυ για να βρίσκεται δίπλα της, είχε χάσει την ικανότητα να μπορεί να σταθεί δίπλα του ως άνθρωπος σε άνθρωπο, αυτή τη δύσκολη στιγμή. 
Μέσα της αισθανόταν ξαφνικά υπαίτια και ας μην είχε καν πραγματική ανάμειξη στα γεγονότα. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Τέρυ την είχε φέρει εδώ και ας είχαν χωρίσει. Δεν ήθελε η Κάντυ να πεθάνει και ο Τέρυ να αυτοκτονήσει. Ήθελε τον άνθρωπο της πίσω. Ακόμα και αν της έδινε έστω και τα μισά. 
Σήμερα και το λίγο φαινόταν πολύ, πολύ περισσότερο από το τίποτα. Όλα γύριζαν μες το κεφάλι της. Ήθελε να του φωνάξει: «Συγχώρεσε με αν δεν κατάλαβα, αν δεν προσπάθησα να σε καταλάβω ενώ έλεγα ότι σε αγαπούσα». Μα ίσως να ήταν ήδη αργά. Τα μάτια της στράφηκαν στην πόρτα του χειρουργείου. «Ζήσε», προσευχόταν από μέσα της «για σένα και για μένα, για τον Άρτσι που είπε ότι σ’αγαπάει μα ζήσε για τον Τέρυ, τώρα θα σας προστατέψω εγώ, ότι και αν γίνει, στο υπόσχομαι, γιατί ανάμεσα στους τρεις τώρα εγώ είμαι η πιο δυνατή και απόψε έμαθα να τον αγαπώ για εκείνον, όπως έσυ μια ζωή τον αγαπούσες, όχι για μένα, ποτέ πια μένα, στο υπόσχομαι!». 

Το «Θαύμα» της Αγάπης 
Πίσω από αυτήν την παγερή πόρτα που απόψε είχε μετατραπεί σε μία πύλη ζωής ή θανάτου, οι χειρούργοι του Γενικού Νοσοκομείου της Νέας Υόρκης με νηφάλια καρδιά, καθαρό μυαλό και αριστοτεχνικές κινήσεις αφαιρούσαν το στιλέτο από το σώμα της Κάντυ Γουάιτ ‘Αρντλευ. Με ανακούφιση ανακάλυπταν ότι το μαχαίρι δεν είχε κόψει κανένα από τα εσωτερικά της όργανα. Κάτι είχε σταματήσει την ευθεία πορεία του προς τη σπλήνα της και είχε οδηγήσει την θανατηφόρα λεπίδα σε γωνία, χτυπώντας τους ιστούς και ματαιώνοντας τον ακαριαίο θάνατο. Ωστόσο το αίμα που έχανε ακόμα και τώρα, και το βαθύ τραύμα από το μαχαίρι ήταν αρκετά για να μην κάνουν οι γιατροί αισιόδοξες προβλέψεις, παρόλες τις προσπάθειας που κατέβαλλαν να την κρατήσουν μαζί τους. Ήταν όλα θέμα αντοχής της ασθενούς. Ίσως και θέλησης. Αυτό είπαν και ανα κοίνωσαν στον κόσμο που τους περίμενε. Την μετέφεραν στο δωμάτιο ενταντικής θεραπείας και απαγόρεψαν τις επισκέψεις μέχρι να ξαναβρεί τις αισθήσεις της. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Έδωσαν τα ρούχα και τα πράγματα της στον Άρτσι Κόρνγουελ. Τους είπαν ότι ήταν θάυμα που ήταν ακόμα ζωντανή, η δύναμη με την οποία δέχτηκε τη μαχαιριά, πόσο βαθιά εισχώρησε το μαχαίρι στο σώμα της, ήταν απλώς θαύμα που επέζησε δίχως να διαπεράσει κάποιο εσωτερικό της όργανο, δεν είχαν λέξεις. Όταν απομακρύνθηκαν οι γιατροί ο Άρτσι αφαίρεσε το «Θαύμα» από την τσέπη του παλτού της. Η παλιά φυσαρμόνικα, είχε πάνω της μία καθαρή χαρακιά καθώς η λεπίδα του Σάμουελ χτυπώντας τη με ορμή, πέρασε αναγκαστικά από πάνω της και το χέρι του ξέφυγε από την πορεία του για κτυπήσει σε γωνία, αν και ο Σάμουελ ελάχιστη άισθηση ειχε ποιον και τι κτυπούσε εκείνη τη στιγμή. Ο Τέρυ ταράχτηκε καθαρά που την είδε στα χέρια του Άρτσι. 
-Τι κάνει αυτό εδώ; Η Κάντυ την μάζεψε; 
-Εγώ, εγώ την πήρα, του εξήγησε ο Άρτσι και της την έδωσα. Κοιτούσε τη φυσαρμόνικα και δεν το πίστευε ούτε ο ίδιος. Ο Τέρυ έτρεμε από τη συγκίνηση του. Και ξαφνικά έκανε κάτι που ακόμα και ο ίδιος δεν θα πίστευε ποτέ ότι θα έκανε. Άνοιξε τα χέρια του και αγκάλιασε τόσο σφιχτά και δυνατά τον Άρτσι που ο τελευταίος δεν μπορούσε να ανασάνει.
-Σ’ευχαριστώ, σ’ευχαριστώ πολύ, του είπε ο Τέρυ με συγκίνηση. 
-Είναι εντάξει, του απάντησε απλά ο Άρτσι. Δεν έκανα τίποτα, αλήθεια.
-Την αγάπησες και αυτό φτάνει! Του είπε ο Τέρυ και τον απελευθέρωσε. Οι δύο άντρες κοιτάζονταν τώρα σαν να ήταν δύο αδέλφια που κάποτε χάθηκαν μα σήμερα ξαναβρέθηκαν. Ο Άρτσι καταλάβαινε τι έλεγε ο Τέρυ και για πρώτη φορά έπρεπε να συμφωνήσει μαζί του: η αγάπη ακόμα και μέσα στα λάθη της, ακόμα και μέσα στην αναπηρία της ενώ παραπατάει και ολισθαίνει, αποδεικνύεται πιο ισχυρή και από το πιο εκτυφλωτικό μίσος. Η αγάπη τους με όλα της τα λάθη ήταν αυτή που εμπόδισε τον Σάμουελ και τον μίσος του να την παραλύσει, να τους την πάρει από τα χέρια. Και αυτό που πριν λίγο τους χώριζε, τώρα τους ένωνε και το ήξεραν πια καλά αυτό. Ο Τέρυ πήγε να πάρει τη φυσαρμόνικα αλλά ξαφνικά ο Άρτσι τράβηξε το χέρι του. 
-Θα τη δώσω πίσω στην Κάντυ. Μην ανησυχείς, είμαι σίγουρος ότι θα στην δώσει, του είπε με καλοσύνη. 
Ο Τέρυ δεν αισθανόταν και πολύ σίγουρος αλλά έκλεισε συγκαταβατικά τα μάτια και κούνησε το κεφάλι του. Ναι, είπε, αυτή είναι η δική της αγάπη και της ανήκει. Όφειλε να παραδεχτεί ότι στα δικά της χέρια, αυτή η αγάπη και αυτή η φυσαρμόνικα είχε αποδειχτεί πολύ πιο χρήσιμη. 

Πόνος και αναμνήσεις 

Ενώ οι δικοί της άνθρωποι την περίμεναν, η Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ, άνοιξε τα μάτια της σε ένα αγνό, άσπρο φως, πιο δυνατό από όλα τα φώτα και τους ήλιους που είχε ποτέ γνωρίσει στη σύντομη ζωή της. Ίσως να ήταν άνοιξη και μία αιθέρια μυρωδιά είχε απλώθεί στον αέρα γύρω της, σε ένα απέραντο χώρο που δεν έφερε καμία μόρφή και όλες οι διαστάσεις ήταν ενωμένες σε μία: στο άπειρο. Το άρωμα που τη συνεπήρε ήταν πολύ γνωστό και οικείο. ‘
Ηταν το καλωσόρισμα από τα τριαντάφυλλα του Άντονυ, ναι η γλυκειά Κάντυ είχε ανθίσει μέσα της και έξω της, αν και τα όρια πλέον αυτού του σωματικού και του πνευματικού κόσμου, είχαν διαλυθεί και το «Εγώ» της είχε αλλοιωθεί σε αυτόν τον αδιάλυτο και αδιάσπαστο χωροχρόνο, είχε γίνει ένα με το άπειρο. Έτσι αισθανόταν τώρα… Μία αίσθηση, που οι θνητοί δεν διαθέτουν, ήταν η συνείδηση της. Με αυτήν την αίσθηση ένιωσε τον Άντονυ κοντά της. Στην άλλη άκρη του κόσμου, συναντιούνταν και πάλι, σε μία αγκαλιά, σε μία κοινή παραίσθηση. Με μία αγάπη, τόσο δυνατή και αισθαντική, όπως την άφησαν. Ένιωσε τρυφερότητα και συγκίνηση, διαισθανόταν ότι πολλοί αγαπημένοι της ήταν εδώ και ανάμεσα τους και ο Στήαρ. Αντιλαμβανόταν το γέλιο του παντού ολόγυρα της. «Είστε ελεύθεροι, είστε αιώνιοι και είστε εδώ, εδώ για μένα». «Μας έχεις πάντα μέσα σου, ζούμε στην καρδιά και στο μυαλό σου, για αυτό και τώρα είμαστε εδώ, γιατί μας κάλεσες», άκουσε τις φωνές τους να απαντούν σαν μία. Την ανακούφισε η απάντηση τους. 
Ξαφνικά μία αίσθηση απώλειας από μία ξεχασμένη ζωή την αιφνιδίασε. «Πονάς; Μη πονάς», αυτός ήταν ο Άντονυ. «Υπάρχει τόσος πόνος Άντονυ, είναι σαν να μην θυμάμαι τίποτα αλλά και πάλι να πονάω, θύμησε μου». «Θυμάσαι τα αρώματα της άνοιξης; Και τα γέλια των παιδιών στο ορφανοτροφείο ενώ κατεβαίναμε το λόφο; θυμάσαι τη βόλτα μας με το άλογο; Τον αγέρα που έπαιρνε τα δάκρυα σου;». «Το μόνο που θυμάμαι είναι πόσο πολύ σε αγάπησα και σε αγαπάω». «Το μόνο που θυμάμαι είναι πως σε έχασα ενώ τόσο σε είχα ανάγκη, ενώ πίστευα, πίστευα σε όνειρα». «Κάντυ τα όνειρα μας είναι τα πιο ισχυρά κίνητρα, μη τα αρνείσαι, μη τα διαλύεις, μη τα φοβάσαι, πέτα και πάλι ελεύθερη και δυνατή, Κάντυ θυμήσου». «Είναι αργά, πολύ άργα, για μένα, μα είμαι εδώ Άντονυ, μαζί σου και δεν ζητάω πια τίποτα άλλο, δε θέλω τίποτα». Τώρα της φαινόταν σαν ο Άντονυ να είχε παραμείνει ένα παιδί, ένα αιώνιο παιδί, σαν να μην είχε μεγαλώσει ούτε μία μέρα. «Κάντυ, μη φοβάσαι, έλα μαζί μου», η φωνή του Στήαρ την τύλιξε ολόκληρη σαν σύννεφο από αιθέρας που τη σήκωνε και την ταξίδευε σε αυτόν τον ατελείωτο λευκό χώρο και χρόνο. Ένιωσε σαν να χόρευε και να σαν να πετούσε μαζι τους. Χωρίς σώματα και βάρος, ελεύθερες ψυχές που κινούνταν με μία ασύληπτη δύναμη ήταν τώρα… «Σε αυτό το ταξίδι θα αποφασίσεις μόνη σου τι πρέπει να κάνεις, μη λυπάσαι, μην κλαις, μην αρνείσαι τον πόνο, είναι ότι σε κρατάει στη ζωή, μόνο θαύμασε, κοίτα…» «Τι να κοιτάξω Στήαρ τι;» «Τη ζωή σου κοίτα». 
Το απόλυτο σκοτάδι απλώθηκε γύρω της, πατούσε στην γη μα ήταν άδεια, μα στον ουρανό ψηλά, ανάψανε τα αστέρια, φώτα τόσο δυνατά, λάμψεις τόσο μακρινές και απρόσιτες. Είδε τους φίλους της δίπλα της και δεν πίστευε ότι τους είχε και πάλι κοντά της. Αν αυτό ήταν ο θάνατος, τι γλυκός που ήταν. Καθήσανε όλοι μαζί τους στο χώμα και έγειρε το κεφάλι της στον όμο του Άντονυ. Η γλυκειά Κάντυ σκορπούσε ακόμα ένα μεθυστικό άρωμα στην ατμόσφαιρα, τόσο που τη ζάλιζε. Μαζί κοιτούσαν τα άστρα, σε έναν απέραντο ουρανό. Και όπως τα κοίταγε ένα άστρο άρχισε να τρεμοσβήνει και ξαφνικά έπεσε από τον ουρανό. Εκρήχτηκε στην ατμόσφαιρα και κύμματα από αστερόσκονη τους τύλιξε. Ασημές ανταύγειες στο σκοτεινό στερέωμα. Και τότε είδε…Κομμάτια από τη ζωή της, άνθρωποι και εικόνες άρχισαν να παρευλάνουν μπροστά της. Η Άννυ, τα αγόρια που της πείραζαν, η μικρή Κάντυ που τους εκδικόταν για την κακία τους, η αδελφή Μαρία και η αδελφή Πόνυ, τα κεριά μέσα στη νύχτα που έσωσαν το ορφανοτροφείο από μία σκληρή μοίρα, ο κύριος Γκαρσία που έκλαιγε πίσω της όταν την πήραν οι άντρες του Άλμπερτ με το αυτοκίνητο, ο Άντονυ στο ροντέο, η πτώση του που τη τσάκισε, η γλυκειά Κάντυ που σώθηκε την τελευταία στιγμή από ένα ακόμα θάνατο, ο καπετάνιος του Μαυριτανία και ο σκληρός ιδιοκτήτης, ο Τέρυ που την πείραζε για τις φακίδες της, ο Τέρυ και η μητέρα του σε μία αγκαλιά, η Πάτυ που υπερασπιζόταν την Άννυ μπροστά στην Ελίζα, το πρώτο της φιλί, η αδελφή Γκρέυ που έμοιαζε να την καταλαβαίνει, το δάκρυα της και το Σ’αγαπώ της κάθως κοίταζε το πλοίο να απομακρύνεται, το κοριτσάκι που έσωσε από το θάνατο όταν έφευγε για την Αμερική, η Φράνυ και η οικογένεια της, ο περίεργος γέρος του δωματίου στον κήπο του νοσοκομείου που έκλεισε τα μάτια του ευτυχισμένος, η Μπέλλα που κυνηγούσε τα παιδιά του ορφανοτροφείου, ο Άλμπερτ σε ένα άδειο και ψυχρό δωμάτιο, κτυπημένος και μόνος, ο Στήαρ και το τελευταίο αντίο με ένα μουσικό κουτί, η Σουζάνα με δάκρυα στα μάτια που την ευχαριστούσε λίγο πριν φύγει, η αγκαλιά του Τέρυ στις σκάλες, ο Άρτσι που πενθούσε τις δύσκολες ώρες του θανάτου του Στηαρ και πόσοι άλλοι ακόμα που τις ζωές τους είχε λίγο αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια. 
Όσο μπορεί μία μικρή και εύθραστη ύπαρξη να επηρεάσει την απέραντη ζωή. Συγκινήθηκε και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια της. Ήταν όμορφα, αλήθεια. Μία ζωή γεμάτη από ανθρώπους και συναισθήματα, εικόνες και περιπέτειες, χαρές μα και πίκρες. Μία πολύ μεγάλη ζωή για μία τόσο σύντομη βόλτα πάνω στη γη. «Είσαι ευχαριστημένη; Έδωσες τόσα πολλά, ακόμα και τώρα έδωσες τη ζωή σου για να προστατέψεις έναν ακόμα άνθρωπο», είπε ο Στήαρ. Ναι, θυμήθηκε, αυτός ήταν ο πόνος, ο πόνος που και πάλι είχε αρχίσει να αισθάνεται. «Αν θες να γλυτώσεις από αυτόν τον πόνο μπορείς να έρθεις μαζί μας», της είπε ο Άντονυ και της άπλωσε το χέρι. Ήταν αλήθεια όμορφα εκεί, τόσο όμορφα και γαλήνια. «Είναι η απόλυτη ηρεμία», συλλογίστηκε η Κάντυ. «Τόση αρμονία και ευφορία, αλήθεια είναι ο παράδεισος και είστε και εσείς εδώ». «Θα είμαστε πάντα όσο μας αγαπάς και μας σκέφτεσαι», απάντησε ο Στηαρ. «Αν όμως αντέχεις ακόμα να πονάς ξέρεις τον δρόμο». Ναι, τον ήξερε. Η ανηφόρα της ζωής ήταν κοπιαστική και δύσκολη. Επώδυνη μα στα αλήθεια τόσο γεμάτη. Πριν από λίγο ήθελε να γλυτώσει από αυτές τις δυσκολίες μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι της θύμισαν πως χωρίς τον πόνο η ζωή δεν θα άξιζε. Αυτό την έκανε τώρα να αισθάνεται άνθρωπος, καλός άνθρωπος. Χωρίς τον πόνο, τα σύνορα μεταξύ του θανάτου και της ζωής θα ήταν αδιάκριτα. Τα συναισθήματα δεν θα υπήρχαν και οι δικοί της άνθρωποι θα ήταν άδειοι. «Σας ευχαριστώ, θα ξανασυναντηθούμε», τους είπε. «Στήαρ η Πάτυ, θα ήθελε να σου πω ότι σε αγαπάει πολύ, ότι σε σκέφτεται». «Το ξέρω, Κάντυ, είμαι πάντα κοντά της, να τους προσέχεις». «Και να τους συγχωρείς, να αγαπάς τις αδυναμίες τους». «Φυσικά», είπε αυτή. «Αντίο». Με αυτή την τελευταία λέξη, ένιωσε το σώμα της να πέφτει βαρύ και ο πόνος την διαπέρασε. Ο αιθέρας που την τύλιγε διαλύθηκε και το συναίσθημα της ευφορίας διαλύθηκε. Η Κάντυ άνοιξε ξαφνικά τα μάτια της και ήταν σε ένα σκοτεινό και κρύο δωμάτιο. Τίποτα δεν θύμιζε το όνειρο της. Αντί για τη μυρωδιά της γλυκειάς Κάντυ, αυτό το δωμάτιο μύριζε αποστήρωση. Ένιωσε πόνο, τόσο πόνο που το σώμα της μούδιασε. Ωστόσο χαμογέλασε, ο πόνος που προερχόταν από το μαχαίρι του Σάμουελ, ήταν η απόδειξη πως ήταν ζωντανή και αυτή και τα συναισθήματα της. Και για μία φορά μετά από πολύ καιρό παράξενα και αδικαιολόγητα ευτιχισμένη. Έκλεισε τα μάτια και ξανακοιμήθηκε. 

Καφές και τσιγάρα 

Ο πρωινός ήλιος έκανε την εμφάνιση του πάνω από την Νέα Υόρκη. Είχε έρθει το ξημέρωμα και μαζί με αυτό ένα σωρό εκρεμμότητες που ακόμα τους κρατούσαν δέσμιους. Ο Τέρυ δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει ποια ήταν η έκβαση αυτού του αιματοβαμμένου αγώνα και δεν είχε φυσικά δώσει και τα χρήματα στον Έρικ. Η επιταγή με τα χρήματα για την ελευθερία της Μονίκ ήταν ακόμα στην τσέπη του παντελονιού του. Ωστόσο είχε ελπίδες ότι τουλάχιστον όλη αυτή η μάχη δεν θα πήγαινε τόσο χαμμένη, αν και ο Έρικ μπορεί να τον ακύρωνε εξαιτίας των γεγονότων, ήταν καθαρά δική του η ευθύνη. Προς το παρόν το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Τέρυ για την Μονίκ και τον Τσάρλι ήταν να τους δώσει τα κλειδιά του σπιτιού του ώστε να είναι ασφαλείς. Με το ζόρι τους έδιωξε αλλά δεν άντεχε άλλο να τους βλέπει να ανησυχούν και αυτοί μαζί του. Είχαν τη ζωή τους και το πιο σωστό ήταν να ανησυχήσουν για τον εαυτό τους, τουλάχιστον μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Τους ζήτησε να μην ανοίξουν σε κανέναν παρά μόνο στην Έλινορ, που λογικά θα πέρναγε για να τον ενημερώσει για το θέατρο. Με αυτή την αποστολή, να ενημερώσουν την Έλινορ για τα συμβάντα της χτεσινής νύχτας και να ηρεμήσουν λίγο, το νεαρό ζευγάρι αποχώρησε μετά από μία νύχτα γεμάτη ένταση. Μετά υπήρχε το θέμα της Σουζάνας, η τελευταία δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να φύγει αν η Κάντυ δεν άνοιγε τα μάτια της. Ζήτησε ένα αναπηρικό καρότσι για να μπορεί να μετακινείται και μετά χαράς μία νοσοκόμα για ένα tip παραπάνω αλλά και για λίγη προσοχή από τον Τέρυ Γκράντσεστερ δέχτηκε να φροντίσει λίγο τη Σουζάνα και να βρει κάποιον για τις εξωτερικές δουλειές που χρειαζόταν: ένα σημείωμα στη μητέρα της και κάποια ρούχα που επιθυμούσε να της φέρουν.
Αυτά ήταν εύκολα. Και τελευταίος ο Άρτσι που ακόμα για μία φορά παρατήρησε ότι ο Νηλ είχε εξαφανιστεί χωρίς ίχνος τύψεων για όσα είχαν συμβεί. Ανησυχούσε για τον Τζωρτζ και ευχόταν ο Άλμπερτ να ήταν καλύτερα και να λάμβανε σήμερα το πρωί το τηλεγράφημα ώστε αύριο το απόγευμα να ήταν εδώ και να έπαιρνε αυτό το βάρος από τους όμους του. Χρειαζόταν καφέ και ο Τέρυ καφέ και τσιγάρα, εφόσον κανείς από τους δυο δεν είχε καμία όρεξη να βγει έξω, ο άνθρωπος που θα πήγαινε το μήνυμα στην κυρία Μάρλοου και θα έφερνε και τα ρούχα της Σουζάνας φορτώθηκε όλα τα θελήματα. Όταν έφτασε πίσω, η Σουζάνα με τη βοήθεια της νοσοκόμας, αποσύρθηκε σε ένα άδειο δωμάτιο για να αλλάξει και να φρεσκαριστεί, ενώ αυτός και ο Τέρυ βγήκαν στο προαύλιο. 
Αισθάνονταν και οι δύο νευρικοί, είχε περάσει πολύ καιρός από τότε που οι δυο τους ειχαν μιλήσει φιλικά αλλά τώρα η αγάπη τους για την Κάντυ τους ένωνε: Ο Άρτσι ήξερε ότι ο Τέρυ ήταν ο ένας αλλά δεν ένιωθε πλέον την ανάγκη να κρύβεται και ο Τέρυ καταλάβαινε το σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η αγάπη του Άρτσι για την Κάντυ σε αυτήν την ιστορία και δεν τον ένοιαζε. Τον σεβόταν περισσότερο τώρα που με ειλικρίνεια είχε παραδεχτεί και τις δικές του αδυναμίες. Ήταν λοιπόν η ώρα για καφέ και τσιγάρα ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ξεχωριστούς και φαινομενικά αταίριαστους χαρακτήρες. Βολεύτηκαν σε ένα παγκάκι στο πίσω προαύλιο του νοσοκομείου. Ο Άρτσι έκατσε κανονικά, ο Τέρυ έκατσε στο πάνω κάγκελο.
-Μπορείς να μην είσαι πάνω από το κεφάλι μου; Διαμαρτυρήθηκε ο Άρτσι. 
-Ελά και εσύ, είναι καλύτερη η θέα, του είπε ο Τέρυ. 
-Πλάκα μου κάνεις; Νευρίασε ο Άρτσι. 
-Ω, πάψε πια, τι γκρίνια, αλήθεια Άρτσι το ξέρεις ότι μερικές φορές γκρινιάζεις σαν κοπελίτσα; (ο Τέρυ ήθελε να χρησιμοποιήσει άλλη λέξη αλλά την τελευταία στιγμή απόφασισε ότι θα το προαύλιο θα γινόταν αρένα και άλλαξε γνώμη) 
Ο Άρτσι πραγματικά δεν κρατήθηκε, δεν υπήρχε περίπτωση κοινής συμβίωσης ανάμεσα τους, με το χέρι του έσπρωξε ελαφριά τον Τέρυ στο στήθος, ο οποίος έχασε προς στιγμήν την ισορροπία του και έβαλε τα χέρια του στο κάγκελο για να πιαστεί πριν πέσει αφήνοντας τον καφέ να πέσει πάνω στο λευκό πουκάμισο και το μαύρο σακάκι του Άρτσι. 
-Είσαι τελείως…φώναξε ο Άρτσι σκουπίζοντας τον καφέ από πάνω του.
-Ναι είμαι…απάντησε ο Τέρυ, απολαμβάνοντας το θέαμα. Πραγματικά η θέα ήταν καλύτερη από εκεί πάνω. 
-Ωραία, είπε ο Άρτσι.
-Ωραία, απάντησε ο Τέρυ. Μία σιγή απλώθηκε ανάμεσα τους. Κάτι σοβάρεψε και βάρυνε μέσα τους. Ο Άρτσι ήταν ο πρώτος που μίλησε. 
-Σε αγαπάει ακόμα, πολύ, αν και ξέρει το σόι τύπος είσαι. 
Μιλούσε δίχως να κοιτάει τον Τέρυ. 
-Αν όλα πάνε καλά, δεν σκοπεύω να την ξαναχάσω, ότι και αν πει αυτή τη φορά, δεν θα την ακούσω..
-Ναι, καλά θα κάνεις, απάντησε με εύθυμο ύφος ο Άρτσι. 
-Δε σε νοιάζει; Ρώτησε ο Τέρυ. Περίμενε μία διαφορετική αντίδραση από τον Άρτσι. Από πότε ήταν αυτός με το μέρος του; Την τελευταία φορά που τον είχε συναντήσει στο Σικάγο, όταν απεγνωσμένος γύριζε να τη βρει μετά την παράσταση, ο Άρτσι φώναζε μες το δρόμο «δεν της άξιζει, μη του πείτε τίποτα». 
-Φυσικά και με νοιάζει αλλά θέλω την ευτυχία της και όλα αυτά με έκαναν να κοιτάξω πέρα από τον εγωισμό μου. Είχα πρόβλημα να εκφράσω τα συναισθήματα μου όλα αυτά τα χρόνια αλλά τώρα κατάλαβα ότι ο χρόνος δεν είναι κάτι με το οποίο να παίζεις…Και αυτό ισχύει για όλους μας. Έχω τόσα να της πω όταν… 
-Ναι και εγώ έχω να της πω πολλά, αλλά δεν ξέρω αν θα θέλει να με ακούσει…
-Στο κρεβάτι του νοσοκομείου είναι δεν νομίζω να έχει και επιλογές…
-Πράγματι, είπε ο Τέρυ και χαμογέλασε απαλά. 
-Αναγκάστικα να καλέσω εδώ, τον Άλμπερτ, είπε ξαφνικά ο Άρτσι. Έχω μπλέξει άσχημα, Τέρυ, δεν έχω άλλες αντοχές όμως πλέον. Όλα αυτά είναι έξω από εμένα. Αλήθεια εσύ τι έκανες εκεί πίσω; Ο Άρτσι τα είπε όλα μαζί. 
-Μμ, ήθελα να βοηθήσω τη Μονίκ και τον Τσάρλι, είναι ερωτευμένοι και φίλοι μου. Ο Έρικ δεν την αφήνει όμως ελεύθερη να…
-Ο Έρικ; Ο Άρτσι θυμήθηκε τη μορφή του Έρικ μες το σκοτάδι να πυροβολεί τον Σάμουελ. 
-Ναι, τον ξέρεις; Ρώτησε ο Τέρυ βλέποντας τον Άρτσι σε κατάσταση έκπληξης. 
-Ναι, θα σου πω, τι μας φέρνει εδώ…Σύντομα ο Άρτσι είχε διηγηθεί όλη την ιστορία στον Τέρυ ο οποίος άκουγε με αρκετά μεγάλη προσήλωση, την όλη ιστορία. Όλα αυτά ακούστηκαν πολύ ενδιαφέροντα στα αυτιά του. 
-Τελικά δεν ξέρω τι να κάνω, αναγκαστικά θα πρέπει να τους ξαναπληρώσουμε, αν δεν ήταν ο Τζωρτζ, θα μάζευα τον Νηλ και θα φεύγαμε από εδώ αλλά αυτοί είναι πολύ σκληροί. 
-Ακόμα και αν δεν ήταν ο Τζωρτζ, ο Νηλ δεν θα γλύτωνε..όλες οι συμμορίες συνεργάζονται παντού για το αμοιβαίο καλό, είναι σαν ένα κράτος σε αυτές τις περιπτώσεις…
-Δεν με νοιάζει για αυτόν, τώρα, όμως…


Το πρωινό ξύπνημα 

Η Κάντυ άνοιξε τα μάτια της. Ο ήλιος έμπαινε από τις κουρτίνες. Ζαλισμένη, καταπονεμένη και αδύναμη, έφερε αργά το χέρι της πάνω στο τραύμα της. Πονούσε πάρα πολύ και δεν μπορούσε καν να γυρίσει στο πλάι. Αλλά που ήταν όλοι; Δεν υπήρχε κανένας στο δωμάτιο. Ωστόσο η πρώτη σκέψη της ήταν ο Τέρυ, ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. Μία νοσοκόμα άνοιξε την πόρτα της. Οι γιατροί την κοιτούσαν ανα τακτά χρονικά διαστήματα, ακόμα και αν εκείνη δεν είχε καταλάβει τίποτα, στη διάρκεια της νύχτας. 
-Ω, χαίρομαι που ξυπνήσες, είμαι η Μάρτζι και θα είμαι η νοσοκόμα σου. Θα ειδοποιώσω το γιατρό σου, μην κουνιέσαι, έρχομαι. Η Μάρτζ έφυγε, όσο γρήγορα είχε έρθει. Σε λίγα λεπτά ήταν πίσω όχι με έναν αλλά με δύο γιατρούς. 
-Α, τι καλά! Αυτή και αν είναι έκπληξη, δεν περιμέναμε τόση γρήγορη ανάνηψη… είπε ο ένας γιατρός. Ήσουν πολύ τυχερή δεσποινίς μου, την πείραξε ευχάριστα. Αλλά μη πάρεις θάρρος, το πρώτο 24ωρο μην περιμένεις ούτε να κουνηθείς, ας πάρουμε μία θερμοκρασία. Η Κάντυ ήθελε να ρωτήσει, καιγόταν να μάθει για τον Τέρυ αλλά το νοσοκομειακό προσωπικό είχε άλλες έννοιες. Αφού την ταράξανε με ένα σωρό ερωτήσεις για το ιστορικό της, τις αλλεργίες της, ακόμα και το βάρος της, τελικά της βγάλανε το θερμόμετρο. 
-38 και 5, καλύτερα από ότι περιμέναμε. Η φλεγμονή είναι μεγάλη αλλά ιάσιμη. 
-Πονάω, διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ, καθώς η νοσοκόμα άνοιγε τις γάζες για να περιποιηθούν το τραύμα της. 
-Αξίζεις μετάλλιο για αυτό, της είπε ο άλλος γιατρός. Είσαι τραυματίας πολέμου, από ότι μάθαμε, αστειεύτηκε για να φτιάξει τη διάθεση της ασθενούς. Η Κάντυ γέλασε αλλά το μετάνιωσε, η πληγή της την τράβαγε τόσο πολύ, που ακόμα και το παραμικρό τρέμουλο της προκαλούσε αβάσταχτο πόνο, σχεδόν άπρισε. 
-Συγγνώμη, είπε ο γιατρός, είμαι ο Μαρκ και επειδή θα σε κρατήσουμε αρκετό καιρό κοντά μας, μπορείς να με φωνάζεις έτσι. Εγώ φυσικά ξέρω ήδη το όνομα σου, Κάντυ. Η Μαρτζ είχε ένα χαμόγελο ως τα αυτιά καθώς τον άκουγε να μιλάει. 
-Γιατρέ θα ήθελα να ρωτήσω..
-Θα σου χωρηγήσω μορφίνη για σήμερα, είναι παυσίπονο, αλλά μόνο για σήμερα, είναι χαριστικό, της είπε ακόμα αστειευόμενος. 
-Το ξέρω είμαι νοσοκόμα, είπε η Κάντυ. 
-Αλήθεια; Αυτό είναι ενδιαφέρον, τότε μπορώ να σου έχω διπλή εμπιστοσύνη, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις και τι όχι. 
-Γιατρέ Μαρκ, είναι κανείς έξω; 
-Λοιπόν έχεις κοινό και αρκετά διάσημο θα έλεγα αλλά δεν θα σου πρότεινα να..
Στη λέξη «διάσημο» η καρδιά της Κάντυ (γιατί το σώμα της αδυνατούσε) τινάχτηκε στον αέρα από την ευτυχία. «Είναι καλά, ευτυχώς είναι καλά, πρέπει να του μιλήσω, δεν θέλψ να νομίζει ότι…». 
-Σας παρακαλώ, θα νιώσω πολύ, πολύ καλύτερα, σας το υπόσχομαι…άρχισε να παρακαλάει τον γιατρό της. 
-Για πολύ λίγο, είπε ο Μαρκ και απομακρύνθηκε μαζί με τον συνάδελφο του, αφήνοντας τη Μαρτζ να της χορηγήσει την ένεση. Η Κάντυ ωστόσο άκουσε τη φωνή του Μαρκ από το διάδρομο να λέει δυνατά: Μπορείτε να περάσετε αλλά για πολύ λίγο. Μην την κουράσετε και όχι συγκινήσεις. Η πόρτα άνοιξε αλλά η Κάντυ έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς η Σουζάνα Μάρλοου και όχι ο Τέρενς Γκράντσεστερ πέρασε μέσα. Η Κάντυ την κοιτούσε αποσβολωμένη, τα είχε παντελώς χαμμένα, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της. Ενώ η Σουζάνα πλησίαζε το κρεβάτι, η Μάρτζ έκλεισε την πόρτα πίσω της. 

Η αγάπη των δύο

-Σουζάνα; Ο Τέρυ..
-Είναι μία χαρά, τον έσωσες, είναι έξω στο προαύλιο με τον ξαδελφό σου, είναι καλά και οι δύο τους. 
-Σουζάνα, εγώ…Αν και η Κάντυ είχε σώσει τον Τέρυ, αισθανόταν σαν απολογούμενη. Δεν ήθελε να της τον πάρει, δεν το έκανε για αντάλλαγμα, έπρεπε να εξηγήσει της Σουζάνας ότι..οτι εκείνη δεν είχε καμία σχέση με όλα αυτά. Το όνομα «Μονίκ» αναπήδησε το κεφάλι της. Κοίταξε τη Σουζάνα που για μια στιγμή έμεινε σιωπηλή μπροστά της. Άραγε ήξερε; Τι έπρεπε τώρα να κάνει; Ήταν δύσκολο να στέκονται έτσι αμίλητες απλώς κοιτάζοντας η μία την άλλη. 
-Μην ανησυχείς για εμένα, η φωνή της Σουζάνας ήταν ήρεμη και σταθερή. Όχι, δεν χρειάζεται, είναι ανόητο, να μαλώνουμε εμείς οι δύο, ενώ έχουμε ένα κοινό που μας δένει τόσο πολύ που αν κοπεί θα σπάσουμε: την αγάπη μας για τον Τέρυ. Δεν νομίζεις; 
-Ε, ναι, αλλά… Η Σουζάνα την ξάφνιαζε αλλά τι εννοούσε πραγματικά και ποιες σκέψεις κρύβονταν αληθινά πίσω από τα γαλάζια στρογγυλά μάτια της, η Κάντυ αδυνατούσε να καταλάβει. 
-Είναι η πρώτη φορά που βλέπω τόσο έξω από μένα αλλά και για αυτό, εσύ βοήθησες. Εγώ και ο Τέρυ έχουμε χωρίσει. Το ξέρεις; Το διάβασες; Ρωτούσε τώρα η Σουζάνα με ένα απαθές βλέμμα. Η Κάντυ ένιωσε και πάλι άσχημα, ότι είχε κάνει ο Τέρυ με τη Σουζάνα ήταν καθαρά δική του υπόθεση, έτσι έπρεπε να είναι, είχε αποδεχτεί πια την δική της «ήττα» σε αυτό το κομμάτι της ζωής του αλλά η σκέψη ότι άφησε τη Σουζάνα για τη Μονίκ και πάλι την πονούσε μέσα της. 
-Σουζάνα, ο Τέρυ…θέλω να πω. Δεν μπορώ να τον δικαιολογήσω, η αλήθεια είναι…
-Να δικαιολογήσεις; Τι; την αγάπη ή τον έρωτα; Χτες το βράδυ ο Τέρυ μ’έφερε εδώ για σένα…
-Ε; Τα μάτια της Κάντυ ήταν έκπληκτα. 
-Και εγώ στην αρχή δεν καταλάβαινα αλλά όταν μου είπε ότι θα αυτοκτονούσε αν εσύ…, κατάλαβα. Κατάλαβα πολύ καλά τι σημαίνει πραγματική απώλεια. 
-Ο Τέρυ θα πέθαινε, αν εγώ; Η καρδιά της Κάντυ άρχισε να χτυπάει και πάλι τόσο γρήγορα, αυτά τα λόγια που της έλεγε τώρα η Σουζάνα, αυτή η πραγματικότητα άλλαζαν και πάλι τα πάντα. Και αν ακόμα για μία στιγμή την είχε προδώσει ή έτσι πίστευε ο Τέρυ ήταν πάντα ο Τέρυ της. 
-Έχεις χάσει ποτέ κάποιον δικό σου; Κάποιον που να αγαπούσες πολύ; Που να ονειρευόσουν τα βράδια; Η Σουζάνα ρωτούσε σαν να ήξερε μα δεν ήξερε. Το μυαλό της Κάντυ έτρεξε πίσω στο χρόνο. Ο Άντονυ, που ζούσε μέσα της, ναι είχε χάσει κάποιον που αγαπούσε πολύ, που ονειρευόταν, κάποιον που ήταν για εκείνη ο κόσμος όλος…και αυτή η απώλεια ήταν ότι πιο άσχημο είχε περάσει στη ζωή της. Ο Άντονυ χτες βράδυ, μέσα στα όνειρα της, της έδειξε και πάλι τον δρόμο για το σπίτι της. Και τώρα ήταν εδώ. 
Η Κάντυ έγνεψε καταφατικά το κεφάλι της. Ένιωσε και πάλι πόνο στην καρδιά της μα τώρα ήξερε. «Σ’ευχαριστώ Άντονυ, για όλα αυτά τα συναισθήματα», είπε μέσα της «Αυτά, αυτά με κράτησαν ζωντανή».
-Εγώ όχι…αλλά μόλις χτες κατάλαβα τι πραγματικά σημαίνει «χάνω». Αν ο Τέρυ πέθαινε…
-Σουζάνα μη, μη μιλάς έτσι. Αυτή η σκέψη ήταν ο λόγος που η Κάντυ βρισκόταν εδώ σήμερα. 
-Είναι αλήθεια…Κάποτε εσύ με προστάτεψες, σήμερα θα το κάνω εγώ. Άσε με να το κάνω, άσε με να σου εμπιστευτώ κάποιον που εσύ μου εμπιστεύτηκες πριν από δύο χρόνια. Είναι ο Τέρυ. Σ’αγαπάει τόσο πολύ, περισσότερο και από τη ζωή την ίδια, τον είδα να μην την υπολογίζει μπροστά σου. Και το γνωρίζω αυτό το συναίσθημα. Σήμερα σας καταλαβαίνω καλύτερα από ότι μπορείτε εσείς να καταλάβετε τον εαυτό σας. Δέξου τον…
-Σουζάνα…η Κάντυ είχε μείνει άφωνη. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε έρθει εδώ η Σουζάνα; Όχι για τον Τέρυ και όχι για τον εαυτό της. Μα για την Κάντυ. Η Σουζάνα πλησίασε τόσο κοντά το κρεβάτι, ξάπλωσε το κεφάλι της σχεδόν στην αγκαλιά της Κάντυ. 
-Έκανα κάτι πολύ άσχημο…διάβασα το γράμμα που του έστειλες, το έσκισα, τον πίεσα να με παντρευτεί και όταν εκείνος αρνήθηκε να με παντρευτεί και μου είπε να χωρίσουμε, πήγα στην τοπική εφημερίδα με τις προτροπές και τη βοήθεια της μητέρας μου και τον κατηγόρησα ότι αθέτησε τις υποσχέσεις του μελλονικού μας αρραβώνα, είπα ψέμματα ότι με άφησε για μία δεύτερη γυναίκα και εννοούσα εσένα, άφησα υπονοούμενα ότι ενώ του έσωσα τη ζωή αυτός με πρόδωσε. Ήθελα να τον εκδικηθώ επειδή ήταν σκληρός, δεν τον κατάλαβα ποτέ…ποτέ μου, τον κράτησα πίσω ενώ ήθελε να έρθει σε εσένα, ενώ ήξερα. Αν ο Τέρυ πέθαινε χτες βράδυ, εγώ, εγώ, που έλεγα ότι τον αγάπαγα, εγώ που υποτίθεται ότι του είχα σώσει τη ζωή, εγώ θα τον είχα οδηγήσει εκεί. Δύο χρόνια τώρα, εγώ υποδύομαι το θύμα για να τον έχω κοντά μου και εκείνος σιωπηλά υποδύεται ότι δεν τον πειράζει. Είμαστε και οι δύο εξαίσιοι ηθοποιοί. Μα εσύ δεν ζητάς τίποτα, έτσι δεν είναι; Δεν ζητάς παρά να είναι ευτυχισμένος, όπου και αν είναι, δεν ζητάς παραπάνω, γιατί ξέρεις τι πραγματικά σημαίνει να χάνεις τον άνθρωπο σου και να μην μπορείς να τον δεις, να τον φέρεις πίσω…η φωνή της Σουζάνας είχε πάρει μία τραγική χροιά. Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την Κάντυ στα μάτια. 
-Απάντησε μου, τι ζητάς; Τι θα του ζητήσεις; Ρώτησε ταραγμένη.
-Τίποτα, Σουζάνα, δεν έχω σκοπό να…
-Αυτό εμένα με σκοτώνει, με εξαφανίζει, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; 
Η Κάντυ καταλάβαινε απόλυτα τι ήθελε να πει η Σουζάνα. 
-Ναι αλλά…
-Ο Τέρυ δεν πρόκειται να σε αφήσει ποτέ ξανά. 
-Σουζάνα εσύ; Θελω να πω…
-Αν με πειράζει; Με όλα αυτά εγώ εξόρισα τον εαυτό μου από τη ζωή και την καρδιά του, χτες βράδυ τον ένιωσα όσο ποτέ άλλοτε όταν του πέρναγαν όλες αυτές οι σκέψεις από το μυαλό του. Ήμουν δίπλα του αλλά όχι κοντά του. Δεν καταλαβαίνεις Κάντυ; Αν ο Τέρυ, εγώ δεν θα μπορούσα να τον σταματήσω γιατί…Απέτυχα σαν γυναίκα εδώ και πολύ καιρό, μα το χειρότερο είναι ότι απέτυχα σαν άνθρωπος. Χάρη σου ζητάω, αλήθεια χάρη, να μπορώ να σταθώ δίπλα σας σαν αληθινή φίλη…αν μπορώ, αν αντέχετε να με αφήσετε. Ακόμα και τώρα σκέφτομαι τον εαυτό μου. 
-Σουζάνα, εσύ θυσίασες τον εαυτό σου για τον Τέρυ…
-Για τον Τέρυ που αγαπάει εσένα, τόσα χρόνια δίπλα του, δεν μπορούσα μα δω μέσα του ενώ εσύ…Δεν θα σε αφήσω τώρα εγώ να ξαναφύγεις, να τρέξεις, γιατί ο Τέρυ σε χρειάζεται και εγώ…αν θέλω έστω για ένα λεπτό να μπορώ να σταθώ πλάι του, να είμαι κάτι για αυτόν..κάτι πέρα από μία υποχρέωση που ούτως ή άλλως αποφάσισε να πετάξει, σε χρειάζομαι…
-Μα…
-Δεν χρειάζεται να σου πω να τον προσέχεις, ξέρω ότι κάνεις καλύτερη δουλειά από τον καθένα. Σε ευχαριστώ, που τον προστάτεψες. 
-Σουζάνα, εγώ δεν ήθελα ποτέ να γίνω εμπόδιο…
-Κάντυ, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω το χρόνο, δεν θα έπαιρνα τη θυσία μου, γιατί μόνο που τον ακόυω να γελάει, αισθάνομαι σαν να αναπνέω αλλά πίστεψε με, θα έκανα τα πάντα για να τον δω ευτυχισμένο. Είμαι ασυγχώρητη που επέτρεψα στον εαυτό μου να τον κάνει δυστυχισμένο. Τα τελευταία λόγια της Σουζάνας έφεραν στο μυαλό της Κάντυ την εικόνα του Τέρυ από το Ροκστόουν. «Και εγώ, και εγώ τον έκανα δυστυχισμένο», ήθελε να πει, αλλά αυτή ήταν μία άλλη συζήτηση. 
-θα τα ξαναπούμε, σύντομα, της είπε η Σουζάνα, έδειχνε βιαστική σαν να θέλει να φύγει. Ήταν ήδη στη μέση του δωματίου.
-Σουζάνα που πας; 
-Πάω να διορθώσω μία αδικία και θα ξανάρθω να δεις τι κάνεις, ελπίζω να μη με βαρεθείς, καταλαβαίνεις, της είπε και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Η Σουζάνα τσούλισε το καροτσάκι της, μέχρι που άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο. 
Η Κάντυ έκλεισε τα μάτια, η μορφίνη της έφερνε και ένα συναίσθημα ευφορίας, αλλά δεν ήταν μόνο αυτή… «Τέρυ». Η Σουζάνα βγήκε από το δωμάτιο αλλά ξαφνικά είδε στο διάδρομο τον Τέρυ και τον Άρτσι μπροστά της να την κοιτούν με διαπεραστικό, αποφασιστικό βλέμμα. 
-Τι της είπες; Ρώτησε ο Τέρυ μα δεν περίμενε απάντηση, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, αφήνωντας τη Σουζάνα και τον Άρτσι να κοιτάζονται πίσω του στο διάδρομο. 
-Δεν θα πάτε μέσα; Ρώτησε η Σουζάνα τον Άρτσι. 
-Καλύτερα όχι, τώρα, είπε ο Άρτσι, με χαμηλή φωνή. 
-Τότε θα μου κάνετε τότε μία χάρη; Ρώτησε η Σουζάνα με μία καλοσύνη που σήμερα της περίσευε.

Στα χέρια του Τέρενς Γκράντσεστερ

Η Κάντυ ξαφνιάστηκε καθώς είδε την πόρτα να ανοίγει και πάλι και μάλιστα τόσο απότομα και βιαστικά που σχεδόν τρόμαξε. 
-Τέρυ; Τον είδε να στέκεται μπροστά της ακόμα στην πόρτα και να την κοιτά. 
Ο Τέρενς την κοιτούσε λες και όλος ο κόσμος είχε σβηστεί τριγύρω του και πράγματι είχε, εδώ και αρκετές ώρες. Αν και το πρόσωπο της ήταν χλωμό, εξασθενημένο από την αιμοραγία και τον πόνο, τα χρυσά μαλλιά χρυσά έπεφταν τώρα στο μαξιλάρι και τα μάτια της… αυτά τα μάτια τον κοίταζαν με τόση προσδοκία, με τόση αγάπη. Έτρεξε δίπλα της και πριν ακόμα η Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ προλάβει να πει λέξη, την τύλιξε με τα χέρια του σε μία αγκαλιά, βάζοντας τα χέρια του μαλακά κάτω από την πλάτη της. Δε μίλαγε, δεν της είπε τίποτα. Και εκείνη πια δεν μίλαγε. Δεν τολμούσε να μιλήσει, να ονειρευτεί. Μα ζούσε ήδη ένα όνειρο. Γιατί ήταν μέσα στην αγκαλιά του, στα χέρια του Τέρενς Γκράντσεστερ, γιατί ανέπνεε το άρωμα του, γιατί το άγγιγμα του δυνατό, ζεστό, προστατευτικό, την διαπερνούσε, την έκανε να τρέμει και να θέλει να ξαναζήσει. «Μαζί του;» ρώτησε η εσωτερική της φωνή, χωρίς ίχνος όμως ειρωνείας. «Ναι, μαζί του», βροντοφώναξε μέσα της. «Για πάντα, μαζί του». Ένιωσε το σώμα του Τέρυ να τρέμει στα χέρια της, έκλαιγε. «Θεε μου, μην κλαις, δεν αντέχω να κλαις εσύ…». 
-Τέρυ, μη..είπε διστακτικά και τον αγκάλιασε με τα χέρια της. Σαν πουλί ο Τέρενς φώλιασε στο στήθος της. Έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας αυτή τη στιγμή της αμοιβαίας τρυφερότητας και αγάπης, την αίσθηση να τον έχει εκεί. 
Ακόμα και αν τον έχανε και έτρεχε πίσω στη Μονίκ σε μία ώρα, δεν την ένοιαζε, δεν την ένοιαζε τίποτα. Αυτή τη στιγμή ήταν στα δικά της χέρια και ήταν και οι δύο εκεί, ακόμα. Σε μία δύσκολη ζωή, όπου οι όμορφες μέρες του καλοκαιριού που κάποτε τους χαρίστηκαν, ήταν τώρα τόσο μακριά, μπορεί να μην ξανάρχονταν ποτέ, και οι δύο το ήξεραν, μα τα συναισθήματα τους τόσο ζωντανά, τόσο ακέραια ήταν ακόμα εκεί, αυτά δεν έφυγαν ποτέ. 
-Συγχώρεσε με, σε παρακαλώ, συγχώρεσε με…της είπε με φωνή που εξίσου έτρεμε ενώ την κοίταζε στα μάτια. 
- Σταμάτα, Τέρυ, σταμάτα αυτό το μελόδραμα, δεν το έκανα για σένα..όχι, καθόλου για σένα. Το έκανα για μένα, έτσι; Ναι, για εμένα το έκανα, του είπε με χαρούμενη φωνή. Εγώ δεν άντεξα να ζήσω μακριά σου, δεν θέλω καν να μου πεις ευχαριστώ, μία τόσο εγωιστική πράξη, δεν αξίζει καν…Τέρυ; Τέρυ;
Ήταν ήδη πολύ αργά για αυτό, γιατί τα χέρια του την είχαν τυλίξει και αν και η ίδια δεν μπορούσε να σηκωθεί, αυτός μπορούσε να ξαπλώσει και να σκύψει όλος από πάνω της και να τη φιλήσει. 
Μετά τη μορφίνη, αυτά τα φιλιά, αυτά τα χάδια, αυτός ο άντρας…όχι, κανένας θάνατος δεν ήταν πιο γλυκός, πιο ωραίος, κανένα ναρκωτικό πιο ισχυρό, από δύο κορμιά ενωμένα… σαν ένα. Αυτό ήταν, ήταν έκσταση. Σχεδόν δεν μπορούσε να αναπνεύσει μα ο άερας του δωματίου δεν ήταν αρκετός για να τη γεμίσει, δεν μπορούσε να κουνηθεί και όμως πέταγε, δεν μπορούσε να τον κρατήσει μα τον είχε. Τώρα ήταν αυτή που άρχισε να κλαίει …μα ήταν δάκρυα χαράς και όχι λύπης, ένωσης και όχι χωρισμού.
-Τέρυ..τον έσπρωξε, δεν άντεχε άλλο, δεν ήξερε τι να πιστέψει. Δεν μπορεί όλα αυτά να ήταν αλήθεια.

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:15 pm

Έπρεπε να ρωτήσει. 
-Τέρυ, η Μονίκ; 
-Η Μονίκ; Τη ρώτησε έκπληκτος. 
-Νόμιζα πως…
-Ήταν για τον Τσάρλι. Μία καλή πράξη για μία φίλη και ένα φίλο. Αλήθεια τι πίστεψες; 
Πολλά είχε πιστέψει αλλά δεν είχε σημασία τώρα, σημασία είχε μόνο όσα έγιναν. 
-Τέρυ, γιατί, γιατί έκανες κάτι τέτοιο; Γιατί δεν μου μίλησες; Γιατί δεν μου είπες τι έκανες; Πόσο καιρό τώρα μπλέκεις σε καυγάδες; Νόμιζες πως θα έμενε κρυφό; Γιατί πάντα χρειάζεσαι έναν τρόπο για να καταστρέψεις τον εαυτο σου; 
Ο Τέρυ την κοίταξε μελαγχολικά σχεδόν. Η ερώτηση της απαιτούσε να ανασύρει από τις μνήμες του μυαλού του ένα παρελθόν τόσο πικρό και αβάσταχτο…
-Γιατί δεν άντεχα, γιατί αυτός είμαι και δεν μπορώ να το αλλάξω, αδύναμος και μικρός, ασυγχώρητος. Έπρεπε να νιώσω ότι ζω, ότι έχω και εγώ κάτι δικό μου. Δεν μπορούσα να μην κάνω κάτι για να μην αντιδράσω, το είχα ανάγκη. 
-Εγώ φταίω, εγώ, πίστεψα σε κάτι που δεν υπήρχε, σε ότι διάβαζα και δεν πίστεψα σε σένα που ξέρω..τόσο καλά. 
- Δεν ήθελα να σου προκαλέσω πόνο μα φαίνεται πως δεν κατάφερα και κάτι καλύτερο. 
-Αυτό ισχύει και για μένα…
-Όχι μην το ξαναπείς αυτό..
-Παρόλα αυτά δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ ότι τόσο εύκολα με ξεγέλασες. Και μη το παίρνεις και πάνω σου γιατί δεν μπορώ ούτε το χέρι μου να σηκώσω για να σε φοβερίσω…
Τα μάτια του Τέρυ γέλαγαν μα όχι και τα χείλη του. Τον στεναχωρούσε αυτή η κατάσταση. Ήθελε να μην την πονέσει αλλά τώρα που όλα είχαν αποκαλυφτεί ήταν αδύνατο. Ωστόσο η Κάντυ ήθελε να μάθει τα πάντα. 
-Γιατί χώρισες την Σουζάνα; 
-Τι έκανε αυτή εδώ μέσα; Σου κλαιγόταν πάλι; Της είπε σχεδόν θυμωμένος. 
-Τέρυ μη μιλάς έτσι αυτό είναι αχαριστία.
-Αχαριστία…αν ήξερες πόσες φορές ευχήθηκα να ήμουν νεκρός, δεν θα μίλαγες έτσι. Υπήρχε κάτι που τον πλήγωνε πολύ και η Κάντυ το ένιωθε, το ύφος του και η στάση του, ο τρόπος του είχε αλλάξει…Χρειαζόταν να τον καθησυχάσει. Δεν θα τον έσπρωχνε στην κόλαση από όπου δύο χρόνια προσπαθούσε να δραπετεύσει, ακόμα και αν η Σουζάνα δεν είχε έρθει να τη δει, όχι μετά από όλα αυτά…
-Τέρυ…η Σουζάνα απλά μου ζήτησε να σε φροντίσω, φοβήθηκε πολύ και η ίδια από όλα αυτά, θέλει να έχετε καλές σχέσεις. 
-Σίγουρα..αφού αποφάσισε να μου τινάξει την καριέρα στον αέρα. Ήταν ακόμα θυμωμένος. 
-Νομίζω ότι αυτό διορθώνετε…, είπε γλυκά η Κάντυ. 
-Και εμείς; 
Η Κάντυ πρώτη φορά άκουγε αυτό το «Εμείς». «Εμείς;», δεν την είχε σκεφτεί ποτέ αυτή τη λέξη. Δεν ήξερε καν ότι υπήρχε, αλήθεια υπήρχε; Δίστασε, το ήθελε όπως οι τυφλοί το φως, μα δίσταζε, στη σκέψη ότι μπορούσαν, ναι μπορούσαν, η καρδιά της σκίρτησε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Ο Τέρενς έβαλε την παλάμη του στο πρόσωπο της που βρεχόταν τώρα…μα ήταν όμορφο, τόσο όμορφο.
-Τέρυ, εμείς…θέλω να πω. 
-Να μην πεις τίποτα, γιατί ότι και αν πεις, αυτή τη φορά, δεν θα μ' εμποδίσεις ούτε εσύ, Κάντυ Γουαιτ Άρντλευ…Και έτσι με ένα ακόμα θερμό φιλί, που ήρθε την πιο κατάλληλη στιγμή, διώχνοντας μακριά την αμφιβολία και την αμηχανία, η Κάντυ είπε «Αντίο», μα όχι στον Τέρυ αλλά σε αυτό το αβάσταχτο βάρος που κουβαλούσε μέσα της από τότε που χώρισε, αυτό που την κυνηγούσε δύο χρόνια τώρα και την έκανε να κρύβεται πίσω από ένα λόφο. Και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που ένα «αντίο» ήταν τόσο γλυκό και απόλυτο σαν την πληρότητα που μας χαρίζει ο έρωτας. Ω, ναι ήταν σκέτη απόλαυση. Σαν τα χείλη του Τέρυ που πίεζαν τα δικά της, σαν τα δάχτυλα τους που μπερδεύονταν στα μαξιλάρια, σαν την καρδιά της που χτυπούσε ασταμάτητα δίπλα σε μία άλλη καρδιά που χρόνια την περίμενε.

Ο Άρτσι περπατούσε νευρικά στο διάδρομο, «Μα τι κάνει τόση ώρα εκεί μέσα;» αναρωτιόταν. Είχε πάει στην εφημερίδα με τη Σουζάνα, την είχε πάει σπίτι και είχε γυρίσει. Μα ο Τέρυ δεν είχε βγει ακόμα από εκεί μέσα. Μόλις πήγε να ανοίξει την πόρτα ο Άρτσι άκουσε τις φώνες του και ξανακάθησε στην καρέκλα του. Τώρα ένα ακόμα εικοσάλεπτο είχε περάσει από τότε που γύρισε. «Είναι αδιανόητο, θα πάω να τη δω και θα με πετάξουν έξω οι γιατροί, είναι αναίσθητος και θα την απασχολεί με ανοησίες ενώ χρειάζεται ξεκούραση». 
Μ, η αλήθεια ήταν ότι ο Τέρενς ήταν αναίσθητος όσον αφορούσε τα συναισθήματα και τις ανάγκες του Άρτσι αλλά η παρουσία του δεν ήταν καθόλου ανόητη. Για τον απλό λόγο ότι ο Τέρενς Γκράντσεστερ εκείνη την ώρα «δούλευε» πολύ σκληρα για την ασθενή, χορηγόντας στην δεσποινίς Frenckles το πιο φυσικό και πιο ισχυρό παυσίπονο του σώματος, την ενδομορφίνη, αυτή που μόνο ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να δημιουργήσει μέσω της ερωτικής διέργεσης: με τα υγρά και διαχυτικά του φιλιά του, ο Τέρενς πετύχαινε το σκοπό του και η Κάντυ ως ασθενής αλλά και ως νοσοκόμα το ήξερε πολύ καλά και του το επέτρεπε ακόμα περισσότερο. 

Ευτυχισμένα χαμόγελα 

-Επιτέλους, θα κατασκήνωνες εκεί μέσα! Ο Άρτσι τον κοιτούσε σχεδόν έξαλλος. 
-Τώρα που το λες, του είπε ο Τέρυ και του έκλεισε το μάτι προχωρώντας στον διάδρομο, ο Άρτσι κατάλαβε αμέσως, εάν ο Τέρυ είχε τόσο τρελό κέφι σίγουρα δεν έφταιγε ο καιρός εκτός και αν ο σημερινός ήλιος είχε φακίδες και σκορπούσε φιλιά και υποσχέσεις. Ο Άρτσι μπήκε μέσα στο δωμάτιο, τραβώντας απαλά την πόρτα. Η Κάντυ ήταν…ευτυχισμένη, απλώς και μόνο ευτυχισμένη. Αλήθεια τι άλλο υπήρχε; Το έβλεπε στα μάτια και στο χαμόγελο της, έλαμπε, μπορεί να πονούσε, μα και πάλι έλαμπε. Ήταν σωστό, πολύ σωστό αυτό. Ήταν το καλύτερο. Πόσο καιρό είχε άραγε να τη δει έτσι; Κόντεψε να δακρύσει από αυτό το θείο κορίτσι που του χάριζε τώρα το μεγαλύτερο χαμόγελο της. Γιατί δεν το έβλεπε κανείς τόσο καιρό; Γιατί κανένας δεν βοήθησε, αυτήν που είχε βοηθήσει τους πάντες. Όχι άλλος χαμμένος χρόνος. Κάθησε δίπλα της στο κρεβάτι. 
-Αυτό είναι δικό σου, της είπε και έβγαλε τη φυσαρμόνικα. 
-Άρτσι, πάλι εσύ τη μάζεψες; 
-Σου έσωσε τη ζωή για να ξέρεις, της είπε και της χάιδεψε το κεφάλι. 
-Μου τα είπε ο Τέρυ, σου χρωστάω τη ζωή μου.
-Θέλω μόνο να είσαι καλά, με αυτόν που αγαπάς. 
-Άρτσι...
-Μας τρόμαξες πολύ, αλήθεια. Θέλω να ξέρεις ότι σ’αγαπώ, ότι πάντα σε αγαπούσα και και ότι θα μου λείψεις αφάνταστα. 
-Άρτσι…συγγνώμη, που δεν σε άκουσα τότε και σε έσπρωξα στην αγκαλιά της Άννυ, δεν είχα αυτό το δικαίωμα, το ξέρω αυτό τώρα…
-Θα σου ζητήσω μόνο να προσέχεις και να μου γράφεις..να γράφεις σε μένα..για μένα. 
- Άρτσι, ήσουν πάντα δίπλα μου, εσύ και ο Στήαρ, μου δώσατε τόσο αγάπη. Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ που καταλαβαίνεις. Ο Άρτσι την πήρε αγκαλιά. Ήταν τόσο όμορφα τα συναισθήματα καθώς απελευθερωμένα και απενεχοποιημένα σκορπούσαν σαν αόρατη ενέργεια στην ατμόσφαιρα. Της μετέδιδαν τόση εσωτερική γαλήνη και ηρεμία. Ο γιατρός Μαρκ άνοιξε την πόρτα διακριτικά. 
-Δεσποινίς Άρτλευ, καιρός να ξεκουραστείτε και να ηρεμήσετε, είπε. 
-Μα γιατρέ, αυτό κάνω…γέλασε η Κάντυ. Ο Μαρκ χαμογέλασε, ναι ήταν αλήθεια, μπορούσε ακόμα και αυτός να το αισθανθεί. 

Μία δοκιμασία για γερές φακίδες

Ήταν απόγευμα πάνω από την Νέα Υόρκη και η Κάντυ μετά από ένα μεσημεριανό ύπνο, άνοιξε και πάλι τα μάτια της. Ο ήλιος κόντευε να πέσει, ήταν ένα υπέροχο δειλινό, μπορούσε να το δει από το παράθυρο της. Η πόρτα της άνοιξε και ο Τέρενς μπήκε μέσα κρατώντας, το βραδινό. Προφανώς οι νοσοκόμες θα του εμπιστεύονταν και την ζωή τους ακόμα, όχι μόνο το φαγητό της Κάντυ. 
-Τέρυ; Τι κάνεις εδώ δεν γύρισες σπίτι σου; Πότε θα πας να ξεκουραστείς;
-Μα κοιμήθηκα, Κάντυ.
-Ε που;
-Εδώ μέσα, οι νοσοκόμες μου έδωσαν ένα άδειο δωμάτιο ενώ κοιμόσουν και έτσι ξεκουράστηκα αρκετά. Ο Τέρυ έβαλε το δίσκο πάνω στο τραπέζι και γύρισε κοντά της με ένα πιάτο σούπας και ένα κουτάλι. 
-Αλήθεια; Εγώ δεν θυμάμαι να αφήναμε τους επισκέπτες να κοιμούνται. Ξενοδοχείο το πέρασες;
-Εγώ; Όχι. Οι νοσοκόμες επεμέναν, της απάντησε ήρεμα ενώ κάθησε δίπλα της στην πολυθρόνα. 
-Χμ, δεν μ’αρέσει καθόλου αυτό! 
Ο Τέρυ έβαλε ξαφνικά τα γέλια. 
-Α Κάντυ, θυμάσαι αυτή τη στριμένη νοσοκόμα στο Σικάγο; Αν ήταν αυτή εδώ, θα με είχε βγάλει πάλι στην αυλή…
-Αυτή η στριμένη; Τη Φράνυ εννοείς; Τον μάλωνε τώρα ή τουλάχιστον προσπαθούσε. 
-Ναι, ναι, δεν θυμάμαι πως τη λένε αλλά φαίνεται να σε έχει επηρεάσει…
-Δεν είναι αστείο Τέρυ, η Φράνυ πήγε στην πρώτη γραμμή του πολέμου, όπως και ο Στήαρ. Η Κάντυ είχε ένα μοναδικό τρόπο να προσγειώνει τον Τέρυ ή ήταν αλήθεια η ζωή η ίδια;
-Συγγνώμη Κάντυ. Πως είναι ο Στήαρ; 
-Τερυ, δεν ξέρεις τίποτα, δεν σου είπε ο Άρτσι;
-Να μου πει τι; 
-Ο Στήαρ πέθανε, σκοτώθηκε…
Ο Τέρενς είχε μείνει άφωνος. Πόσα έγιναν και την πόνεσαν και εκείνος ήταν απών, χωρίς να μπορεί να σταθεί δίπλα της, τι τραγικό λάθος, να είναι μόνη της, τόσο μόνη της. Ήθελε να το αναπληρώσει, να σβήσει τον πόνο που τότε δεν μπορούσε. Θα το έκανε και για τους δύο. 
-Λυπάμαι, ήταν πολύ καλό παιδί…
-Ναι ήταν, αν και τον κορόιδευες…του είπε αυτή για να ελαφρύνει το κλίμα. 
-Κάντυ, αυτό το κάνω μόνο για όσους συμπαθώ, πραγματικά. 
Η Κάντυ γέλασε τρυφερά, ναι είχε δίκιο, ο Τέρυ ή θα ασχολιόταν ή δεν θα ασχολιόταν, όπως και να’χε, είχε ένα μοναδικό τρόπο να χαρακτηρίζει τους ανθρώπους γύρω του. 
-Α, ώστε για αυτό με κοροϊδευες για τις φακίδες μου; Ε; Το ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι σου άρεσαν. 
-Κάντυ μόλις γίνεις καλά, τις θέλω αυτές τις φακίδες…, της είπε στριφογυρίζοντας το κουτάλι στη σούπα. 
Η Κάντυ γέλασε από τα βάθη της ψυχής της αλλά ο πόνος πάλι τη σταμάτησε. Ο Τέρυ πάντα ήθελε τις φακίδες της και αν οι φακίδες της ήταν φαγητό ο Τέρυ τις είχε φάει όλες το πρωί.
-Τέρυ, όταν γίνω καλά θα πρέπει να γυρίσω στο Σικάγο και στα παιδιά. 
Αυτό ήταν ένα θέμα που τον άγχωνε. Αλλά αυτή τη φορά ακόμα και αν ο κόσμος γυρνούσε ανάποδα δεν θα την άφηνε. 
-Θα σταματήσω τις παραστάσεις, αλλώστε μετά το φιάσκο της Σουζάνας με τις εφημερίδες, ίσως είναι καλύτερα να δώσουμε χρόνο για να ξεχαστεί όλο αυτό. 
-Τέρυ, δεν θέλω να το κάνεις αυτό για μένα.
-Κάντυ, η σούπα σου έχει κρυώσει, μήπως είναι καλύτερα να τη φας; Ο Τέρυ άρχισε να την ταίζει σαν να ήταν μικρό παιδάκι. Παρόλο που δεν της άρεσε να πιέζεται να φάει, η Κάντυ υποχώρησε στην προσοχή που της έδειχνε. 
-Δεν το κανω αυτό για εσένα αλλά για εμένα, άλλωστε πολλά έχουν συμβεί και δεν σκοπεύω να σε ξαναχάσω. Ο καιρός θα μας πάρει την ανασφάλεια αλλά μέχρι να γίνει αυτό, ας κάνουμε αυτό που αισθανόμαστε, της είπε γλυκά καθώς την ταίζε. 
-Αύριο θα έρθει ο Άλμπερτ, σωστά;
-Ω, ναι το είχα ξεχάσει αυτό. Αλήθεια που είναι ο Άρτσι; (Ναι η Κάντυ κόντευε να ξεχάσει τα πάντα με τον Τέρενς δίπλα της). 
-Τον έστειλα στο ξενοδοχείο να ξεκουραστεί. Ήταν πολύ κουρασμένος. Λοιπόν δεν μου απάντησες για τον Άλμπερτ. 
-Μάλλον, Τέρυ, ελπίζω να είναι καλύτερα.
-Σαν κηδεμόνας, ελπίζω να μην έχει αντίρρηση. 
-Αντίρρηση για ποιο πράγμα; Η Κάντυ ρώτησε αθώα αλλά τα κόκκινα μάγουλα της ήταν η πιο τρανή απόδειξη της πλήρους γνώσης της επί του αντικειμένου. 
-Μα, ξέρεις γιατί μιλάω, είπε τρυφερά και της έδωσε και την τελευταία κουταλιά. Ναι, ο Τέρυ είχε ένα πολύ ρομαντικό τρόπο να κάνει προτάσεις γάμου, χειρότερα δε από οποιονδήποτε άλλον. Αλλά η Κάντυ δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τα τυπικά του θέματος, παρά μόνο για την ουσία. 
-Τέρυ, δεν …
-Έχεις αντίρρηση; Μήπως δεν σου αρέσει το Γκράντσεστερ; Την ρώτησε δήθεν ανήσυχα. 
-Όχι, όχι μία χαρά είναι αλήθεια, είπε σαν κατακόκκινη ντομάτα. 
-Ναι και εγώ νομίζω ότι σου ταιριάζει, της είπε με επιδοκιμαστικό ύφος και της έδωσε ένα φιλί στα χείλη. Οι φακίδες της θα δοκιμάζονταν για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα και με τόσα χάδια και φιλιά, η Κάντυ ευχήθηκε, να αντέξουν αυτή τη δοκιμασία, γιατί αν μη τι άλλο, αύριο ερχόταν ο Άλμπερτ και όλα έπρεπε να είναι στη θέση τους. 



Μια αναγκαία καληνύχτα

Παρόλο που ο Τέρυ δεν ήθελε να φύγει καθόλου και ήταν έτοιμος να περάσει όλη τη νύχτα στην πολυθρόνα με το πρόσωπο του στο μαξιλάρι της Κάντυ και τα χείλη της δίπλα στα δικά του, η Μάρτζ είχε μία τελείως διαφορετική άποψη. 
-Λυπάμαι κύριε Γκράντσεστερ αλλά πρέπει να φύγετε, δεν επιτρέπονται οι επισκέψεις μετά από τις οκτώ και δεν μπορείτε να μείνετε ως συνοδός στο δωμάτιο της γιατί είστε άντρας, μόνοι οι γυναίκες επιτρέπονται στην περίπτωση της, του είπε με ευγένεια αλλά και αποφασιστικότητα όταν πήγε να διαμαρτυρηθεί στο γραφείο των νοσοκόμων για την υποχρεωτική αποχώρηση του. 
- Δεν θα την ενοχλήσω, θα κάνω ησυχία…
Η Μαρτζ κόντευε να βάλει τα γέλια με το ύφος και την απάντηση του (που ταίριαζε περισσότερο σε δεκάχρονο μαθητή παρά σε διάσημο ηθοποιό) αλλά κρατήθηκε. 
-Λυπάμαι αλλά αυτοί είναι οι κανονισμοί του νοσοκομείου.
-Θέλω να μιλήσω με τη διεύθυνση…
-Έχει πάει σπίτι της και αυτή. 
-Με τους γιατρούς…
-Το ίδιο θα σας απαντήσουν, λυπάμαι αλλά πρέπει να φύγετε. 
-Θα είναι μόνη της όλο το βράδυ; αν χρειαστεί κάτι…
-Μπορείτε να ζητήσετε από τις νοσοκόμες κάποια αποκλειστική, θα ειδοποιήσουμε κάποια συνάδελφο αν ανησυχείτε τόσο πολύ, αν και δεν υπάρχει λόγος, θα την κοιτάμε όλο το βράδυ.
-Ωραια, δεν φεύγω…μπορείτε να με βγάλετε έξω, αν τα καταφέρετε. 
Η Μαρτζ ένοιωσε να της ανεβαίνει το αίμα το κεφάλι. 
-Κύριε Γκράντσεστερ, προσπαθήστε να καταλάβετε, θα βρω το μπελά μου, δεν επιτρέπεται. Σκεφτείτε λίγο ότι θα σας δουν οι γιατροί και θα προκαλέσετε φασαρία άνευ λόγου και αιτίας. 
Ο Τέρενς κοίταξε τη Μαρτζ, μία αρκετά νεαρή νοσοκόμα, περίπου στην ηλικία του με ξανθιά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Ήταν αρκετά συμπαθητική και έδειχνε ευδιάθετη και με κατανόηση. Μπορούσε να διαισθανθεί ότι τον συμπαθούσε και ότι απλώς προσπαθούσε να κάνει τη δουλειά της. Μία φασαρία θα ήταν κακή για όλους και προτίστως για την Κάντυ. Με μισή καρδιά, μπορεί και καθόλου, γιατί ήξερε ότι έπρεπε να φύγει, ξαναγύρισε στην Κάντυ.
-Τέρυ να πας να ξεκουραστείς, του είπε αυτή γλυκά.
-Μα είμαι ξεκούραστος, της είπε και της φίλησε το χέρι. Αυτή η απρόσμενη διαχυτικότητα του Τέρυ έκανε την Κάντυ να κοκκινίζει. 
-Τέρυ, φύγε πια από εδώ, γιατι θα ζητήσω εγώ να σε πετάξουν έξω, μη με κανεις να αισθάνομαι άσχημα, δεν θέλω να σε κουράζω, του είπε και πήρε το χέρι της. Μα αφού δεν είχε το χέρι της να παίζει ο Τέρυ χρειαζόταν κάτι… «κάτι καλύτερο» σκέφτηκε πονηρά και έσκυψε και πάλι από πάνω της. Η Κάντυ έκλεισε τα μάτια απότομα και ενώ πήγε να τον απομακρύνει τελικά άφησε τα χέρια της να πέσουν στο στρώμα γιατί νόμιζε πως θα λυποθυμούσε τόσο βαθιά που τη φίλαγε.
-Χμ, χμ, κύριε Γκράντσεστερ, έκανε η Μαρτζ από την μισάνοιχτη πόρτα, φτάνει αρκετα για σήμερα. (Πράγματι ο Τέρυ είχε καταχραστεί και με το παραπάνω τη φήμη του και ην πέραση στις νοσοκόμες) Ο Τέρυ έπεσε από τον ουρανό στη γη και αφού αποχαιρέτησε γλυκά την Κάντυ, αναγκαστικά πήρε το δρόμο για το σπίτι της μητέρας του. 
-Α, κύριε Γκράντσεστερ, είπε η Σιμόν που άνοιξε την πόρτα, η κυρία Έλινορ είναι στο θέατρο, μου είπε ότι θα ερχόταν μετά σπίτι σας να σας δεί. Δεν θα περάσετε μέσα; 
Αυτό ήταν καλό, πολύ καλό και περίπου όπως το είχε προβλέψει, αν η μητέρα του πήγαινε σπίτι του ο Τσάρλι και η Μονίκ, θα την έστελναν κατευθείαν στο νοσοκομείο. Και η Έλινορ ήταν γυναίκα, επομένως η Κάντυ δεν θα έμενε μόνη της όλο το βράδυ. Για την ώρα αισθάνθηκε ικανοποιημένος. 
-Κύριε Γκράντσεστερ, δεν θα περάσετε μέσα; Επανέλαβε η Σιμόν που τον έβλεπε να στέκεται σκεπτικός στο κατώφλι.
-Όχι, τώρα, πες τη μητέρα μου αν γυρίσει εδώ, ότι θα ξανάρθω. 
-Μάλιστα, είπε η Σιμόν και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Αυτό το αγόρι της Μπέικερ ήταν πάντα τόσο απρόβλεπτο.

Ο ηττημένος του αγώνα 

Ο αέρας της νύχτας πάντα κρύος και ερεθιστικός για τις αισθήσεις του συνόδευε τα βήματα του καθώς ο Τέρενς κατευθυνόταν προς τις αποβάθρες. Η άθλια αυτή κοινότητα έπαιρνε ζωή αυτή την ώρα. Οι πόρνες κυκλοφορούσαν στους δρόμους και οι ζητιάνοι πλημμύριζαν τις γωνιές και τα πόστα, αναζητώντας το καθημερινό τους μεροκάματο από τις τσέπες των περαστικών. ‘Ηταν μία πολύβουη νύχτα. Στο δρόμο του για το μπαρ του Έρικ ο Τέρενς περνούσε αδιάφορα και βιαστικά ανάμεσα από όλο αυτό το πλήθος. Είχε ακόμα έναν ανοιχτό λογαριασμό με αυτόν τον αιμοβόρο και αρπακτικό κόσμο. Καθώς περπατούσε γρήγορα, έπεσε πάνω σε κάποιον περαστικό και άνοιξε τα μάτια με κατάπληξη όταν ένα δευτερόλεπτο αργότερα διαπίστωσε ότι αυτός που σκούντηξε και ουσιαστικά έριξε κάτω στο έδαφος δεν ήταν άλλος από τον Νηλ. 
-Νηλ;
-Τέρυ; Πως περπατάς έτσι; Δεν βλέπεις ούτε που πηγαίνεις, κόντεψες να με σκοτώσεις, διαμαρτυρήθηκε ο Νηλ ενώ σηκωνόταν και τίναζε την σκόνη του πεζοδρομίου από πάνω του. Αυτή η συνάντηση δεν ήταν ότι καλύτερο. Ειδικά σήμερα και τώρα. Έπρεπε να φύγει πριν να αρχίσει τις ερωτήσεις ο Γκράντσεστερ. 
-Πως είναι η Κάντυ; Ρώτησε προσπαθώντας να στρέψει αλλού τη συζήτηση. 
-Αλήθεια σε νοιάζει; Δεν θυμάμαι να ήσουν εκεί χτες. 
-Ελά Τέρυ, ξαδέλφη μου είναι, μη γίνεσαι σαν τον Άρτσι, απλώς ήταν βαρύ το κλίμα και δεν άντεχα. Θα περνούσα αργότερα. Έλα, τώρα, πες μου πως είναι. 
-Είναι καλά, απάντησε ο Τέρυ με ψυχρότητα. «Ξαδέλφη του; Που πήγε το κορίτσι των στάβλων;» αναρωτιόταν από μέσα του ο Τέρενς. 
-Θα περάσω…
-Καλύτερα όχι, δεν νομίζω να της προσφέρει τίποτα η επίσκεψη σου…
-Είσαι αγενής και θρασύς όπως πάντα. Αλλά μη χαίρεσαι, του είπε με χαιρέκακο ύφος ο Νηλ. Θα τα ξαναπούμε και έφυγε βιαστικά σαν τον κυνηγημένο. Ο Τέρυ γύρισε και είδε τον Νηλ που χανόταν μέσα στο πλήθος. Ο Νηλ ήταν περίπτωση. Αλλά έπρεπε να περιμένει γιατί τώρα ήταν η ώρα για μία άλλη πιο εξαιρετική και δύσκολη περίπτωση και ότι άρχισε, έπρεπε να τελειώνει. Αποφασιστικά μπήκε μέσα στο μπαρ του Έρικ. 

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:16 pm

Αν και το μπαρ ήταν γεμάτο από ταλαιπωρημένους μετανάστες, μεθυσμένους γέρους και αγριεμένες φάτσες, ο Έρικ δεν φαινόταν πουθενά. Πλησίασε το μπαρ και ρώτησε τον μπάρμαν. Η απάντηση που πήρε τον ξάφνιασε. Ο Έρικ ήταν κλεισμένος πάνω στο δωμάτιο και δεν ήθελε να δει κανέναν. Αν και δεν ήταν ότι καλύτερο και πιο συνετό, ο Τέρενς πήρε το δρόμο για τις σκάλες και άρχισε να τις ανεβαίνει. «Μάλλον αυτή είναι η τελευταία φορά» σκέφτηκε με ανακούφιση. Γνώρισε τόσο καλά αυτό το μπαρ, έχοντας ανέβει και κατέβει πολλές φορές αυτές τις σκάλες παρέα με τη Μονίκ ή και μόνος. Χτύπησε την πόρτα. 
-Ποιος; Ο Έρικ δεν ήταν στην καλύτερη διάθεση.
Ο Τέρυ άνοιξε την πόρτα, ο Έρικ καθόταν πάνω στο κρεβάτι αγκαλιά με ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι ουίσκι. Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο. Παρόλο που ο Έρικ δεν περίμενε να τον δει τόσο σύντομα μετά από αυτό το σκηνικό, δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται. Κοίταζε τον Τέρυ με έναν αέρα απάθειας, λες και ήταν σκέτος αέρας. 
-Έρικ τι κάνεις; 
-Μεθάω ανόητε. Θέλω ησυχία. Ο Τέρυ έβλεπε σε αυτόν τον αλλιώτικο, μισομεθυσμένο Έρικ κάτι από τον δικό του πολύ πρόσφατο εαυτό. Αλλά και πάλι, έτσι ήταν ο Έρικ. Οξύθυμος και κερδοσκόπος, τελειωμένος μα ισχυρός, απόλυτος με μία δική του αίσθηση δικαίου κατάλληλη μόνο για αυτήν την περιοχή, προορισμένη αποκλειστικά για αυτήν. Τώρα ο Τέρυ χρειαζόταν αυτή την αίσθηση δικαίου που ο Έρικ έκρυβε μέσα του, το ότι τον έπιανε τυχαία σε μία στιγμή αδυναμίας ίσως ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία για να του την βγάλει. Ίσως και όχι.
-Έρικ τι απέγινε ο Σάμουελ; Ρώτησε ενώ πήγε στο παράθυρο. 
-Τον σκότωσα, δεν τον είδες; Φυσικά και το είδε με μεγάλη ικανοποίηση μάλιστα, γιατί αν δεν το έκανε ο Έρικ, τότε θα το έκανε ο ίδιος αργά ή γρήγορα. Όταν άκουσε το διαπεραστικό κρότο ένιωσε να επανέρχεται στην πραγματικότητα μετά από ένα μακρύ ταξίδι. Κράταγε στα χέρια του την ζωή του την ίδια και αυτή ψυχοραγούσε.. πέθαινε…τα χέρια του κόκκινα. Μία φρικιαστική ανάμνηση. Πήρε το μπουκάλι ουίσκι και ένα ποτήρι από το μικρό μπαρ του δωματίου και έβαλε μία δόση, την κατέβασε μονορούφι. 
-Τι απέγινε το κοριτσάκι; Ρώτησε ο Έρικ. 
-Το κοριτσάκι έζησε. 
-Πάλι καλά, δεν μου αρέσουν αυτά. 
-Ήταν ασταθής και το ήξερες, του είπε ο Τέρυ. Ναι, ήταν ευθύνη του Έρικ αυτό.
-Δεν το περίμενα, αυτό. Πήγα να το διακόψω και δεν πρόλαβα αλλά και εσύ μπορούσες να σταματήσεις και το ήξερες. 
-Γιατί τον σκότωσες;
-Γιατί ήταν τραγικό αυτό που έγινε και μία μέρα αν άνοιγε το στόμα του θα μας πήγαιναν όλους μέσα και εσένα ακόμα. Κανένας δεν μιλάει εδώ γύρω αλλά αυτός ήταν τρελός, δεν μπορούσα να τον ελέγξω. Για αυτό, όποιον δεν μπορώ να ελέγξω…χμ, που είναι το ουίσκι μου; Έκανε ο Έρικ βλέποντας ότι του έλειπε. 
-Εδώ είναι, είπε ο Τέρυ και του έδωσε το μπουκάλι. 
Ο Έρικ το πήρε από τα χέρια του Τέρυ και άρχισε να το κατεβάζει με γρήγορες γουλιές. 
-Που είναι η Μονίκ; Ρώτησε ο Έρικ με θυμωμένο ύφος. 
-Δεν ξέρω, του απάντησε ο Τέρενς. Ο Έρικ σηκώθηκε από το κρεβάτι και με μία βίαιη κίνηση έσπρωξε τον Τέρυ στον τοίχο. 
-Μη με κοροϊδεύεις εμένα, μαζί σας έφυγε. Είναι με αυτόν τον αλήτη; Τον Τσάρλι, τον φίλο σου, έτσι; Να της πει να γυρίσει πίσω. 
Ο Τέρυ έσπρωξε τον Έρικ από πάνω του. 
-Να την βάλεις πάλι να δουλεύει σε αυτό το μπουρδέλο; Του φώναξε ο Τέρυ, είχε χάσει την υπομονή του με τον Έρικ. 
-Ναι, ναι, ναι! Φώναξε ο Έρικ και κλώτσησε μανιασμένα μία καρέκλα που εκσφενδονίστηκε στη γωνία. Μα η έκρηξη αυτή της σκληρότητας δεν ικανοποιήθηκε μέσα του. Άρχισε να κλωτσάει μανιασμένα την καρέκλα. Την χτυπούσε τόσο βίαια και δυνατά που τα ξύλινα ποδάρια της άρχισαν να σπάνε και όταν ο σκελετός κόπηκε στα δύο, ο μελανιασμένος στα πόδια Έρικ, έπεσε στο πάτωμα. Η σιωπή απλώθηκε ανάμεσα τους. Ο Τέρενς τον παρατηρούσε ψύχραιμα, αυτή η βία που κατοικούσε μέσα στον Έρικ, του ήταν οικεία και γνώριμη. Στις χειρότερες μέρες και ώρες του…Την ήξερε, την αναζητούσε, την προκαλούσε. 
-Δεν σε θέλει Έρικ, του είπε ωμά με κίνδυνο να καταλήξει αυτός η επόμενη καρέκλα.
-Γιατί; Ο Έρικ δεν τον κοιτούσε καν. Κοιτούσε το πάτωμα σε μία αξιολύπητη κατάσταση. Μπορείς να μου πεις γιατί; Της ζήτησα να σταματήσει, δεν ήθελα να είμαι νταβατζής της αλλά αυτή ήθελε αυτόν, τον περίμενε, ήξερε ότι δεν θα την άφηνα ποτέ αλλά τον περίμενε. Αυτή διάλεξε τη μοίρα της, χρόνια τώρα…Βαρέθηκα να ακούω το όνομα του, όταν τον ξαναείδα εδώ μέσα, τρελάθηκα. Ήθελα να τον λιώσω την ίδια ώρα και στιγμή αλλά ήθελα και να τον εκδικηθώ. Και εσύ θέλεις να τον βοηθήσεις. Θα σε σκοτώσω και εσένα και όλους. 
-Αν θέλεις πραγματικά να με σκοτώσεις γιατί δεν το κάνεις; 
-Γιατί…περιμένω να γυρίσει, να της πεις να γυρίσει, δεν θα την πειράξω, το υπόσχομαι, πες της να γυρίσει. Ο Έρικ ούρλιαζε και χτυπούσε το χέρι του στα πατώματα. Η κατάσταση χειροτέρευε. Αυτό ήταν κάτι πέρα από τις προβλέψεις του Τέρυ. 
-Δεν θα γυρίσει Έρικ και το ξέρεις, αν την αγάπησες ποτέ έστω και λίγο, άσ’την ήσυχη, είπε ο Τέρενς και άνοιξε την πόρτα για να φύγει. 
-Τότε πες της…να μη γυρίσει ποτέ αλλά και να μην την δω ποτέ, ούτε αυτόν, ούτε αυτήν. Θα τους σκοτώσω, αν τους δω, στο ορκίζομαι, ακόμα και στη μέση της λεωφόρου, θα τους σκοτώσω. 
Ο Τέρυ δεν κοίταξε πίσω του ωστόσο έβγαλε την επιταγή και την άφησε πάνω στο τραπέζι που ήταν δίπλα στη γωνία. Ήθελε να τελειώνει…
Αυτό που φαινομενικά ήταν ένα παιχνίδι, είχε καταλήξει σε μία αιματοχυσία. Ο αγώνας χάρης στην τρέλα και τους δαίμονες του Σάμουελ είχε μια τραγική κατάληξη για όλους. Ποτέ τίποτα δεν ήταν εύκολο. Όπως ο Τέρενς έτσι και ο Έρικ δεν περίμενε ένα τέτοιο τέλος.
Όχι, ο Έρικ περίμενε μία εύκολη και σίγουρη νίκη, όχι όμως μία παρ’ολίγον ψυχρή δολοφονία. Ο αγώνας ακυρώθηκε δεν είχε ποτέ νικητή και ηττημένο, ο Έρικ επέστρεψε σχεδόν όλα τα λεφτά των στοιχημάτων. Μα όταν η Μονίκ δεν επέστρεψε κατάλαβε ότι αυτός ο αγώνας είχε σίγουρα έναν ηττημένο. Είχε υποτιμήσει τους πάντες από την επικυνδινότητα και την αστάθεια του Σάμουελ ως και τις αντοχές και τη ψυχραιμία του Τέρενς ως και την αγάπη ακόμα. Όλα του είχαν ξεφύγει από τα χέρια, ακόμα και η Μονίκ, που μια ζωή την είχε ως το ένα και μοναδικό δεδομένο. Τώρα ήταν θυμωμένος με όλους και με όλα. Το δωμάτιο γύριζε γύρω του, τα έπιπλα ήταν στον αέρα. Έκλεισε τα μάτια και έπεσε μπρούμυτα στο πάτωμα. Μπορούσε επιτελους να κλάψει, ο Τέρενς είχε φύγει. Ήταν πάντα σκληρός και απότομος, βίαιος και λειψός, μα τώρα είχε φτάσει στο σημείο μηδέν. Ίσως ό,τι ανθρωπιά του είχε απομείνει να εξαντλήθηκε στη Μονίκ, όταν είπε στον Τέρυ ότι θα την σκότωνε στη μέση του δρόμου. Τώρα, δεν είχε μείνει τίποτα. 

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:17 pm

Τα κοστούμια του κύριου Γουίλλιαμ Άρντλευ

Ο Άλμπερτ, ο γνωστός σε όλους μας, αγαπημένος φίλος και κηδεμόνας της Κάντυ, κοιτούσε έξω από το παράθυρο του τρένου. Αλλά δεν μπορούσε να δει και πολλά πράγματα καθώς το σκοτάδι είχε τυλίξει τη γη. Ήταν πολύ καλύτερα στην υγεία του, καθώς το πνευμονικό του οίδημα είχε υποχωρήσει, αφήνοντας του μόνο ένα ελαφρύ κρυολόγημα, στο οποίο ο Άλμπερτ δεν έδινε καμία σημασία. Είχε φύγει αμέσως από το Σικάγο, λίγες ώρες μετά από το πρωινό τηλεγράφημα του Άρτσι. 
Ηταν ανήσυχος αλλά και ενθουσιασμένος. Δύο μάλλον αντιφατικά συναισθήματα που ο Άλμπερτ κατάφερνε να ισορροπεί αριστοτεχνικά μέσα του. Ανησυχούσε για τον Τζωρτζ και την κατάληξη αλλά ήταν ενθουσιασμένος που θα περνούσε λίγες ώρες με τη μικρή και αγαπημένη του Κάντυ. Επιτέλους, μετά από ένα μακρύ ταξίδι και αρκετές μέρες που τόσο του είχε λείψει, θα την ξανάβλεπε. 
Αν και την είχε αναζητήσει το επόμενο πρωί, όταν διαπίστωσε ότι είχε φύγει από την έπαυλη μέσα στη νύχτα, το παιδί που έστειλε στο ορφανοτροφείο, τον ενημέρωσε ότι η Κάντυ είχε αποφασίσει να πάει στη Νέα Υόρκη. Ο Άλμπερτ γνώριζε πολύ καλά τι σήμαινε η πόλη αυτή για την Κάντυ. Και η αλήθεια είναι ότι δεν του άρεσε η ιδέα, ότι υπέβάλλε τον εαυτό της σε μία τέτοια δοκιμασία, που μόνο άσχημες μνήμες και συναισθήματα θα της επέφερε. Μέσα του όμως υπέθετε ή ήλπιζε ότι η Κάντυ για να πηγαίνει στη Νεα Υόρκη είχε καταφέρει να ξεπεράσει τον Τέρυ ή προφανώς ένιωθε πιο άνετα με την κατάσταση τους. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε προβλέψει μία τέτοια εξέλιξη, τους περίμενε να γυρίσουν σύντομα κοντά του. 
Το τηλεγράφημα όμως του ΄Αρτσι, τον αιφνιδίασε. Το ραντεβού τους με τη συμμορία κατέληξε στον όλεθρο. Τα χρήματα είχαν εξαφανιστεί, κλαπεί με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί να αποδείξει και η συμμορία κρατούσε όχι τον Νηλ, που ήταν ο υπαίτιος όλης αυτής της καταστάσεως αλλά τον Τζωρτζ, τον πιο πιστό του φίλο και συνεργάτη. Η τετραγωνισμένη λογική του Άλμπερτ δοκιμαζόταν υπό το πρίσμα μία τέτοιας εξέλιξης. Ο Νηλ έπρεπε να του απαντήσει σε πολλά μα σε πάρα πολλά ερωτήματα. Αν και αυτές οι καταστάσεις πραγματικά τον έκαναν να θέλει να ανοίξει το παράθυρο και να διαφύγει σαν τον κλέφτη, όπως άλλωτε. Μέσα του ήλπιζε πραγματικά να μπορούσε. 
Αυτός ο ρόλος, που από παιδί του προόριζαν δεν του θύμιζε σε τίποτα τον ανέμελο εαυτό του που γύριζε την υδρόγειο με ένα σακίδιο. Αυτά τα κοστούμια δεν του πήγαιναν ποτέ στα μέτρα του και ακόμα και ο καλύτερος ράφτης δεν μπορούσε να του τα προσαρμόσει. Ο Άλμπερτ γέλαγε και πίστευε ότι αυτό δεν ήταν τυχαίο. 
Μα δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να τα πετάξει από πάνω του, ήταν ευθύνη του αυτή η οικογένεια και τη φορούσε όπως ακριβώς και αυτά τα σακάκια με περίσια υπομονή και ανοχή, και ας μην ταίριαζαν στο σώμα, στο στιλ, στο γούστο του. Δυστυχώς έτσι είναι ο κόσμος και κυρίως οι οικογένειες που δεν τις επιλέγεις. Αλλά εκείνος είχε καταφέρει να επιλέξει έναν άνθρωπο ανάμεσα στα «κοστούμια» της ζωής, ένα ιδιαίτερο και μοναδικό κορίτσι που του ταίριαζε απόλυτα, λες και ήταν κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του. Η θετή του κόρη, η Κάντυ, του θύμιζε τόσο πολύ τον εαυτό του, το πιο αυθόρμητο κομμάτι του, τον Άλμπερτ και όχι τον Γουίλλιαμ Άρντλευ. Τον Άλμπερτ που ήθελε να κρατήσει ζωντανό και ας μην ήταν ποτέ του αυτό, το αληθινό του όνομα. Ήταν όμως ο πραγματικός του εαυτός. Για αυτό το λόγο στη ζωή του το ξανθό αυτό κορίτσι ήταν κάτι το σπάνιο και το αναντικατάστατο, η «Κάντυ» ήταν η πραγματική του οικογένεια. «Κάντυ, έρχομαι, αύριο θα είμαι κοντά σου», σκεφτόταν καθώς το τρένο διέσχιζε την αμερικανική ήπειρο με μία ταχύτητα, αλήθεια πολύ αργή και βασανιστική που ούτε και αυτή του άρμοζε γιατί ήταν υποδιέστερη από την ανάγκη του Άλμπερτ να βρεθεί, γρήγορα κοντά της. Η απόσταση ακόμα τους χώριζε. Έγειρε το κεφαλι του και προσπάθησε να κοιμηθεί ώστε να περάσει γρήγορα αυτή η νύχτα, μα δεν ήξερε και δεν μπορούσε να ξέρει, πως την ίδια ευχή και προσπάθεια μοιραζόταν με τον Τέρενς Γκράντσεστερ, που δεν είχε μάθει να κοιμάται νωρίς, αλλά απόψε έπρεπε.


«Ποτέ δεν θα ξαναπώ, ποτέ»

Αυτό είναι μία βασανιστική δήλωση. Μέσα στην απόλυτη σιωπή και το σκοτάδι του δωματίου, ο Τέρενς προσπαθούσε να ηρεμήσει τις σκέψεις και τον εαυτό του. Ήταν μία παράξενη νύχτα αυτή για εκείνον που μετά από πολύ καιρό ξανάβρισκε την πίστη του στο αύριο. Στη σκηνή του μυαλού του ένα ερωτικό έργο εξελισσόταν από εκεί που το άφησε. Οι ξένοιαστες καλοκαιρινές ώρες και στιγμές ξετυλίγοταν μέσα από τις αναμνήσεις του, σε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο που και αυτό πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια τολμούσε να το κάνει. 
Ένα ζεστό ξένοιαστο κορίτσι και ένα ονειροπόλο επαναστατικό αγόρι…Δύο φωτεινές μορφές με όνειρα πλυμμηρισμένα από ήλιο και έναν έρωτα που τους σήκωνε στο θεό, ένα σύμπαν δικό τους, ανέγγιχτο, τώρα από τους ανθρώπους. Ω ναι, θυμόταν, πόσα και πόσα αλήθεια δεν θυμόταν; Και αν έλεγε κάποτε πως ξέχασε, αλίμονο πως μπορούσε; Την θυμόταν ξαπλωμένη στο χορτάρι και το σιγανό αεράκι, που αλίμονο ελάχιστα τους δρόσιζε, να της φυσάει σιγανά τα μαλλιά και το φουστάνι. Πάντα την κοιτούσε ανάλαφρα, προστατεύοντας τη δική της αθωότητα από τις δικές του ένοχες και τολμηρές σκέψεις που φουντώναν σαν φωτιά πίσω τα φαινομενικά ήρεμα μπλε νερά των ματιών του. Μα ήταν πάντα εκεί, σαν εκείνη. Και μόνο η υποψία ότι ίσως εκείνη να μπορούσε καταβάθως να μαντέψει τις βαθύτερες επιθυμίες, που του προκαλούσαν τα χείλη της καθώς χαμογελούσαν ή το μικρό και ανώριμο ακόμα στήθος της όπως ανεβοκατέβαινε σε κάθε μικρή ή μεγάλη ανάσα, τον έκανε να αποστρέφει το βλέμμα του, να λέει αμήχανες ατάκες με πονηρό χαμόγελο, να την πειράζει για την συμπεριφορά της. 
Πόθος. Η λέξη αυτή κυρίευε τις νύχτες και τις μέρες του, να την πάρει στην αγκαλιά του, να τη φιλήσει και πάλι, να την κάνει να φωνάξει το όνομα του, να την ακούσει να βαριανασαίνει, να της ψιθυρίσει «σ’αγαπώ».
Πάθος. Nα είναι ο ένας και μοναδικός στην καρδιά και στο μυαλό της, να την κάνει να ξεχάσει τον κόσμο γύρω της, να την κρατήσει κοντά του για πάντα.
Ανάγκη. Μία αναγκη να την νοιώσει μέσα του, να της εμπιστευτεί τα όνειρα του, να μοιραστούν αυτή τη ζωή, να διώξει τον πόνο μακριά, να κρατήσει τον πόνο μακριά…μία ανάγκη σχεδόν τόσο αυτονόητη και βασική σαν την ίδια του την ανάγκη για οξυγόνο. Δεν είχε άλλα περιθώρια να τη χάσει. Όχι, δεν μπορούσε…
Ο Τέρενς στριφογύρισε στο κρεββάτι του και έσφιξε τις γροθιές του το μαξιλάρι καθώς μία αίσθηση πόνου διαπέρασε την καρδιά του. «Μη σκέφεσαι αρνητικά», το μυαλό του έλεγε. «Δεν μπορώ, δεν μπορώ να μη φοβάμαι…έγιναν τόσα πολλά, είναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που την πλήγωσαν και εγώ ακόμα. Δεν το ήθελα αλλά το έκανα». «Η οδύνη είναι η αναπόφευκτη συνέπεια των πράξεων μας», έλεγε τώρα η λογική του. Και όμως αυτές οι πληγές και αυτά τα τραύματα ήταν τόσο βαθιά... «Χρειάζεται να κάνω κάτι να την προστατέψω, να την ηρεμήσω από όλους και από όλα, να πάρω μακριά τις ανησυχίες της, να αισθανθεί και πάλι ξένοιαστη». Το σιγανό αεράκι φύσηξε και πάλι στο μυαλό του και μία ιδέα αμυρδρά άρχισε να σχηματίζεται. Μία υποψία για μία νέα ζωή, μία νέα μέρα, μακριά από τα φαντάσματα και τις σκιές του παρελθόντος, πολύ κοντά όμως στο φως και στη ζεστασιά του. Πολύ κοντά…πράγματι. «Ποτέ μη λες ποτέ», είχε πει τότε ο πατέρας του. Μα αυτή τη νύχτα το έλεγε και ο ίδιος ο Τέρενς Γκράντσεστερ. Αναρωτιόταν δε, αν μπορούσε να κάνει και την Κάντυ να το πει αυτό...


Μία καινούρια μέρα

Έφτασε στο νοσοκομείο σχεδόν από το χάραμα. Αν και το επισκέπτηριο επίσημα δεν είχε αρχίσει, η Μαρτζ, που ήταν ακόμα εκεί από τη νυχτερινή βάρδια, δεν του είπε τίποτα, καθώς τον είδε να κατευθύνεται προς το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα σιγά, σχεδόν αθόρυβα, και με ανακούφιση είδε τώρα τις δύο γυναίκες της ζωής του να κοιμούνται. Η Κάντυ στο κρεβάτι της και η Έλινορ στην πολυθρόνα. Δεν είχε πέσει έξω. Η Έλινορ έμεινε κοντά στην Κάντυ όλο το βράδυ να την προσέχει ακόμα και αν αυτό σήμαινε ένα καταπονημένο σώμα και μία κουρασμένη επιδερμίδα το πρωί, αλλά αυτά δεν ήταν τίποτα για μία μητέρα. Αντιστάθηκε στην επιθυμία του να ανοίξει τα μάτια της Κάντυ με ένα πρωινό φιλί και πλησίασε την πολυθρόνα όπου η Έλινορ απολάμβανε τον ύπνο της. Το φως του ήλιου ίσα που διαπερνούσε τις τραβηγμένες διπλές κουρτίνες του δωματίου αλλά μία αχτίδα φωτός χτυπούσε στο πρόσωπο της, εκεί ακριβώς όπου ο Τέρενς απαλά την χάιδεψε με την άκρες των δαχτύλων του για να την ξυπνήσει. 
-Μμ, η Έλινορ δεν είχε καμία όρεξη να εγκαταλείψει τα όνειρα της αλλά το χέρι του Τέρυ δεν τις άφηνε επιλογές. Αυτή σχεδόν τινάχτηκε από το επίμονο, ωστόσο τρυφερό γαργάλημα του. Αντίκρυσε τα γεμάτα γλυκύτητα μάτια του γιου της, αμέσως μόλις άνοιξε τα δικά της. 
-Τέρυ, ήρθες νωρίς; Τι ώρα είναι;
-Θες καφέ; Τη ρώτησε αυτός. Η Έλινορ χασμουρήθηκε και τεντώθηκε, κοίταξε την Κάντυ, στιγμίαια τη θαύμασε. Η γλυκύτητα και η αθωότητα που ακτινοβούλαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, ήταν αναμφίβολα η πραγματική ομορφιά που όλοι έβρισκαν σε αυτό το κορίτσι. 
-Τέρυ, καλύτερα να πάμε έξω, είπε σιγανά στο γιο της και αυτός ακολούθησε. 

-Το σκέφτηκες καλά αυτό; Η Έλινορ ήταν διστακτική απέναντι στην απόφαση του γιου της αλλά όχι τόσο κατάπληκτη ή ξαφνιασμένη, όσο αυτός αρχικώς περίμενε. Τώρα στέκονταν και οι δύο στο προαύλιο, κοντά την έξοδο. 
-Νομίζω ότι θα είναι καλύτερα για μας, να ηρεμήσουμε για κάποιο διάστημα. Ούτως ή άλλως τώρα όπως έγιναν τα πράγματα, δεν μπορώ να πηγαινέρχομαι στο θέατρο, θέλω να είμαι κοντά της και να ξανακερδίσω το χαμμένο χρόνο. 
-Ναι αλλά…αν φύγεις, φύγετε μετά, θα αφήσεις την καριέρα σου στη μέση και μπορεί να δυσκολευτείς να επανέλθεις…, είπε η Έλινορ και τον τράβηξε κοντά της. 
-Αλήθεια το πιστεύεις αυτό; τη ρώτησε ο Τέρενς με ευθύτητα στη φωνή. Το βλέμμα της Έλινορ αποστράφηκε στα ουράνια και στα γκρι σύννεφα. 
-Όχι, παραδέχτηκε με γενναία φωνή, περισσότερο φοβάμαι ότι μπορεί να μην ξαναγύρισεις ποτέ πια μόνιμα εδώ και από την άλλη φοβάμαι ότι ο Ρίτσαρντ θα κάνει οτιδήποτε μπορεί για να σε κρατήσει πίσω στην Αγγλιά…Και μετά η Κάντυ, πως θα αφήσει την οικογένεια και τους φίλους πίσω της; Είσαι σίγουρος για αυτό;
-Δεν είναι κάτι που ακόμα έχει αποφασιστεί αλλά ήθελα να ξέρεις…
-Θες να πω του Ρόμπερτ ότι αποσύρεσαι από το θέατρο; Ότι λόγω του σχετικού θορύβου, δεν επιθυμείς να επανέλθεις στις παραστάσεις; Να σε αντικαταστήσει;
-Χμ, έτσι όπως έγιναν τα πράγματα μπορεί και να χαρεί…
-Όχι, δεν είναι έτσι, έχει μεγαλύτερη κατανόηση από όσο που νομίζεις, αλλά μη σε νοιάζει, αν αυτό είναι που επιθυμείς, αυτό θα κάνω. Φυσικά ο τύπος θα στραφεί περισσότερο εναντίον σου αν η Σουζάνα συνεχίσει…
-Αμφιβάλλω αν θα συνεχίσει, αλλά όπως και να έχει αυτό που έγινε, έγινε, δεν με νοιάζει, ας σκεφτούν ότι θέλουν, δεν έχει καμία σημασία πλέον…Πες στον Ρόμπερτ ότι θα περάσω να τον δω αλλά άλλη στιγμή, τώρα…
-Τώρα απόλαυσε το σήμερα, του είπε η Έλινορ και του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι σαν να ήταν μωρό ακόμα. Λοιπόν πάω, είπε μετά. Θα γυρίσω το βράδυ, να την προσέχεις, πρόσθεσε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. 
Ο Τέρενς ήταν ευχαριστημένος από τη συζήτηση, κοίταξε την μητέρα του που απομακρυνόταν και ξαναγύρισε στο δωμάτιο.
Η Κάντυ κοιμόταν ακόμα. Κάθησε στην πολυθρόνα δίπλα της και πήρε μια βαθιά ανάσα, κοιτάζοντας την προσεκτικά. Στα ματιά του φαινόταν σαν έναν ξανθό άγγελο που είχε πέσει από τον ουρανό στην πόρτα του. Έμοιαζε μικρή και αθώα, ένα ασήμαντο κορίτσι με φακίδες. Μα, δεν ήταν αλήθεια. Πίσω από αυτές τις φακίδες, που λάτρευε και πίσω από αυτά τα κλειστά τώρα, πράσινα μάτια, κρυβόταν μία τεράστια δύναμη, τόσο αγνή και καθάρια, που έκανε τον κόσμο να λυγίζει μπροστά της. Με αυτή τη δύναμη θα πορευόταν και αυτός. Μακριά από όλους και από όλα, μαζί της σε μία καινούρια εποχή. Δεν φοβόταν να καταστρέψει ότι ήδη είχε φτιάξει, δεν δίσταζε να ξαναρχίσει από το μηδέν, να ζήσει άλλες εκατό ζωές και σε όλες να πρέπει να αναστηθεί από τις στάχτες του. Το είχε κάνει μία φορά όταν ήρθε στην Αμερική και κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξη του και άλλη μία στο Ροκστόουν, όταν όλη του η καριέρα είχε καταστραφεί για μία και μοναδική αιτία: τον έρωτα. Και όμως ακόμα και μέσα στη χειρότερη οδύνη, πήρε από εκείνη την δύναμη να ανασηκωθεί, να ξεπεράσει και τον ίδιο του τον εαυτό. Πόσο μάλλον σήμερα, τώρα, αύριο, που θα ήταν δίπλα του για πάντα. «Κάντυ θα κάνω ότι μπορώ για να σε κάνω ευτυχισμένη, στο υπόσχομαι», της ψιθύρισε με βελούδινη φωνή στο αυτί για να τον ακούσει μέσα στα όνειρα της. Μα τον άκουσε πολύ περισσότερο από ότι αυτός νόμιζε. «Το ξέρω αυτό, Τέρυ», του απάντησε γυρνόντας αργά το κεφάλι της και ανοίγοντας σιγά τα μάτια της. «Και εγώ», του απάντησε και χωρίς να περιμένει απάντηση τον τράβηξε απαλά από το πουκάμισο και τον φίλησε τρυφερά στα χείλη. Ο Τέρυ ξαφνιάστηκε με την πρωινή της διαχυτικότητα και ικανοποιήθηκε. Χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια. Μα η πόρτα άνοιξε κάπως απότομα και τους διέκοψε. Η ξαφνιασμένη Κάντυ και ο ενοχλημένος (για την διακοπή) Τέρυ κοίταξαν τον πρωινό τους επισκέπτη που δεν φαινόταν στην καλύτερη διάθεση. 
-Καλημέρα, είπε ο Άρτσι κακόκεφα. 
-Άρτσι δεν κοιμήθηκες χτες; Του είπε η Κάντυ ανήσυχη. Οι μαύροι κύκλοι και οι σακούλες κάτω από τα μάτια του ήταν περισσότερο από εμφανείς. 
- Μην ανησυχείς για μένα. Είσαι καλύτερα; Η Κάντυ έγνεψε καταφατικά το κεφάλι της. «Καημένε Άρτσι, έμπλεξες χωρίς να φταις πουθενά, μακάρι να ήταν η Άννυ εδώ», σκέφτηκε η Κάντυ. Ο Άρτσι όμως φαινόταν απασχολημένος από άλλα θέματα. 
-Τέρυ μπορείς λίγο; Είπε ο Άρτσι διστακτικά. Ήταν προφανές ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι που η Κάντυ δεν θα μάθαινε γιατί ο Άρτσι δεν φαινόταν πρόθυμος να της το πει. Η Κάντυ κοίταξε τον Τέρυ που σηκώθηκε από δίπλα της και έβγαινε τώρα έξω από το δωμάτιο μαζί με τον Άρτσι. «Ωραία, δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ και αυτοί οι δύο λένε μυστικά». Ήταν παιδικός ο τρόπος σκέψης της αλλά η Κάντυ δεν μπορούσε να αντισταθεί στην έμφυτη περιέργεια της. Κοιτούσε το ταβάνι και αναρωτιόταν τι να έλεγαν. «Κάτι μπορεί να έχει γίνει με τον Νηλ, μμ, όταν έρθει ο Τέρυ θα τον εκβιάσω να μου πει, διαφορετικά δεν έχει φακίδες για σήμερα…», σκέφτηκε. «Κάντυ ακούς τον εαυτό σου;». Ένα σαρδόνιο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη της. «Θες να παίξεις μαζί του». Τράβηξε το σεντόνι και κάλυψε το κεφάλι της σαν να προσπαθούσε να σκεπάσει τις πονηρές της σκέψεις. «Τέρυ, αν ήξερες τι λέω και τι σκέφτομαι…».
Η πόρτα άνοιξε και πάλι και ο γιατρός της μπήκε στο δωμάτιο. 
-Δεσποινίς Άρνλευ; Τι κάνετε κάτω από τα σκεπάσματα;
-Μ; Η Κάντυ είδε τον Μαρκ να στέκεται απέναντι της. 
-Είσαι καλά; Τη ρώτησε.
-Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα, του απάντησε γελώντας με τον εαυτό της που είχε χωθεί κάτω από το σεντόνι, με τον έκπληκτο γιατρό που δεν είχε ξαναδεί πιο χαρούμενο ασθενή, με τη ζωή την ίδια που ήταν ωραία και μερικές φορές, ναι πράγματι, ωραιότερη.


Καιρός για αποφάσεις

-Λοιπόν; Ρώτησε ο Τέρυ καθώς στεκόταν με τον Άρτσι στον διάδρομο.
-Τέρυ, λογικά το απόγευμα ο Άλμπερτ θα είναι εδώ και αν όλα πάνε καλά και μπορεί να διαχειριστεί αυτό το θέμα, θα φύγω. 
-Ε; Άρτσι, είσαι σίγουρος; 
-Ναι, είμαι πολύ κουρασμένος και άλλωστε δεν μπορώ να τον βοηθήσω άλλο με τον Νηλ. Όσα έγιναν εδώ, ήταν αρκετά για εμένα. Χρειάζομαι να καθαρίσω το μυαλό μου. Μάλλον θα πάω ένα ταξίδι. 
-Ταξίδι; (Ο Τέρυ γέλασε μέσα του), Άρτσι, και εγώ θα πάω ταξίδι.
-Και η Κάντυ; Δεν σκοπεύεις να την αφήσεις μόνη της, έτσι; Ο Τέρυ γέλασε με το μουτρωμένο και ερευνητικό ύφος του Άρτσι. 
-Φυσικά και όχι, θα την πάρω μαζί μου. Όταν θα γίνει καλά, σκέφτηκα να φύγουμε, να πάμε στην Αγγλία, στην Σκοτία, συγκεκριμένα. 
-Σκοτία; Η καρδιά του Άρτσι σχεδόν σκίρτησε στο άκουσμα αυτής της χώρας. Ήταν τόσο ξένοιαστη εκείνη η εποχή, τόσο ελεύθερες οι καρδιές τους. Οι βαρκάδες στη λίμνη, η ηρεμία της φύσης, τα καταπράσινα τοπία, οι ζεστές νύχτες, τα κρυφά βλέμματα, οι ανείπωτες ανησυχίες, οι πόθοι κάτω από τα ρούχα… Σε λίγο καιρό τον βαρύ χειμώνα θα διαδεχόταν η άνοιξη και οι καρδιές όλων θα ήταν αλλιώς…Σκοτία..στην εποχή των ερώτων και της ελπίδας. Χμ, η σκέψη του Τέρυ δεν ήταν κακή. Αυτό θα την ξεκούραζε. 
-Σε ζηλεύω πολύ…να το ξέρεις. Εγώ πάλι…
-Ω έλα Άρτσι, μην αποκαρδιώνεσαι, προς το παρόν ας βγάλουμε τον Τζωρτζ από αυτήν την κατάσταση, παρατράβηξε το αστείο δεν νομίζεις; 
-Ναι, έχεις δίκιο αλλά δεν με ειδοποίησε κανείς ακόμα. 
-Χμ, είδα τον Έρικ χτες βράδυ, αλλά ήταν σε κακό χάλι, μετά βίας απόφασισε να παραδεχτεί την ήττα του και ότι η Μονίκ δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει κοντά του. Έχει αγριέψει πολύ, να προσέχετε. Είδα και τον Νηλ, χτες βράδυ σχεδόν έπεσα πάνω του. 
-Που; 
-Στις αποβάθρες, κοντά στο μπαρ του Έρικ. 
-Αυτό είναι περίεργο, ο Έρικ είχε απειλήσει να μην ξαναπατήσει εκεί κάτω…
-Είσαι σίγουρος ότι ο Νηλ δεν είναι πίσω από το τελευταίο σκηνικό;
-Το σκέφτηκα αλλά από την άλλη δεν μπορώ να τον κατηγορήσω, δεν έχω τίποτα…
-Αλήθεια θες να μάθουμε;
-Ναι αλλά πως;
-Αυτό θα είναι το μόνο εύκολο, απλώς πες μου που θα τον βρω και τα υπόλοιπα θα τα κάνει ο Τσάρλι…
-Ο Τσάρλι; Ο φίλος σου; Είναι καλό να τον μπλέξουμε και αυτόν;
Ο Τέρυ αναστέναξε, αν του το ζητούσε, ήξερε πως ο Τσάρλι δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να θυμηθεί τον παλιό κακό εαυτό του και να αποσπάσει μέσω της βίας όλες τις πληροφορίες από τον Νηλ. Φυσικά δεν ήταν ότι καλύτερο να τον μπλέξει πάλι με τον Έρικ αλλά υπό μία έννοια ο Τσάρλι ήταν ήδη τόσο μπλεγμένος που δεν έπαιρνε άλλο. 
-Πιστεύω ότι θα είναι εντάξει, είπε ο Τέρυ. Απλώς θέλω να μου κάνεις μία χάρη, να προσέχεις την Κάντυ για όσο θα λείπω. 
-Αν είναι μόνο αυτό Τέρυ, μπορείς να λείψεις για όση ώρα χρειαστεί και μην βιάζεσαι…αστειεύτηκε ο Άρτσι, αν και καταβάθος, φυσικά και το εννοούσε. Το πονηρό όλο νόημα βλέμμα του Τέρυ καθώς ο τελευταίος απομακρυνόταν, του έλεγε να μην ελπίζει.


Μία χάρη 

Μέσα στο σκοτάδι που επικρατούσε στο δωμάτιο, δύο χέρια γύρευαν δύο άλλα χέρια, αναστεναγμοί και βογκητά αντιχούσαν και η ατμόσφαιρα έσταζε ζέστη και ιδρώτα. Ένας άντρας και μία γυναίκα έκαναν έρωτα. Δύο σώματα ενωμένα σε ένα σώμα, δύο άνθρωποι που αναζητούσαν πολύ καιρό τώρα αυτό το χάδι, αυτήν την αγκαλιά, αυτό και μόνο αυτό, το άγγιγμα, ώστε να μπορέσουν να αισθανθούν και ολόκληροι. 
Η Μονίκ έκλεισε τα μάτια και τίναξε πίσω το κεφάλι της, μία νύχτα είχε περάσει στην αγκαλιά του αλλά δεν ήταν αρκετή…ποτέ δεν θα ήταν. Πως θα μπορούσε μία νύχτα να αναπληρώσει τόσα χρόνια απουσίας; Ήταν σαν μία στιγμή μπροστά στην αιωνιότητα, μία σταγόνα στον ωκεανό. 
-Κουράστηκες; Την ρώτησε αυτός και της χάιδεψε το κεφάλι. 
-Όχι, είπε αυτή, γυρίζοντας στο πλάι το κεφάλι της για να τον βλέπει στο μαξιλάρι. Ο Τσάρλι έπαιζε με τα δάχτυλα της. Μα τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και η φωνή του Τέρυ που ειδοποιούσε για την παρουσία του από το διάδρομο. Η Μονίκ βιάστηκε να βάλει τα ρούχα της (για τον Τσάρλι, όχι για την ίδια γιατί μεταξύ εκείνης και του Τέρυ η ντροπή είχε χαθεί κάπου στο παρελθόν) και ο Τσάρλυ άνοιξε τις κουρτίνες και έβαλε δύο ρούχα βιαστικά πάνω του. Ο ήλιος έλουσε το δωμάτιο και τότε μία φοβερή ακαταστασία απόκαλύφτηκε. Τα πεταμένα ρούχα και εσώρουχα, τα ανακατεμένα σεντόνια και τα σκόρπια αντικείμενα παρέα με τα τραβηγμένα στην άκρη έπιπλα δεν άφηναν καμία αμφιβολία για το τι είχε συμβεί σε αυτό το μικρό διαμέρισμα κατά τη διάρκεια της χτεσινής νύχτας. 
-Τέρυ, πως είναι η Κάντυ; Ρώτησαν και οι δύο μόλις είδαν τον Τέρυ να μπαίνει μέσα. 
-Είναι πολύ καλύτερα. Εσείς είστε καλά; (φυσικά και ήταν, καλύτερα από κάθε φορά μάλλον).
-Μ, θα μαζέψω, έκανε η Μονίκ. 
-Τσάρλι χρειάζομαι τη βοήθεια σου και θα σου πω και για τον Έρικ. 
-Τον είδες; Έκανε ο Τσάρλι πηγαίνοντας στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ. 
-Ναι αν και ήταν πιομένος. Παρόλα αυτά, Μονίκ είσαι ελεύθερη, δεν θα σε κυνηγήσει και δεν περιμένει να γυρίσεις. 
Η Μονίκ άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και σχεδόν πήδησε πάνω του. Του έδωσε ένα πεταχτό φίλι στο μάγουλο ενώ ο Τσάρλι χαμογελάσε με ανακούφιση. ΤΕΛΟΣ. Αισθάνθηκε σαν παιδί που ήθελε να το γράψει στους τοίχους ή να το φωνάξει στον αέρα. 
-Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να πάρω τα πράγματα μου; Ρώτησε η Μονίκ με περίσσια χαρά. 
-Εμ, δεν θα το έφτανα μέχρι εκεί, της είπε ο Τέρυ, καλύτερα να μείνετε και οι δύο μακριά. Είναι ακόμα όλα πολύ πρόσφατα. Αλλά έχω μία ιδέα για αργότερα…προς το παρόν βολευτείτε εδώ. Εγώ θα μείνω στη μητέρα μου. 
-Τέρυ, έκανε ο Τσάρλι, δεν χρειάζεται να…
-Μην ανησυχείς Τσάρλι…γέλασε ο Τέρυ, υπάρχει κάτι που θέλω να σου ζητήσω. 
Ο Τσάρλι σέρβιρε τον καφέ στο τραπέζι και οι τρείς φίλοι άρχισαν να πίνουν τον πρωινό τους καφέ κουβεντιάζοντας. Ο Τσάρλι θα έκανε ότι μπορούσε για τον Τέρυ, χάρηκε όταν άκουσε για αυτή τη μικροδουλειά. Ήταν πολύ εύκολο. Φυσικά θα πήγαινε να τακτοποιήσει τον Νηλ, ίσως και με περισσότερο ζήλο και προθυμία από όσο πραγματικά χρειαζόταν… 

Η καταιγίδα 

Το τρένο από το Σικάγο έφτασε (με καθυστέρηση) στο σταθμό της Νέας Υόρκης κοντά στο απόγευμα. Γκρι σύννεφα και μουντός καιρός, υγρασία και οι πρώτες ψιχάλες βροχής, τα προεόρτια μίας επερχόμενης καταιγίδας. 
Βιαστικός για να προλάβει την επερχόμενη μπόρα, Ο Άλμπερτ μπήκε στην πρώτη άμαξα που σταμάτησε διάθεσιμη μπροστά του με κατεύθυνση το New York Plaza. Πραγματικά βιαζόταν μα ήταν άραγε η καταιγίδα ο λόγος ή η ανυπομονησία του να συναντήσει και πάλι την Κάντυ μετά από αρκετούς μήνες αναγκαστικής απουσίας από τη ζωή της; Στα επαγγελματικά του ταξίδια, προσπάθησε να κρατήσει όσο πιο στενή επικοινωνία μπορούσε, λαμβάνοντας με χαρά τα μικρά της νέα από το σπίτι της Πόνυ. Θυμόταν πως άνοιγε τους φακέλους με ανυπομονησία…μία ανυμονησία που τον είχε συντροφεύσει σε όλα του ταξίδια, ακόμα και σε αυτό. Μία ανυπομονησία που την πλήρωσε με μία γερή πνευμονία… «Προς τι η βιασύνη, Άλμπερτ;» αναρωτιόταν. Μα πριν προλάβει ο ίδιος να απαντήσει, άκουσε αστραπές να ξεσκίζουν τον σκοτεινό αιθέρα. 
Μέσα σε λίγα λεπτά η καταιγίδα ξέσπασε. Ο ουρανός έσταζε ολόκληρος. Η κεντρική λεωφόρος προς το ξενοδοχείο μετατράπηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε μία βατή λίμνη με άμαξες και αυτοκίνητα σταματημένα, πολίτες να τρέχουν ανάμεσα για να φτάσουν στα υπόστεγα με ασφάλεια και ένα παροξυρσμό να επικρατεί στην πόλη της Νέας Υόρκης που πιανόταν απροετοίμαστη για αυτή τη θεομηνία.
-Ποτέ δεν θα φτασουμε έτσι, σκέφτηκε κοιτώντας από το παράθυρο. Μα μέσα από το γυαλί είδε τον Άρτσι να κατευθύνεται να περνά απέναντι, προς την δική του κατεύθυνση. Ο Άλμπερτ τινάχτηκε ο μισός έξω από την άμαξα.
-Άρτσι, Άρτσι…άρχισε να φωνάζει. Ο Άρτσι λίγα μέτρα πιο πέρα χαμογέλασε διάπλατα βλέποντας τον Άλμπερτ να τον φωνάζει και να τον χαιρετά. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα οι δύο άντρες ήταν και πάλι μες την άμαξα. 
-Άλμπερτ, επιτέλους…σχεδόν πίστεψα ότι δεν θα ερχόσουν. Ο Άρτσι ήταν βρεγμένος καθώς η βροχή τον είχε πιάσει στο δρόμο από το νοσοκομείο για το ξενοδοχείο. 
-Θα μου τα πεις όλα, αλλά πρώτα θέλω να δω την Κάντυ. Δεν φαντάζομαι να έφυγε έτσι; Ρώτησε ο Άλμπερτ ανύποπτος αλλά διαβάζοντας τον σκεπτικισμό του Άρτσι. 
-Όχι, είναι εδώ αλλά αν θέλεις να την δεις, πρέπει να αλλάξουμε κατεύθυνση. 
-Για πού; 
-Για το γενικό νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, είπε ο Άρτσι με μισή καρδιά. 
Το βλέμμα του Άλμπερτ είχε κάτι από τις αστραπές που διαπερνούσαν τα ουράνια.
-Αρτσι; Τι έπαθε; Τι έπαθε η Κάντυ; Του φώναξε πιάνοντας τον από τους όμους. 
Ο Άρτσι ξεφύσηξε γιατί ήταν πάνω του το βάρος να μεταφέρει όσο πιο αβίαστα και αντικειμενικά τα γεγονότα της προχτεσινής νύχτας. Αφού ενημέρωσε τον αμαξά για την νέα τους κατεύθυνση, ξεκίνησε την αφήγηση, μία αφήγηση το ίδιο σκοτεινή και έντονη όσο και η έκφραση που είχαν τα μάτια που τον κοίταζαν. Γαλάζια σαν τον ουρανό, δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από την μοίρα της μέρας. Ο Γουίλλιαμ Άρντλευ μετά βίας έκρυβε τις αστραπές και τους κεραυνούς που με περίσσια δύναμη εκείνη την ώρα ξεπερνούσαν μέσα του ακόμα και εξωτερικές απειλές της μητέρας φύσης...Μόνο για εκείνη παρέμενε ακόμα κύριος του εαυτού του και των καταστάσεων. Η σημερινή καταιγίδα ήταν μόνο η αρχή... 
Όταν ο Άρτσι τελείωσε την αφήγηση του κοίταξε τον Άλμπερτ που δεν τον διέκοψε ούτε μία φορά, δεν τον ρώτησε τίποτα. Το βλέμμα του Άλμπερτ πάντα περήφανο και λαμπερό ήταν τώρα πληγωμένο, ίσως με μία δόση θυμού, ίσως πιο περίεργο και μοναχικό από κάθε άλλη φορά. Ήταν σαν να είχε χαθεί μέσα στον εαυτό του και τις βαθύτερες σκέψεις του. Αυτό θύμισε στον Άρτσι, πόσο πραγματικά λίγο τον ήξερε. Ήταν πολύ περισσότερο περίπλοκος από ότι φαινόταν. Ίσως να ήταν η θέση του στην οικογένεια, αλυσοδεμένος με την ευθύνη και την προστασία όλων των μελών, ο Γούιλλιαμ είχε μάθει να μην αντιδρά άμεσα και επιπολαία, να θεωρεί, να σκέφτεται και μετά να πράττει. Αυτό έκανε και τώρα. Μα ο Άρτσι αδυνατούσε να διαβάσει μέσα του. 
-Άλμπερτ, φτάσαμε του είπε ο Άρτσι, προσπαθώντας να σπάσει την ξαφνική σιωπή. Μα ο Άλμπερτ δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ούτε καν που τον κοίταξε. Το βλέμμα του πλανήθηκε έξω από το παράθυρο, το γκρι κτίριο απέναντι του θόλωνε από τις σταγόνες που έπεφταν στο παράθυρο. Ο Άλμπερτ κρατούσε το παλτό του στα χέρια, οι βαλίτσες του ήταν δίπλα του. 
-Άλμπερτ αν δεν σε πειράζει θα γυρίσω στο ξενοδοχείο έχω βραχεί μέχρι το κόκκαλο και είμαι πολύ κουρασμένος. Θα πάρω εγώ τις βαλίτσες σου, είπε ο Άρτσι. Ο Άλμπερτ δίστασε για λίγο αλλά μετά του χαμογέλασε. 
-Εντάξει, σε ευχαριστώ Άρτσι για όσα έκανες μέχρι τώρα..
-Άλμπερτ καταβάθος αισθάνομαι υπάιτιος για όλη αυτή την κατάσταση…όφειλα να την είχα προστατέψει. 
-Δεν φταίς εσύ για ότι έγινε, δεν σε κατηγορώ για τίποτα.
-Το μόνο καλό που βγήκε από αυτήν την κατάσταση είναι ότι η Κάντυ και ο Τέρυ είναι επιτέλους μαζί και ευτυχισμένοι. Ήταν κάτι που το θέλανε και οι δύο πολύ. 
-Ναι, καταλαβαίνω την κατάσταση αλλά…
-Αλλά; Ρώτησε ο Άρτσι. 
-Αλλά δεν τον δικαιολογώ, δεν τον δικαιολογώ με τίποτα, είπε ο Άλμπερτ και άνοιξε την πόρτα. Θα σε δω στο ξενοδοχείο, Άρτσι.
Ο Άρτσι πήγε να τον χαιρετίσει αλλά ο Άλμπερτ δεν περίμενε. Του είχε ήδη γυρίσει την πλάτη βαδίζοντας προς το κεντρικό κτίριο και αν και η βροχή ακόμα έπεφτε, τώρα ο Άλμπερτ δεν βιαζόταν καθόλου. 


Διστάζεις…

Δίστασε όταν έφτασε έξω από το δωμάτιο της. Δεν ήθελε να ανοίξει την πόρτα, δεν ήθελε να τους δει, ο Άρτσι του είχε πει ότι ο Τέρυ δεν έφευγε στιγμή από κόντα της. Μα τώρα έπρεπε, ναι, έπρεπε να φύγει. «Γιατί; Άλμπερτ;», θα τον ρωτούσε εκείνη και μέσα στα μάτια της θα φώλιαζε όλη η αθωότητα αυτού του κόσμου. Και εκείνος δεν θα μπορούσε καν να απαντήσει. 
«Άλμπερτ γιατί διστάζεις;», σχεδόν άκουγε τη μελωδική φωνή της στο κεφάλι του. «Γιατί ξαφνικά στέκεσαι μπροστά στην πόρτα, λυγίζοντας σχεδόν πάνω της; Δεν ανυπομονούσες να με δεις;» «Όχι, έτσι, όχι έτσι Κάντυ», σκέφτηκε, το δάχτυλο του έτοιμο να χτυπήσει την πόρτα έπεσε κάτω. «Δεν έπρεπε να γίνει έτσι». Από μέσα της μπορούσε να ακούσει τα γέλια τους και σχεδόν αισθάνθηκε περιττός. 
Ξαφνικά σαν να βγήκε από τη νάρκη του, τίναξε το κεφάλι του. «Μα τι σκέφτομαι; Και τι λέω; Είμαι ο κηδεμόνας και ο φίλος της. Μπορώ, έχω κάθε δικαίωμα να της μιλήσω και να ανησυχήσω για εκείνη». Χτύπησε δυνατά την πόρτα και άκουσε από μέσα τη φωνή της να του λέει: «Παρακαλώ».
Χαμογέλασε ελαφρά. Πόσο του είχε λείψει. Άνοιξε την πόρτα και είδε δυο ζευγάρια μάτια να προσγειώνονται πάνω του. Χαρούμενα και φωτεινά. Ανυποψίαστα. 
-Άλμπερτ! Φώναξε με ενθουσιασμό η Κάντυ και άνοιξε τα χέρια της διάπλατα για να τον καλωσορίσει στην αγκαλιά της. 
-Γεια σου Άλμπερτ, καλως ήρθες, είπε ο Τέρενς χαμογελώντας. Στιγμιαία το αισθάνθηκε, αυτό το ξαφνικό κρύο βλέμμα που έπεσε πάνω του και αυτό το συναίσθημα απόρριψης που κρυβόταν κάτω από την ήρεμη εξωτερική εικόνα του Άλμπερτ. Μα ήταν μόνο μία υποψία… 
-Κάντυ, Κάντυ μου, είσαι καλά; Πόσο τρόμαξα. Ο Άλμπερτ την έσφιξε στην αγκαλιά του σαν να ήταν κούκλα, αδιαφορώντας για τον Τέρυ που παρακολούθησε αυτή τη σκηνή ατάραχος. 
-Άλμπερτ, πόσο χαίρομαι που ήρθες, είναι τόσο όμορφα να έχω τους αγαπημένους μου φίλους δίπλα μου, πραγματικά σε πεθύμησα Άλμπερτ και είμαι καλά, πολύ καλά. Ο Άλμπερτ αδυνατούσε να τραβήξει τα μάτια του από τα δικά της. Το σμαραγδένιο τους χρώμα του ασκούσε μία μαγική έλξη. Η φωνή του ακούστηκε σχεδόν αυταρχική και αν και αυτό ήταν ερώτηση, στην ουσία αντήχησε σαν εντολή. 
-Τέρυ, σε πειράζει να μας αφήσει λίγο μόνους μας; Ο ‘Αλμπερτ δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Αντιθέτως παρέμεινε να κοιτάει το όμορφο πρόσωπο της Κάντυ. 
Ο Τέρυ ξαφνιάστηκε. Αυτή η εικόνα που έβλεπε τώρα μπροστά του κάθε άλλο παρά ένα φιλικό ζευγάρι του θύμιζε, πόσο μάλλον μία οικογενειακή συνάντηση. «Τέρυ, μη γίνεσαι ανόητος, ήταν πάντα φίλοι», σκέφτηκε. Με ένα ύφος συγκατάβασης είπε «Όχι, γιατί να με πειράζει;» και βγήκε σιωπηλά από το δωμάτιο. 
Τώρα λύγισε αυτός με την πλάτη στην πόρτα. «Δεν μπορεί, δεν μπορεί να…είναι αδύνατο». Αποφάσισε ότι σκεφτόταν ανόητα και παιδικά. «Είπαμε Τέρυ, ζηλεύεις, αλλά όχι και έτσι… Αυτή είναι μία ειδική σχέση». Μα η στάση, η παγερή στάση του Άλμπερτ απέναντι του. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί, για την ώρα αποφάσισε να μη σκεφτεί απολύτως τίποτα. Κάποια στιγμή θα μιλούσαν οι δυο τους. 

Μη ρωτήσεις «Γιατί»

-Αλμπερτ; Είσαι καλά, έγινε τίποτα; Γιατί έδιωξες τον Τέρυ;
-Μην ανησυχείς Κάντυ, απλώς ήθελα να μιλήσουμε λίγο μόνοι μας. Στο δρόμο για εδώ ο Άρτσι μου εξήγησε τα πάντα. Αυτό που έκανες όσο γενναίο και αν ήταν, ήταν αληθινή αυτοκτονία. Καταλαβαίνεις, πόσο ριψοκίνδυνο ήταν αυτό; Είναι θαύμα που είσαι ζωντανή. Το ύφος του σχεδόν την μάλωνε. 
Η Κάντυ αναστέναξε. 
-Όταν είδα εκείνο το στιλέτο σχεδόν δεν σκεφτόμουν τίποτα Άλμπερτ, έβλεπα μόνο τον Τέρυ, το σώμα μου αντέδρασε από ένστικτο στην ιδέα ότι θα τον έχανα. 
-Σημαίνει τόσα πολλά για σένα; 
Η Κάντυ μελαγχολικά έγνεψε, ναι. Ο Άλμπερτ έπεσε στη σιωπή. 
-Άλμπερτ μη στεναχωριέσαι, όλα είναι καλά, δεν χαίρεσαι που είμαι ευτυχισμένη; 
-Φυσικά, φυσικά και χαίρομαι, της απάντησε με ειλικρίνεια και θέρμη στη φωνή. Κάντυ για εμένα ήσουν πάντα πολύ ιδιαίτερη και μοναδική. Πως θα μπορούσα να μην χαιρόμαι; 
-Τότε, τότε γιατί μελαγχόλησες; Του είπε ήρεμα αλλά με ανήσυχα μάτια. 
-Μ, δεν είναι τίποτα, είμαι κουρασμένος από το ταξίδι και όλα αυτά ήταν τόσο ξαφνικά. Καθόταν δίπλα της στο κρεβάτι μα όσο και αν ήθελε, δεν τολμούσε να πάρει το χέρι της. «Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά έτσι Άλμπερτ;», σκέφτηκε. «Όχι, όχι δεν είναι η πρώτη φορά». 
-Άλμπερτ καλύτερα να πας να ξεκουραστείς, ο Τέρυ…
-Σςς, της είπε ήρεμα, ας αφήσουμε αυτή τη συζήτηση για την ώρα, πότε σου είπαν οι γιατροί ότι θα γίνεις καλά; Δεν πρόκειται να φύγω από εδώ μέχρι να γίνεις καλά. 
-Μα δεν είναι ανάγκη…
-Κάντυ, δεν θέλω να προσβάλω τα συναισθήματα σου για τον Τέρυ, είναι απόλυτα κατανοητά αλλά δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι θα μπορούσα να αφήσω εδώ την προστατευομένη μου σε μία ξένη πόλη… «Ψεύτη». 
Η Κάντυ του χαμογέλασε με κατανόηση. 
-Ωραία σε μία εβδομάδα θα περπατάω κανονικά, Άλμπερτ. Ξέρεις έχω ένα μυστικό που θέλω να σου πω αλλά θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα πεις τίποτα στον Τέρυ σύμφωνοι;
-Φυσικά! 
-Ωραία, σκοπεύει να σου ζητήσει να παντρευτούμε, δεν είναι υπέροχο; Και μετά μου είπε σήμερα να φύγουμε να πάμε πίσω στη Σκοτία, Άλμπερτ, δεν είναι πολύ ρομαντικό; Ξέρεις ο Τέρυ μου λέει να μείνουμε εκεί κάμποσο καιρό αλλά νομίζω πως θα μου λείψετε πολύ όλοι σας. Και μετά η Νέα Υόρκη, καταβάθος δεν μ’αρέσει αυτή η πόλη… 
Μα όσο η Κάντυ μίλαγε ο Άλμπερτ αδυνατούσε να παρακολούθησει. Ήταν η ιδέα του ή το στομάχι του ανακατεύοταν και ένα βουητό απλωνόταν στα αυτιά του; Ήταν η ιδέα του ή όλος ο κόσμος είχε γυρίσει ανάποδα σε μία ημέρα ή σε μία νύχτα; Ήταν η ιδέα του ή εξαιτίας του Τέρυ Γκράντσεστερ κινδύνευε να τη χάσει παντοτινά από τη ζωή του; Και ήταν η ιδέα του ή ήταν πολύ αργά για εκείνον να της πει την αλήθεια;
-Άλμπερτ, με προσέχεις; Τον ρώτησε γλυκά. Άλμπερτ δεν με ξεγελάς, σε ξέρω πάρα πολύ καλά, τι έχεις; Τι σκέφτεσαι; 
Ο Άλμπερτ την κοιταξε σκεπτικός, το τελευταίο που ήθελε ήταν να την αναστατώσει. Να την ταράξει αλλά δεν μπορούσε και να της πει ψέμματα. 
-Κάντυ δεν…δεν συμφωνώ με αυτό το γάμο…
-‘Αλμπερτ! Η καρδιά της σκίρτησε και όλες οι εκφράσεις του προσώπου της μαρτυρούσαν άγχος, απογοήτευση, έκπληξη. Πήγε να μιλήσει, να ρωτήσει, να διαμαρτυρηθεί μα πριν προλάβει ακόμα το χέρι του Άλμπερτ στα χείλη της την σταμάτησε. 
-Πριν ρωτήσεις το γιατί, σου λέω μη ρωτήσεις, είναι καλύτερα να μην ρωτήσεις «γιατί», της είπε και άφησε το χέρι του να πέσει στο σεντόνι. 
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει το γιατί, τον κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε. Και αυτός ήξερε ότι αυτή κατάλαβε. 
Η Κάντυ ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. Ήταν άραγε αυτά τα συναισθήματα που της είχε μιλήσει η Άννυ; Και τώρα…Τώρα, τι;
Τον κοιτούσε σαν χαμμένη στα μάτια. Όχι, όχι δεν το εννοούσε, δεν μπορεί να το εννοούσε, στα γράμματα του ήταν πάντα τόσο οικείος και φιλικός. Του μίλαγε και της μίλαγε σαν να ήταν αδέλφια, σαν…
Ήταν τόση η έκπληξη της που και να ήθελε δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Κάπως, κάπου, κάποτε, η καρδιά της ηρεμούσε κοντά του και όταν έπεφτε με κλάματα ή με χαρά στην αγκαλιά του, τα χέρια που την κρατούσαν, που την παρηγορούσαν, που την τύλιγαν με τη ζεστασιά τους, ήταν τόσο γνώριμα. Μα έπρεπε να ξέρει και να βεβαιωθεί, δεν μπορούσε να τον αγνοήσει, αυτον που ήταν πάντα κοντά της.
-Αλ-μπε-ρτ, για-τί; από την ταραχή της συλλάβισε και ψιθύριζε. Τα σμαραγδένια μάτια της απλώς τον τραβούσαν κοντά..πολύ κοντά..επικύνδινα κοντά…και τα λεπτά και τρυφερά της χείλη, που είχαν ανοίξει φυσικά καθώς πρόφερε το όνομα του, ήταν μόνο η πρόσκληση. Ήταν μόνο ένα δευτερόλεπτο, περισσότερο από αρκετό, για να φιλοξενήσει αυτό το γλυκό και δειλό άγγιγμα: τα δικά του χείλη απαλά ανεβοκατέβηκαν στα δικά της. Δεν ήταν μία παρόρμηση, αλλά μία απάντηση. «Να, γιατί...». 
Ήταν όλα αυτά αρκετά για να σταματήσει η ανάσα της και για να χάσει τα λόγια της. Εκείνη την ώρα η πόρτα άνοιξε επιτακτικά και ο γιατρός Μαρκ μπήκε στο δωμάτιο, που λες και ήξερε, απλώς είπε: «Δεσποινίς Άρντλευ, νομίζω ότι είχατε αρκετές επισκέψεις για σήμερα, ώρα για να ηρεμήσετε». 
Η Κάντυ δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει περισσότερο. Ίσως να περίμενε κάτι διαφορετικό, ένα «συγγνώμη» ή μία δικαιολογία από αυτές που τυπικά λένε οι άντρες όταν παρασύρονται αλλά ο Άλμπερτ δεν ήταν διατεθειμένος να ζητήσει «συγγνώμη». Όχι για αυτό τουλάχιστον, αισθανόταν χρέος απέναντι της να είναι πέρα για πέρα αληθινός και γνήσιος, τώρα που ήξερε ότι θα έφευγε από τα χέρια του. Αλλά πριν φύγει, έπρεπε να ξέρει, να γνωρίζει, να αισθανθεί. 
Έφυγε ήσυχα από το δωμάτιο της και όταν είδε τον Τέρενς στο διάδρομο που περίμενε να τελειώσει η επίσκεψη του γιατρού για να μπει και να την καληνυχτίσει και αυτός με τη σειρά του, απλώς του γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. Δεν θα τον άφηνε να του την πάρει, όχι έτσι, όχι ακόμα. Και αυτή η οργή και ο θυμός, οι αστραπές που κρύβονταν πίσω από τα μάτια του ήταν σίγουρος ότι θα έβρισκαν την κατάλληλη ώρα και στιγμή για να ξεσπάσουν. Βγήκε έξω από το νοσοκομείο, στο δρόμο για το ξενοδοχείο, η βροχή είχε σταματήσει, μα τα σύννεφα ήταν ακόμα εκεί, καλύπτοντας ακόμα και τα πιο λαμπερά αστέρια, τώρα ακόμα και ο ουρανός σιωπούσε.

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:17 pm

Μόνη

«Γιατί; Γιατί, Άλμπερτ;» «Κάντυ, πήρες την απάντηση σου» η φωνή του Άλμπερτ αντήχησε στο κεφάλι της. Η σιωπή μέσα στο δωμάτιο απλωνόταν σαν σκιά που έπεφτε από πάνω της και ώρα με την ώρα μεγάλωνε, η μοναξιά δεν την βοηθούσε καθόλου. Η Έλινορ θα ερχόταν πιο αργά, όταν θα τελείωνε την παράσταση, μέχρι τότε όμως ήταν αντιμετώπη με τον εαυτό της και μία ανάμνηση που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει. 
«Δεν ξέρω καν αν θέλω να το σκέφτομαι ή όχι», ήταν κουρασμένη αλλά κάθε προσπάθεια να κοιμηθεί έπεφτε στο κενό, οι σκέψεις της την ταξίδευαν πίσω στο χρόνο…στην ένωση των χειλιών τους, στην εκδήλωση των συναισθημάτων του Άλμπερτ. «Για αυτό, για αυτό γύρισες τόσο βιαστικά από τη Γαλλιά, ήθελες να είμαστε μαζί». 
«Μα δεν μπορώ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό Άλμπερτ, όσο και αν σ’αγαπώ, αυτό είναι λάθος και δεν μπορώ να…». «Αν μπορούσα να σηκωθώ από αυτό το κρεββάτι και να σου εξηγήσω, να σου μιλήσω, θα ήθελα να σε δω…σημαίνεις τόσα πολλά για εμένα». Έκλεισε άλλη μία φορά τα μάτια της προσπαθώντας να πείσει για άλλη μία φορά τον εαυτό της να κοιμηθεί. Μία ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια. «Αν εσύ με αγαπάς έτσι και εγώ δεν μπορώ, τι μας κάνει αυτό; που μας αφήνει αυτό;» «Η σχέση μας ήταν πάντα σταθερή και αμοιβαία, πάντα ειλικρινής και γνήσια. Μα τώρα είναι σαν να ακροβατούμε και οι δύο σε μία λεπτή γραμμή, ναι σαν να κρεμόμαστε από μία κλωστή». Η Κάντυ ένιωθε σαν να πιέζεται ασφυκτικά, χρειαζόταν κάποιον να μιλήσει. Αλλά ποιον; Δεν μπορούσε να πει πουθενά τι έγινε. Ούτε στην Έλινορ, ούτε τον Τέρυ. Ήταν μόνη με αυτή τη συνειδητοποίηση. Και αλίμονο, μόνη, έπρεπε να μείνει. 


Δεν έχεις δικαίωμα 

Ο Γουίλλιαμ Άλμπερτ Άρντλευ έφτασε στο New York Plaza. Κουρασμένος κα ταλαιπωρήμενος από ένα μεγάλο ταξίδι μα και από όλες αυτές τις άλλαγες, δεν ήξερε για πόσο ακόμα θα άντεχε να στέκεται όρθιος. Στο μυαλό του όλα ήταν ένα κουβάρι και κάπου εκεί ανάμεσα έπρεπε να βρει την άκρη του νήματος για όλους και για όλα. Ίσως να ασθανόταν καλύτερα αν είχε ξεδιαλύνει την κατάσταση με τον Τζωρτζ και ένα βάρος έφευγε από τις πλάτες του. Με αυτή τη σκέψη, αναζήτησε τον Άρτσι και τον βρήκε να κάθεται στο μπαρ απολαμβάνοντας ένα ποτήρι ουίσκι, κάτι που φαινόταν πια να γίνεται μία αγαπημένη συνήθεια για το τέλος της μέρας. 
-Άρτσι είσαι καλά; Του είπε και κάθησε δίπλα του, βγάζοντας το παλτό του. 
-Α μία χαρά, από τότε που ήρθα στη Νέα Υόρκη κάθε βράδυ πίνω και από ένα διαφορετικό ουίσκι, με ηρεμεί. 
Ο Άλμπερτ χαμογέλασε. 
Υπήρχε κάτι περίεργο, κάτι διαφορετικό πάνω στον Άρτσι που του κέντρισε την προσοχή. Μπορεί να ήταν οι μαύροι κύκλοι κάτω από μάτια του, που του χάριζαν ένα πιο θεωρητικό στιλ, ή η λιγότερο επιμελήμενη (από ότι συνήθως) εμφάνιση του. Τα πάντα καλοχτενισμένα μαλλιά του Άρτσι ήταν ελαφρώς ανακατεμένα, το πάντα ατσαλάκωτο και κλειστό πουκάμισο του ήταν τώρα ανοιχτό μπροστά στο πρώτο κουμπί χαρίζοντας του έναν πιο μποέμ και ανάλαφρο χαρακτήρα. Οι καταστάσεις μπορούσαν να αλλάξουν τους ανθρώπους. Ήταν προφανές πως η Νέα Υόρκη, δεν άλλαξε μόνο την Κάντυ αλλά και τον Άρτσι. 
-Κανένα νέο για τον Τζωρτζ; Ρώτησε ο Άλμπερτ. 
-Όχι, ακόμα, αναρωτιέμαι γιατί καθυστερούν. 
-Μπορεί να ετοιμάζονται για κάτι…
-Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο, είπε ο Άρτσι με ύφος δυσανασχέτησης. Θέλω να φύγω, να γυρίσω στο Σικάγο. 
-Άρτσι, καλύτερα να πας στην Άννυ, να ξεκουραστείς.
Ο Άρτσι τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Α, ναι σωστά», θυμήθηκε. Ο Άλμπερτ δεν γνώριζε τίποτα. 
-Χωρίσαμε, Άλμπερτ. Δεν υπάρχει πια Άννυ. 
Άλλο ένα νέο, μία ακόμα έκπληξη. Ο Άλμπερτ σχεδόν έχασε τα λόγια του. Αυτό ήταν αδύνατο και κάτι απίστευτα μη προβλέψιμο…για τον Άρτσι και την Άννυ. 
-Μα πως; Γιατί; 
-Γιατί νομίζω πως κατάλαβε ότι ο γάμος ήταν μία συγκατάβαση και…αν και στην αρχή ήθελα να τη φέρω πίσω σε μένα και να συνεχίσουμε τη ζωή μας, τελικά μπορώ και μόνο να νικήσω αυτή τη συνήθεια. Αν συνεχίσω να προσποιούμαι πως την αγαπάω, απλώς θα της στερήσω τη δυνατότητα να βρει κάποιον που αληθινά θα την αγαπάει. Της αξίζει άλλωστε. 
-Και εσύ; 
-Εγώ θα ταξιδέψω, αυτό αποφάσισα να κάνω. Θέλω να γνωρίσω τον κόσμο και να ξεφύγω από τα στενά πλαίσια του Σικάγου, την θεία Ελρόη και την Ελίζα και όλο αυτό το αρρωστημένο περιβάλλον. 
-Ναι σε καταλαβαίνω, είπε ο Άλμπερτ με κατανόηση. Αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισα και εγώ να ταξιδέψω. Ίσως αν η Ελρόυ δεν ήταν τόσο καταπιεστική να είχα γυρίσει νωρίτερα στην οικογένεια… Σειρά σου τώρα, είναι δίκαιο, του είπε και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη. 
-Σκέφτηκα και κάτι πονηρό…είπε ο Άρτσι και κρυφογέλασε. 
-Τι; έκανε με ενδιαφέρον ο Άλμπερτ. 
-Σκέφτηκα να τους κάνουμε έκπληξη…όταν θα πάνε στη Σκωτία…
Ο Άλμπερτ έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Το τελευταίο που ήθελε να κούσει τώρα ήταν για την ευτυχία του ζευγαριού. Ο Άρτσι δεν μπόρεσε να μην παρατηρήσει πως το βλέμμα του Άλμπερτ ξαφνικά έγινε πιο λυπημένο και πιο αυστηρό. 
-Μίλησες με τον Τέρυ; Ρώτησε ο Άρτσι, προσπαθώντας να κατανοήσει καλύτερα την κατάσταση. 
-Άρτσι, δεν θέλω η Κάντυ να φύγει μαζί του. Μπορεί να και μη γυρίσουν ποτέ. Μη ξεχνάς ότι αυτή είναι η πατρίδα του. Και μη ξεχνάς πόσο ασταθής και νευρικός είναι ο Τέρυ. Τι θα κάνει μόνη της σε μία ξένη χώρα; Και μετά…και μετά, (τα χαρακτηριστικά του συσπάστηκαν), ναι μπορώ να πω ότι σκόπευα να μοιραστώ εγώ αυτό το ταξίδι μαζί της. Αυτός ήταν ο σκοπός μου. Να την πάρω μαζί μου, να τη φέρω κοντά μου. Μόνο που φαίνεται ότι άργησα λίγο. 
Ο Άρτσι στις τελευταίες λέξεις ένιωσε το σκαμπό του να κινείται. Αναρωτήθηκε αν έφταιγε το αλκόολ; Όχι ήταν μόνο ένα ποτήρι. Άρα αυτό που άκουγε, ήταν αλήθεια; Δεν μπορεί και ο Άλμπερτ να ήταν…μα δεν έδειξε ποτέ κάτι τέτοιο, δεν εκδήλωσε ποτέ αυτά τα συναισθήματα. 
-Άλμπερτ, πως; Πότε; Δηλαδή; 
-Ναι ξέρω, ήταν κουτό, δεν της μίλησα ποτέ έτσι, αλλά δεν είχα και λόγο, πίστευα ότι θα ήταν εκεί με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο, πάντα κοντά μου. Αλλά τώρα, νοιώθω την ανάγκη να κάνω κάτι…
-Άλμπερτ, δεν είναι πολύ αργά για αυτό; Θέλω να πω…γιατί να την ταράξεις; Η αλήθεια είναι ότι και εγώ της εξέφρασα τα συναισθήματα μου αλλά όχι για να την διεκδικήσω..ήθελα απλώς να της πω ότι την αγαπάω και ότι θα είμαι πάντα εκεί αν χρειαστεί αλλά εσύ…δεν έχεις δικαίωμα, έχει πάρει ήδη τις αποφάσεις της. 
-Άρτσι, από πότε παίρνεις εσύ το μέρος του Τέρυ; Περίμενα ότι θα καταλάβαινες. Αληθινά περίμενε ο Άλμπερτ ότι ο Άρτσι θα ήταν με το μέρος του. «Δεν έχεις δικαίωμα;» Δεν είχε δικαίωμα να εκφράσει τα συναισθήματα του; Και αυτό το έλεγε, ο Άρτσι; Ναι, ο κόσμος είχε όντως γυρίσει ανάποδα. 
-Είναι αργά καλύτερα να πάμε για ύπνο, είπε ο Άλμπερτ με ένα κουρασμένο και εκνευρισμένο ύφος, κανένας δεν τον υποστήριζε. Ήταν μόνος. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά. 

Τα λόγια που δεν είπα

Τύλιξε το σώμα και τις σκέψεις του μέσα στους ζεστούς υδρατμούς. Έκλεισε τα μάτια και άφησε το καυτό νερό να τρέξει πάνω του καθαρίζοντας το μυαλό του από τα σκοτάδια. Ακόμα αδυνατούσε να καταλάβει όλα αυτά που είχαν γίνει μέσα σε λίγες μόνο μέρες. Αυτά που ήταν δεδομένα, τώρα του έφευγαν από τα χέρια, γλυστρούσαν σαν τις σταγόνες του νερού, άλλαζαν μορφή και όψη, καινούριες συμμαχίες, άλλοι άνθρωποι, μια ζωή που δεν όριζε, που δεν τον περίμενε…όχι, άλλο, όχι πια. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπο του. Αυτό ήταν το δικό του λάθος. Ο χρόνος. 
Ποιος πραγματικά ήταν, τι αληθινά ήθελε. Νόμιζε πως τα είχε όλα, πως μπορούσε να περιμένει μέχρι εκείνη να γιατρέψει τις δικές της πληγές, αν ξεπεράσει το παρελθόν μα αυτό το παρελθόν είχε ανοίξει σαν κυκλώνας που δεν λυπάται ανθρώπους και συναισθήματα, τα τράβαγε, τα ρουφούσε όλα, οι δικές του πληγές άνοιγαν. «Ω Κάντυ, δεν έπρεπε, δεν έπρεπε να γίνει έτσι». Τώρα κατηγορούσε ο ίδιος τον εαυτό του για την αλληγορία του. «Εγώ την άφησα, εγώ άφησα τον Τέρυ να μου την πάρει». «Γιατί; Γιατί να περιμένω;».
Καταλάβαινε τώρα ότι η ήρεμη και ευγενική του φύση, που σεβόταν τα συναισθήματα των άλλων και περίμενε, δεν τον είχε βοηθήσει, δεν τον είχε βοηθήσει πραγματικά καθόλου. Είχε χάσει τη μάχη ενάντια στην ενεργητική και παρορμητική φύση του Τέρενς, που ότι ήθελε απλώς το έπαιρνε. Ήταν μάλλον μία απλοποιημένη σύνθεση των καταστάσεων, μα από την μεριά που στεκόταν τώρα ο Άλμπερτ δεν μπορούσε να δει, άλλη εξήγηση. Και όσο κατηγορούσε τον Τέρενς για αυτή την καταλυτική εξέλιξη, άλλο τόσο τώρα κατηγορούσε τον εαυτό του που την άφησε, που δίστασε να τη φιλήσει, να την αγγίξει, που δεν της είπε «σ’αγαπώ», που δεν της ανοίχτηκε, που δεν της είπε ότι δεν ήθελε να είναι συγγενείς και φίλοι, αλλά εραστές, σύζυγοι, σύντροφοι, για σήμερα, για πάντα…». «Γιατί; Γιατί; Άλμπερτ;».
«Δεν φτάνουν οι λέξεις για να σου εξηγήσω, να σου δώσω απάντηση, πως μπορώ να σου πω αγαπώ; Δεν σ’αγαπώ απλά, ίσως να σε λατρεύω, ίσως όχι από τώρα, μα από πάντα, ίσως από τη στιγμή που σε είδα σε εκείνο το λόφο. Ένα μικρό και αδύναμο κοριτσάκι, με μάτια υγρά από τα δάκρυα, με χρυσά μαλλιά σαν τον ήλιο. Τόσο όμορφη και αθώα, τόσο απροστάτευτη. Για αυτό και δεν δίστασα να σε κάνω μέλος των Άρντλευ. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για να ξέρω ότι χαμογελάς».
«Ήξερα ότι χαμογέλαγες, ακόμα και αν ήμουν μακριά, αισθανόμουν καλά που ήσουν καλά. Μα ήσουν μόνο ένα παιδί και σαν παιδί σ’αγαπούσα, μία παράξενη αγάπη, αλλιώτικη από τις άλλες, μία δική μας αγάπη, ήταν για μένα η μεγαλύτερη ανταμοιβή. Δεν μπορούσα να προβλέψω, πόσο όμορφη θα γινόσουν, δεν μπορούσα να ξέρω πως αυτή η αγάπη…θα γινόταν λατρεία. Ήθελα πάντα να είμαι κοντά σου, ήθελα...Μα τώρα εσύ θέλεις κάποιον άλλον και εγώ ποτέ δεν κατάφερα να σου πω αυτό που πραγματικά ένοιωσα και βίωσα δίπλα σου. Με κουράζουν οι τίτλοι, κοντά σου ήμουν πάντα ΕΓΩ και μόνο εσύ μπορούσες να το κάνεις αυτό. Τώρα θα μείνω μόνος και άδειος, τώρα θα μάθω πόσο πραγματικά σε χρειάζομαι». 
«Δεν έχεις δικαίωμα», η φωνή του Άρτσι αντήχησε στα αυτιά του. «Το ξέρω», απάντησε. «Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα». 




Το παιχνίδι συνεχίζεται…

Ο Άλμπερτ ξύπνησε με ένα φοβερό πονοκέφαλο. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Με το ζόρι μπόρεσε να κατέβει ως το εστιατόριο για να πιει καφέ. Το κλίμα και η υγρασία της Νέας Υόρκης του είχαν αρχίσει να αφήνουν τα σημάδια της…Κατέβηκε στο εστιατόριο αλλά αμέσως το μετάνιωσε... Ο Άρτσι και ο Τέρυ κάθονταν σε ένα από τα τραπέζια απολαμβάνοντας τον πρωινό τους κάφέ και κουβεντιάζοντας, ίσως και παραπάνω από έντονα, η άνεση και η διαχυτικότητα ήταν προφανής ανάμεσα τους. «Μάλιστα», σκέφτηκε και πλησίασε το τραπέζι τους. 
-Καλημέρα, είπε μάλλον μονότονα. 
-Καλημέρα, απάντησαν με θέρμη και χαμόγελα, οι δύο. 
-Κάτσε Άλμπερτ, δεν δαγκώνω…αστειεύτηκε ο Τέρυ, βλέποντας και πάλι την αδικαιολόγητα ψυχρή στάση του Άλμπερτ απέναντι του.
-Μπορεί να δαγκώνω εγώ, αστειεύτηκε σχεδόν γρυλίζοντας ο Άλμπερτ. 
Ο Τέρενς γέλασε καλόκαρδα. Ο Άλμπερτ κάθησε και άρχισε να γεμίζει με καφέ, μία από τις άδειες κούπες στο τραπέζι. 
-Έλεγα στον Άρτσι, ότι έχω καλά νέα. Έστειλα το φίλο μου τον Τσάρλι να βρει τον Νηλ και να τον πιέσει για απαντήσεις και τελικά ο Νηλ παραδέχτηκε πως…
-Ένα λεπτό, πως, πότε, που και γιατί τον έστειλες;
-Έναν φίλο μου τον Τσάρλι, τον έστειλα στο Νηλ, προκειμένου να τον πιέσει για απαντήσεις..
-Μισό λεπτό, Τέρυ, με ποιο δικαίωμα παίρνεις πρωτοβουλίες και ανακατεύεσαι σε αυτή την υπόθεση; Δεν σε αφορά αυτό. 
-Μα…έκανε ο Τέρυ διστακτικά (τι; έπρεπε να δικαιολογηθεί), είπαμε με τον Άρτσι να μάθουμε…
-Ο Άρτσι κακώς έδωσε την άδεια του για κάτι τέτοιο, Άρτσι δεν μπορούσες να με περιμένεις; Μήπως ξέχασες πως με κάλεσες εδώ για αυτό το λόγο; 
Ο Άρτσι κοιτούσε αποσβολωμένος. Που ήταν το κακό; Αδυνατούσε να καταλάβει. 
-Ωραία αλλά το κάναμε και τώρα…πήγε να πει. 
-Τέρυ αυτό είναι ένα οικογενειακό θέμα, αν έπαθε κάτι ο Νηλ..
-Μα και εγώ είμαι της οικογενείας, θέλω να πω, εγώ και η Κάντυ όταν γίνει καλά…
-Όταν γίνει καλά η Κάντυ θα επιστρέψει στο Σικάγο όπου είναι το σπίτι και η οικογένεια της. Μην ξεχνάς ότι είμαι κηδεμόνας της. Και επίσης μην ξεχνάς πως η Κάντυ είναι 17 σωστά; Δεν νομίζω ότι μπορεί να σε παντρευτεί αν δεν συγκαταθέσω και φυσικά θεωρώ πως μπορείτε να περιμένετε. Για ποιο λόγο να βιαστείτε; 
Ο Άλμπερτ, όπως πολύ σωστά είχε μαντέψει, είχε καταφέρει να μετατρέψει τον Τέρενς σε ταύρο σε υαλοπωλείο. Σχεδόν κρυφόγελασε από μέσα του με την αντίδραση του Τέρυ που σηκώθηκε στιγμιαία από τον τραπέζι. «Τέρυ, είσαι πάντα τόσο προβλέψιμος», σκέφτηκε. 
- Κηδεμόνας, τώρα το θυμήθηκες, που ήσουν όταν την έκλειναν σε μπουντρούμια στο Λονδίνο; «Κατευθείαν στο θέμα», σκέφτηκε σιωπηλά ο Άλμπερτ. Αλλά ήταν λάθος να ενδώσει. 
-Μα εσύ ήσουν η αιτία, απάντησε με συγκράτηση. Τώρα ξέρεις ότι τότε στην εμπιστεύτηκα…Λυπάμαι για αυτό. Ήταν λάθος μου, δεν θα επαναληφθεί. 
-Ξέρεις κάτι, Γουίλλιαμ, Άλμπερτ, Άρτνλευ ή όπως αλλιώς σε λένε, δεν χρειάζομαι τη συγκατάθεση κανενός για να κάνω την Κάντυ ευτυχισμένη, για αυτό καλύτερα να μείνεις αυτό που ήσουν πάντα, ένας απλός θεατής, αυτός είναι ο ρόλος σου…
-Μην ανακατεύεσαι στα θέματα της οικογενείας μου, δεν σε αφορούν, του απάντησε απότομα ο Άλμπερτ. Οι δύο άντρες κοιτάζονταν ψυχρά και σκληρά. Ο Άρτσι μπορούσε να νιώσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ανάμεσα τους. Ένα ρίγος τον διαπέρασε. Μόλις χτες σκεφτόταν να φύγει, μόλις σήμερα άλλαξε γνώμη. Αυτοί οι δύο μπορούσαν να σκοτωθούν. 
-Αντιθέτως Άλμπερτ, εσύ να μην ανακατεύεσαι στα θέματα της δικής μου οικογένειας, του ανταπάντησε σαρκαστικά ο Τέρενς. Τράβηξε το σακάκι του από την καρέκλα και έφυγε γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη του μα ένιωθε τώρα ξεκάθαρα τα στιλέτα που καρφώνονταν πίσω του. 
«Θα το μετανιώσεις αυτό», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, ο Άλμπερτ. 
-Άλμπερτ, τι είναι όλη αυτή η επίθεση στον Τέρυ; Δεν είσαι άδικος; 
-Άρτσι, είσαι πραγματικά τόσο αφελής και ανόητος; Του είπε ο Άλμπερτ, κοιτώντας τον ψυχρά. Ξεχνάς ότι αυτός είναι η αιτία που η Καντυ κόντεψε να χάσει τη ζωή της; Και τώρα θέλει να τον εμπιστευτώ; Τη δουλειά έχει να ανακατεύεται με τον Νηλ; 
-Ναι αλλά βοήθησε, χτες έστειλε τον Τσάρλι, ένα φιλο του στο σπίτι του Νηλ και μετά από κάποια ώρα ο Νηλ ομολόγησε ότι αυτός ήταν πίσω από το σκηνικό. Σε συμπαιγνία με αυτόν τον κακοποιό τον Έρικ μας έφαγαν όλα τα χρήματα και τώρα θέλουν να μας κάνουν να ξαναπληρώσουμε.
Ο Άρτσι χαμήλωσε τη φωνή του και ψιθύρισε: Μας είπε ψέμματα Άλμπερτ, ο Νηλ δεν δανείστηκε λεφτά από τις συμμορίες για να κάνει τη ζωούλα του, αλλά πουλάει ναρκωτικά, καταλαβαίνεις; Δεν μπορούμε να πάμε στην αστυνομία. Αυτό που φοβόσουν από την αρχή, επιβεβαιώθηκε. Είναι μπλεγμένος ως το κόκκαλο. Τι θα κάνουμε; 
Ο Άλμπερτ χλώμιασε. Ναι, το φοβόταν από την αρχή αυτό. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι τόσο απλά. 
-Άρτσι που είναι ο Νηλ; Καλύτερα να πάμε σπίτι του. 
Ο Άρτσι δίστασε για μία στιγμή. 
- Εμ, δεν είναι σπίτι του, ο Τσάλρι τον πίεσε φοβερά…
Ο Άλμπερτ κούνησε το κεφαλι του. «Μάλιστα». 
-Που είναι; επανέλαβε. 
-Στο νοσοκομείο. Τον πήγε ο Τσάρλι και τον παράτησε με μόλωπες. Οι γιατροί του είπαν ότι μάλλον έπαθε διάσειση. 
Ο Άλμπερτ ένιωσε το στόμα του να γίνεται στεγνό και κάτι να του φράζει το λαιμό. 
-Άρτσι, μείνε εδώ μη τυχόν και στείλουν καμία ειδοποίηση. 
-Που πας; 
-Πάω στην αστυνομία. 
-Άλμπερτ αυτό είναι καθαρή τρέλα, θα τον συλλάβουν. 
-Φυσικά αυτό θέλω, είπε ο Άλμπερτ και έφυγε.

Δύο άντρες 

Στεκόταν με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Αυτή την πόρτα που άνοιγε κάθε τρεις και λίγο από τις επισκέψεις των γιατρών και των νοσοκόμων, αυτή την πόρτα που και οι δύο άντρες που αγαπούσε πριν από λίγο, είχαν πέρασει για να χαθούν ανάμεσα στα στενά αυτης της πόλης. Ο ένας το πρωί και ο άλλος μόλις πριν από λίγα λεπτά. 
Ήταν ήδη απόγευμα στην πόλη της Νέας Υόρκης και ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει στον ορίζοντα. Μωβ και κόκκινα χρώματα στον ουρανό, μία γλυκειά μελαγχολία στην καρδιά της, μία παράξενη ηρεμία τώρα. «Τέρυ» - «Άλμπερτ», «γιατί δεν μπορούμε να είμαστε όπως πριν; ποτέ πια ξανά, κανένα συναίσθημα δεν θα είναι πια το ίδιο». «Η μοναδική μου ανάμνηση από το ζωολογικό κήπου του Λονδίνου όπου και οι δύο γελάτε και αστείευστε στο πλάι μου, θα μείνει μοναδική. Και αν τώρα στέκομαι ανάμεσα σας δεν σας διασκεδάζω πια, μα σας χωρίζω. Και όμως αυτή τη στιγμή, καταλαβαίνω, είναι αφυσικό και αδύνατο, να γυρίσουμε πίσω το χρόνο.» 
Η εικόνα του Τέρυ που στεκόταν πλάι της εκείνο το πρωί και της χαμογελούσε με αυτά τα βαθιά και γαλανά μάτια, την διαπέρασε. Η συζήτηση τους είχε αρχίσει κάπως έτσι…. 

-Κάντυ, δεν χρειάζεται να πιέσεις τον εαυτό σου…
-Πιέζω χειρότερα τον εαυτό μου με το να είμαι συνέχεια σε ένα κρεββάτι…άλλωστε ο γιατρός είπε να προσπαθήσω να σταθώ και λίγο....
Ζαλίστηκε όταν σηκώθηκε, ένιωσε στην αρχή τα πόδια της να τρέμουν και τα χέρια του Τέρυ εντσικτωδώς τύλιξαν απαλά μα σταθερά τη μικρή της μέση για να την στηρίξουν…Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Ήταν δύσκολο να φύγει από την αγκαλιά του, όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά γιατί δεν το ήθελε και καταλάβαινε ότι ούτε ο ίδιος το ήθελε. Τα μάτια του σιωπηλά της μίλαγαν «Θα σε κρατάω πάντα, δεν θα σε αφήσω μόνη ποτέ ξανά». Πόσο το ίδιο και εκείνη αισθανόταν. Χάθηκε στην αγκαλιά του και τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω από το λαιμό του. Ακόμα ένα φιλί, στα όρθια… «Χμ, τι γλύκισμα», την πείραξε ο Τέρυ μόλις έσπασαν το φιλί αναζητώντας αέρα. «Τέρυ…!!» διαμαρτυρήθηκε. 
Μα ήταν αδύνατο πια και το ήξερε και εκείνη, παρόλη την αθωότητα και την απειρία της, ναι, ήταν αδύνατο να στέκεται δίπλα του και να μην αποζητά την αγκαλιά του, να μυρίζει το άρωμα του και να μη θέλει να γύρει ερωτικά το κεφάλι της στο λαιμό του, να νιώθει τα χέρια του γύρω από τη μέση της και να μην πέφτει ολόκληρη πάνω του θέλωντας να νιώσει τη δύναμη και τη ζέστη του δικού σώματος να διαπερνά το δικό της, ήταν αδύνατο, να είναι τα χείλη τους σε απόσταση αναπνοής και να αντιστέκεται, να μην παραδοθεί και πάλι σε αυτή τη ζάλη, την επιθυμία να χαθεί μέσα του. «Αυτό είναι λοιπόν ο πόθος, αυτό είναι ο έρωτας…Τέρυ. Άλμπερτ; Άλμπερτ, έτσι νιώθεις λοιπόν; Καημένε Άλμπερτ». 
Το πρόσωπο της ξαφνικά σκοτείνιασε, ένιωσε σχεδόν ενοχή και ντροπή ταυτόχρονα. Ο Τέρυ δεν ήξερε τίποτα και ούτε άξιζε να τον στεναχωρήσει. "Όχι, δεν αξίει να του κάνω αυτό." Αυτό ήταν δικό της πρόβλημα. Προσπαθώντας να αποστασιοποιηθεί από τις σκέψεις της, θεώρησε ότι χρειαζόταν να βγάλει τον εαυτό της από αυτήν την κατάσταση. Ένα άγγιγμα ήταν πολύ περισσότερο από αυτό που έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή… 
-Τέρυ, Ίσως θα ήταν καλύτερα αν με άφηνες να προσπαθήσω λίγο μόνη μου, του είπε παίρνοντας τα χέρια της από πάνω του και ψάχνωντας στον τοίχο για στήριγμα. Ο Τέρυ χαλάρωσε τα χέρια του και στράφηκε προς το παράθυρο. 
-Κάνε ότι μπορείς Κάντυ, εγώ εδώ θα είμαι, της είπε κοιτώντας φευγαλέα από το τζάμι την πόλη της Νέας Υόρκης που σήμερα, λουσμένη στο φως του ήλιου, παρόλη τη χτεσινή βροχή, φαινόταν πιο «καθαρή» παρά ποτέ. 
Το βλέμμα του ξαναγύρισε πάνω της καθώς εκείνη έκανε μικρά βήματα κατά μήκος του τοίχου. «Αυτό είναι το κορίτσι μου σκέφτηκε, δυνατό ακόμα και μέσα στον πόνο». «Θα φύγουμε από εδώ..σύντομα, ότι και αν γίνει, δεν θα ξαναφήσω αυτό το κορίτσι να το πληγώσει η κακία του κόσμου, η Κάντυ που ξέρω πήδαγε στα δέντρα, σύντομα Κάντυ…». 
-Τέρυ τι κάθεσαι και σκέφτεσαι; Του είπε εκείνη με την πλάτη της κολλημένη στο τοίχο. 
-Σε χαίρομαι, είμαι περήφανος για αυτό που είσαι. 
-Δε με ξεγελάς εμένα κύριε, κάτι σε στεναχωρεί και μπορώ να το δω. 
-Όχι, μη δίνεις σημασία, άλλωστε δεν αξίζει…
Το ύφος της άλλαξε και μία ξαφνική σιωπή έπεσε ανάμεσα τους. «Δεν αξίζει», αυτές ήταν οι δικές της σκέψεις πριν από λίγο. Τον κοίταξε που την κοιτούσε διστακτικά, ενοχικά σχεδόν, λες και της κρατούσε πράγματα για να την προστατεύσει. Ξαφνικά έτρεξε κοντά της και την πήρε στην αγκαλιά του. 
-Έχεις δίκιο Τέρυ, δεν αξίζει του είπε, και τότε αυτός χωρίς δισταγμό, έσκυψε και τη φίλησε.
«Μικρή μου, Κάντυ, πόσα στα αλήθεια οι δυο μας καταλαβαίνουμε, μόνο αυτό, μόνο αυτό αξίζει, Κάντυ». 

«Μόνο αυτό αξίζει, Κάντυ», ναι, αλήθεια ήταν, αν και δεν είχαν μιλήσει ξεκάθαρα, προφυλλάσοντας ο ένας τον άλλο από μία κοινή πλέον αλήθεια, μπορούσαν να καταλάβουν, να συμφωνήσουν, ακόμα και να σωπάσουν. 
«Καημένε, Άλμπερτ» σκέφτηκε και η καρδιά της σάλεψε. Η πόρτα απέναντι της ήταν ακόμα κλειστή αλλά απόψε ακόμα και αν ακόμα άνοιγε δεν θα της έφερνε τον Τέρυ. «Εγώ φταίω, που ήμουν τόσο αμελής, τόσο απρόσεχτη, τόσο πάντα ανυποψίαστη». «Με τρόμαξες χτες, μα με τρόμαξες ακόμα περισσότερο σήμερα, όταν μου είπες….». 

-Μα που είναι ο Τέρυ; Πάντα ερχόταν το απόγευμα. 
-Τον συνέλαβαν Κάντυ.
-Τι; γιατί;
-Γιατί έβαλε να χτυπήσουν τον Νηλ από ότι φαίνεται…και ο Νηλ του έκανε φυσικά μήνυση. 
-Γιατί για ποιο λόγο;
-Γιατί πίστευε ότι ήταν ανακατεμένος με τον Έρικ και καθώς φαίνεται δεν είχε καθόλου άδικο.
-Μα τότε γιατί Άλμπερτ; 
-Γιατί δεν συμφωνώ με την νοοτροπία του και τον τρόπο του, αν ήθελα να το κάνω αυτό, θα το είχα ήδη κάνει. Δεν είχε καμία δουλειά να ανακατευτεί. Ο Νηλ είναι ότι είναι αλλά είναι μέλος της οικογένειας μου, όπως και εσύ Κάντυ. 
-Αλμπερτ, σχετικά με αυτό που έγινε…
-Κάντυ δεν ήθελα να σε κάνω να αισθανθείς άσχημα, είναι δύσκολο για μένα να κρύβω άλλο τα πραγματικά μου συναισθήματα, τόσο καιρό προσπάθησα να σε φέρω κοντά μου και όμως απέτυχα, ήθελα όμως να ξέρω αν και εσύ ποτέ…
-Δεν ξέρω, ίσως, ίσως αν δεν ήταν ο Τέρυ αλλά είναι…λυπάμαι, λυπάμαι Άλμπερτ. 
-Όπως και να έχει, μόλις γίνει καλά θα γυρίσουμε στο Σικάγο και…
-Αλμπερτ..ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται…ο Τέρυ
- Δεν είναι μόνο ο Τέρυ αλλά και εσύ. Στα αλήθεια αυτό θες; Να αφήσεις πίσω σου τα παιδιά και το λόφο, θα αφήσεις και μένα ακόμα; Αν τουλάχιστον με αγαπάς έστω και λίγο σαν φίλο, μείνε μαζί μας. 
-Άλμπερτ!
-Το ξέρω είναι εγωιστικό και τολμηρό από μέρους μου αλλά τουλάχιστον μείνε κοντά μου να σε βλέπω και να σου μιλάω. Δεν νομιζω ότι μπορώ να σκεφτώ ότι θα φύγεις έτσι και μπορεί να μην ξαναγυρίσεις κοντά μου. 
-Καλέ μου Άλμπερτ…
Αυτός ο τρόπος που μίλησε, όλη της η γλύκα και η τρυφερότητα σε τρεις μόνο λέξεις, έκαναν κομμάτια την καρδιά του. Πως μπορούσε να της αντισταθεί; Πως μπορούσε να καταλαβαίνει τόσο πολύ αυτά που χρόνια έκρυβε μέσα του σε μία στιγμή και να τον συμπονά; Να τον γεμίζει ακόμα τρυφερότητα και αγάπη. Πίστη. Η πίστη υπήρχε μές τα μάτια της, όπως τόσα χρόνια έτσι και τώρα καμία εξομολόγηση δεν ηταν ικανή για να τον διώξει από την καρδια της. 
-Είμαι λίγος για σένα;
-Άλμπερτ τι είναι αυτά που λες; τι είναι αυτά που σκέφτεσαι, απλώς καταλαβαίνω, καταλαβαίνω πόσο σκληρός και μαρτυρικός είναι ο έρωτας. Ακόμα και αν το θελήσω, δεν μπορώ μετά από όλα αυτά που ζήσαμε να θυμώσω. Καταλαβαίνω πια πως ίσως να ήταν και δικό μου λάθος. 
-Γιατί, γιατί το λες αυτό;
-Γιατί ένας άντρας και μία γυναίκα, είναι δύσκολο να είναι τόσο κοντά ο ένας στον άλλο και να…
-Κάντυ, αυτό σημαίνει ότι δεν θα ξαναγυρίσεις στο Σικάγο; 
-Λυπάμαι, Άλμπερτ, δεν μπορώ να το κάνω αυτό, θα είναι δύσκολο για σένα και άδικο.
-Τοτε είναι καλύτερα να φύγω από τώρα…είναι καλύτερα να μείνω μακριά σου.
-Δεν εννοούσα…
Ήταν ήδη αργά για να τον κρατήσει, ο Άλμπερτ έκλεινε την πόρτα πίσω του. 
Ναι έκλεισε την πόρτα πίσω του και αισθάνθηκε σαν να τον έχανε για πάντα από τη ζωή της. Δεν ήταν δίκαιο για εκείνη μα αν δεν γινόταν διαφορετικά. «Όσα και αν είναι τα συναισθήματα μου για σένα, Άλμπερτ, για τον Τέρυ είναι ακόμα μεγαλύτερα. Έτσι ακόμα και αν….». Ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό της αλλά έπρεπε να συνεχίσει. «Ακόμα και αν δεν ξανάρθεις, θα το αντέξω, λυπάμαι, λυπάμαι πολύ». Μέσα στην αίσθηση της απώλειας αισθανόταν ήρεμη. «Τέρυ…». 

Η ακίδα 

Την ίδια ώρα και στιγμή, ο Άλμπερτ περπατούσε αδιάφορα και σκεπτικός ανάμεσα στο πλήθος. Έπρεπε να το περιμένει, ναι έπρεπε. Πόσο όμορφα είχε πει «όχι» στα συναισθήματα του, με πόση ευγένεια…Μα αυτή ήταν πάντα η Κάντυ, η καλή του Κάντυ. Κάθε του προσπάθεια και λόγος να την κρατήσει κοντά του είχε εξατμιστεί. 
Κόντεψε να βάλει τα γέλια. Ήταν τόσο κοντά…τόσο κοντά και η μικρή του Κάντυ τώρα γινόταν ένας μακρινός ορίζοντας που όλο και χανόταν από τα μάτια του. Ήθελε να την κρατήσει κοντά του, ναι ήθελε. Να κερδίσει χρόνο, ναι ήθελε. Για αυτό και εκείνο το πρωί, είχε κάνει σχεδόν κάτι απίστευτα τραγικό, κάτι σχεδόν απίστευτο, ασυγχώρητο, ακόμα και για τις ίδιες του τις αξίες. 
Όπως και αν είχε, είτε σαν μία κίνηση απελπισίας, εκδικητικότητας ή απλής συνέπειας, χρειαζόταν να το κάνει, να εξασφαλίσει χρόνο και ίσως, ίσως έτσι να έκανε τον Τέρυ να φτάσει εκείνος πρώτος στα όρια της υπομονής του. Ναι, ήθελε να δοκιμάσει τα νερά, να ζορίσει την κατάσταση. Για αυτό εκείνο το πρωί, όταν έφυγε από το ξενοδοχείο…

-Φυσικά και μπορείτε να κάνετε μήνυση για ξυλοδαρμό, είπε ο αστυνομικός που κοιτούσε απαθής και σχετικά αδιάφορος τον θρασύ και είρωνα νεαρό που ήταν ξαπλωμένος στο κρεββάτι απέναντι του αλλά και τον ψηλό ξανθό και σοβαρό άντρα που στεκόταν όρθιος δίπλα στο παράθυρο. 
Ο Νηλ κοίταξε σαν χαμμένος τον Άλμπερτ, περιμένοντας μάλλον να πάρει εκείνος το λόγο για αυτόν. Ο ίδιος ήταν ακόμα τρομοκρατημένος τόσο από την βίαιη και απροσδόκητη επίθεση που είχε δεχτεί από τον άγνωστο για αυτόν Τσάρλι όσο και από την περιπλοκότητα της κατάστασης. Προς το παρόν προτιμούσε να σωπαίνει. 
Ήδη ο νάρθηκας στο δεξί του χέρι, οι μελανιές κάτω από τα μάτια και οι μόλωπες σε όλο του το σώμα ήταν μία πολύ καλή υπενθίμηση του πόσο είχαν στενέψει τα όρια γύρω του. 
Ο Άλμπερτ τον κοιτούσε τόσο με λύπη όσο και με αγανάκτηση. Για αυτόν που ήταν πάντα τόσο προσγειωμένος, στέρεος και ανεξάρτητος, ο Νηλ ήταν σαν μία ακίδα στο χέρι του δεν ήθελε πολύ για να τη βγάλει αλλά δεν τον πονούσε και ιδιαίτερα αν την άφηνε. Προς το παρόν δεν μπορούσε ακόμα και αυτός να αποφασίσει τι από τα δύο ήταν καλύτερο. 
-Λοιπόν θα υποβάλλετε μήνυση; Ρώτησε πάλι ο αστυνομικός. 
Βλέποντας τον Νηλ τόσο αναποφάσιστο ο Άλμπερτ αποφάσισε να επέμβει. 
-Νηλ μη φοβάσαι, έχεις δικαίωμα να κάνεις ότι θέλεις, ότι έγινε χθες ήταν άνανδρο, φυσικά και μπορείς να του κάνεις μήνυση. 
Ο Νηλ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Καταλαβαίνω» είπε «αλλά θείε, δεν νομίζετε πως δεν φταίει αυτός; Υπαίτιος όλης αυτής της κατάστασης είναι αυτός ο Γκράνστεστερ, εσείς μου το είπατε».
-Νηλ ξεκίνα από τα βασικά και θα φτάσουμε εκεί, το θέμα είναι να τιμωρηθεί όποιος ευθύνεται για την κατάσταση σου. 
-Ναι…Ο Νηλ στάθηκε μία στιγμή ακόμα, δεν ήθελε πολύ, όχι δεν ήθελε αλλά αν έμπλεκε τον Τέρυ και αν άρχιζε όλο αυτό το κουβάρι να ξετυλίγεται το σίγουρο ήταν ότι οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι πολύ χειρότερες. Ο Άλμπερτ στα δικά του μάτια ήταν όχι μόνο αδαής αλλά επικίνδυνα αδαής. «Δεν επιθυμώ να κάνω μήνυση», είπε ο Νηλ. Ο Άλμπερτ ξαφνιάστηκε. Μα και ο Νηλ επίσης καθώς είδε το θείο του να ζητάει να αποχωρήσει για ελάχιστα λεπτά από το δωμάτιο. 
-Νηλ, καταλαβαίνω ότι δεν επιθυμείς να περιπλέξεις τις καταστάσεις αλλά δεν νομίζεις πως είσαι πολύ περισσότερο μπλεγμένος από ότι θα έπρεπε για να κάνεις πίσω;
Ο Νηλ έμεινε με το στόμα στο αέρα. Τι ήξερε και πόσα ήξερε; 
-Όλα, τα ξέρω, νεαρέ, τον πρόλαβε ο Άλμπερτ διαβάζοντας την ανησυχία, την έκπληξη και την απορία στο συνήθως βλοσυρό βλέμμα του ανηψιού του.
-Μα…ο Νηλ δεν πρόλαβε πάλι να μιλήσει καθώς η φιγούρα του Άλμπερτ τον πλησίασε πάνω από το κρεββάτι.
-Περιμένω από εσένα να κάνεις το σωστό και όταν αυτό γίνει, θα σε στείλω πίσω στο Σικάγο και θα σε αποζημιώσω με μία καλή θέση στις επιχειρησείς μου, μην ανησυχείς δεν σου ζητώ να δουλέψεις, ξέρω πόσο άχρηστος είσαι, εσύ θα βγεις καθαρός από όλα αυτά. 
-Μα γιατί; Ρώτησε ο Νηλ. 
-Γιατί δεν αντέχω να ξεφτιλιστεί το όνομα των Άντλευ από σένα, γιατί σκέφτομαι τη Ελρόυ και τη μητέρα σου που δεν φταίνε σε τίποτα και γιατί αυτή είναι η υποχρεωσή μου σαν κεφαλή των Άρντλευ. 
-Μα γιατί να μπλέξω τον Γκράντσεστερ; 
-Γιατί και αυτός μόνος του μπλέχτηκε και γιατί δεν είχε καμία δουλειά να ανακατεύεται με την οικογένεια μας. Στα καθάρια μπλε μάτια του Άλμπερτ η αποφασιστικότητα ήταν χαραγμένη. 
-Καταλαβαίνω, είπε συγκαταβατικά ο Νηλ. Έγειρε πίσω το κεφάλι του και ετοιμάστηκε να μιλήσει στον αστυνομικό που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο. Θα έφευγε πλούσιος και προσταστευμένος και αυτό δεν ήταν καθόλου κακό σενάριο…κοίταξε τον Άλμπερτ με την άκρη του ματιού του που μισοχαμογέλαγε για να του δώσει θάρρος. Μ...ή μήπως ήταν για κάποιο άλλο λόγο;


juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:18 pm

Στη Δικαιοσύνη 

Ο άλλος λόγος που έκανε τον Άλμπερτ να χαμογελάει θα έβρισκε πραγματική δικαίωση λίγες ώρες αργότερα, στο σπίτι της Έλινορ. Όταν ο Τέρενς πήγε να περάσει την πόρτα του νοσοκομείου, μία δυσάρεστη έπληξη τον περίμενε στην έξοδο. Οι δύο ψηλοί αστυνομικοί αμέσως τον πλησίασαν και με συνοπτικές διαδικασίες του εξήγησαν. 
-Με συλλαμβάνετε; Για ποιο πράγμα;
-Για τον ξυλοδαρμό του κύριου Ράγκαν, φαίνεται ότι εσείς στείλατε κάποιον άνθρωπο για να τον κτυπήσει…
-Αυτό είναι τρελό…
-Λυπούμαστε αλλά ο ίδιος λέει ότι ο δράστης ήταν φίλος σας και σύμφωνα με την κατάθεση του κύριου Άλμπερτ Άρντλευ, εσείς ο ίδιος το ομολογήσατε σήμερα το πρωί με την παρουσία μαρτύρων του κ. Κόρνγουελ. Θα μας ακολουθήσετε στο τμήμα; Μία εξακρίβωση στοιχείων θα κάνουμε και ίσως να χρειαστεί να περάσετε μια μέρα στο κρατητητείριο. 
-Ένα λεπτό…μόνο αυτό σας είπε ο Νηλ Ράγκαν; 
-Τι εννοείτε; 
-Τίποτα αφήστε το…θα έρθω μαζί σας. 
Πρόθυμα τους ακολούθησε χωρίς να θέλει να οξύνει τις καταστάσεις, το μυαλό του ήταν στην Κάντυ αλλά και στον Τσάρλι. Μέσα του το είχε ήδη μετανιώσει, άθελα του, τους είχε κάνει και τους δύο τα θύματα της δικής του ιστορίας. Αναρωτήθηκε τι θα γινόταν με τον Τζωρτζ, μία λάθος κίνηση ήταν αρκετή, η Νέα Υόρκη είχε αόρατα σύνορα που χώριζαν τους περιθωριακούς και τον υπόκοσμο από την καλή κοινωνία και τον κόσμο της «διαφάνειας». Αυτό αφορούσε μόνο το χρήμα και τα συμφέροντα, αλλά όσον αφορούσε την πληροφόρηση η Νέα Υόρκη ήταν μία ατελείωτη αλάνα. Ευχήθηκε εκεί που πήγαινε να μην συναντήσει τα λάθος άτομα. 
Το κεντρικό αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης, ήταν γεμάτο από ναρκομανείς, εμπόρους λευκής σαρκός, μικροληστές, καλοθελήτες αλλά και «μπράβους» των περιοχών που συλλαμβάνονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι πιο πολλοί από αυτούς μετανάστες, Εβραίοι και Ιρλανδοί, που είχαν μπαρκάρει μία νύχτα ή μία μέρα από τις πατρίδες τους με σκοπό να διεκδικήσουν αλλά και να κατακτήσουν το Αμερικανικό Όνειρο. Τελικά αποδείχτηκε πως το Αμερικανικό όνειρο, παρέμεινε ένα «Όνειρο». Για την πλειονότητα των μεταναστών που ήρθαν για να μείνουν, η αθωότητα αλλά και τα όνειρα είχαν χαθεί δίνοντας τη θέση τους στην μάχη της καθημερινότητας για επιβίωση, μία μάχη ανελέητη που τα πρώτα της θύματα δεν ήταν άλλα από το ήθος και τις προσωπικές αξίες.
Στο θέαμα αυτών των εξαθλιωμένων από τη ζωή ανθρώπων, ο Τέρυ ένιωσε τυχερός, όχι μόνο γιατί γεννήθηκε «αλλιώς» και στη ζωή του έτυχε καλύτερης μοίρας αλλά ακόμα περισσότερο γιατί είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά αυτή τη λάσπη και το βούρκο, όπου κανείς δεν ξέφευγε και δεν σήκωνε κεφάλι. Ποτέ δεν θα το ξεχνούσε στη ζωή του, την εικόνα της μικρής Μονίκ με το λευκό βρώμικο φόρεμα και τη σκισμένη κορδέλα, το θέαμα των ζητιάνων με τα σπασμένα δόντια και τα γερασμένια χέρια που γύρευαν μία δεκάρα, τις ώρες που έζησε στα Decks, αυτό του θύμιζαν ποιος ήταν. Αισθανόταν τυχερός που θα είχε αυτές τις αναμνήσεις για πάντα χαραγμένες στην μνήμη του μυαλού του…έτσι ήξερε ότι ποτέ δεν θα γινόταν αχαριστος. 
-Εδώ είμαστε κύριε Γκράντσεστερ, του είπε ο αρχιφύλακας ανοίγοντας μία πόρτα στην άκρη του διαδρόμου, περάστε. 
Ο Τέρενς μπήκε μέσα και κάθησε σιωπηλός σε μία από τις καρέλες. 
-Λυπάμαι που σας σέρνω ως εδώ, είστε ένα εξέχον μέλος της κοινωνίας μας αλλά σήμερα το πρωί κατατέθηκε μήνυση εναντίον σας από τον κύριο Ράγκαν. Ισυχρίζεται ότι βάλατε κάποιον Τσάρλι να τον κτυπήσει. Φυσικά θα πρέπει να συλλάβουμε και εκείνον αλλα δεν γνωρίζουμε που βρίσκετε. Εσείς ξέρετε να μας πείτε; 
-Δεν ξέρω καν το άτομο για το οποίο μιλάτε.
-Τον ξέρουμε εμείς όμως..είναι παλιός γνωριμος των αστυνομικών αρχών. Πρόσφατα βγήκε από τη φυλακή, ταιριάζει με την περιγραφή που μας έδωσε ο νεαρός Ράγκαν. 
-Τότε γιατί δεν τον συλλαμβάνετε; 
-Γιατί δεν ξέρουμε που βρίσκετε, πήγαμε ήδη σπίτι του αλλά λείπει από εκεί, φυσικά πήγαμε και στο δικό σας αλλά κανείς δεν απάντησε. 
-Δεν καταλαβαίνω τι ζητάτε, ωραία εγώ έβαλα να τον κτυπήσουν και λυπάμαι για αυτό θα πάω φυλακή; 
Ο αστυνομικός έβαλε τα γέλια. 
-Μην με κάνετε να γελάω κύριε Γκράνστεστερ, λίγο με νοιάζει η μήνυση του κύριου Ράγκαν, ξέρετε και μόνος σας ότι θα περάσετε μία νύχτα μαζί μας και μετά ο δικαστής θα σας επιβάλλει κάποιο πρόστιμο. Δεν με νοιάζουν καθόλου όλα αυτά.
-Τι ζητάτε λοιπόν από μένα;
-Κύριε Γκράντσεστερ με ενδιαφέρει ο λόγος που βάλατε να τον κτυπήσουν. Βλέπετε εδώ και πολύ καιρό ο κ. Ράγκαν φαίνεται να κινείται σε αυτές τις περιοχές, θέλω να ξέρω αν έχει ανοίξει παρτίδες με τον υπόκοσμο…
-Εσείς δεν ξέρετε; 
-Δυστυχώς ακόμα και η ίδια η αστυνομία είναι διεφθαρμένη. Πιστέψτε με προσπαθώ εδώ και πολύ καιρό να βρω άκρες για το εμπόριο των ναρκωτικών που γίνεται στα Decks. Οι συμμορίες δεν μιλάνε, κανείς δεν μιλάει ακόμα και η ίδια η αστυνομία, ακόμα και αν συλλάβω 10 ή είκοσι ζητιάνους, όση πίεση και να ασκήσω δεν μιλάει ποτέ κανείς. Το ίδιο με όλους αυτούς εδώ έξω…Προσπαθώ να μαζέψω στοιχεία αλλά δεν έχω τίποτα στα χέρια μου. Είναι πολύ δυνατοί εκεί κάτω. Να τους πάω μέσα για ποιο λόγο; Δεν με ενδιαφέρουν οι μικροπωλητές, το κεφάλι θέλω να πιάσω, αλλά χρειάζομαι καταθέσεις, στοιχεία, δεν έχω τίποτα. Ο κύριος Ράγκαν φαίνεται πιο εύκολη περίπτωση, έλεγα να αρχίσω με αυτόν. 
-Γιατι δεν ρωτάτε τον κύριο Ράγκαν;
-Μα γιατί να εκτεθώ κύριε Γκράντσεστερ; Αφού κάνατε όλη τη δουλειά για μένα. 
Τώρα πρόσφατα ανακαλύψαμε ένα πτώμα, κανείς δεν φαίνεται να τον ξέρει…λεγόταν Σάμουηλ, εβραίος μετανάστης…εσείς τον ξέρετε; 
-Αστυνόμε…λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας βοηθήσω…
-Γιατί είσαστε στο νοσοκομείο κύριε Γκράντσεστερ; 
-Ήταν μία φιλική επίσκεψη. 
-Αυτή η κοπέλα φαίνεται να μαχαιρώθηκε…δεν υπάρχει ωστόσο ούτε ίχνος από μήνυση; Δεν ζητάτε δικαιοσύνη; Σας υπόσχομαι ότι αν με βοηθήσετε θα φέρω στη δικαιοσύνη αυτούς τους ανθρώπους. Φαίνεται να έχετε μουδιάσει. Σκεφτείτε το κύριε Γκράντσεστερ, θα σας μεταφέρω σε ένα ήσυχο κελί. 
Ο Τέρενς πέρασε τη νύχτα σιωπηλά στο μικρό κελί που του παραχώρησαν, Ο Έρικ, Ο Νηλ, Ο Τζωρτζ…Ήταν πολύ επικύνδινο να αναμειχθεί σε αυτή την απόφαση, δεν ήθελε να ριψοκινδυνέψει τίποτα πλέον «Κάνω λάθος Κάντυ;». Ίσως εκείνη θα τον προέτρεπε να βοηθήσει, μπορούσε να ακούσει τη φωνή της στο σκοτάδι να λέει «Τέρυ, σκέψου, δεν είμαστε μόνο εμείς, αν μπορείς κάτι να αλλάξεις…». Όχι, η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα. Ήταν ήδη πολύ αργά για αυτόν τον κόσμο. Ευτυχώς όχι όμως για εκείνον και την Κάντυ. Το πρωί ήταν πολύ σίγουρος όταν ανακοίνωσε στον αστυνόμο ότι δεν είχε να του πει τίποτα. Ήταν καθαρά μία μεταξύ τους μικροαστική υπόθεση. Μετά τον δικαστή και την επιβολή του προστίμου του, αφέθηκε φυσικά ελεύθερος και η πρώτη του σκέψη ήταν να πάει κοντά στη μικρή του Κάντυ. Αλλά δεν ήταν ο μόνος που είχε την ίδια σκέψη. 
-Που πάτε αστυνόμε; Ρώτησε τον αστυνόμο που μπήκε μόνος του, την τελευταία στιγμή, μέσα στην άμαξα του Τέρυ. 
-Μα φυσικά μαζί σας, θέλω να δω και εγώ τη «φίλη» σας. 
-Μπορείτε να μην περιπλέκετε τα πράγματα; 
-Λυπάμαι κύριε Γκράντσεστερ αλλά κάνατε την επιλογή σας…η φίλη σας μαχαιρώθηκε είναι αρκετό στοιχείο για να την κάνω να υποβάλει μήνυση και να μάθω την αλήθεια. Μπορεί εσείς να μην έχετε κίνητρα αλλά εγώ…
Ο Τέρενς σταμάτησε τον αμαξά πριν ξεκινήσει. Δεν θα τάραζαν την Κάντυ δίχως λόγο και αιτία, αν το έκανε αυτό ο αστυνόμος, κινδύνευε ακόμα και η ίδια η Κάντυ. 
-Γιατί σταματάμε; Ρώτησε ο αστυνόμος.
-Δεν καταλαβαίνετε, η κοπέλα δεν είναι μπλεγμένη πουθενά…
-Μ, ενδιαφέρον….ο αστυνόμος τον κοίταξε με τα γαλανά του μάτια. 
-Αν υποσχεθείτε να την αφήσετε στην ησυχία της θα σας πω τι ξέρω…
-Πολύ καλά, του είπε ο αστυνομικός. Πάμε μία βόλτα λοιπόν. Μ’αρέσει το Central Park, εσάς; 
Ο Τερυ έγνεψε καταφατικά ενώ ο αστυνόμος έλεγε στον αμαξά τον καινούριο του προορισμό. Μία σκέψη μόνο πέρναγε από το μυαλό του Τέρυ καθώς οι εικόνες της Νέας Υόρκης άλλαζαν μπροστά και μέσα στα μάτια του. «Έμπλεξα».


Στα όρια...

Το μυαλό του αλλά και η καρδιά του ήταν σε κατάσταση λήθης. Τελικά αυτός ο αγώνας του είχε στοιχήσει παραπάνω, πολύ παραπάνω από ότι είχε στα αλήθεια υπολογίσει. Αυτή τη στιγμή ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός για να τον αντέξει. Σηκώθηκε από το κρεββάτι και έκλεισε με δύναμη τα παντζούρια. Αναρωτιόταν γιατί σηκωνόταν το πρωί…γιατί κοιμόταν το βράδυ. Ο εγωισμός του αλλά και το σώμα του τώρα ήταν στα πατώματα. «Μονίκ..». Αδυνατούσε να συνέλθει, αδυνατούσε να το πιστέψει αλλά και το χωνέψει ακόμα. «Έχασες», έλεγε τώρα στον εαυτό του. «Έπαιξες και έχασες, γελοίε, ανόητε, ξοφλημένε, ελεεινέ, αυτός ο Γκράντσεστερ φταίει για όλα, δική του ιδέα ήταν…δική του και εγώ; Πως μπόρεσα να το δεχτώ; Πως; Η αλάζονεία πληρώνεται πάντα». 
Μέσα στο σκοτάδι πλέον και με το λιγοστό φως που περνούσε από το παράθυρο ο Έρικ μεθούσε και πάλι, αναζητώντας να πέσει αναίσθητος σε έναν ύπνο που θα του χάριζε λίγη ανάπαυση, λίγες στιγμές ηρεμίας και συγκρότησης μέσα στο απέραντο χάος της διάλυσης και της μιζέριας που ήταν τώρα η ζωή του. Μα ήταν πολύ μακριά ακόμα…Ήταν ακόμα στο πρώτο μπουκάλι ουίσκι και αυτό δεν του έκανε τίποτα. 
-Είναι ανώφελο, φωναξε με απελπισία και πέταξε το μπουκάλι στον τοίχο με αποτέλεσμα να το συνθίψει σε χιλιάδες μικρά κομματάκια που σκορπίστηκαν στο από μέρες ασυμάζευτο δωμάτιο. «Άχρηστε, ξοφλημένε», φώναζε στον εαυτό του τώρα ενώ σηκωνόταν αργά με ασταθή βήμματα. Τα καστανα του μαλλιά, άλουστα και απεριποίητα, το προσωπο του ταλαιπωρημένο και αξύριστο, τα ρούχα του τσαλακωμένα και βρώμικα αλλά δεν τον ένοιαζε, δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Παραπατώντας και τρεκλίζοντας κατόρθωσε να κατέβει τις σκάλες, με σκοπό να αναζητήσει ακόμα ένα μπουκάλι ουίσκι στο άδειο μπαρ, που τη νύχτα έζεχνε όπως και εκείνος. Ο Μπάρμαν που τον είδε να πλησιάζει έκανε στην άκρη, μετά το σκηνικό με το Σάμουελ, ο Έρικ δεν μιλιόταν, δεν ενδιαφερόταν, δεν άκουγε και σχεδόν δεν απαντούσε. Πλησίασε τη ξύλινη μπάρα και είπε να τραβήξει μία μπουκάλα μα ξαφνικά στάθηκε σαν να θυμήθηκε κάτι και έβαλε το χέρι του στο πρόσωπο του. «Αλήθεια πως το ξέχασα αυτό;», είπε μέσα του. Χρειαζόταν μία δόση διασκέδασης και αν οι προθέσεις του ήταν καθαρά συμφεροντολιγικές κάποτε, τώρα ήταν μόνον εκδικητικές. Και τον τελευταίο καιρό είχε και το τέλιο θύμα για να τις εκτονώνει. 
Χωρίς ούτε και ο ίδιος να βλέπει καλά-καλά κατευθύνθηκε έξω από το μπαρ και έφερε το δεξί χέρι του πάνω στα μάτια του καθώς τυφλώθηκε από τον μεσημεριανό ήλιο. Βγήκε στο δρόμο και από το στενό σοκάκι που ήταν στο πλάι άνοιξε μία πόρτα που βρισκόταν στο πλάι και οδηγούσε μόνο σε ένα μέρος: στο υπόγειο. Καθώς κατέβαινε την στενή σκάλα μπορούσε να ακούσει τις φωνές του Τζωρτζ. Α ναι το θύμα του ήταν ζωντανό και τον περίμενε για άλλη μία ώρα διασκέδασης. Από τότε που έφυγε η Μονίκ…
Ο Τζωρτ τον περίμενε δεμμένος σε μία καρέκλα στη μεση του δωματίου, όταν τον είδε να κατεβαίνει η ανάσα του κόπηκε. Ο Τζωρτ δεν ήταν πια ο Τζωρτζ. 
Αλήθεια τι δουλειά είχε εδώ; Το κεφάλι του και το σώμα του πονούσε, ο κόσμος γύριζε, ο ίδιος έτρεμε, ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο του και τα μάτια του κόκκινα και θολά, πρησμένα και μελανιασμένα κοιτούσαν τον αντρα που στεκόταν (μετά βίας) απέναντι του. Σκεφτόταν ότι ήταν μοιραίο το λάθος τους, να πάνε έτσι χωρίς καμία προφύλαξη, εμπιστεύτηκαν τον Νηλ, τον προδότη της οικογένειας και το ήξερε. Μα όχι μόνο αυτό, τώρα ήξερε και το φόβο, αυτό το φόβο που τον έπιανε κάθε φορά που αυτός ο άντρας στεκόταν απέναντι του σαν και τώρα. 
-Λοιπόν τι θα κάνουμε σήμερα; Τα μάτια αυτού του άντρα δεν ήταν μελανιασμένα αλλά ήταν το ίδιο κόκκινα και θολά από το αλκόολ και την αυπνία. 
-Σε παρακαλώ ότι και να ζητήσεις θα στο δώσουν…
-Ξέρεις, μπορεί να και να μη ζητήσω τίποτα γιατί πλέον δεν με νοιάζει…λυπάμαι για σένα…
-ΜΗ…τα μάτια του Τζωρτζ άνοιξαν για να κλείσουν, καθώς η σιδερένια γροθιά του Ερικ τον βρήκε στο ίδιο μελανιασμένο σημείο, ανοίγοντας του βαθιά κόκκινη πληγή. Ο Τζωρτ έπεσε κάτω σκούζωντας, αναποδογυρίζοντας την καρέκλα που τον είχαν δεμένο. Ήταν τρελό, μαρτυρικό, ήταν απάνθρωπο. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει ένα τέτοιο κτήνος στη ζωή του…Στη ζωή Του; Έκλεισε τα μάτια και έσφιξε τα δόντια, άρχισε να φτύνει και να βήχει αίμα καθώς οι κλωτσιές του Έρικ του έσπαγαν τα κόκκαλα του θώρακα. Ούρλιαξε καθώς μία κλωτσιά τον πέτυχε στο στομάχι…λίγο ακόμα…λίγο ακόμα σκεφτόταν καθώς οι μέρες, οι ώρες και οι αντοχές του τελείωναν.

«Αντίο, φίλοι μου» 

-Άλμπερτ; Τι θα κάνουμε με τον Τζωρτζ; Κανείς δεν έχει επικοινωνήσει ακόμα μαζί μας, αυτό δεν είναι και πολύ καλό σημάδι. 
Ο Άλμπερτ γύρισε το βλέμμα του προς τον Άρτσι που καθόταν στην άλλη γωνιά του δωματίου.
-Όχι δεν είναι, έχεις δίκιο Άρτσι, έχω φοβερό πονοκέφαλο όμως για να σκεφτώ αυτή τη στιγμή. Ο Άλμπερτ καθόταν στην πολυθρόνα και αδυνατούσε να συκροτήσει τις σκέψεις του. Πέρα από την Κάντυ και όλη την απογοήτευση που ένιωθε, υπήρχε και κάτι ακόμα που τον στεναχωρούσε και αυτό δεν ήταν άλλο από τον Νηλ. Ηταν τόσο απογοητευμένος από τον ανηψιό του. 
-΄Άρτσι, τι σκέφτεσαι για τον Νηλ;
-Είναι πολύ πονηρός και ανώριμος, χρειάζεται να τιμωρηθεί για όλα αυτά που κάνει, δεν του αξίζει η επιείκια των Αρντλευ, είπε ο Άρτσι και κάθησε στην πολυθρόνα απέναντι από τον Άλμπερτ. 
-Ναι, έχεις δίκιο, απόλυτο δίκιο αλλά δεν μπορώ να τον αφήσω έτσι, θέλω να τον πάρεις και να φύγετε, όσο μένει εδώ, δεν μπορώ να τον προσέχω.
-Να τον πάρω; 
-Ναι είναι ακόμα στο νοσοκομείο αλλά για προληπτικούς λόγους, αύριο το μεσημέρι.
-Μα Άλμπερτ…ο Τζωρτζ, η Κάντυ; 
-Θα μείνω εγώ εδώ για τον Τζώρτζ, τώρα για την Κάντυ ακόμα και αν δεν μείνω, δεν βλέπω να μπορώ να κάνω και πολλά πράγματα, ο Τέρυ της ασκεί μεγαλύτερη επιρροή από όσο μπορούσα να φανταστώ. 
-Θα κάνω αυτό που μου ζητάς αλλά μην σκοτωθείτε…
-Δεν βλέπω καν το λόγο, είπε ο Αλμπερτ κλείνοντας τα μάτια. 
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου τους. Ο Άλμπερτ τινάχτηκε από την πολυθρόνα καθώς η φωνή αυτή που άκουσε να φωνάζει το όνομα του τον τάραξε από τη θέση του. 
-Άλμπερτ!! Άνοιξε την πόρτα. Ο Τέρενς μάλλον κόντευε να γκρεμίσει την πόρτα με τα χτυπήματα του. 
-Ηρέμησε Τέρυ, ηρέμησε, του φώναξε ο Άλμπερτ και με αποφασιστικό βήμα πήγε να ανοίξει την πόρτα. Ο Τέρυ πήδηξε πάνω του μόλις η πόρτα άνοιξε και οι δύο τους πέσανε στο πάτωμα. Ο Άλμπερτ προσπάθησε να τον τραβήξει από πάνω του αλλά ο Τέρυ τον πίεζε στο πάτωμα με όλο του το βάρος. 
-Τέρυ, τι νομίζεις ότι κάνεις; Ο Άρτσι πήγε να τον σηκώσει αλλά ο Τέρυ τίναξε το χέρι του Άρτσι με το δικό του και ο Άρτσι έμεινε στη θέση του θέλωντας να δει τι θα επακολουθήσει, ποιος ο λόγος αυτής της ξαφνικής επίθεσης;
-Ηλίθιε! Άσε με! Φώναξε, ο Αλμπερτ και τον κλώτσησε χαμηλά στα πόδια αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. 
-Πρέπει να ντρέπεσαι! Του αντιμίλησε ο Τέρυ. 
Ο Άλμπερτ ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. 
-Άρκετά Τέρυ, Αρκετά! του φώναξε και προσπάθησε να τον κτυπήσει με το χέρι του, τα αντανακλαστικά όμως του Τέρυ που ήταν πολύ καλά ανεπτυγμένα από τους αγώνες εναντίων των συμμοριών άρπαξαν το χέρι του Άλμπερτ στον αέρα και του το έστριψαν. 
Ο Άλμπερτ έσκουξε στιγμιαία.
-Άφησε τον πια!! Φώναξε ο σαστισμένος από τη βιαιότητα του Τέρυ, Άρτσι. Έπιασε τον Τέρυ από τη μέση και άρχισε να τον τραβάει προς τα πάνω. 
-Σταμάτα! 
-Άφησε με, Άρτσι, εξαιτίας του ο Τζωρτζ μπορεί και να πεθάνει. Δεν είναι καλύτερος από τον Νηλ! 
Ο Άλμπερτ που μόλις είχε καταφέρει να σηκωθεί άρπαξε τον Τέρυ από τον γιακά και με μία βίαιη κίνηση τον πέταξε στην πόρτα του δωματίου. Ο Τέρυ χτύπησε το κεφάλι του με θόρυβο στην πόρτα αλλά ο πόνος δεν ήταν κάτι που θα τον εμπόδιζε. 
- Υποκριτή! ήταν τα λόγια του πριν να χυμήξει και πάλι πάνω στον Άλμπερτ και να τον ρίξει με μία μπουνιά στο κρεβάτι. Τα ματια του Άλμπερτ γυάλισαν, αυτό ήταν παραπάνω από την ανοχή και την υπομονή του. Ο Άρτσι έκανε στην άκρη, καθώς ήταν η σειρά του Άλμπερτ να ορμήσει πάνω στον Τέρυ και να τον κτυπήσει στο στομάχι με μία δυνατή κλωτσιά. Ο Τέρυ διπλώθηκε στα δύο και ο Άλμπερτ βρήκε την τέλεια ευκαιρία για να τον ξανακτυπήσει με μία μπουνιά στο πρόσωπο. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν δεν το είχε κάνει αυτό, γιατί παρόλη τη ζάλη του, ο Τέρυ άρπαξε και πάλι το χέρι του Άλμπερτ και με μία πολύ ξαφνική κίνηση το έστριψε ολόκληρο αναγκάζοντας τον Άλμπερτ να πέσει στο πάτωμα από τον πόνο. 
-Θα σου το σπάσω, έτσι και δεν παραδεχτείς τι έκανες, του είπε πιο ήρεμα ο Τέρυ. 
-Άλμπερτ τι έκανες; 
-Πάψε, Άρτσι! Φώναξε εξαγριωμένος ο Άλμπερτ. Δεν πειράζει Τέρυ, κάνε αυτό που μόνο μπορείς να κάνεις, εμπρός! Η Κάντυ θα δείξει κατανόηση. Ξέρει τι είσαι! 
Αν και, ο Τέρυ δεν το είχε σκοπό, απελευθέρωσε τον Άλμπερτ. Μπορούσε να τον κατηγορήσει και χωρίς να τον πονάει, στιγμιαία προσπάθησε να επαναφέρει τη ψυχραιμία του. Ο θυμός του όμως έβραζε.
-Έβαλες τον Νηλ να καταθέσει μήνυση εναντίον μου; Πόσο ανόητος μπορεί να είσαι; Του είπε με όση υπομονή διέθετε. Ο Άλμπερτ σηκώθηκε από το πάτωμα και πήγε προς το παράθυρο. 
-Θα μπορούσα να τα βάλω άνετα μαζί σου αλλά δεν το κάνω, για την Κάντυ και μόνο, δεν το κάνω. Ναι, πήγα στην αστυνομία και τους είπα ότι χτύπησες τον Νηλ, δεν το αρνούμαι, δεν είχες καμία δουλειά να ανακατευτείς στις υποθέσεις μου. Το ότι είσαι φίλος της δεν σε κάνει μέλος της οικογένειας μου. Τι ευθύνες ζητάς τώρα και από ποιον; 
-Αλήθεια γιατί δεν το παραδέχεσαι, πόσο μικρά και ποταπά σκέφτεσαι; Ε; Ήθελες εκδίκηση και μου έκανες μήνυση; Να πετύχεις τι και πως; Σε έχει τυφλώσει ο έρωτας και δεν βλέπεις πέρα από τη μύτη σου, έχεις ιδέα πόσο αυτό που έκανες θα κοστίσει σε όλους; Η Κάντυ δεν είναι ασφαλής εδώ, ούτε καν εγώ, κανεις μας δεν είναι ασφαλείς με τις βλακείες σου. 
Ο Άλμπερτ απλώς χαμογέλασε. 
-Έχεις πάρει ναρκωτικά; Τι είναι αυτά που λες;
-Τι λέω; Ο Τέρενς ήταν στα πρόθυρα της νευρικής κρίσης. Αυτό που λέω είναι πως η αστυνομία ξέρει πολύ καλά, ποιος είναι ο Νηλ και τι κάνει και μετά από αυτό που έκανες αλλά και τα στοιχεία που τους έδωσα…
-Τα στοιχεία που τους έδωσες; Ποια στοιχεία Τέρυ; Ποια στοιχεία; Θα με τρελάνεις; Πόσο πια θα μας μπλέξεις; 
-Αν δεν το έχεις καταλάβει είσαι ήδη μπλεγμένος. Αν δεν τους έλεγα την αλήθεια θα τραβολογούσαν την Κάντυ για μάρτυρα. Αυτό ήθελες; 
-Το έκανες για να με εκδικηθείς έτσι; Και έχεις και τα μούτρα και εμφανίζεσαι εδώ και να με κατηγορήσεις τη στιγμή που μου διαλύεις ότι έχω και δεν έχω. Μου έχεις καταστρέψει όλη την οικογένεια. 
-Ποια οικογένεια; Αυτή που δεν πρόσεξες ποτέ σου;
-Παλιομπάσταρδε, δε θα σε αφήσω να πάρεις την Κάντυ στο λαιμό σου, ότι και αν γίνει…η Κάντυ θα φύγει για το Σικάγο απόψε κιόλας. Είμαι νόμιμος κηδεμόνας της και είναι ανήλικη. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα. 
-Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, έτσι και μου την πάρεις. 
Αν τα βλέμματα μπορούσαν να σκοτώσουν και οι δυο τους τώρα θα ήταν νεκροί. 
-Άρτσι, πήγαινε να πάρεις την Κάντυ…φεύγετε! 
Ο Τέρυ θόλωσε, θόλωσε τόσο πολύ, τρόμαξε τόσο πολύ, που δεν μπόρεσε να κρατήσει τα νεύρα, το θυμό, την πίκρα, την αγανάκτηση του, μέσα του ανασύρθηκαν οι ατελείωτες μέρες και νύχτες μακριές της, μία ζωή χωρίς σημασία και νόημα. Το χέρι του απλώθηκε, τράβηξε το γυάλινο βάζο που βρισκόταν πίσω του και το εκφενδόνισε με οργή πάνω στο πρόσωπο του Άλμπερτ. Ήταν τόσο ξαφνικό και βίαιο το χτύπημα που ο Άλμπερτ δεν πρόλαβε να αντιδράσει, το γυάλινο βάζο τον χτύπησε με δύναμη στο δεξί του μέρος του προσώπου και ο Άλμπερτ έπεσε στα γόνατα, πριν να σωριαστεί στο χαλί. Ο Άρτσι σάστισε έντονα. 
-Εχεις τρελαθεί τελείως; 
-Δεν θα τον αφήσω να μου την πάρει. Η Κάντυ και εγώ κινδυνεύουμε. 
-Τέρυ σύνελθε, ο Αλμπερτ αιμοραγεί. 
-Θα συνέλθει…Αντίο Άρτσι. 
Ο Άρτσι χλώμιασε, «Αντίο»; Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Άφησε τον Άλμπερτ που αιμοραγούσε στο πάτωμα και με ταχύτητα φωτός έτρεξε να προλάβει τον Τέρυ. Τον πέτυχε στις σκάλες και του άρπαξε την κάπα για να τον κρατήσει.
-Αν η Κάντυ, μάθει τι έγινε και σε τι κατάσταση είναι ο Άλμπερτ δεν θα στο συγχωρέσει ποτέ. Ποτέ! Δεν μπορείς να της πεις ψέμματα…
-Άρτσι, δεν καταλαβαίνεις; Ο Τέρυ γύρισε προς τα πίσω για να κοιτάξει τον Άρτσι στα μάτια και η φωνή του έγινε ψίθυρος. 
-Αν ο Έρικ ανακαλύψει τι έγινε και πίστεψε με θα το ανακαλύψει γιατί όλη η μισή αστυνομία και όλος ο υπόκοσμος της Νέας Υόρκης είναι στα πόδια του, θα υπάρξουν αντίποινα. Η Κάντυ χρειάζεται να φύγει από εδώ και εσύ και ο Άλμπερτ ακόμα. 
-Και ο Τζωρτζ; 
-Θα προσπαθήσει η αστυνομία πριν να είναι αργά. Η Κάντυ δεν χρειάζεται να μάθει τίποτα για όλα αυτά, διαφορετικά δεν υπάρχει νόημα, δεν θέλω να γίνει στόχος κανενός, αρκετά πέρασε.
-Και που θα πάτε;
-Στη Σκωτία..
-Τέρυ…
-Θα σου γράψω. Πες «συγγνώμη» στον Άλμπερτ από μένα, άλλωστε αυτός θα υποφέρει χειρότερα από όλους μας. 
-Αυτό είναι αλήθεια…Να την προσέχεις. Αντίο για τώρα., με αυτές τις λέξεις ο Άρτσι άφησε τον Τερυ να φύγει. Αναρωτιόταν αν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ. Και αν ακόμα η Κάντυ και ο Τέρυ θα τα κατάφερναν στο μακρύ ταξίδι της ζωής που είχαν μπροστά τους. Ίσως να μετάνιωνε την ώρα και τη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στη Νέα Υόρκη, ίσως και όχι, όταν σκεφτόταν την χαρούμενη πια μορφή της Κάντυ και το χαμόγελο της. 
«Αντίο φίλοι μου, καλή σας τύχη», σκέφτηκε μέσα του καθώς ανέβαινε τα σκαλιά για το δωμάτιο του Άλμπερτ.

Ένα χαμμένο χαμόγελο

Ο Άλμπερτ έφτασε στο νοσοκομείο ζαλισμένος ακόμα από το χτύπημα του Τέρενς. Βιαζόταν και σχεδόν έτρεχε στο διάδρομο, έπρεπε να τους προλάβει…
Η Κάντυ δεν θα μπορούσε να φύγει από εκεί μέσα στην κατάσταση που βρισκόταν αν κάποιος από τους συγγενείς της δεν εγγυόταν την ασφάλεια της και δεν υπέγραφε για την ανάληψη της ευθύνης της. Η Κάντυ ήταν ακόμα μετά αδύναμη και μετά βίας περπατούσε. Ήταν αδύνατο, αδύνατο να του πάρει, όχι ετσι, όχι απλά, λογικά θα τον καλούσαν από το νοσοκομείο, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε. Του πήρε τρεις ώρες να συνέλθει από το κτύπημα, τίποτα δεν είχε ακούσει, κανείς δεν τον είχε ειδοποιήσει. 
Μόλις έφτασε μπροστά από το γραφείο των νοσοκόμων, δε δίστασε να ρωτήσει. 
-Η δεσποινίς Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ;
-Δεν είναι στο δωμάτιο της; Μου φαίνεται πως κοιμάται.
Προφανώς τίποτα δεν είχε συμβεί. Ο Τέρενς φρόντισε απλώς να εκτονώσει όλο το θυμό του πάνω του, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο Άλμπερτ ένιωσε την καρδιά του να γυρίζει στη θέση της.
Τα δάχτυλα του χτύπησαν διστακτικά την πόρτα του δωματίου της Κάντυ. Άκουσε τη γλυκειά φωνή της από μέσα να λέει: «Ναι» και με χαρά και ανακούφιση αντίκρυσε τη ξανθιά κοπέλα που τον κοιτούσε με χαμόγελο. Το δικό του όμως σβήστηκε μεμιάς από τα χείλη του. 
-Δεσποινίς…
-Καλησπέρα… 

Μία αλλαγή

-Τι θες να κάνω; Η Σουζάνα κοιτούσε με απορία και έκπληκτα μάτια τον Τέρυ που την είχε σηκώσει από τον απογευματινό της ύπνο. 
-Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο Σουζάνα…
-Μμ, η Σουζάνα τον κοιτούσε ακόμα με απορία. 
-Τώρα δεν έχουμε πολύ χρόνο αλλά μπορείς να φουσκώσεις λίγο αυτές τις κοτσίδες;
-Τέρυ, καταλαβαίνεις τι μου ζητάς και μπορείς να μου δώσεις ένα λόγο για τον οποίο να σε βοηθήσω; Αν το καταλάβουν οι δικοί της;
-Η Κάντυ δεν έχει δικούς της ανθρώπους, Σουζάνα, όχι όπως το εννοείς αλλά μέχρι να σου το εξηγήσω, δεν κάνεις κάτι για το μαλλί; 
-Έλεος Τέρυ, υπάρχουν και περούκες. 
Το βλέμμα του Τέρυ άστραψε, φυσικά. Άφησε για λίγο τη Σουζάνα και πήγε στο ανάλογο κατάστημα για να αγοράσει τα απαραίτητα, δύο περούκες, μία για την Κάντυ και μία για τη Σουζάνα. Με το μαλλί της Κάντυ δυσκολεύτηκε, μπορούσε να βρει κάτι σε σγουρό αλλά όχι σε σγουρό και κοτσίδες. Ας ήταν θα της έφτιαχνε η Σουζάνα, άλλωστε ήξερε. Τόσες κοτσίδες είχε κάνει. 
Όσο ο Τέρυ είχε αναλάβει την κόμμωση των γυναικών, η Έλινορ ετοίμαζε ήδη τις βαλίτσες με τα ρούχα, τα αξεσουάρ και τα απαραίτητα του ταξιδιού. Ο οικογενειακός της γιατρός με μεγάλη προθυμία της έγραψε έναν πρόχειρο οδηγό για την αλλαγή επιδέσμων στην ασθενή Κάντυ. Αν και η Κάντυ ήταν νοσοκόμα και σίγουρα δεν θα δυσκολεύοταν καθόλου να περιποιηθεί τον εαυτό της.
Η Έλινορ έβαλε ακόμα τα απαραίτητα εργαλεία για αυτό, τα φάρμακα και μερικά βιβλία για να παιρνούν την ώρα τους. Λίγο πριν κλείσει την βαλίτσα πρόσθεσε και το τελευταίο: Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Ουίλλιαμ Σαιξπηρ. «Καιρός να το διαβάσετε μαζί», πρόσθεσε και έκλεισε το φερμουάρ. Πήρε ένα φάκελο και μία επιταγή και έγραψε ένα γενναιόδωρο ποσό για την Κάντυ. «Μία ασφάλεια, για όσο θα μείνετε μακριά μου». 
Τώρα ήταν η σειρά για την βαλίτσα της Κάντυ και υπήρχε κάποιος που έπρεπε να δει για αυτό το σκοπό. Ο Άρτσι δεν περίμενε την επίσκεψη της Έλινορ στο New York Plaza, σχεδόν αμέσως κατάλαβε για τι επρόκειτο όταν η κοπέλα τον ειδοποίησε να κατέβει στο μπαρ. Συνόδεψε την Έλινορ στο δωμάτιο της Κάντυ και περίμενε υπομονετικά, την ώρα που η Έλινορ σάρωνε όλη τη ντουλάπα και τα προσωπικά αντικείμενα της Κάντυ ώστε να μη της λείψει τίποτα στο ταξίδι. Όλα ήταν σχεδόν έτοιμα, τα εισητήρια, το πλοίο που θα τους περίμενε στο λιμάνι το επόμενο πρωί, οι βαλίτσες αλλά υπήρχε μία μικρή λεπτομέρεια: Η ίδια η Κάντυ…
Το να τη βγάλουν από το νοσοκομείο θα ήταν δύσκολο, ή ίδια ακόμα δεν στεκόταν στα πόδια της, φυσικά ένα αναπηρικό καροτσάκι θα βοηθούσε αλλά με τι δικαιολογία θα την έβγαζαν έξω μες το καταχείμωνο; Δεν ήταν για να τραβήξουν τα βλέμματα και να αρχίσουν τις διαφωνίες με τους γιατρούς, που θα καλούσαν τον κηδεμόνα της και ακόμα χειρότερα ακόμα και την αστυνομία. Υπό αυτές τις συνθήκες η Έλινορ σκέφτηκε πρώτα τον εαυτό της. Μπορούσε να υποδυθεί την Κάντυ έστω και για λίγο, για να ηρεμήσουν τον Άλμπερτ, προσωρινά τουλάχιστον αλλά ο Τέρυ διαφωνούσε κάθετα με αυτό το επιχείρημα, συν τις άλλοις η Κάντυ δεν μπορούσε στην κατάσταση της να υποδυθεί την Έλινορ και τότε μητέρα και γιος κοιτάχτηκαν πονηριά όταν σκέφτηκαν: Σουζάνα Μάρλοου. 


juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Κυρ Ιαν 23, 2011 8:19 pm

Ο κηδεμόνας 

-Λοιπόν τι λες για το μαλλί; Του είπε η Σουζάνα με τις καινούριες της κοτσίδες. 
-Σου πάνε πολύ Σουζάνα, είπε ο Τέρυ, αλλά καλύτερα να το βγάλεις πριν φτάσουμε στο νοσοκομείο.
-Έχουν αρχίσει και μου αρέσουν πιστεύω, του είπε αυτή. Ήταν και οι δύο καθισμένοι μέσα στην άμαξα που τους μετέφερε στο νοσοκομείο. 
Όταν έφτασαν κανένας δεν κατάλαβε τίποτα, κανείς δεν υποπτεύτηκε κανένα. Ο Τέρενς Γκράντσεστερ πέρασε την πύλη του νοσοκομείου και μετά τον εξωτερικό και εσωτερικό διάδρομο, χαμογελαστός και ευδιάθετος, χαιρετώντας τις νοσοκόμες και συνοδεύοντας την πρώην φιλενάδα του, Σουζάνα Μάρλοου, στο δωμάτιο της νυν (όπως όλοι μέσα στο νοσοκομείο ήξεραν και κρυφοσχολίαζαν) για μία φιλική απογευματινή επίσκεψη. Προφανώς δεν είχαν και πολλά πράγματα να πουν γιατί σχετικά σύντομα ο Τέρενς Γκράντσεστερ και η Σουζάνα Μάρλοου, αποχώρησαν από το νοσοκομείο, αφήνωνοντας πίσω τους τις γλώσσες των νοσοκόμων που σχολίαζαν τα συν και τα πλην της νυν και της πρώην. Στο νοσοκομείο επικρατούσε απόλυτη ησυχία και γιατί άλλωστε να μην επικρατεί; Το μόνο που τις ξάφνιασε ήταν ότι μισή ώρα αργότερα ο κηδεμόνας της Κάντυ, ζαλισμένος και τραυματισμένος ρωτούσε για την προστατευομένη του και βάδιζε ακόμα πιο περίεργα προς το δωμάτιο της. Αλλά εδώ και είκοσι λεπτά που ήταν μέσα όλα έδειχναν να είναι φυσιολογικα.
-Κορίτσια να του προσφέρετε τις πρώτες βοήθειες, μόλις βγει από το δωμάτιο, είπε η Μαρτζ, που έδειχνε απορροφημένη από το βιβλίο της για να συμμετάσχει στις πονηρές συζητήσεις των συναδέλφων της. 
-Τώρα μεταξύ μας, είπε μία κοκκινομάλα, είναι αυτός κηδεμόνας της; Πότε την υιοθέτησε στα δέκα;
Όλες έσκασαν στα γέλια. Φυσικά αυτό ήταν μία απολύτως λογική απορία, μία απορία που είχε και η Σουζάνα Μάρλοου. 
-Ώστε είστε ο μπαμπάς της Κάντυ; Ρώτησε η Σουζάνα όλο αθωότητα τον απορημένο Άλμπερτ. 
Ο Άλμπερτ ένιωσε δεύτερο χτύπημα στο κεφάλι του. 
-Ακούστε δεσποινίς Μάρλοου… 


Πρόσκληση σε γεύμα 

-Είναι ανάγκη να βρω την Κάντυ, είμαι ο κηδεμόνας της και χρειάζεται τη βοήθεια μου.
-Κύριε Άρντλευ, είναι νομίζω αργά για αυτό…που ψάχνετε.
-Που ψάχνω; 
-Ναι, ο Τέρυ μου εξήγησε. 
-Ώστε έτσι; 
-Έτσι. Θα μου κάνετε τη χάρη να με συνοδεύσετε στο σπίτι μου; Υπάρχει ένα αναπηρικό καροτσάκι στη γωνία πίσω σας, μπορείτε να με βοηθήσετε;
-Ναι, ασφαλώς. Ο Άλμπερτ άφησε το παλτό του στην άκρη και πήγε να φέρει το καροτσάκι, στιγμιαία ένιωσε μέσα του ντροπή, που τα συναισθήματα του τον είχα φέρει μέχρι εδώ. Ξαναγύρισε στη Σουζάνα και πιάνοντας το ζεστό αλλά λειψό σώμα της στο χέρια του, ένιωσε περισσότερο πόνο και ενοχή για τον δικό του ρόλο στην ιστορία της Κάντυ. 
-Κύριε Άρντλευ…έκανε η Σουζάνα, μόλις ο Άλμπερτ μαλακά την εναπόθεσε στο καρότσι. 
-Καλύτερα να με λέτε Άλμπερτ, δεσποινίς Μάρλοου, αισθάνομαι μεγάλος…
-Εντάξει, Άλμπερτ και εμένα Σουζάνα, ελπίζω να δώσετε μία ευκαιρία στην Κάντυ και στον Τέρυ, εγώ τους έδωσα…
Ο Άλμπερτ κοίταξε την πρώην ηθοποιό στα μάτια. Αλήθεια πόση δύναμη διέθετε αυτό το πλάσμα για να αγνοήσει όχι μόνο τον έρωτα αλλά και την ίδια της την αδυναμία; Στιγμιαία τη θαύμασε για τι κουράγιο της. 
-Πρέπει να αγαπήσατε πολύ τον Τέρυ. 
-Ακόμα τον αγαπώ αλλά ξέρω πως η καρδιά του είναι αλλού…πάντα το ήξερα, απλώς τώρα το αποδέχτηκα. Αγαπούν πολύ περισσότερο ο ένας τον άλλο, από όσο πίστευα. Όταν είδα πως ο Τέρυ θα την ακολουθούσε ακόμα και στο θάνατο, και εκείνη το ίδιο, κατάλαβα πως μία μονόπλευρη αγάπη δεν μπορεί να νικήσει το αμοιβαίο. Προτιμώ έτσι, Άλμπερτ, να φύγω με το κεφάλι ψηλά…
-Και την καρδιά κομμάτια, συμπλήρωσε ο Άλμπερτ. 
-Αλήθεια τι έπαθε το κεφάλι σου; 
-Α, ο Άλμπερτ ανεπαίσθητα έφερε το χέρι του στο πονεμένο του μέτωπο και κρανίο που είχε υποστεί εμφανή ζημιά από το χτύπημα. 
-Βλέπω ότι ο Τέρυ τελικά δεν σας τα είπε όλα…
-Τι εννοείς; 
-Α αυτό είναι μία άλλη συζήτηση, καλύτερα να σας πάω σπίτι …
-Σε ευχαριστώ…ξέρεις Άλμπερτ, ο Τέρυ έχει μία θαυμάσια μητέρα…
-Την Έλινορ Μπέηκερ. Μπορώ να μάθω που μένει;
-Μα φυσικά. 
-Και να υποθέσω πως ούτε και εκείνη θα μου πει που πήγαν; 
-Μα αυτό δεν είναι δύσκολο να το σκεφτείς. 
-Αν πάθει κάτι η Κάντυ δεν θα τον συγχωρέσω ποτέ…για αυτό που έγινε. 
-Μ και εγώ δεν θα συγχωρέσω ποτέ την Κάντυ αν κάτι πάθει ο Τέρυ. Και η Έλινορ φυσικά…μ. και οι θαυμάστριες του, και ο πατέρας του και…
-Εντάξει, εντάξει κατάλαβα…η περίπτωση μου δεν είναι η μοναδική, αλήθεια που το βρίσκετε το χιούμορ κάτι τέτοιες ώρες;
-Α έχω άπλετο, είμαι πολύ ενθουσιώδης χαρακτήρας…
-Ναι το βλέπω…(ήταν στα αλήθεια τόσο ελαφρόμυαλη όσο έδειχνε  Εγώ πάλι είμαι…απλώς…
-Ερωτευμένος μαζί της;
Ο Άλμπερτ άρχισε να βήχει. Έκατσε στο πλάι του κρεββατιού. 
-Είσαι καλά; Ρώτησε η Σουζάνα.
-Ναι, είχα μία πνευμονία πριν τη Νέα Υόρκη και σήμερα έχω ταλαιπωρηθεί αρκετά, αυτό είναι όλο. 
-Γιατί δεν έρχεσαι να φάμε σπίτι μου; Θα έχεις βαρεθεί πιστεύω τα έτοιμα φαγητα του ξενοδοχείου. Η μητέρα μου είναι καταπληκτική μαγείρισσα..
-Ε, Σουζάνα…
-Για αποζημίωση…μία φιλική πρόσκληση, μη με παρεξηγήσεις.
-Μάλιστα κατάλαβα…
-Λοιπόν; 
Ο Άλμπερτ αναστέναξε. Τα μάτια της Σουζάνας ήταν όμοφα και γαλανά σαν τα δικά του. Από τη στιγμή που έφτασε στη Νέα Υόρκη όλη του η ζωή είχε πάρει μία παράξενη στροφή και τελικά φαινόταν ότι δεν μπορούσε να διαφύγει της πορείας του. Λες και όλα είχαν αποφασιστεί από πριν για αυτόν, χωρίς αυτόν…Μία πρόσκληση. Σύντομα θα έφευγε από αυτή τη βασανιστική, ατελείωτη και ανατρεπτική πόλη που δεν κοιμόταν, δεν ξεκουραζόταν ποτέ. Ωστόσο αυτή η ανησυχία, αυτή η σπίθα της ξαφνικής πιθανότητας και περιπέτειας, ήταν κάτι που καταβάθως του άρεσε, που πάντα αναζητούσε στα ταξίδια του. 
-Εντάξει, της είπε με συγκατάβαση. Ήταν γεγονός, το ταξίδι συνεχιζόταν…




Ανατροπές…

Την ίδια ώρα και στιγμή που ο Άλμπερ γευόταν το νόστιμο, θρεπτικό φαγητό της κυρία Μάρλοου, η αστυνομία μετά από τις πληροφορίες και την κατάθεση του Τέρυ, μπήκε στο σπίτι του Νηλ και κατάσχεσε χρήματα και ναρκωρτικές ουσίες που ο Νηλ είχε προμηθευτεί από τον Έρικ. Αστυνομικοί μπήκαν στο δωμάτιο του Νηλ και τον συνόδεψαν στο κρατητήριο όπου και κατάφεραν να του αποσπάσουν σημαντικές πληροφορίες (ο Νηλ ήδη καταπονημένος και ασθενής δεν χρειάστηκε παρά μερικά χαστούκια παραπάνω για να ομολογήσει). Ο Άρτσι καλέστηκε και κατέθεσε και αυτός ως μάρτυρας για όλα τα γεγονόταν που έλαβαν χώρα εφόσον ήταν και αυτός παρόν στις αποβάθρες όπου τους ληστεψαν και τους επιτέθηκαν. Επόμενος στόχος ήταν ο Έρικ. Ο Έρικ ήταν ήδη σε μία εξαθλιωμένη κατάσταση. Έχοντας χάσει τον έλεγχο του εαυτού του αλλά και των περιοχών του, ανέτοιμος να αντιδράσει πλέον μετά την απώλεια της Μονίκ, είχε γίνει πολύ πιο εύκολος στόχος από ότι η αστυνομία αρχικά περίμενε. Ο Τζωρτζ βρέθηκε στο υπόγειο του μπαρ κακοποιημένος και ταλαιπωρημένος στα πρόθυρα του θανάτου. ‘Ηταν όμως ακόμα ζωντανός και μόνο αυτό είχε σημασία. Η αστυνομία κατέσχεσε και έκλεισε το μπαρ, μάζεψε τους ζητιάνους και έκανε εφόδους σε κάθε γωνιά τα πόλης. Ήταν μία πολύ επιτυχημένη επιχείρηση που επέφερε προαγωγή στον αστυνομιό που είχε αναλάβει την πρωτοβουλία για την εξάρθρωση της σπείρας. Αλλά όχι μόνο της αστυνομίας. Ενώ η τελευταία περίμενε αντιδράσεις και αντίποινα, κανένας από τους συμμορίτες του Έρικ δεν κουνήθηκε, άφησαν όλες τις έρευνες να διεξαχθούν κανονικά και το θέμα να ξεσπάσει. Όσα περισσότερα ανακάλυπταν οι διωκτικές αρχές τόσο περισσότερο τους σύμφερε…είχε έρθει η ώρα ο Έρικ να αντικατασταθεί και ενώ η δικαιοσύνη προχωρούσε τις έρευνες, πίσω από τις πλάτες της ένα καινούριο σκηνικό ανάληψης της εξουσίας ετοιμαζόταν, πιο ισχυρό, πιο κολοσιαίο, πιο οργανωμένο από το πρώτο. Αλλά έτσι ήταν ο κύκλος της ζωής και του θανάτου στα Decks..τα λάθη, οι αδυναμίες, οι παραλείψεις και οι αδυναμίες πληρώνονταν…μόνο και μόνο για να επαναληφθούν με άλλα πρόσωπα, νέους πρωταγονιστές, καινούριο αίμα. Υπό αυτές οι συνθήκες ο Τζωρτζ δεν ήταν ο μόνος που ανέπνευσε και πάλι τον αέρα της ελευθερίας αλλά και η Μονίκ και ο Τσάρλι και μέσα από όλο αυτό το συνοθύλευμα του πόνου και της εξάρτησης, της εξαθλίωσης και της βίας και ο Τέρυ με την Κάντυ. Αν κάτι βγήκε ζωντανό από τα Decks και στάθηκε αυτό ήταν η αγάπη που ανέπνεε ελεύθερη τον καθάριο αέρα. Και τι άερας….

Ένα τραγούδι για τους αγαπημένους 

Δροσερός, θαλλασινός άερας που έφερε τις αλμπυρές ψυχάλες πάνω στα πρόσωπα των ταξιδιωτών που γέμιζαν το κατάστρωμα του Μαυριτανία για να αποχαιρετήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. 
-Τέρυ δεν μπορώ να δω σχεδόν τίποτα, διαμαρτυρήθηκε η Κάντυ από το αναπηρικό καροτσάκι.
-Α Κάντυ χρειάζεται να σηκωθείς…
-Ναι αυτό λέω και εγώ, γέλασε η Κάντυ που στηρίχτηκε πάνω στον Τέρυ για να σηκωθεί και να δει τη θάλασσα να απλώνεται από κάτω. Το λιμάνι της Νέας Υόρκης έσφιζε από ζωή, ο πρωινός ήλιος έλουζε φως τα κύμματα που γυάλιζαν και χρύσιζαν και σαν κοίταξε λίγο πιο πίσω της, η Κάντυ είδε το απέραντο γαλάζιο να απλώνεται μπροστά στα μάτια της. Μία βαθιά μπλε θάλασσα. «Σαν τα μάτια του Τέρυ» σκέφτηκε και γύρισε να τα κοιτάξει. «Τα μάτια αυτά…»
-Τέρυ είναι τόσο όμορφα…είπε και εννοούσε τα μάτια αυτά που την κοιτούσαν με αγάπη και αφοσίωση. Λατρεία. 
-Δεν μετανιώνεις Κάντυ, έτσι δεν είναι; της είπε χαμηλόφωνα. 
-Όχι. Τέρυ…Λυπάμαι που φεύγουμε έτσι αλλά έτσι όπως έγιναν όλα…άλλωστε είμαι σίγουρη πως θα ξαναβρεθούμε και η αλήθεια είναι πως προτιμώ το ταξίδι μαζί σου παρά το δωμάτιο του νοσοκομείου. Διψάω για δράση, αρκετά έκατσα. 
- Αλήθεια; Αυτό το βλέμμα του ήταν πονηρό και η Κάντυ δεν δίστασε να τον κοροιδέψει κάνοντας του ότι θυμώνει. 
-Δεν είναι αυτό που νομίζεις…του φώναξε. 
-Και τι είναι αυτό που νομίζω; Της είπε και την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του. 
-Τέρυ Γκράντσεστερ είσαι πολύ πονηρός!!!!
-Κάντυ Γουάιτ Άρντλευ, μη φέρεσαι σαν μιξοπαρθένα. 
Αυτή ήταν μία φονική ατάκα, η Κάντυ τον χτύπησε στο στήθος. 
-Εγώ μιξοπαρθένα; Ντροπή σου Τέρυ! 
-Αουτς, Κάντυ μάζεψε τα χέρια σου, το ξέρω πως θες να μου αποδείξεις πως δεν είσαι μυξοπαρθένα αλλά μη βιάζεσαι…έχει τόσο κόσμο εδώ, της ψιθύρισε στο αυτί.
-Τι λέει Θέε μου; Ουρλιαξε σχεδόν η Κάντυ με το αίμα να της έχει ανέβει στο κεφάλι και τα μάγουλα με τις φακίδες κατακόκκινα. 
-Πω, πω πολύ φασαρία κάνετε….
Αυτή η φωνή…και οι δύο γύρισαν πίσω τους και είδαν τον Τσάρλι και τη Μονίκ να τους κοιτάνε με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά. 
-Επιτέλους, νόμιζα ότι δεν θα έρθετε, ο Τέρυ αγκάλιασε τον φίλο του. 
-Είσαι τρελός Τέρυ; Πως μπορούμε να αρνηθούμε τέτοια πρόταση, άλλωστε ποιος θα σου φροντίζει τον πύργο καλύτερα από εμένα και τη Μονίκ; 
-Αν καταφέρετε και με συγχωρήσετε για τα φαγητά που θα κάψω, είπε η Μονίκ. 
-Α μην ανησυχείς θα σε βοηθήσω εγώ, πρότεινε η Κάντυ. 
-Μ, Τσάρλι με την Κάντυ και τη Μονίκ μες τη κουζίνα, σε λίγο θα είστε και οι δύο άνεργοι γιατί δεν τον βλέπω τον πύργο…
-Ε πάψε πια! Του φώναξε η Κάντυ. Από το πρωί λες..λες..πότε θα σταματήσεις;
-Ποτέ!, Κάντυ, είπε ο Τέρυ γελώντας και της έδωσε ένα φιλί στα χείλη. 
Η σειρήνα του Μαυριτανία σφύριξε, η ώρα της αναχώρησης από το λιμάνι της Νέας Υόρκης είχε φτάσει. Ξαφνικά όλα τα βλέμματα στράφηκαν στην αποβάθρα. Πόσοι γνωστοί και άγνωστοι χαιρετούσαν τους αγαπημένους τους με ευχές για ένα καλό και ασφαλές ταξίδι. Ήταν δύσκολο να αποχωρίζεσαι αυτούς που αγαπάς, να σας χωρίζει η απόσταση. Το μυαλό της Κάντυ γύρισε στο λόφο της Πόνυ και στα παιδιά. «Θα έχετε μεγαλώσει όταν θα σας ξαναδώ, ανυπομονώ να ξαναβρεθούμε. Άννυ όταν ήρθαμε στη Νέα Υόρκη όλα άλλαξαν και για τις δύο, θα τα ξαναπούμε. Άλμπερτ αυτό το εισιτήριο ήταν πραγματικά άνευ επιστροφής, θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπώ, δεν μπόρεσα να συναντήσω τα δικά σου αισθήματα αλλά θα προσπαθήσω να παραμείνω το μικρό χαμογελαστό κοριτσάκι που γνώρισες, έτσι ξέρω ότι δεν θα σε απογοητεύσω, «Άντονυ, Στήαρ, εσάς δεν μπορώ να σας αποχαιρετήσω, σας έχω πάντα δίπλα μου, είστε εδώ και παντού, από τα σύννεφα ως και τα όνειρα μου, η κρυφή μου δύναμη». Άρτσι, είμαι σίγουρη ότι θα έρθεις να μας βρεις και θα χαρώ να σε δω να μαλώνεις με τον Τέρυ κάτω από τον ίσκιο μιας βελανιδιάς, «Σε ευχαριστώ» για αυτό. Η Κάντυ τράβηξε από την τσέπη της την παλιά φυσαρμόνικα του Τέρυ. 
-Την έδωσα στον Άρτσι και την έφτιαξε, παίξε κάτι Τέρυ. Ο Τέρυ πήρε στα χέρια του την παλιά φυσαρμόνικα, είχε αντέξει και αυτή σαν και τους δυο τους, όσα και αν έφερε η ζωή και ο χρόνος, αυτή η φυσαρμόνικα, αυτή η αγάπη, τα άντεξε, στάθηκε ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, για να είναι εδώ σήμερα. Για αυτό άξιζε…Η γλυκειά μελωδία της φυσαρμόνικας απλώθηκε στον άερα..
«Νότες παλιές και αγαπημένες, νότες νοσταλγικές από ένα παλιό σκωτσέζικο τραγούδι αφιερωμένο σε όσα ήρθαν και σε όσαν πέρασαν, σε παλιά και σε νέα ταξίδια, στους παντοτινούς ανθρώπους που μένουν στην καρδιά μας». 
Με αυτές τις σκέψεις η Κάντυ αποχαιρέτησε το λιμάνι της Νέας Υόρκης, το Μαυριτανία ξεκίνησε για το ταξίδι του στο μέλλον και μαζί του πήγαν η Κάντυ, ο Τέρυ, ο Τσάρλι και η Μονίκ ενώ τέσσερα ζευγάρια μάτια σιωπηλά τους αποχαίρετησαν από την αποβάθρα, έτοιμα και αυτα για το δικό τους ταξίδι στο αύριο, ακόμα και αν αυτό, ούτε οι ίδιοι ακόμα δεν το γνώριζαν.

juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΟΙ ερωτευμενοι Κάντυ και Τέρενς

Δημοσίευση από juliet Την / Το Δευ Ιαν 24, 2011 11:28 am

Ταξίδι ανευ επιστροφής...

Απο το παράθυρο του σπιτιου βλέπω τα νερα του ποταμού καθώς κυλάνε, απαλά και γαλήνια ακομπουν στην όχθη. Κυλάνε ήμερα και ήρεμα, όπως οι σκέψεις, η ζωή, ο χρόνος μου...μαζί σου.

Απολαμβανω να να ζω δίπλα σου, κοιμάμαι στην αγκαλιά σου, σαν ενα μωρό κουρνιάζω στο στήθος σου. Είναι αρκετό στο σκοτάδι να νιώθω τη ζεστασια σου και να ακούω την ανάσα σου.
Είμαι μόνο εγώ στα όνειρα σου και το βλέπω, στις νωχελικές κινήσεις και στο υπόκωφα ψιθυιστά μουρμουρητά σου, όταν ξυπνάς είμαι επίσης εκεί και γελώ, γελώ όταν αντικρύζω το ξαφνιασμένο γαλανό βλέμμα σου...

Είναι σαν να μην το πιστεύεις, σαν να μην το πιστεύω...είναι πως πονά...ακόμα πονά...

Μα τώρα...
Μπορω να πω, δεν "ξαναγυρνώ.."

Αυτό το ταξίδι, στις όχθες αυτού του ποταμού με εβγαλε, και στην πορεία του, πήρα και κράτησα ελάχιστα πράγματα, μόνο οτι είχα στην καρδιά και στη σκέψη μου, μόνο οτι ακούμπησε και λίγο ζέστανε τα όνειρα μου. "Ακόμα ενα όνειρο Κάντυ;"

Χαζογελάς και εσύ ακόμα με αυτό το ειρωνικό χαμόγελο που χρόνια του γκρινιάζω και χρόνια το αγαπώ και χαιδεύεις τις ξανθιές τούφες.
"Δεν είναι όνειρο" σου απαντώ και...

Μαζί πέφτουμε στο στρώμα, στα σεντόνια, σχεδόν παλεύουμε...

Άγρυπνα και ακούραστα, ακόμα δεν εξημερώσαμε αυτόν τον έρωτα, απο μέσα μας τρώει, να ανακαλύψουμε, να μοιραστούμε τα πιο προσωπικά...φιλάμε, χαιδευουμε, μυρίζουμε ο ενας τον άλλο, αγκαλιά στη ζωή, στο κρεβάτι...

Πόσα χρόνια πέρασαν και όμως είμαστε ακόμα εμείς...

Για αυτό δεν πήρα παραπάνω, εμείς είμαστε ήδη πολύ για αυτό το ταξίδι, γεμίζουμε τον κόσμο ή αυτός ο κόσμος γεμίζει απο αυτά τα χέρια που δεν σταματούν να με ερεθίζουν, να με διαπερνούν, να με σηκώνουν στα ύψη...αυτή η επαφή...το ατέλειωτο φιλί...ναι ας μείνει ατελείωτο...για να μου δώσεις καί άλλο. Για αυτό...

"Τέρυ!!!!!!!!!!"

Γελάς και με ξαγρυπνάς...θες και άλλο..σαν ενα μικρό αχόρταγο ζωάκι δεν σου φτάνουν τα φιλιά να χορτάσεις...είσαι σαν...

"Τίγρη!!" Θα έπρεπε να γελάσεις και να με αφήσεις, μα δεν ακούς...δεν ακούς τίποτα πλέον... παρα μόνο το κορμί σου, ακόμα μία φορά...

Όποτε και όσο και αν θέλησα δεν μπόρεσω ποτέ να το νικήσω...να το αρνηθώ όταν με παρέσυρε.

Τα ρούχα μου στο πάτωμα, τα χέρια μου γύρω σου..

"Μην με αφήσεις.. κράτα με".

Ακόμα ενα ταξίδι, το καλύτερο απο όλα είναι μέσα σου..δεν χρειάζομαι πραγματικά τίποτα για αυτό το ταξίδι.

"Τερυ, δεν αρκεί, τίποτα δεν αρκεί ...ο,τι και αν κάνεις..."

"Κάντυ..."

Το λες τόσο αργα και ψιθυριστά, τόσο απόλυτα...

Θέλω να χαθώ, να σβήσω μέσα σου. Αυτήν την ώρα όπως κάθε ώρα σε αγαπώ τόσο πολύ. Καμιά φορά και στα φιλιά ακόμα θέλω να κλάψω..

Και όπως με φιλάς και με χαιδεύεις το νιώθεις και εσύ, αυτόν τον λιγμό που ανεβαίνει και θέλει να ξεσπάσει...

Μα γνωρίζεις ήδη ειναι απο την επιθυμία, απο τη χαρά, απο την ένταση...πιανω τα σεντόνια κάτω απο τις παλάμες μου.

"Εμένα κράτα...εμένα άγγιζε...", η φωνή σου ακόμα μία φορά με διαπερνά και αυτά τα μάτια...μάτια φωτεινά και φλογερά, λόγια, χάδια που οδηγούν τα χερια μου να γλυστρήσουν μέσα στα δικά σου, τα δαχτυλά μας όπως και τα κορμιά μας ενώνονται...

Γινόμαστε ένα... την κάμαρα γεμίζουμε με φωνές και ιδρώτα...το φως, τα έπιπλα περιστρέφονται γυρω μας σε καρέ που δεν προλαβαίνω να δώ, η δύναμη σου με καταβάλει..αυτά τα κουρασμένα αγκομαχητά του έρωτα...

Μη πάψεις ποτέ να με κουράζεις...μη μου λείψεις...δεν θα αντέξω αλλο αν εστω και λίγο μου λείψεις..οχι ΕΣΥ...ολος ο κόσμος μα όχι Εσυ..

Για αυτό...

Κρατα με και φίλα με ακόμα, κάνε μου έρωτα, κάνε με να σε νιώσω σε κάθε κύταρρο του κορμιού μου την αφή σου...το φιλί και την ανάσα σου, την δύναμη και την αγάπη σου, το πάθος και την ηδονή... απλώς και μόνο χανόμαστε μαζί και διαλυόμαστε σε ενα σύμπαν που κυριαρχούν οι αισθήσεις.

Μετά τη δίνη σε κρατώ αγκαλιά, κλείνεις τα μάτια και απλώς κοιμάσαι...λες και τίποτα δεν έγινε...όπως κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι και βράδυ...αφήνεσαι στο ονειρο...

Ξυπνάω γιατί δεν εχω πια ύπνο, ζαλισμένη κοιτώ απο το παράθυρο και σε αισθάνομαι ακόμα μέσα μου, κοιμάσαι γλυκά και στο κρεβάτι "σ'αγαπώ" σου ψιθυρίζω και γελάς τρυφερά...

Τέρυ τι να ονειρεύρεσαι άραγε; "Ενα ακόμη όνειρο Τέρυ;" Μισοκοιμησμένος, ανοίγεις τα μάτια...

"Δεν είναι όνειρο"...

"Το ξέρω.."

Θελω να δω τον ήλιο που ανατέλει και κοιτάω πάλι το παράθυρο ενω τα χέρια σου με κλείνουν στην αγκαλιά τους, δεν μ'αφήνεις να φύγω, οχι ακόμα...

Η ζεστασιά σου με νυστάζει και παραδομένη ξαπλώνω πλάι σου...

"Είμαι η Κάντυ Γουαιτ Γκράντσεστερ. Πάνε χρόνια τώρα που μένω κοντά στο ποτάμι. Το πρωί βλέπω τα νερά του να φωτίζονται απο τις αχτίδες του ήλιου. Άλλες μέρες πέφτει πάνω τους η βροχή. Όπως και να έχει πρόσωπα και μνήμες καθρεφτίζονται. Χαίρομαι που έκανα αυτό το ταξίδι, ενα ταξίδι άνευ επιστροφής στα νερά του. Σας εύχομαι να το κάνετε και εσείς με αυτόν που αγαπάτε...Μη πάρετε βαλίτσες, μη βγάλετε εισητήριο επιστροφής. Το ξέρω, απο αυτά τα ταξίδια, δεν γυρνάς ποτέ..και θυμηθείτε αν ξεχασετε...μη ξυπνήσετε. Απλά κλείστε τα μάτια και αφεθείτε, ζήστε το. Οι φίλοι μου όλοι είναι πια μακριά. Μα όχι τόσο...γιατί οτι αγαπάω μαζί μου το έφερα σε εναν άγνωστο τόπο. Άγνωστο;...συγχωρέστε με, είναι στην καρδιά και στο νου μου. Ζει πάντα ...στη ψυχή, στο νου και στο σώμα..."

"Φακιδομυτίτσα...δεν κοιμάσαι;" ρωτάς, ξυπνάς και με τυλίγεις με τα φιλιά σου ενώ πέφτεις πάνω μου με την παιχνιδιάρικη σου διάθεση, γεμάτος έρωτα και πόθο... και ναι ...

"Μέσα σου..για πάντα μέσα σου...αγάπη μου"

ΤΕΛΟΣ
















juliet
Archie
Archie

Αριθμός μηνυμάτων : 781
Points : 3828
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Τόπος : Στα βαθύ δάσος της Φαντασίας...
Χιούμορ : Παντού και πάντα

http://vampireknight.all-up.com/forum.htm

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης