Terrence Grandchester
Καλώς ήρθατε στο forum μας.
Παρακαλώ εγγραφείτε ώστε να μπορέσετε να απολαύσετε περισσότερα οφέλη και προνόμια.
Ας αρχίσει η συζήτηση...
Εικονοθήκη


TGF LOVE TIME


Πρόσφατα Θέματα
» Music videos for Candy and Terry
Σήμερα στις 2:39 pm από stardustia

» Σκίτσα Anime VS Manga
Χθες στις 10:04 pm από HAMLET

» a song for him!!
Τετ Δεκ 07, 2016 12:39 pm από stardustia

» Σχόλια για "Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016"
Τρι Δεκ 06, 2016 11:33 pm από Dalia

» Γιορτινό Theme
Δευ Δεκ 05, 2016 7:55 pm από ΜΙΜΙ

»  Χριστουγεννιάτικα Τερρο-φικ 2016
Τρι Νοε 29, 2016 11:21 pm από nansecrets

» Ενα τάνγκο για την Κάντυ και τον Τέρρυ
Τετ Νοε 16, 2016 12:48 pm από HAMLET

» Σχόλια για το φικ ''όταν οι κόκορες λαλούν την νύχτα''
Δευ Νοε 14, 2016 10:31 pm από nansecrets

» Η Κάντυ και ο Τέρρυ στα goodreads
Κυρ Νοε 13, 2016 10:58 pm από nansecrets

» Ελληνική Έκδοση του περιοδικού
Πεμ Νοε 10, 2016 10:15 pm από Marianna Blue Lagoon

» Το soundtrack του anime
Πεμ Νοε 10, 2016 12:13 am από ariel

» Κι άλλες ιστορίες που αγαπήσαμε μικροί...
Τετ Νοε 09, 2016 12:31 pm από Marianna Blue Lagoon

» Ειναι αγχολυτικη η μικρη ξανθια;
Τρι Νοε 08, 2016 9:53 pm από Marianna Blue Lagoon

» Τα ομορφότερα Fan Arts
Δευ Νοε 07, 2016 8:58 pm από Marianna Blue Lagoon

» Υπογραφές...
Παρ Νοε 04, 2016 5:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Κάντυ και Νηλ. Εδώ υπάρχει ενας έρωτας μεγάλος;
Τετ Νοε 02, 2016 12:26 pm από papirous

» Ο πιο αντιπαθής ήρωας της ιστορίας
Δευ Οκτ 31, 2016 1:39 pm από ariel

» Καλωσήρθατε/Welcome
Παρ Οκτ 28, 2016 12:22 pm από Marianna Blue Lagoon

» Η διάρκεια του έρωτα
Πεμ Οκτ 27, 2016 12:40 pm από stardustia

» Τα μυστικά ( κρυφά ) μηνύματα των σκίτσων.
Τρι Οκτ 25, 2016 3:57 pm από Marianna Blue Lagoon

Ψηφοφορία

Με ποιον πιστεύετε οτι καταλήγει η Κάντυ στο τέλος;

72% 72% [ 70 ]
22% 22% [ 21 ]
4% 4% [ 4 ]
2% 2% [ 2 ]

Σύνολο Ψήφων : 97

TGF Networks
Find us on Facebook Follow us on Twitter Our channel on youtube
Instagram
Affiliates
Candy and Terry's Paradise
Candy In Greek Project

Vampire Knight
Greek Otaku Network
More Affiliates

Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 9:49 pm

Εισαγωγή

Αυτή η ιστορία έχει γραφτεί από την Mercurio στα ισπανικά και έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τις Srta.Pecas και Terry_for_ever.

Την αγγλική ιστορία θα βρείτε στο www.candyterry.com

Η ελληνική απόδοση έγινε από τη libra και έχει βασιστεί στο αγγλικό κείμενο.

Καλή ανάγνωση







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 9:57 pm


“In this chaotic universe certainty only comes along once, it doesn’t matter how many lives one is able to live.”

“Σε αυτό το χαοτικό σύμπαν, η βεβαιότητα έρχεται μόνο μια φορά, ανεξάρτητα από το πόσες ζωές μπορεί να ζήσει κάποιος”.

A New York Story
By Mercurio

Μια Ιστορία της Νέας Υόρκης
από την Μερκούριο.


Η Φέιθ Σέρμαν ήταν η μοναχοκόρη μιας χήρας από το νότο που στα νιάτα της είχε παντρευτεί με έναν έμπορο από την Ατλάντα. Ο κύριος Σέρμαν πέθανε όταν η Φέιθ ήταν δώδεκα χρονών και έκτοτε μάνα και κόρη τα έβγαζαν πέρα μόνες τους αντιμετωπίζοντας τη ζωή και ζώντας απλά σε ένα προάστιο στην Dexie Land.

Παρά τον πόνο που της άφησε ο θάνατος του πατέρα της, η μικρή Φέιθ κράτησε την ζωηράδα της και τη φρεσκάδα της που την χαρακτήριζαν και την έκαναν τόσο αξιαγάπητη στους φίλους της και σε όσους τη γνώριζαν. Όταν κάποιος χρειαζόταν έναν ώμο για να κλάψει, ένα χαμόγελο να φωτίσει τη σκοτεινή ημέρα ή απλά έναν καλό ακροατή, η Φέιθ ήταν πάντα εκεί για να βοηθήσει. Στα δεκαέξι της η νεαρή κοπέλα είχε κάνει εθελοντική εργασία σε ένα δημόσιο σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες και σε αυτή της τη δραστηριότητα είχε βρει το επάγγελμά της. Από τότε το μεγαλύτερο όνειρό της ήταν να μπορέσει να αφιερώσει τον εαυτό της στην εκπαίδευση παιδιών με ειδικές ανάγκες αλλά οι πιθανότητες να συνεχίσει τις σπουδές της μετά το λύκειο ήταν λίγες λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς της.

Ο Άσλευ Σέρμαν ήταν ένας επιτυχημένος έμπορος αλλά μετά τη γέννηση της κόρης του Φέιθ, η σύζυγός του Σάρα είχε πολλά προβλήματα υγείας και τα ιατρικά έξοδα ανάγκασαν τον Σέρμαν να αποκτήσει χρέη που δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεπληρώσει. Όταν πέθανε το 1992, η Σάρα έπρεπε να πουλήσει το βενζινάδικο που είχαν και το εξοχικό τους προκειμένου να ξεπληρώσει τα χρέη του συζύγου της. Χωρίς καμία άλλη υποστήριξη, η κυρία Σέρμαν άρχισε να περιποιείται κάποιους ηλικιωμένους με συμπλήρωμα μια αναπηρική σύνταξη που έπαιρνε από το κράτος.

Η Φέιθ βοηθούσε τη Σάρα όπως μπορούσε, δουλεύοντας τα καλοκαίρια και κρατώντας μωράκια μετά το σχολείο. Αλλά αυτά τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να της καλύψουν τα έξοδα του κολεγίου. Έτσι η Φέιθ είχε αποφασίσει να έχει τους καλύτερους βαθμούς και να πάρει τα πιο δύσκολα μαθήματα προκειμένου να κερδίσει μια υποτροφία που θα της επέτρεπε να συνεχίσει τις σπουδές ώστε να πετύχει το στόχο της και να μπορεί να διδάσκει παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Έτσι πέρασε την τελευταία της χρονιά στο σχολείο. Η Φέιθ προσπάθησε πολύ σκληρά μοιράζοντας το χρόνο της στις σπουδές της, στα παιδάκια που πρόσεχε και στην εθελοντική της εργασία. Τον ελεύθερο χρόνο της προσπαθούσε να φτιάξει τις ζωές των γύρω της ακόμα κι όταν δεν της το ζητούσαν. Ήταν επαγγελματίας ανακατεύτρα, αλλά ήταν τόσο χαρισματική που οι υπόλοιποι εύκολα συγχωρούσαν τις παρεμβολές της.

Αλλά η Φέιθ Σέρμαν δεν είχε χρόνο για έρωτες κι όχι επειδή δεν είχε τα προσόντα. Η Φέιθ εκτός από γοητευτική είχε ομορφιά και φρεσκάδα. Ψηλή με διακριτικές καμπύλες και έντονες εκφράσεις, ατένιζε τον κόσμο με τα ανοιχτοπράσινα μάτια της που έμοιαζαν με λίμνες που μέσα τους κολυμπούσαν σμαραγδένια ψάρια.

Προς μεγάλη της απογοήτευση η νέα κοπέλα είχε ένα ασυνήθιστα ανοιχτό δέρμα που δεν μαύριζε ποτέ αρκετά, αλλά γέμιζε με φακίδες μετά από παρατεταμένη παράταση στον ήλιο. Η Φέιθ, που λάτρευε τις δραστηριότητες στη φύση, τα σπορ και τη θάλασσα, πάντα παραπονιόταν που δεν μπορούσε να μαυρίσει. Η μητέρα της την παρηγορούσε λέγοντάς της ότι σε παλιότερες εποχές το λευκό δέρμα εκπροσωπούσε την ομορφιά παρόλο που σήμερα το μαύρισμα θεωρείται καλύτερο. Αλλά αυτό δεν φαινόταν να την παρηγορεί ιδιαίτερα.

Ωστόσο είχε ένα φυσικό κόκκινο χρώμα στα απαλά της μάγουλα και στα καλοσχηματισμένα χείλη της. Η ξεχωριστή πινελιά στο πρόσωπό της, ήταν μια μίξη αθωότητας και πονηριάς και μια μικρή μυτερή μύτη με φακίδες ολοκλήρωναν τη σύνθεσή της. Και τέλος τα μακριά, ξανθά, σγουρά μαλλιά πλαισίωναν το πρόσωπό της, δίνοντας μια εξωπραγματική αίσθηση στην κοπέλα.

Ακόμα κι αν είχε πολλά χαρακτηριστικά που της πρόσφεραν Ευρωπαϊκή ομορφιά, η νέα κοπέλα δεν είχε σταθεί τυχερή στην αγάπη. Κατά τη διάρκεια των χρόνων που μετατρεπόταν σιγά-σιγά σε γυναίκα, πολλά αγόρια της έδειχναν ενδιαφέρον, αλλά η Φέιθ σπάνια δεχόταν να βγει ραντεβού και μόνος λίγες φορές είχε δεχτεί να βγει με κάποια αγόρια της ηλικίας της, χωρίς ποτέ να κάνει μια πραγματική σχέση. Για κάποιο λόγο, άγνωστο ακόμα και στην ίδια, όλα τα αγόρια που γνώριζε κατάφερναν μόνο να της προκαλέσουν φιλικά αισθήματα.

-Πως πήγε το ραντεβού σου με τον Τζέρεμυ; – ρώτησε κάποια στιγμή η Νταίζη, η καλύτερη φίλη της από το σχολείο.

-Μην μου το θυμίζεις καν – απάντησε ενοχλημένη η ξανθιά – ο τύπος ήταν σκέτο γομάρι. Προσπάθησε να με πάρει αγκαλιά στα πρώτα 20 λεπτά της ταινίας, όχι μία, αλλά τρεις φορές και αφού απομάκρυνα το χέρι του τόσες φορές, μετά από μισή ώρα είπε ότι η ταινία ήταν βαρετή και ότι ήθελε να γυρίσει σπίτι του για να ταΐσει τη γάτα του.

-Το βλάκα! Και εσύ τι έκανες; - ρώτησε με περιέργεια η Νταίζη.

-Του είπα ότι εμένα μου άρεσε η ταινία, οπότε εγώ έμεινα και εκείνος έφυγε.

-Φέιθ! Μα πως το έκανες αυτό; - τη μάλωσε η κοπέλα με τα μελιά μάτια.

-Εύκολα, έμεινα και έκλαψα με την ησυχία μου με τον Κλιντ Ήστγουντ και τη Μέρυλ Στρίπ.

-Είσαι χαμένη από χέρι. Δεν πρόκειται να ενδιαφερθείς ποτέ για κανέναν; Δεν θα ήθελες να ερωτευτείς;

-Ώχου Νταίζη! – αναστέναξε το κορίτσι – δεν ξέρω αν θα έπρεπε, έχω τόσα σχέδια και δεν νομίζω ότι ένα ειδύλλιο θα ήταν και πολύ βολικό τώρα… εξάλλου..

-Τι; - ρώτησε η Νταίζη παραξενεμένη από την περίεργη λάμψη που άστραψε στιγμιαία στα μάτια της φίλης της.

-Μπα, τίποτα. Μη δίνεις σημασία.

-Τώρα θα μου πεις, ξέρεις πόσο περίεργη είμαι – γκρίνιαξε η Νταίζη.

-Να… είναι πάντα το ίδιο… σήμερα ένιωσα ότι κάτι λείπει από τη ζωή μου… ένα κομμάτι από παζλ που δεν μπορώ να βρω… ένα πρόσωπο…

-Ένα πρόσωπο; - είπε η Νταίζη – εξήγησέ μου γιατί δεν σε καταλαβαίνω.

-Δεν ξέρω Νταίζη. Κάθε φορά που περνάω από έναν άγνωστο δρόμο, κάθε φορά που αλλάζω σχολείο, όταν γνωρίζω νέους ανθρώπους και νέα μέρη, τα μάτια μου αναζητούν για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, μάτια συγκεκριμένου χρώματος, μια φωνή που δεν έχω ακούσει ποτέ αλλά που είμαι σίγουρη ότι θα αναγνώριζα αμέσως.

-Δεν έχεις δει ποτέ αυτό το πρόσωπο; - ρώτησε η Νταίζη.

-Όχι Νταίζη! Δεν ξέρω καν πως είναι – απάντησε η Φέιθ χαμογελώντας.

-Και τότε πως θα το αναγνωρίσεις; - απάντησε η Νταίζη ελαφρώς ενοχλημένη.

-Ούτε αυτό το ξέρω. Απλά ξέρω πως όταν δω αυτό το πρόσωπο, θα ξέρω ότι είναι αυτός. Ο άντρας που περιμένω.
-Ήμαρτον Φέιθ, μάλλον το έχεις παρακάνει με τα ρομαντικά μυθιστορήματα που διαβάζεις!



Έτσι περνούσαν τα χρόνια και τελικά ήρθε η στιγμή να δει αν η σκληρή προσπάθεια που έκανε η Φέιθ άξιζε τον κόπο. Στην αρχή της τελευταία σχολικής χρονιάς το κορίτσι άρχισε να κάνει μια εξαντλητική έρευνα για να επιλέξει ένα Πανεπιστήμιο που θα μπορούσε να πληρώσει με την υποτροφία που θα έπαιρνε.

Η Φέιθ έστειλε αιτήσεις σε διάφορα σχολεία σε όλη τη χώρα, ελπίζοντας ότι θα τη δεχτούν σε κάποιο στη Τζώρτζια, αφού δεν ήθελε να ζήσει πολύ μακριά από τη μητέρα της, που δεν ήταν πολύ καλά στην υγεία της. Αλλά η νέα κοπέλα δεν τα κατάφερε αφού το μόνο σχολείο που τη δέχτηκε ήταν στη Νέα Υόρκη.

Η νέα κοπέλα απογοητεύτηκε πολύ, γιατί το ενδιαφέρον της και η αγάπη της για τη μητέρα της δεν της επέτρεπαν να δεχτεί αυτή την ευκαιρία. Ίσως ήταν καλύτερα να περιμένει μέχρι την επόμενη χρονιά. Αλλά η Σάρα Σέρμαν, που ήταν μια στοργική μητέρα, πίεσε την κόρη της όσο περισσότερο μπορούσε για να ακολουθήσει το όνειρό της, και η επιμονή της έπεισε τη νεαρή κοπέλα να δεχτεί. Έτσι το επόμενο φθινόπωρο, η Φέιθ έφυγε από τη Τζώρτζια και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με πρόθεση να ακολουθήσει το όνειρό της… και να βρει το πεπρωμένο της.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 9:59 pm


Τα πράγματα δεν ήταν και πολύ εύκολα στην αρχή. Οι Νέο-Υορκέζοι ήταν επιφυλακτικοί και ήταν δύσκολο να κάνει νέες φιλίες. Η ζωή στην Πανεπιστημιούπολη ήταν σκληρή και το να συνηθίσει στους ρυθμούς της μεγαλούπολης δεν ήταν καθόλου ευχάριστο για την κοπέλα που καταγόταν από το νότο. Αλλά η Φέιθ, στηριζόμενη στον ανεξάντλητο ενθουσιασμό της, κατάφερε να σπάσει τον πάγο και να υπερνικήσει τις νοσταλγίες της. Στο τέλος του πρώτου έτους είχε ήδη κάνει έναν κύκλο φίλων που ανησυχούσαν για την όμορφη νότια κοπέλα που πάντα είχε ένα χαμόγελο στα χείλη και μια ενθαρρυντική κουβέντα για όλους, παρόλο που μαράζωνε μέσα της που έπρεπε να μένει μακριά από τη μητέρα της.

Μια από τις πρώτες φίλες που έκανε ήταν μια ισπανόφωνη, που οι γονείς της μετακόμισαν στις ΗΠΑ όταν η Μισέλ ήταν μόλις 15 χρονών. Η χημεία μεταξύ στη Φέιθ και τη Μισέλ ήταν ακαριαία. Οι δυο κοπέλες στέκονταν σε μια ουρά για να πληρώσουν κάποια βιβλία στο βιβλιοπωλείο και η Φέιθ που ήταν απορροφημένη διαβάζοντας, έπεσε πάνω στη Μισέλ και της έριξε κάτω όλα τα βιβλία με ποιήματα που ήθελε να αγοράσει.

-Βλέπω ότι σου αρέσει η Έμιλυ Ντίκινσον – σχολίασε η Φέιθ αφού ζήτησε συγνώμη.

-Τη λατρεύω – απάντησε η Μισέλ με ένα τεράστιο χαμόγελο – Σπουδάζω Φιλολογία.

-Μου αρέσει κι εμένα η ποίηση, αλλά σπουδάζω εκπαίδευση για άτομα με ειδικές ανάγκες στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Είμαι η Φέιθ, Φέιθ Σέρμαν.

-Μισέλ Βαλένθια, χάρηκα για τη γνωριμία.

-Κι εγώ το ίδιο.

Μετά από αυτό το περιστατικό τα κορίτσια καταπιάστηκαν με μια έντονη συζήτηση και μέχρι να φύγουν από το μαγαζί είχαν γίνει φίλες. Οι δεσμοί που γεννήθηκαν εκείνη στη στιγμή θα κράταγαν για πάντα.


Η Μισέλ Βαλένθια ήταν κόρη ενός σημαντικού διπλωμάτη που δούλευε στην Περουβιανή Πρεσβεία και η μητέρα της ήταν μια κλασσική νοικοκυρά. Οι γονείς της απρόθυμα την άφησαν να φύγει από την Ουάσιγκτον για να πάει στη Νέα Υόρκη. Αλλά το κορίτσι ήταν πολύ ανεξάρτητο και πεισματάρικο οπότε δεν μπόρεσαν να το μεταπείσουν να μείνει εκεί και να συνεχίσει τις σπουδές της.

Δεν άργησαν οι δυο τους να γίνουν αχώριστες, και μια μέρα κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους των σπουδών τους, η Περουβιανή έκανε μια πρόταση στη φίλη της.

-Ξέρεις Φέιθ, σκέφτομαι να μετακομίσω εκτός Πανεπιστημιούπολης.

-Αλήθεια Μίτσι; Γιατί; Δεν σου αρέσει να μένεις στους κοιτώνες; - ρώτησε η κοπέλα με τη γλυκιά νότια προφορά της.

-Δεν είναι αυτό. Ένας φίλος του μπαμπά μου έχει ένα διαμέρισμα στο Μπρόντγουεη και το νοικιάζει σε πολύ καλή τιμή. Είναι σχεδόν όλος ο όροφος και είπε ότι μπορώ να το ανακαινίσω αν θέλω.

-Ακούγεται πολύ καλό. Θα έχεις και όσο χώρο θέλεις, σωστά; Και δεν είναι και μακριά από την Πανεπιστημιούπολη.

-Ακριβώς – απάντησε η Μισέλ – αλλά δεν θέλω να μείνω μόνη μου.

-Γιατί δεν λες σε κάποιον τότε να μείνετε μαζί; - είπε αφηρημένα η Φέιθ ενώ έτρωγε το χάμπουργκερ που κρατούσε στα χέρια της.

-Να.. σκεφτόμουν ίσως ότι κάποια συγκεκριμένη νότια θα ερχόταν να μείνει μαζί μου.

-Τρελάθηκες Μίτσι; Δεν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω.

-Μα ποιος είπε ότι θα πρέπει να πληρώσεις; - ρώτησε η Μισέλ με τα λαμπερά μαύρα μάτια της.

-Γιατί πληρώνω για ότι καταναλώνω, γι’αυτό – απάντησε η ξανθιά απλοϊκά.

-Σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσες να αναλάβεις το μαγείρεμα.

-Δεν νομίζω να θες να φας το φαγητό μου Μίτσι- αστειεύτηκε η Φέιθ.

-Αν εσύ επέζησες από αυτό όλο το χρόνο, εγώ γιατί να μην επιζήσω;

-Χμμμμ… Δεν ξέρω Μίτσι.

-Σκέψου το Φέιθ. Αν μένεις εκτός Πανεπιστημίου θα είναι πιο εύκολο να βρεις μια δουλειά μερικής απασχόλησης και δεν θα αισθάνεσαι πια τόσο περιορισμένη. Θα μπορούσες ακόμη και να στέλνεις χρήματα στη μαμά σου.



Η ξανθιά δεν απάντησε αμέσως, αλλά μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες επισκέφτηκαν το διαμέρισμα που ήταν ένας ολόκληρος όροφος ενός παλιού κτιρίου. Το απόγευμα που η Μισέλ πήγε την Φέιθ στο διαμέρισμα για πρώτη φορά η κοπέλα ένιωσε σαν να τρύπησε βελόνα την καρδιά της.

-Τι συμβαίνει Φέιθ; - ρώτησε η Μίτσι.

-Δεν ξέρω, είναι σαν.. να έχω ξαναέρθει εδώ… μια περίεργη αίσθηση… σαν…

-Σαν τι;

-Λύπη – ήταν η μόνη απάντηση της Φέιθ.

-Έλα τώρα. Μην αρχίσεις πάλι με τις περίεργες θεωρίες για τα πρόσωπα μέσα στο πλήθος. Και με αυτό το σχόλιο η συζήτηση τερματίστηκε και τα κορίτσια συνέχισαν να κοιτάν το διαμέρισμα. Ήταν βρώμικο και χρειαζόταν επιδιορθώσεις, αλλά ο πατέρας της Μισέλ ήταν πρόθυμος να κάνει όλα τα χατίρια στην κόρη του, οπότε τα κορίτσια σύντομα διάλεγαν έπιπλα και κάδρα για τους τοίχους.

Ακόμα κι αν τα χρήματα δεν ήταν θέμα για τη Μισέλ, η Φέιθ που ήξερε καλύτερα την αξία τους, έπεισε τη φίλη της να φέρουν φίλους τους να τις βοηθήσουν με το διαμέρισμα αντί για επαγγελματίες. ‘Θα έχει πλάκα έτσι και θα μας μείνουν χρήματα να κάνουμε ένα πάρτι αργότερα’ – ήταν η δελεαστική ιδέα της Φέιθ. Κι έτσι μια μέρα μια ομάδα φοιτητών μπήκε στο διαμέρισμα για να επισκευάσει το πάτωμα για τις νέες ενοίκους.

Κατά τη διάρκεια των τριών ημερών που διήρκεσαν οι επισκευές συνέβη κάτι περίεργο. Καθώς η Φέιθ ξεσκόνιζε έναν τοίχο σε μια από τις δύο κρεβατοκάμαρες προκειμένου να βαφτούν, παρατήρησε ότι ο τοίχος ήταν κούφιος. Τον χτύπησε με τη γροθιά της και μετά γεμάτη περιέργεια φώναξε έναν από τους φίλους της.

Σύντομα ο τοίχος είχε πέσει, γιατί ότι ζήταγε η Φέιθ ήταν νόμος για τους φίλους της. Όταν καταλάγιασε η σκόνη μπόρεσε να δει μέσα από την τρύπα που είχε ανοίξει. Τα παιδιά παρατήρησαν ότι ήταν ένα δωμάτιο που είχε σφραγιστεί. Το δωμάτιο ήταν εκπληκτικά επιπλωμένο και τα παιδιά συμπέραναν ότι ήταν γραφείο.



Από το στυλ των επίπλων μπορούσες να συμπεράνεις ότι ήταν της δεκαετίας του 30 ή του 40. Υπήρχε ένα απλό γραφείο, μια καρέκλα, δυο μικρά τραπεζάκια με κάποια διακοσμητικά και μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Όταν η Μίτσι πλησίασε τη βιβλιοθήκη τράβηξε το σεντόνι που την κάλυπτε σκονίζοντας κάποια βιβλία. Τσίριξε από τη χαρά της όταν συνειδητοποίησε ότι η ανακάλυψή τους ήταν μια πλήρης συλλογή με ποίηση και θεατρικά έργα.

Τη Φέιθ αντιθέτως, την προσέλκυσε το γραφείο, που παρόλο το χρόνο που είχε περάσει όλα ήταν ακόμα τακτοποιημένα. Όλα ήταν πολύ οργανωμένα και όλα ήταν στη θέση τους. Η νέα κοπέλα χάιδεψε με τα δάχτυλά της τη σκονισμένη επιφάνειά του και ένα όραμα ήρθε στο μυαλό της.

Ένας νέος άντρας με καστανά μαλλιά του οποίου το πρόσωπο δεν μπορούσε να δει, κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες, σαν να ήθελε απεγνωσμένα να προλάβει κάποιον. Ξαφνικά η Φέιθ ένιωσε τον νέο άντρα να την κρατά από τη μέση.

-Φέιθ! Φέιθ! Ονειρευόσουν; - ρώτησε η Μίτσι.

-Ε;

-Σε έχασα για λίγο! Πήγαινε φέρε το ξεσκονόπανο για να καθαρίσουμε αυτό το θησαυροφυλάκιο που βρήκαμε. Κι έτσι το αποκαλούσαν. Θησαυροφυλάκιο.

Με τη βοήθεια των φίλων τους έψαξαν το θησαυροφυλάκιο εξονυχιστικά. Η Μίτσι και η Φέιθ ήταν έκπληκτες και περίεργες με αυτή την απρόσμενη ανακάλυψη. Όπως δυο μικρά κορίτσια που ανοίγουν τα δώρα τους Παραμονές Χριστουγέννων επιθεώρησαν τα αντικείμενα πάνω στα τραπέζια και στο γραφείο και στο τέλος έκαναν μια απογραφή.

-Μια προτομή του Σαίξπηρ
-Ένας καδραρισμένος χάρτης της Αγγλίας.
-Ένα πρες παπιέ σε σχήμα πυραμίδας.
-Ένα χάλκινο άγαλμα ενός αλόγου που καλπάζει.
-Μια λάμπα που ακόμα λειτουργεί.
-Μια πορσελάνινη κανάτα.
-Ένα ρολόι εκκρεμές που έχει σταματήσει στις 11:30.
-Μελάνι.
-Φτερό.
-Μαχαίρι φτερού.
-Ένας μαύρος φάκελος με κάποιες λευκές σελίδες.



Είχαν ψάξει ανυπόμονα για στοιχεία που θα τους έδιναν μια ιδέα ποιος ήταν ο κάτοχος αυτών των αντικειμένων. Και οτιδήποτε θα τους έλεγε γιατί αυτό το δωμάτιο είχε σφραγιστεί με όλα αυτά τα πράγματα μέσα. Αλλά δεν βρήκαν πολλά. Η πρώτη σελίδα όλων των βιβλίων είχε μαρκαριστεί με τα αρχικά Τ.Γκ.Γκ. και κάτω από το πρες παπιέ ήταν χαραγμένη η ημερομηνία 2 Ιουλίου 1923.

Μετά την έρευνά τους η Μίτσι κουράστηκε να παίζει τον ντεντέκτιβ και απλά υπέθεσε ότι θα μπορούσε να είναι η ευτυχισμένη νέα ιδιοκτήτρια αυτής της θαυμάσιας συλλογής βιβλίων, και ότι οι δυο τους θα είχαν και ένα γραφείο. Έπρεπε απλά να ανανεώσουν το μέρος για να βάλουν έναν υπολογιστή στο δωμάτιο, καλώδιο για σύνδεση internet και μια ακόμη βιβλιοθήκη και όλα θα ήταν τέλεια.

-Δεν θα πεις στον ιδιοκτήτη αυτό που βρήκαμε; - ρώτησε σοκαρισμένη η Φέιθ καθώς έπαιζε με το πρες παπιέ.

-Μα και βέβαια, αν και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ξέρει και πολλές λεπτομέρειες.

-Μα έτσι θα κρύβεις τη μισή αλήθεια. Άλλωστε κάποια από αυτά ίσως έχουν μεγάλη αξία ως αντίκες.

-Και ποιος τα κλέβει; - ρώτησε η Μίτσι παίζοντας την αθώα – θα τα χρησιμοποιήσουμε για τα επόμενα δύο χρόνια και μόλις τελειώσουμε με το κολέγιο θα τα επιστρέψουμε στον ιδιοκτήτη. Αν και αυτό το πρες παπιέ πρέπει να σου αρέσει πολύ, οπότε έχεις την άδειά μου να το κρατήσεις. Δεν νομίζω ο σπιτονοικοκύρης μας να φαλιρίσει για κάποιο αντικείμενο που ούτε ο ίδιος γνωρίζει ότι έχει.

-Ω Μίτσι! – είπε η Φέιθ παρατώντας τη συζήτηση ενώ παράλληλα κοίταζε την ημερομηνία που ήταν χαραγμένη στη βάση της πυραμίδας που είχε στα χέρια της.








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:02 pm


Ο Άαρον Τρούμαν είχε γεννηθεί μέσα σε μια διάσημη οικογένεια. Ο πατέρας του Γκρέγκορυ Τρούμαν, ήταν ένας πλούσιος ξακουστός δικηγόρος που ήταν η κεφαλή μιας πολύ μεγάλης δικηγορικής εταιρείας στη Βοστώνη. Η μητέρα του, Λουσίντα Άστον, πριν γίνει κυρία Τρούμαν, ήταν αναγνωρισμένη δημοσιογράφος. Ήταν παντρεμένοι δεκαπέντε χρόνια. Η σχέση τους ήταν πολύ παθιασμένη στην αρχή, αλλά σύντομα οι διαφορετικές νοοτροπίες και οι πολλαπλές κοινωνικές υποχρεώσεις τους είχαν απομακρύνει, οπότε είχαν αποφασίσει να χωρίσουν φιλικά.

Ο χωρισμός των γονιών του, αν και πολιτισμένος, είχε επηρεάσει τον νεαρό Άαρον, ο οποίος τότε ήταν δώδεκα χρονών. Η πρώην κυρία Τρούμαν είχε βρει σύντομα και πάλι την αγάπη και αυτό τον είχε ενοχλήσει τόσο που αποφάσισε να μείνει με τον πατέρα του. Καθώς η Λουσίντα ήταν πολύ απελευθερωμένη και ήθελε ο γιος της να είναι ελεύθερο πνεύμα δεν είχε εναντιωθεί στην απόφασή του.

Αλλά αυτό δεν βοήθησε τον Άαρον και τη σχέση του με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν πάντα πολύ απασχολημένος. Έτσι ο νεαρός άντρας έτρεφε συνεχώς τη δυσαρέσκειά του προς τους γονείς του και κλεινόταν στον εαυτό του, ξεδίνοντας σε αυτό που του έδινε μεγαλύτερη ανακούφιση. Το διάβασμα και τη ζωγραφική.

Η οριστική ρήξη μεταξύ του Άαρον και του πατέρα του ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο νεαρός ανακοίνωσε ότι ήθελε να σπουδάσει τέχνες, και συγκεκριμένα ζωγραφική και σχέδιο. Ο κύριος Τρούμαν δεν πίστευε ότι ένας άντρας της θέσης του θα αφοσιωνόταν στις τέχνες. Αυτοί οι καλλιτέχνες είναι όλοι μη παραγωγικά παράσιτα, κομμουνιστές και ταραξίες. Έτσι συνήθιζε να λέει στο γιο του και η ιδέα να γίνει κι αυτός ένας από αυτούς δεν ήταν ευχάριστη, οπότε ήταν ενάντιος.



Από την πλευρά της η Λουσίντα, βλέποντας μια ευκαιρία να ξαναχτίσει τη σχέση της με τον γιο της, τον υποστήριξε. Έτσι αν κάποτε ο χωρισμός των Τρούμαν υπήρξε πολιτισμένος και ειρηνικός, ο πραγματικός πόλεμος ξεκίνησε έξι χρόνια μετά το διαζύγιό τους όταν ο Άαρον έκανε αίτηση για τη Σχολή Καλών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Καθώς η μητέρα του τον στήριζε οικονομικά, δεν είχε πια ανάγκη τον πατέρα του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Γκρέγκορυ να κόψει κάθε επαφή με τον γιο του, ο οποίος έφυγε από το σπίτι μέσα στη νύχτα παίρνοντας μαζί του μόνο τα σχέδιά του και τη μοτοσυκλέτα του, και πήγε στη Λουσίντα.

Ο Γκρέγκορυ δεν θα ξέχναγε ποτέ το σθένος και την αποφασιστικότητα που αντανακλούσε το πρόσωπο του γιου του. Τα μάτια του σπινθήριζαν σαν άγρια γαλαζοπράσινη φωτιά καθώς φόρεσε το μαύρο δερμάτινο μπουφάν του και το κράνος του πάνω από τα καστανά μαλλιά του που έφταναν ως το ύψος των ώμων του. Όταν η θορυβώδης μηχανή της Harley Davidson ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, ο νεαρός έριξε πίσω του μόνο μια ματιά σε ένα παράθυρο του σπιτιού. Ήταν το μόνο παράθυρο χωρίς αναμμένο φως σε όλο το μέγαρο και ο Άαρον ήξερε ότι ο πατέρας του παρακολουθούσε στα σκοτεινά. Μαρσάροντας τη μηχανή της μοτοσυκλέτας, ο νεαρός γύρισε μπροστά και έφυγε. Ο πατέρας του δεν θα τον ξανάβλεπε για πολύ-πολύ καιρό.

Γιατί ο υπερόπτης και πικρόχολος Άαρον αποδέχτηκε τη βοήθεια της μητέρας του; Στην πραγματικότητα θα ήθελε να τα καταφέρει μόνος του, αλλά οι στόχοι του έτσι θα ήταν αδύνατον να υλοποιηθούν. Κατά τη διάρκεια των λυκειακών του χρόνων, ο Άαρον είχε υποχρεωθεί να μορφωθεί σε ένα Πρεσβυτεριανό σχολείο, του οποίου οι κανονισμοί ήταν πολύ αυστηροί και η παραδοσιακή εκπαίδευση ασφυκτική. Ο Άαρον όντας πολύ έξυπνος και ανήσυχος για να προσαρμοστεί σε αυτό το περιβάλλον, δεν είχε τους καλύτερους βαθμούς, εν μέρει επειδή συχνά απουσίαζε από τα μαθήματα και επαναπαυόταν με το να πιάνει τη βάση για να περνάει, πράγμα που του ήταν πολύ εύκολο. Μόνο λίγους μήνες πριν αποφοιτήσει, όταν αποφάσισε να σπουδάσει τέχνες, μετάνιωσε που δεν ήταν περισσότερο πειθαρχημένος και λιγότερο ξεροκέφαλος. Αν είχε καλούς βαθμούς θα μπορούσε να είχε κερδίσει μια καλή υποτροφία. Αλλά με τις επιδόσεις του στο λύκειο, ακόμα και πληρώνοντας θα ήταν δύσκολο να τον δεχτούν στο σχολείο της επιλογής του. Οπότε ο Άαρον κατάπιε τον εγωισμό του και στράφηκε στη μητέρα του για βοήθεια προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του.

Παρά την απροθυμία του, η κατάσταση κατέληξε με το να σπάσει ο πάγος μεταξύ του Άαρον και της μητέρας του και σιγά-σιγά η Λουσίντα ήρθε και πάλι κοντά στο γιο της. Έτσι ο νεαρός έφυγε για τη Νέα Υόρκη όπου άρχισε τις σπουδές του, δείχνοντας για πρώτη φορά πραγματικό ενδιαφέρον για τα μαθήματα που είχε. Αλλά σύντομα οι ικανότητές του άρχισαν να υπερβαίνουν τις απαιτήσεις των μαθημάτων του και ο Τρούμαν απέκτησε τη φήμη ότι ήταν ο φοιτητής που χωρίς καθόλου προσπάθεια είχε τους καλύτερους βαθμούς στο σχέδιο, τη θεωρία χρωμάτων και τη ζωγραφική.

Ο πατέρας της Λουσίντα πέθανε στο τέλος του πρώτου έτους των σπουδών του Άαρον, αφήνοντας ένα χρηματικό ποσό στον εγγονό του. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο νεαρός χρησιμοποίησε αυτή την κληρονομιά για να αγοράσει ένα μικρό διαμέρισμα στο Μανχάταν που σύντομα το μετέτρεψε σε στούντιό του. Αυτό προκάλεσε τη ζήλια των συμφοιτητών του, που ήταν αναγκασμένοι να μένουν στους κοιτώνες χωρίς πολύ χώρο για την τέχνη τους και για τα Σαββατιάτικα ραντεβού τους. Η ειρωνεία ήταν ότι ο Άαρον δεν εκμεταλλευόταν τον χώρο όπως θα έκανα κάποιοι από τους συμφοιτητές του.

Είχε κάνει μερικές μικρές σχέσεις, αλλά περισσότερο από περιέργεια και τίποτα παραπάνω, και στο τέλος απλά τις θεώρησε χάσιμο χρόνου. Οι φίλοι του τον θεωρούσαν τρελό που δεν εκμεταλλευόταν πλήρως το διαμέρισμά του. Είχε χρήματα από την υποστήριξη της μητέρας του και ήταν αισθητά γοητευτικός, αλλά ο νεαρός προτιμούσε να διατηρεί την ιδιότροπη και κυρίως αδιάφορη στάση του. Κάθε νέα του γνωριμία επιβεβαίωνε τη θεωρία του ότι αυτός δεν ενδιαφερόταν για τον έρωτα και ο έρωτας δεν ενδιαφερόταν γι’αυτόν. Τουλάχιστον έτσι έλεγε.

Όμως αυτός ο νεαρός είχε κρατήσει κρυφό ένα είδος εμμονής που είχε από τα παιδικά του χρόνια. Δεν θυμόταν πως ή πότε ακριβώς ξεκίνησε αλλά εδώ και χρόνια υπέφερε από το ίδιο επαναλαμβανόμενο όνειρο που τον τάραζε ‘κανα δυο φορές το μήνα και κάποιες φορές ακόμα και περισσότερο από μια φορά την εβδομάδα. Δεν θα το έλεγε εφιάλτη, αλλά τις περισσότερες φορές έμενε με μια δυσάρεστη αίσθηση, ένα κενό, μια απογοήτευση και μια βαθιά λύπη που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Όταν ήταν μικρός, το όνειρο ξεκινούσε σε ένα δωμάτιο με παλιά έπιπλα, όπου ένας δεκάχρονος Άαρον καθόταν μόνος του στην άκρη ενός κρεβατιού διαβάζοντας ένα βιβλίο του οποίου τον τίτλο δεν μπορούσε ποτέ να δει. Η πόρτα χτύπαγε και πήγαινε να δει ποιος ήταν, αλλά δεν ήταν κανείς. Τότε ο Άαρον έτρεχε στο διάδρομο φωνάζοντας να δει αν ήταν κανείς εκεί και έφτανε στην πόρτα που οδηγούσε έξω από αυτό το μέρος που μύριζε ασκητισμό και απομόνωση.

Μόλις έβγαινε έξω από αυτό το σκοτεινό κτίριο, το τοπίο άλλαζε. Υπήρχε ήλιος σαν καλοκαιρινό πρωινό και μπορούσες να δεις τις λιβελλούλες να πετούν νευρικά πάνω από ένα πράσινο λιβάδι που μύριζε φρέσκο χόρτο, όπως μετά από μια πρωινή βροχούλα. Ο Άαρον τότε άκουγε μια φωνή να τον καλεί με ένα όνομα που δεν ήταν το δικό του αλλά που ποτέ δεν μπορούσε να θυμηθεί όταν ξύπναγε. Αλλά στο όνειρο, ο Άαρον ήξερε ότι η φωνή καλούσε αυτόν, και κατέληγε να την αναζητεί μέχρι που έβρισκε ένα κορίτσι ένα-δυο χρόνια μικρότερό του με χρυσά μαλλιά που του χαμογελούσε από μακριά και μετά γύριζε και έτρεχε μέσα σε ένα κοντινό δάσος.

Ο Άαρον ένιωθε την ανάγκη να τρέξει ξωπίσω της σαν να είχε βρει έναν χαμένο φίλο από τα παλιά, αλλά το κορίτσι ήταν πιο γρήγορο από αυτόν και δεν την έφτανε ποτέ στο όνειρό του. Όταν αυτό συνέβαινε ο νεαρός ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και χωρίς να έχει το νου του στην ώρα, άναβε το φως του δωματίου του, άρπαζε ένα χαρτί και ένα μολύβι και ζωγράφιζε το κορίτσι που με δυσκολία διέκρινε το πρόσωπό του. Έτσι με το πέρασμα των χρόνων, ο Άαρον είχε μια συλλογή σχεδίων ξανθών κοριτσιών που το πρόσωπό τους είχε μόνο ένα χαμόγελο.

Καθώς το αγόρι μεγάλωνε, το κορίτσι των ονείρων του άλλαζε κι αυτό. Όσο αυτός γινόταν άντρας, αυτή γινόταν γυναίκα και με τον καιρό τον άφηνε να την πλησιάσει περισσότερο, και το πρόσωπό της που ήταν καλυμμένο με ομίχλη τώρα πια φαινόταν καθαρά. Έτσι ο Άαρον μπορούσε να το ζωγραφίσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Τα ανέμελα μαλλιά της ήταν ξανθά και σγουρά, τα μάτια της πράσινα σαν σμαράγδια, η μύτη της μικρή και μυτερή, το χαμόγελό στα χείλη της μεγάλο και ειλικρινές που με τα χρόνια προβλημάτιζε πολύ τον νεαρό και το δέρμα της ωχρό με μερικές διάσπαρτες φακίδες στη μύτη που μετακινούνταν όταν του χαμογελούσε.

Καθώς το καλλιτεχνικό του ταλέντο αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο, τα σχέδιά του γίνονταν εκπληκτικά αληθοφανή και στη συνέχεια μετατράπηκαν σε πορτραίτα μιας νέας γυναίκας που φορούσε πάντα ένα ροδακινί φόρεμα. Χωρίς να το καταλάβει καν η γυναίκα των ονείρων του τον είχε συνεπάρει πλήρως και η έλξη που ένιωθε για αυτήν δεν μπορούσε να συγκριθεί με καμία που είχε αισθανθεί για οποιαδήποτε πραγματική γυναίκα.

Τον τελευταίο χρόνο το όνειρο είχε γίνει πιο ενδιαφέρων και πιο επίπονο. Η νεαρή γυναίκα ακόμα χαμογελούσε στην αρχή, αλλά όταν άρχιζε να τρέχει ξωπίσω της πρόσεξε ότι αυτή έκλαιγε. Τότε εκείνη γύριζε προς το μέρος του και έβλεπε το πρόσωπό της πνιγμένο στα δάκρυα πριν τελειώσει το όνειρο. Ο νεαρός τότε ξυπνούσε και έκλαιγε κι αυτός πικρά κι εκείνες τις στιγμές ένιωθε ευτυχής που δεν είχε συγκάτοικο. Έψαχνε τα σχεδιαστικά του εργαλεία μανιωδώς για να φτιάξει ένα καινούργιο σχέδιο.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:07 pm


Οι μέρες περνούσαν και οι μήνες και μια ακόμη χρονιά τελείωσε. Η Μίτσι και η Φέιθ ήταν απασχολημένες με το φόρτο εργασιών της σχολής, την ένταση των τελικών εξετάσεων, τα πάρτι τα Σαββατοκύριακα, την πιπεράτη ερωτική ζωή της Περουβιανής και την ατελείωτη λίστα υποχρεώσεων της Φέιθ, που δεν βαριόταν ποτέ να ανακατεύεται στις ζωές των άλλων. Παρόλο που είχε πάντα την καλή διάθεση να προσπαθεί να κάνει το καλύτερο, τα πράγματα δεν κατέληγαν πάντα όπως τα ήθελε.

Η Μίτσι και η Φέιθ είχαν ήδη συνηθίσει το “θησαυροφυλάκιο” που μετατράπηκε σε γραφείο των δύο κοριτσιών, όπου πέρναγαν ώρες διαβάζοντας και κάνοντας τις εργασίες τους. Παρόλο που με το χρόνο έρχεται και η οικειότητα με το περιβάλλον, η Φέιθ ακόμα ένιωθε μια περίεργη γοητεία για το δωμάτιο και όσα αυτό περιείχε. Αλλά δεν έβρισκε την αιτία για αυτό το περίεργο συναίσθημα που ένιωθε όταν ήταν σε αυτό το δωμάτιο, κυρίως όταν ήταν μόνη.

Εκτός από αυτό, από την πρώτη μέρα που μπήκαν σε αυτό το σφραγισμένο γραφείο, για έναν ανεξήγητο λόγο και υπό μοναδικές συνθήκες, η κοπέλα υπέφερε από ένα είδος εξωσωματικών εμπειριών. Περίεργες στιγμές που η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα για να βυθιστεί σε παλιές αγαπημένες αναμνήσεις, όνειρα, ελπίδες και κρυμμένη λύπη. Το αστείο ήταν ότι η Φέιθ δεν ένιωθε ο εαυτός της αυτές τις στιγμές και ζούσε για μερικά δευτερόλεπτα μέσα από εικόνες που έβλεπε μόνο στο μυαλό της και που δεν καταλάβαινε.

Η σκηνή μιας νεαρής γυναίκας που κατεβαίνει τρέχοντας σκάλες επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά, αφήνοντάς την πάντα με μια βαθιά αίσθηση μελαγχολίας που βάραινε το στήθος της σαν να είχε χάσει για πάντα κάποιον πολύ σημαντικό και αγαπημένο. Όταν επέστρεφε στην πραγματικότητα η κοπέλα πέρναγε μερικές μέρες πολύ στεναχωρημένη και ένιωθε τελικά καλύτερα χάρη στην ισχυρή της θέληση που την ωθούσε να βοηθάει τους άλλους περισσότερο από ότι τον ίδιο της τον εαυτό. Η Μίτσι παρατηρούσε τη θλίψη της φίλης της, αλλά πίστευε ότι ήταν επειδή της έλειπε η μητέρα της. Οπότε της κρατούσε απλά συντροφιά και επέμενε να βγαίνουν και να περνάν καλά, έτσι ώστε τα βαριά πνευματικά σύννεφα που απασχολούσαν τη Φέιθ να διαλύονταν.

Αλλά ο σκοτεινός της ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο και τα οράματά της ήταν πιο συχνά και πάντα με το ίδιο αποτέλεσμα. Τελικά ένα βράδυ τα πράγματα πήραν μια αναπάντεχη τροπή.


Η Μίτσι είχε βγει με έναν φοιτητή της νομικής που είχε γνωρίσει σε ένα πάρτι και η Φέιθ είχε μείνει σπίτι να τελειώσει μια εργασία. Το διαμέρισμα είχε απόλυτη ησυχία και μπορούσες μόνο να ακούσεις τον ήχο της βροχής που έπεφτε στο παράθυρο και τον ήχο του πληκτρολογίου που πληκτρολογούσε η Φέιθ μανιωδώς.

Τότε συνέβη. Μια αστραπή φώτισε όλο το διαμέρισμα, περισσότερο από τη λάμπα που χρησιμοποιούσε η Φέιθ και αμέσως μετά στο δωμάτιο απλώθηκε σκοτάδι. Το κορίτσι μετάνιωσε για εκατοστή φορά που δεν είχε εφεδρική πηγή ρεύματος που θα της επέτρεπε να συνεχίσει να δουλεύει ακόμα και με μπλακ-άουτ.

Η κοπέλα σηκώθηκε από το γραφείο που δούλευε, το ίδιο που είχαν βρει όταν ανακάλυψαν το θησαυροφυλάκιο. Ήταν έτοιμη να πάει στην κουζίνα να βρει ένα κερί όταν το ρεύμα επανήλθε. Έτρεξε στον υπολογιστή να δει τι έχει διασωθεί από τη δουλειά της.

Προς μεγάλη της χαρά δεν είχε χάσει ούτε γραμμή, αλλά τα καλά νέα παραγκωνίστηκαν όταν τα έκπληκτα μάτια της έφτασαν στο τέλος της σελίδας και συνειδητοποίησαν ότι μυστηριωδώς, όσο τρελό και αν ακουγόταν, υπήρχε γραμμένη μια νέα πρόταση, μερικές λέξεις που δεν είχε πληκτρολογήσει η ίδια.

Τρίβοντας τα μάτια της ξαναδιάβασε την οθόνη, χωρίς να μπορεί να δεχτεί αυτό που ήταν τόσο εμφανές. Εκεί μπροστά της, με την ίδια γραμματοσειρά που χρησιμοποιούσε, διάβαζε ξεκάθαρα:
«Ο κρυμμένος πάτος του δεύτερου συρταριού».

Η Φέιθ πίστεψε ότι τρελαινόταν και σε μια τελευταία προσπάθεια να επανακτήσει τη λογική της έσβησε το μήνυμα που έμοιαζε με κακόγουστο αστείο της Μίτσι, αλλά αφού αυτή δεν ήταν στο δωμάτιο θα ήταν αδύνατον αν το έχει κάνει.
Η ξανθιά κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό της και με τρεμάμενα χέρια προσπάθησε να συνεχίσει το γράψιμο. Όμως μετά από λίγο τα δάχτυλά της δεν αντιδρούσαν πια. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου και χωρίς να μπορεί άλλο να συγκρατηθεί το άνοιξε και το άδειασε με μια ανεξήγητη αγωνία.
«Ο κρυμμένος πάτος του δεύτερου συρταριού».

Επαναλάμβανε στον εαυτός της καθώς έβγαζε μολύβια, συνδετήρες, γόμες και διάφορα άλλα πράγματα μέχρι να αδειάσει το συρτάρι.
«Ο κρυμμένος πάτος του δεύτερου συρταριού».


Με τρεμάμενα χέρια άγγιξε τον πάτο του συρταριού μέχρι που οι άκρες των δαχτύλων της ένιωσαν μια εγκοπή στη μία άκρη του. Πίεσε με τον δείχτη της και το ξύλινο κομμάτι μετακινήθηκε εύκολα στην άκρη για να εμφανίσει το σκονισμένο περιεχόμενο του κρυμμένου πάτου. Κρυμμένο εκεί για πολλά χρόνια, υπήρχε ένα δερμάτινο βιβλίο με μεγάλες σελίδες. Η κοπέλα το πήρε στα χέρια της και τότε το όραμα δυο μεγαλύτερων από τα δικά της χεριών που έγραφαν μανιωδώς στις σελίδες του βιβλίου ήρθε στο μυαλό της. Το όραμά της τελείωσε και ένιωσε ανυπομονησία, καθάρισε τη σκόνη με ένα κουρέλι που χρησιμοποιούσαν για να καθαρίζουν τη οθόνη. Η Φέιθ άνοιξε αμέσως το βιβλίο και συνειδητοποίησε ότι ήταν ένα σημειωματάριο που στην πρώτη του σελίδα είχε ένα χειρόγραφο ποίημα:

Σταματήστε όλα τα ρολόγια, κόφτε τις τηλεφωνικές γραμμές,
σωπάστε τα σκυλιά να μην γαυγίζουν κυνηγώντας ένα λαχταριστό κόκκαλο.
Ησυχάστε τα πιάνα και με έναν πνιχτό τυμπανισμό
βγάλτε έξω το φέρετρο, αφήστε τους πενθούντες να έρθουν.

Αφήστε τα αεροπλάνα να κάνουν στεναχτικές περιφορές
χαράζοντας στον ουρανό το μήνυμα: ‘Είναι νεκρή’
Φορέστε κρεπ φιόγκους στα δημόσια περιστέρια,
και στους τροχονόμους μαύρα βαμβακερά γάντια.

Αυτή ήταν ο βορράς μου, ο νότος μου, η ανατολή και η δύση μου.
Οι καθημερινές μου μέρες και η Κυριακάτικη ξεκούρασή μου.
Το φεγγάρι μου, τα μεσάνυχτά μου, η μιλιά μου, το τραγούδι μου.
Νόμιζα πως αυτή η αγάπη θα κρατήσει για πάντα. Έκανα λάθος.

Δεν θέλω πια τα αστέρια. Διώξτε τα όλα.
Κρύψτε το φεγγάρι και διαλύστε τον ήλιο.
Στεγνώστε τον ωκεανό και ξεριζώστε τα δάση,
γιατί τίποτα δεν μπορεί να βγει πια σε καλό. (*)


Η κοπέλα αναγνώρισε το ποίημα, το θυμήθηκε από το μάθημα της φιλολογίας στο λύκειο, αλλά ποτέ πριν δεν ακουγόταν τόσο απελπισμένο και λυπηρό. Ξαφνικά ήταν σαν οι λίμνες των πιο οδυνηρών και πικρών της συναισθημάτων να ξεχείλισαν και να ξεχύθηκε όλη η κρυμμένη της θλίψη ακόμα και αυτή που αγνοούσε ότι υπήρχε κλειδωμένη στην ψυχή της. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και ήθελε να φύγει από το δωμάτιο και να πετάξει αυτό το περίεργο βιβλίο στη φωτιά, και μόνο στο άγγιγμά του την έκανε να νιώθει μια ανεξήγητη και παράλογη αίσθηση θρήνου, αλλά αντιθέτως μια περίεργη δύναμη την έκανε να συνεχίσει να διαβάζει το περιεχόμενο των επόμενων σελίδων. Στην δεύτερη σελίδα, με τον ίδιο αποφασιστικό γραφικό χαρακτήρα, ήταν γραμμένη μια ημερομηνία: 2 Ιουλίου 1923.

Η Φέιθ ένιωσε την καρδιά της να αναποδογυρίζει στο στήθος της. Με αγωνία έψαξε το πρες παπιέ στο σχήμα πυραμίδας που είχε φυλάξει από τη μέρα που βρήκαν το δωμάτιο. Μόλις το βρήκε η κοπέλα συνειδητοποίησε ότι ήταν χαραγμένη η ίδια ημερομηνία που υπήρχε και στο βιβλίο.

Σχεδόν χωρίς ανάσα η κοπέλα γύρισε τα μάτια της στο βιβλίο ξανά και συνέχισε να διαβάζει το περιεχόμενο που ήταν γραμμένο κάτω από αυτή την ημερομηνία, καθώς η ψυχή της, ακόμα και στην αιθέρια μορφή της έμοιαζε να σπάει αργά όσο διάβαζε τις λέξεις που σχημάτιζαν το κείμενο από το οποίο δεν μπορούσε να αποτραβηχτεί.

«Σε αυτό το χαοτικό σύμπαν η βεβαιότητα έρχεται μόνο μια φορά, ανεξάρτητα με το πόσες ζωές μπορεί να ζήσει κάποιος. Η δική μου βεβαιότητα εμφανίστηκε σε μένα νωρίς και ήταν τόσο απόλυτη, τόσο αδιάψευστη, τόσο επιτακτική που ποτέ μετά από εκείνη τη νύχτα, δεν μπόρεσα να την αρνηθώ. Αυτή η δύναμη ήταν μαζί μου πάντα, καθώς ήταν η μόνη απόλυτη και αγνή αλήθεια ότι έχω ζήσει. Σήμερα που ξέρω ότι η υπόλοιπη ύπαρξή μου θα είναι ένας ατελείωτος θρήνος, ξεκινάω αυτό το ημερολόγιο από την απλή ανάγκη μου να πω σε κάποιον ή σε κάτι την ατελείωτη μελαγχολία που με καταβάλλει.

«Κάποτε αγάπησα και αγαπήθηκα, αλλά σήμερα έχει απομείνει μόνο η γλυκιά ανάμνηση ενός αλλοτινού παρελθόντος. Σήμερα όλα όσα μου έχουν μείνει είναι η μοναξιά και ο διηνεκής πόνος καθώς έχασα για πάντα αυτή που ζει ακόμα στην καρδιά μου. Σήμερα, γυρίζω πίσω από τη φυλακή της ψυχής μου, είδα αυτό που πίστευα ότι τα μάτια μου δεν θα αντίκριζαν ποτέ, ένα φέρετρο καλυμμένο με λευκά λουλούδια που έμπαινε αργά μέσα στο χώμα, παίρνοντάς την για πάντα μακριά, ξεριζώνοντάς την από αυτόν τον κόσμο που δεν της άξιζε ποτέ και δεν της έδωσε ποτέ όσα άξιζε.

«Χίλιους θανάτους θα ήθελα να είχα αντί εκείνης, χίλιες σφαίρες θα ήθελα να τρυπήσουν το κορμί μου αντί εκείνης, χίλιες χαρές θα ήθελα να της δώσω, αλλά καμιά μου ευχή δεν θα δω ποτέ να εκπληρώνεται. Σήμερα είναι κιόλας πια αργά, και νιώθω πια γέρος όταν είμαι μόλις είκοσι έξι χρονών.

«Δεν αντέχω πια άλλο. Ξέρω πως είμαι καταραμένος, μα δεν καταλαβαίνω γιατί αυτή η τιμωρία. Ότι αγγίζω μετατρέπεται σε σκόνη, δυστυχία και ανησυχία. Θα μπορούσε η Τιμή να είναι αμαρτία; Σε αυτό το σημείο δεν ξέρω καν τι να σκεφτώ, ή να πω… Το μόνο που ξέρω είναι ότι είναι νεκρή και τίποτα δεν έχει σημασία πια. Αλλά πρέπει να συνεχίσω να ζω, γιατί η ζωή είναι τώρα η τιμωρία που μου αξίζει, γιατί αυτή είναι χειρότερη και από τον ίδιο το θάνατο.

«Σήμερα κηδέψαμε το σώμα της. Η ψυχή της είμαι σίγουρος ότι είναι ήδη σε ένα πιο ευτυχισμένο μέρος, αλλά ακόμα η καρδιά μου καίγεται από θλίψη γιατί αυτή, όπως θα έλεγε ο Auden, ήταν ο Βορράς μου, ο Νότος μου, η Ανατολή και η Δύση μου, η εργάσιμη μέρα μου και η ημέρα ξεκούρασης μου, το απόγευμά μου, τα μεσάνυχτά μου, η λέξη μου και το τραγούδι μου που έφυγαν για πάντα από αυτόν τον κόσμο.

«Δεν ξέρω πως μπορώ ακόμα και αναπνέω».


Όταν έφτασε σε αυτή τη γραμμή τα πράσινα μάτια της άνοιξαν διάπλατα τις κάνουλες των δακρύων της, πέταξε μακριά το βιβλίο και έτρεξε στο δωμάτιό της. Έπεσε στο κρεβάτι της και έκλαιγε ασταμάτητα και δεν σταμάτησε μέχρι που ξημέρωσε και η Μίτσι γύρισε από το ραντεβού της για να βρει τη συγκάτοικό της πνιγμένη στα κλάματα.

-Μα, τι συμβαίνει Φέιθ; - είπε το κορίτσι με τα καστανά της μάτια διάπλατα από την έκπληξη καθώς ταυτόχρονα αγκάλιαζε τη φίλη της.

-Ω Μίτσι - απάντησε η κοπέλα με σπασμένη φωνή – συνέβη κάτι τρομερό. Αυτή πέθανε και αυτός… ήταν τόσο λυπημένος, σαν να πέθανε η ψυχή του.

-Αυτή, αυτός; - ρώτησε μπερδεμένη η Μίτσι – Για το Θεό Φέιθ, εξήγησέ μου! Σε ποιους αναφέρεσαι;

-Ο νεαρός από τα οράματά μου, Μίτσι, αυτός από το βιβλίο, από το δωμάτιο – είπε η Φέιθ ακόμα εμφανώς ταραγμένη, μόνο για να μπερδέψει ακόμα περισσότερο τη φίλη της.

-Φέιθ, για περίμενε, σε ποιο βιβλίο, σε ποιο δωμάτιο και σε ποιο όραμα αναφέρεσαι;


Η νεαρή ξανθιά έφερε τα χέρια της στο κούτελό της, συνειδητοποιώντας ότι η φίλη της δεν θα καταλάβαινε τίποτα εκτός και αν της εξηγούσε με ηρεμία όλα όσα είχαν συμβεί. Οπότε ακόμα και στη συναισθηματική κατάσταση που ήταν, μάζεψε όλες τις δυνάμεις της για να ξεκαθαρίσει το θέμα. Έτσι είπε στη φίλη της για πρώτη φορά για τα οράματα αυτού του νεαρού με τα καστανά μαλλιά, του οποίου το πρόσωπο δεν μπορούσε να διακρίνει και τον τρόπο με τον οποίο ανακάλυψε το ημερολόγιο, στον κρυμμένο πάτο του συρταριού του γραφείου.

Η Μίτσι ήταν ξαφνιασμένη με όλη αυτή την ιστορία, αλλά μετά το αρχικό σοκ, ο σκεπτικισμός της την ανάγκασε να βρει μια λογική εξήγηση για τα γεγονότα που μόλις της είχε αφηγηθεί η Φέιθ.

-Για περίμενε λίγο Φέιθ – είπε η φίλη της δίνοντάς της ένα χαρτομάντιλο - Ποιος σου είπε ότι νεαρός από τις… παραισθήσεις σου, είναι ο ίδιος που έγραψε το ημερολόγιο και που έζησε σε αυτό το διαμέρισμα περίπου το ’20;

-Νομίζω… - μουρμούρισε η Φέιθ χωρίς να μπορεί να βρει μια ορθή απάντηση – νομίζω ότι απλά έτσι είναι… όλα ταιριάζουν… άλλωστε έτσι… - σταμάτησε.

-Έτσι τι Φέιθ; - επέμεινε η Μίτσι κοιτώντας καρφωτά τα μάτια της φίλης της.

-Έτσι νιώθω – ήταν το μόνο που κατάφερε να ξεστομίσει η κοπέλα σχεδόν ψιθυρίζοντας.

Η Μίτσι την κοίταξε ελαφρώς επικριτικά, καθώς αναρωτιόταν αν η εξάντληση των τελικών εξετάσεων θα μπορούσε να τη διαταράξει ως το σημείο να φτάσει να νιώθει και να λέει ασυναρτησίες. Άλλωστε η Φέιθ, διάβαζε πάντα το διπλάσιο από όλους για να κρατήσει την υποτροφία της.

-Κοίτα να δεις τι θα κάνουμε – είπε τελικά η μελαχρινή – Θα πιεις λίγο τσάι που θα σου ετοιμάσω, όπως το έφτιαχνε η γιαγιά μου στο Περού και έτσι θα μπορέσεις να κοιμηθείς. Αύριο θα πας στη βιβλιοθήκη να τελειώσεις την εργασία σου, μακριά από αυτό το περίεργο δωμάτιο. Μετά θα δούμε τι θα κάνουμε με το μυστηριώδες βιβλίο που σε πλήγωσε τόσο πολύ.

Η Φέιθ που ένιωθε τόσο εξαντλημένη λες και ήταν διαρκώς στο πλευρό του Μπεν Χουρ, δεν μπορούσε παρά να υπακούσει τη Μίτσι, να πιει το τσάι και να πέσει για ύπνο. Αν και το τελευταίο δεν το κατάφερε όσο καλά θα ήθελε. Η μορφή του ίδιου νέου άντρα εμφανιζόταν διαρκώς στα όνειρά της.



(*) Το ποίημα είναι απόδοση του ποιήματος 'Funeral Blues' ή 'Stop all the Clocks' του W.Η. Auden.

Stop all the clocks, cut off the telephone,
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let airplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message She is Dead,
Put crêpe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic police men wear black cotton gloves.

She was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last forever: I was wrong.

The stars are not wanted now; put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood;
For nothing now can ever come to any good.








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:13 pm


Πέρασαν μερικές μέρες πριν επιχειρήσουν η Φέιθ και η Μίτσι να ερευνήσουν το βιβλίο που είχε μείνει στη γωνία του δωματίου. Και παρά τις τόσες διαμαρτυρίες της Μίτσι, η Φέιθ πήρε ξανά στα χέρια της το βιβλίο και άρχισε να διαβάζει δυνατά στη συγκάτοικό της. Έτσι, νιώθοντας τη συντροφιά της φίλης της, ήταν πιο εύκολο να συνεχίσει να διαβάζει το κείμενο που τόσο την επηρέαζε.

Έτσι ανακάλυψαν τα κορίτσια ότι πραγματικά, αυτός που είχε γράψει το ημερολόγιο γεμίζοντάς το με παραγράφους απελπισίας, ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος στις αρχές του 20ου αιώνα. Έμοιαζε να είναι άνθρωπος των γραμμάτων, όχι μόνο από τη μεγάλη συλλογή του από βιβλία, αλλά επίσης από τη γραφή του, που ήταν άψογη στο λεξιλόγιό της και ποιητική στη σύνθεσή της, κάτι που η Μίτσι εκτιμούσε βαθιά.

Σε αυτές τις σελίδες ο άντρας υπαινισσόταν ότι είχε αφοσιωθεί σε κάποια καλλιτεχνική δραστηριότητα, που δεν ήταν ξεκάθαρη στις κοπέλες, αλλά που αναμφίβολα είχε σχέση με το θέατρο, από τις επαναλαμβανόμενες αναφορές σε πρόβες, πρεμιέρες, κριτικές δημοσιογράφων, και τέτοιου είδους πράγματα. Οι κοπέλες δεν μπορούσαν να συμπεράνουν ή να είναι 100% σίγουρες αν ο συγγραφέας του βιβλίου ήταν σεναριογράφος, σκηνοθέτης ή ηθοποιός από τον ασαφή τρόπο που αναφερόταν στη δουλειά του.

Ήταν προφανώς παντρεμένος, καθώς συχνά αναφερόταν «στη σύζυγό του» η οποία ήταν μάλλον πάντα άρρωστη ή είχε κάποια αναπηρία, αφού ο άντρας ανέφερε ότι μια νοσοκόμα έμενε μαζί τους για να την περιποιείται. Περιέργως αυτές οι αναφορές ήταν πολύ σύντομες και τρομερά αντιφατικές με τις αναφορές του συγγραφέα σε «εκείνη», μια γυναίκα της οποίας το όνομα δεν έγραφε ποτέ, αλλά και οι δύο κοπέλες καταλάβαιναν ότι ήταν κάποια άλλη από τη σύζυγό του. Μια άλλη γυναίκα που έμοιαζε να αγαπάει υπερβολικά και που κηδεύτηκε στις 2 Ιουλίου του 1923, την ημερομηνία που ξεκίνησε το ημερολόγιο.

Ο άντρας δεν έγραφε στο ημερολόγιο καθημερινά. Έμοιαζε με έναν χώρο που μπορούσε να διοχετεύσει τη λύπη του και που ανεμπόδιστα ανακάτευε το παρόν με το παρελθόν. Με αυτόν τον αποδιοργανωμένο τρόπο, η Μίτσι και η Φέιθ προσπαθούσαν να καταλάβουν πως αυτός ο άντρας, όντας ακόμα πολύ νέος, είχε γνωρίσει μια κοπέλα την οποία ερωτεύτηκε τρελά αλλά την οποία έπρεπε να αποχωριστεί για κάποιο λόγο που ποτέ δεν ανέφερε ξεκάθαρα αλλά που είχε να κάνει με τη «σύζυγο».

Στο ημερολόγιο συνέχισαν να διαβάζουν για κάποιες καθημερινές οικιακές σκηνές και για τη γυναίκα με την οποία ζούσε, για την οποία φαινόταν ότι έτρεφε ειλικρινές ενδιαφέρον που έμοιαζε περισσότερο με αδερφικό. Διαβάζοντας παρακάτω συνειδητοποίησαν ότι ο συγγραφέας και η σύζυγός του προσπάθησαν χωρίς επιτυχία να κάνουν παιδιά, και ακόμα και οι προσπάθειές τους να υιοθετήσουν ένα απορρίφτηκαν λόγω του «κολλήματος της συζύγου» - εξήγησε - κάνοντας έτσι ξεκάθαρο ότι η γυναίκα του καλλιτέχνη έπασχε από κάποια σωματική ανεπάρκεια.

Αλλά αυτά ήταν μικρά προβλήματα μιας ψυχής που έμοιαζε να λείπει η μισή, που έμοιαζε να είναι νεκρή, που συνέχιζε χωρίς ζωή σε κάθε γραμμή που είχε γραφτεί και που ούτε για μια στιγμή δεν έλειπε ο βαθύς πόθος του για «εκείνη».

Η Μίτσι και η Φέιθ διάβαζαν για μέρες το ημερολόγιο και μετά την πρώτη της ορθολογική αντίδραση, η Περουβιανή κατέληξε να κλαίει κάποιες φορές καθώς ξετυλιγόταν η ιστορία των εκατοντάδων σελίδων.

«Ο καλλιτέχνης» - έτσι τον αποκαλούσαν – παντρεύτηκε πολύ νέος, μάλλον εικοσιενός ετών, υποκινούμενος περισσότερο από μια αίσθηση ευθύνης παρά αγάπης, την οποία ανέφερε σε διάφορες περιστάσεις ότι την θυσίασε για το «καθήκον».

Αποχωρίστηκε «εκείνη» για να παντρευτεί αυτή, την άλλη γυναίκα, που έγινε σύζυγός του και που τον αγαπούσε πολύ, αλλά που δεν μπόρεσε να πάρει ποτέ τη θέση της απούσας γυναίκας. «Εκείνη» πέθανε κάτω από βίαιες συνθήκες, που δεν ξεκαθάρισε ποτέ, μερικά χρόνια μετά τον γάμο του.

Μετά τον αποχωρισμό του από «εκείνη» ο καλλιτέχνης ανέφερε ότι την είχε δει μόνο μια φορά ακόμα. Το απόγευμα που η Φέιθ και η Μίτσι διάβασαν το κείμενο ένιωσαν ότι οι πόροι των δακρύων τους θα στέγνωναν για πάντα.


«Κατά την επιστροφή μου στο Σικάγο δεν μπορούσα να ελέγξω τον τρομερό εκνευρισμό που είχε εισβάλει στο στήθος μου από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο σταθμό στον οποίο μάταια περίμενα ένα πρωινό. Η καρδιά μου ράγιζε απλά στη σκέψη ότι μπορεί ακόμα να μένει σε αυτή την πόλη και που για μια στιγμή μπορεί να ανέπνεα τον ίδιο αέρα με εκείνη. Έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει το πρόσωπό της ανάμεσα πλήθος καθώς το αμάξι κινούταν στους δρόμους, στα μόνα δημόσια μέρη που έκανα εμφάνιση εκείνες τις ημέρες. Αλλά τα μάτια μου δεν μπόρεσαν να συναντήσουν αυτά τα αξέχαστα πράσινα μάτια και δεν ήμουν σίγουρος αν ήμουν απογοητευμένος ή ανακουφισμένος, γιατί ήμουν σίγουρος ότι μια συνάντηση θα ήταν περισσότερο οδυνηρή παρά ευχάριστη. Και ακόμα και με αυτή τη βεβαιότητα, καθώς πέρναγε αυτή η ατελείωτη εβδομάδα, η ψυχή μου κατακλυζόταν από μια αυξανόμενη εμμονή να τη συναντήσω, να τη δω έστω για μια στιγμή, κρυμμένος, χωρίς αυτή να αντιληφθεί την παρουσία μου. Αλλά η δουλειά μου και αυτή η καταραμένη μάζα δημοσιογράφων, θαυμαστών και περίεργων που κύκλωναν το ξενοδοχείο που μέναμε δεν μου επέτρεπε να κάνω το παραμικρό.

Τελικά οι παραστάσεις μας στο Σικάγο τελείωσαν και καθώς ήταν ο τελευταίος σταθμός της περιοδείας μας, η μέρα της τελευταίας παράστασης σηματοδότησε την έναρξη των διακοπών μου, τη στιγμή που έπεσε η αυλαία. Όλοι οι συνάδελφοί μου αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Νέα Υόρκη να βρουν τις οικογένειές τους και να ξεκινήσουν το μεγάλο τους διάλειμμα, ίσως ακόμα και να ταξίδευαν και εκτός χώρας ή κάτι παρόμοιο. Είχα υποσχεθεί στη σύζυγό μου ότι μόλις επιστρέψω θα την πήγαινα στην Καλιφόρνια για να δει τον Ειρηνικό Ωκεανό, ιδέα που της άρεσε πάρα πολύ. Ήθελα να πραγματοποιήσω αυτή της την επιθυμία επειδή ένιωθα ένοχος για το πόσο τεταμένη ήταν η σχέση μας τον τελευταίο χρόνο. Έτσι πήρα το τρένο της επιστροφής μαζί με τους συνεργάτες μου, αλλά η καρδιά μου δεν ήθελε να αποχωριστεί το Σικάγο τόσο σύντομα και χωρίς να έχω εκπληρώσει αυτό που λαχταρούσα τόσο.

Μόλις φτάσαμε στον πρώτο σταθμό, δεν κρατήθηκα άλλο, από τη στιγμή που η πρώτη μου παρόρμηση είχε γίνει πιο δυνατή από τη λογική μου και χωρίς να το σκεφτώ καν παρακάλεσα τον Ρόμπερτ να τακτοποιήσει τις αποσκευές μου και να εξηγήσει στη σύζυγό μου ότι θα επέστρεφα μια-δυο μέρες αργότερα. Χρησιμοποίησα τη δικαιολογία ότι ξέχασα κάτι στο ξενοδοχείο πολύ σημαντικό για μένα και ότι θα το έπαιρνα πίσω μόνος μου. Ήξερα ότι ήταν πρόχειρη δικαιολογία και ότι ίσως η σύζυγός μου υποψιαζόταν κάτι, αλλά άξαφνα δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε άλλο. Έτσι πήρα το πρώτο τρένο και επέστρεψα στο Σικάγο και καταβεβλημένος από μια παράλογη βιασύνη, πήγα στην παλιά της διεύθυνση, ελπίζοντας ότι ο σπιτονοικοκύρης θα μπορούσε να μου πει που θα την έβρισκα.

Προς μεγάλη μου χαρά στην αρχή και μεγάλη λύπη στη συνέχεια, ο σπιτονοικοκύρης ήξερε που ήταν. Δεν έμενε πια στο Σικάγο αλλά στο ορφανοτροφείο, και αυτό άλλαζε πολύ τα πράγματα. Αν ήθελα να τη δω θα ήταν δύσκολο να το πετύχω χωρίς να με αντιληφθεί και ακόμα θα έπρεπε να ταξιδέψω στην Ιντιάνα και να καθυστερήσω κι άλλο την επιστροφή μου στη Νέα Υόρκη. Αλλά εκείνη τη στιγμή δε ήμουν πρόθυμος να παραιτηθώ από την ιδέα να τη δω, οπότε πήρα το τρένο από το La Porte προς ένα μέρος στο οποίο είχα να πάω από την εφηβεία μου.

Προς τι όλες αυτές οι τρελές απόπειρες; Γιατί να ρισκάρω την ήδη κλονισμένη σχέση μου με την άτυχη σύζυγό μου; Γιατί να προσπαθήσω να συναντήσω “εκείνη” αν ίσως δεν ήθελε ούτε να με δει; Αυτές οι ερωτήσεις τριγυρνούσαν στο μυαλό μου και η καρδιά μου μπορούσε μόνο να απαντήσει ότι ήταν για να δω τα μάτια της, αυτά τα μάτια που δεν με άφησε να αντικρίσω την τελευταία βραδιά που έφυγε. Ήθελα επίσης να δω το χαμόγελό της και να βεβαιωθώ προσωπικά ότι ήταν ευτυχισμένη, μετά από τόσο καιρό. Ήθελα, οφείλω να ομολογήσω, να τη δω να έχει γίνει γυναίκα, να κρατήσω αυτή την ανάμνηση και να την βάλω στα όνειρά μου, στο τελευταίο οχυρό μιας φευγαλέας ευτυχίας που ένιωσα σε αυτή τη σκοτεινή μου ύπαρξη. Τώρα, παρά το εγωιστικό μεγαλείο που θα μου άφηνε αυτή η συνάντηση, δεν έπαψα να μετανιώνω που άφησα να με παρασύρουν οι παρορμήσεις μου.

Νοίκιασα ένα αυτοκίνητο μόλις έφτασα στην πόλη, αφήνοντας ενέχυρο το χρυσό μου ρολόι, και με αυτό το παλιό μοντέλο έφτασα μέχρι το ορφανοτροφείο. Όταν είχα φτάσει περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά, άφησα το αυτοκίνητο κοντά σε μια γειτονική φάρμα και συνέχισα με τα πόδια, ελπίζοντας ότι θα μπορούσα να φτάσω χωρίς να γίνω αντιληπτός, ώστε να τη δω χωρίς να με καταλάβει.

Ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα όταν έφτασα εκεί, και για καλή μου τύχη τα παιδιά είχαν βγει έξω να παίξουν. Τα παρακολούθησα για λίγο από έναν κοντινό λόφο, αναπνέοντας τον αναζωογονητικό αέρα που εκείνη τόσο πολύ αγαπούσε. Λίγο αργότερα η μεγαλύτερη διευθύντρια του ορφανοτροφείου βγήκε έξω και μαζί της και η γυναίκα που λαχταρούσα να δω, έστω και από μακριά. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να βρω λέξεις για να περιγράψω την ομορφιά της, όσο όμορφη τη θυμόμουν και ίσως ακόμα περισσότερο. Ακόμα πιο όμορφη με την άγνοια της ίδιας της τής ομορφιάς, γιατί ήμουν σίγουρος, πως ακόμα δεν ήξερε πόσο όμορφη ήταν και πόσο συντριπτική ήταν η μορφή της για έναν άντρα.

Την παρακολούθησα για λίγο να παίζει με τα παιδιά και για μια στιγμή δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ τα παιδιά που θα είχαμε μαζί και που θα είχα αγαπήσει με όλη μου την καρδιά, αν η ζωή δεν ήταν τόσο άδικη. Ήμουν τόσο βυθισμένος στις γλυκόπικρες σκέψεις μου που δεν πρόσεξα καν για πότε τα παιδιά άρχισαν να ανεβαίνουν τρέχοντας προς τον λόφο. Όταν είδα μια ομάδα να τρέχει προς το μέρος μου, προσπάθησα να κρυφτώ σε κάτι κοντινούς θάμνους και χωρίς να καταλάβω πως έγινε, έχασα την αυτοκυριαρχία μου και αντί να φύγω όσο ακόμα προλάβαινα, έμεινα εκεί καθώς αυτή και τα παιδιά ανέβαιναν προς τον λόφο.

Λίγο αργότερα το παιχνίδι συνεχίστηκε στη σκιά ενός αιωνόβιου δέντρου και χάθηκα στην ευτυχία να την έχω τόσο κοντά μου και να δω ότι αυτή η γυναίκα ακόμα και στα εικοσιπέντε της ήταν ένα άτακτο κορίτσι ικανό να ενθουσιαστεί και να γελάσει με τα πιο απλά πράγματα στη ζωή. Ήμουν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις μου που δεν πρόσεξα την παρουσία ενός ζώου που με κοιτούσε ύποπτα, μέχρι που ήταν ήδη πολύ αργά και αυτός ο μεγάλος σκύλος δάγκωνε ήδη το μπατζάκι του παντελονιού μου, γρυλίζοντας με μανία την ίδια στιγμή που ένα ζευγάρι σμαραγδένια μάτια με κοίταζαν έκπληκτα.

Τελικά ο σκύλος με είχε μυρίσει και άρχισε να γαβγίζει και μετά με έπιασε, τα παιδιά δεν άργησαν να το αντιληφθούν και εκείνη πλησίασε και με βρήκε. Μετά ακολούθησαν τα μισόλογα και οι αμήχανες χαιρετούρες. Η ευτυχία που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της όσο έπαιζε με τα παιδιά, όσο δεν ήξερε ότι ήμουν εκεί, εξαφανίστηκε στη στιγμή και τη θέση της πήρε μια εμφανώς αμήχανη νεαρή που δεν ήξερε τι να πει. Αισθάνθηκα πολύ ένοχος που την έφερα σε δύσκολη θέση και λίγο λυπημένος στην ιδέα ότι ίσως η παρουσία μου της ήταν δυσάρεστη. Ίσως μου κράταγε κακία και δεν μπορούσα να την κατηγορήσω για αυτό... αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε να κρατάει τέτοια συναισθήματα για κανέναν, ακόμα και για έναν άθλιο σαν κι εμένα.

Μετά τις πρώτες χαιρετούρες της είπα ότι είχα πάει για να τη δω, λες και δεν υπήρχε ένας άγραφος νόμος μεταξύ μας να μη συναντηθούμε ποτέ ξανά. Προφανώς, αναγκασμένη από την περίσταση, με προσκάλεσε μέσα στο σπίτι. Παρόλο που θα ήθελα να φύγω τρέχοντας εκείνη τη στιγμή, ήξερα ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες έπρεπε να την ακολουθήσω. Έτσι έπρεπε να περάσω τις επόμενες δυο ώρες κουβεντιάζοντας με τις δυο κυρίες που διοικούσαν το ορφανοτροφείο, καθώς το μυαλό μου προσπαθούσε να εντυπωθεί την εικόνα αυτής της νεαρής μέσα στο ροδακινί της φόρεμα που έμεινε σιωπηλή την περισσότερη ώρα, αντίθετα με τη συνήθειά της να μιλάει διαρκώς. Θα μπορούσε να είχε αλλάξει τόσο ή ίσως δεν ήθελε να μου μιλήσει; Δεν ξέρω αν με πρόδωσε η ματιά μου στις δυο γυναίκες, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της και τα σγουρά ξανθά μαλλιά της που έπεφταν ελεύθερα στην πλάτη της. Αν πίστευα ότι η καρδιά μου δεν μπορούσε πια να νιώσει τίποτα, ήταν αρκετό μόνο να τη δω για να καταλάβω ότι και μόνο η παρουσία της με έφερνε σε τέτοια συναισθηματική κατάσταση που ένιωθα ότι η καρδιά μου θα εκραγεί μέσα στο στήθος μου.

Η καλόγρια που φαινόταν ότι αντιλαμβανόταν καλύτερα την κατάσταση, διάβασε στο πρόσωπό μου όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν με λέξεις. Στη μέση της συζήτησης και αφού παρατήρησε ότι όλοι αποφεύγαμε το θέμα, η καλόγρια δεν δίστασε να με ρωτήσει ωμά:

“Και η σύζυγός σας, είναι καλά στην υγεία της;”

Δεν είχα άλλη επιλογή από το να απαντήσω όσο πιο φυσικά μπορούσα, και μετά να γυρίσω τη συζήτηση προς άλλη κατεύθυνση. Αλλά παρά τις προσπάθειές μου, η καλή κυρία εκπλήρωσε το σκοπό της να με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι όποιες κι αν ήταν οι προθέσεις μου με αυτή την αναπάντεχη επίσκεψη, κανείς μας, και ειδικά εγώ, δεν μπορούσε να αγνοήσει την ύπαρξη της συζύγου μου και τους δεσμούς που με έδεναν με αυτήν. Για μια φορά ακόμα καταράστηκα την τύχη μου, ειδικά όταν πρόσεξα ότι μια σκιά είχε καλύψει το όμορφο πρόσωπο που τόσο πολύ αγάπησα, και ακόμα αγαπούσα με την ίδια ένταση. Θα μπορούσε άραγε να είναι ακόμα πληγωμένη από το χωρισμό μας, ίσως τόσο όσο κι εγώ; Δεν μπορούσα να μην αναρωτιέμαι χωρίς να μπορώ να πω αν αυτή μου η αμφιβολία ήταν λόγος χαράς ή λύπης.

Η άλλη κυρία αντιλήφθηκε τις κρυφές προθέσεις της συναδέλφου της και πήρε την πρωτοβουλία να συνεχίσει την κουβέντα σχολιάζοντας πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός και πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά.

-Δεν έχω παρά να δω αυτή τη νεαρή – είπε η μεγαλύτερη κυρία - μοιάζει σαν χτες που ήσασταν δυο νέοι και τώρα σας βλέπω, εσύ ένας επιτυχημένος άντρας και η κεφαλή μιας οικογένειας, και αυτή που σύντομα θα παντρευτεί.

Εκείνη τη στιγμή τα μάτια μου αναζήτησαν τα δικά της. Σε αυτά μπόρεσα να διακρίνω ότι ήταν αλήθεια. Επρόκειτο να παντρευτεί, ένιωσα τόσο ηλίθιος! Πέθαινα για κάποια που θα γινόταν η γυναίκα κάποιου άλλου, και για το οποίο δεν μπορούσα να πω τίποτα αφού εγώ είχα παντρευτεί ήδη μια άλλη γυναίκα, κάτι που επέλεξα ο ίδιος. Αλλά η κακή μου τύχη εκείνο το απόγευμα δεν τελείωνε εκεί. Από τη συζήτηση που κατεύθυναν οι δύο γυναίκες ανακάλυψα ότι ο εν λόγω αρραβωνιαστικός δεν ήταν άλλος από τον άντρα που κάποτε μου έσωσε τη ζωή και που ακόμα θεωρούσα φίλο μου.

Όσο ποτέ άλλοτε μπορούσα να παρατηρήσω την εγωιστική και ζηλιάρικη φύση μου. Η πρώτη μου εσωτερική αντίδραση ήταν να νιώσω οργή και μετά κακία για τον άντρα που θα απολάμβανε ότι εγώ δεν κατάφερα να κρατήσω κοντά μου, και γι'αυτήν που τα μάτια της μου λέγαν σιωπηλά ότι ακόμα ένιωθε κάτι για μένα, καθώς σχεδίαζε έναν γάμο και θα έδινε τη ζωή της σε έναν άλλον άντρα, έναν άντρα που δεν ήμουν εγώ. Αλλά σύντομα η οργή μου γύρισε προς τα εμένα, αφού γνώριζα ξεκάθαρα ότι ενώ ο καλός μου φίλος θα μπορούσε να της προσφέρει σιγουριά και ειλικρινή αγάπη, εγώ είχα δώσει το λόγο μου σε μια άλλη γυναίκα. Πως θα μπορούσα να νιώθω οτιδήποτε δεν ήταν χαρά γνωρίζοντας ότι εκείνη θα ήταν ευτυχισμένη; Ποιος άλλος θα ήταν καλύτερος, αφού ήξερα ότι αυτός ήταν από τους πιο έντιμους και καλούς ανθρώπους που είχα γνωρίσει; Παρόλα αυτά δεν μπορούσα παρά να νιώθω λύπη που στο τέλος οι ζωές μας θα χώριζαν αδιαμφισβήτητα για πάντα.

Η συζήτηση συνεχίστηκε με διαφορετικά θέματα, αλλά δεν θυμάμαι τι άλλα είπα. Ήμουν πολύ ταραγμένος από τα συναισθήματά μου. Όταν έπεσε η νύχτα δικαιολογήθηκα ότι είχα δρόμο να περπατήσω μέχρι εκεί που είχα αφήσει το αυτοκίνητο και η μεγαλύτερη κυρία είχε την κακή ιδέα να προτείνει να με πάει εκείνη μέχρι τη γειτονική φάρμα με το αυτοκίνητό τους. Το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να μείνω μόνος μαζί της. Αλλά μάλλον οι κυρίες ήθελαν να μας δώσουν τη ευκαιρία να αποχαιρετιστούμε, αφού μας είχαν υπενθυμίσει τις υποχρεώσεις μας κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Ότι είχαμε δεσμεύσεις που δεν μας επέτρεπαν να τις αγνοήσουμε.

Εμφανώς ταραγμένη αναγκάστηκε να με πάει και δεν μου έκανε εντύπωση όταν είδα το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσαν για τις μετακινήσεις τους, γνωρίζοντας ποιος ήταν ο αρραβωνιαστικός της. Αποχαιρέτησα τις κυρίες και ξεκινήσαμε για το μικρό μας ταξίδι, νιώθοντας και οι δύο εξαιρετικά νευρικοί. Ακόμα θυμάμαι λέξη προς λέξη τη συζήτησή μας στο αυτοκίνητο.

-Χαίρομαι που ήρθες για επίσκεψη – είπε σπάζοντας την αμήχανη σιωπή και μπορούσα να διακρίνω την ειλικρίνεια στα λόγια της.

-Για να σου πω την αλήθεια, δεν σκόπευα να έρθω μέχρι εδώ. Ήταν μια παρόρμηση της στιγμής – εξομολογήθηκα.

-Ναι, καταλαβαίνω. Αλλά όπως και να έχει χάρηκα που σε είδα – είπε χωρίς να απομακρύνει τα μάτια της από τον δρόμο.

Και έπειτα και πάλι σιωπή. Για μερικά λεπτά εξέταζα το ενδεχόμενο να ρωτήσω αυτό που έκαιγε την ψυχή μου. Ήξερα πολύ καλά ότι δεν έπρεπε να ρωτήσω, είχα ήδη κάνει αρκετές τρέλες σε μια μέρα, αλλά και πάλι αγνοούσα το πιο τρελό από όλα και ίσως το πιο αξέχαστο.

-Δεν είχα ιδέα για το γάμο σου με τον Άλμπερτ – της είπα χωρίς να έχω το κουράγιο να την κοιτάξω.

-Ξέρεις – είπε και καταλάβαινα ότι η φωνή της έτρεμε – ήμασταν πάντα πολύ δεμένοι ... και τα πράγματα κύλησαν σιγά-σιγά. Μου ζήτησε να τον παντρευτώ πριν δυο μήνες περίπου και είπα ναι. Αυτό είναι όλο.

-Θα είσαι η γυναίκα ενός εκατομμυριούχου – είπα προσπαθώντας να ελαφρύνω το κλίμα - ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι ο κληρονόμος των Άρντλευ.

-Πως ανακάλυψες ποιος είναι πραγματικά ο Άλμπερτ; - ρώτησε ακολουθώντας την ίδια γραμμή της συζήτησης σε λιγότερο επικίνδυνα θέματα.

-Από τις εφημερίδες πριν λίγο καιρό - απάντησα, μη μπορώντας να βγάλω από το μυαλό μου το ίδιο πράγμα – υποθέτω ότι η ζωή σου θα αλλάξει πολύ πια.

-Μόνο ένα μέρος της – είπε με λυπημένη φωνή, που θα μπορούσε να κρύψει από τον καθένα, αλλά όχι και από εμένα - Μου υποσχέθηκε ότι θα μπορέσω να μείνω μακριά από τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Ξέρεις ότι ποτέ δεν ένιωθα άνετα σε αυτόν το κόσμο.

-Το φακιδομουτράκι θα συνεχίσει να είναι ανυπότακτο ακόμα κι όταν γίνει μια μεγάλη κυρία, υποθέτω – σχολίασα αφήνοντας ένα μικρό χαμόγελο στη θύμηση του παρελθόντος. Τουλάχιστον αυτό ούτε η γυναίκα μου, ούτε ο αρραβωνιαστικός της μπορούσαν να μας στερήσουν.

-Όπως ένας συγκεκριμένος ηθοποιός που ξέρω – χαμογέλασε για πρώτη φορά όλο το απόγευμα και η ζεστασιά της ξαφνικά πλημμύρισε την ψυχή μου. Το χαμόγελό της είχε ακόμα την ίδια παρηγορητική επίδραση.

-Μάλλον έχεις δίκιο, βαθιά μέσα μας θα είμαστε πάντα οι ίδιοι τρελοί νέοι, ακόμα κι αν... - δίστασα και προτίμησα να παραμείνω σιωπηλός.

-Ακόμα κι αν τι; - ρώτησε και κάποιες φορές πιστεύω ότι δεν έπρεπε να ρωτήσει.

Ήξερα ότι θα έπρεπε να μην απαντήσω, ή ίσως να είχα πει κάποια δικαιολογία, αλλά μετά από όλα τα συναισθήματα που με είχαν πλημμυρίσει τις προηγούμενες ώρες, η καρδιά μου δεν άντεχε άλλο και κατακλύστηκε από μια ξαφνική κρίση ειλικρίνειας.

-Ακόμα κι αν πια η ψυχή κουβαλάει τέτοιο βαρύ φορτίο – είπα κοιτώντας την ξεκάθαρα. Πάτησε απότομα το φρένο και χωρίς να πει τίποτα βγήκε από το αυτοκίνητο. Την ακολούθησα και δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο παρά τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της.

-Γιατί ήρθες εδώ; - είπε όταν με ένιωσε πίσω της – Δεν καταλαβαίνεις ότι η γυναίκα σου μπορεί να το μάθει και να παρεξηγήσει τα πράγματα;

-Ξέρω... - τραύλισα ντροπιασμένος – ξέρω ότι αυτό που έκανα δεν ήταν σωστό, αλλά ήμουν τόσο κοντά... δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό να σε δω. Δεν είχα σκοπό να με δεις καν. Θα ήμουν ικανοποιημένος μόνο να σε δω, αλλά ο σκύλος σου μου χάλασε τα σχέδια.

Γέλασε ανάμεσα στα δάκρυά της και γύρισε να με κοιτάξει. Ήταν ακόμα πιο όμορφη με αυτά τα δάκρυα να μαρτυρούν την αγάπη που το στόμα της δεν τόλμαγε να μαρτυρήσει. Για μια ακόμη φορά έπρεπε να είχα σωπάσει, αλλά ο τροχός του πάθους μου γύριζε πια από μόνος του, χωρίς να με αφήνει να σκέφτομαι τι έκανα.

-Πες μου, σε παρακαλώ – την παρακάλεσα πλησιάζοντάς την- πες μου ότι τον αγαπάς όπως κάποτε αγάπησες εμένα.
-Γιατί θες να ακούσεις κάτι τέτοιο; - με προκάλεσε - Σε κάθε περίπτωση εγώ θα έπρεπε να σε ρωτήσω αν μπόρεσες να την αγαπήσεις, αν είσαι ευτυχισμένος όπως μου υποσχέθηκες ότι θα είσαι.

-Τότε θα έπρεπε να απαντήσω ότι δεν τηρώ τις υποσχέσεις μου – ομολόγησα μόνο ένα βήμα μακριά της – Αν με ρώταγες πως νιώθω γι'αυτήν, θα σου έλεγα ότι νιώθω εκτίμηση, ευγνωμοσύνη, ενδιαφέρον... αλλά την απόλυτη και παθιασμένη αγάπη σαν κι αυτή που ένιωσα κάποτε για σένα... σαν κι αυτή που νιώθω για σένα... Ανάθεμα την τύχη μου! Δεν θα μπορούσα ποτέ να τη νιώσω γι'αυτήν. Προσπάθησα πολύ καιρό χωρίς αποτέλεσμα – και λέγοντάς της την σκληρή αλήθεια, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Μόνο μπροστά της είχα κλάψει.

-Θεέ μου! - μπόρεσε μόνο να πει, κρύβοντας το πρόσωπό της στα χέρια της και γυρίζοντας από την άλλη και πάλι – δεν ήθελα ποτέ να σε κάνω δυστυχισμένο. Μόνο ο Θεός ξέρει πως δεν το ήθελα ποτέ αυτό! - έλεγε με λυγμούς και δεν μπορούσα να μην κρατήσω τους ώμους της στα χέρια μου και να ακουμπήσω το μέτωπό μου στα χρυσά μαλλιά της.

-Δεν με έκανες δυστυχισμένο. Έχω να θυμάμαι μόνο τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου από σένα – της ψιθύρισα στο αυτί προσπαθώντας να την παρηγορήσω, ξεχνώντας τον δικό μου πόνο και τη ζήλια που με βασάνιζαν - Γι'αυτό ήρθα να σε δω, ακόμα κι αν δεν έπρεπε να το κάνω. Χρειαζόμουν μια τελευταία σου ανάμνηση. Συγχώρεσέ με που ήρθα και διατάραξα τη γαλήνη σου!

Έμεινε ακίνητη και αμίλητη για μια στιγμή καθώς η ψυχή μου έπαιρνε ζωή από το τρυφερό άγγιγμα των κορμιών μας, που ακόμα και με τον πιο αμυδρό και άκακο τρόπο, εισέβαλε μέσα μου η ζεστασιά της που τόσο μου είχε λείψει και που την επίδρασή της φοβόμουν με όλο μου το είναι.

-Τουλάχιστον πες μου ότι θα είσαι ευτυχισμένη μαζί του – την παρακάλεσα – Πες μου ότι τον αγαπάς το ίδιο ή και περισσότερο από μένα, για να ζήσω ήσυχος, ακόμα κι αν βαθιά μέσα μου η ψυχή μου διαλυθεί ξανά.

Γύρισε και έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας ανεξέλεγκτα για να μου πει ανάμεσα στα αναφιλητά της.

-Δεν μπορώ να το πω αυτό! Θα ήθελα να μπορώ να σου πω ψέματα, αλλά δεν μπορώ. Προσπάθησα κάποτε να σου γράψω ένα γράμμα, να σου πω ότι όλα ήταν περασμένα ξεχασμένα, αλλά δεν είχα ούτε το κουράγιο να στο στείλω. Πως θα μπορούσα να σου πω ότι είμαι ερωτευμένη με τον άντρα που θα παντρευτώ, όταν αυτό δεν είναι αλήθεια;

Χωρίς να ξέρω πως να διαχειριστώ τα ανάμεικτα συναισθήματα που είχαν εκραγεί μέσα μου, απλά περιορίστηκα να την αγκαλιάσω σφιχτά, ξεχνώντας για μια στιγμή ποιοι είμαστε, επαναλαμβάνοντας το όνομά της ξανά και ξανά, ένα όνομα που τώρα δεν έχω το κουράγιο να γράψω, γιατί αν το δω γραμμένο στο χαρτί θα είναι τόσο οδυνηρό σαν να ακούσω και πάλι τη φωνή της. Μια φωνή που δεν θα μπορέσω να ακούσω ποτέ ξανά.

-Τον αγαπάω - συνέχισε να μου λέει - Αλλά όχι όπως θα ήθελε να τον αγαπάω. Γιατί αυτή την έντονη αγάπη που κατακλύει την ψυχή σου και φτάνει στον πυρήνα του είναι σου, την αγάπη που καταλαμβάνει τη θέλησή σου, τη νιώθω μόνο για σένα. Αλλά δεν πρέπει, το ξέρεις πως δεν πρέπει. Τουλάχιστον πιστεύω πως θα τον κάνω ευτυχισμένο και προσεύχομαι να μην μάθει ποτέ για την αγάπη που ακόμα έχω για σένα αυτή τη στιγμή – μου είπε και τα δάκρυα δεν σταμάτησαν να τρέχουν από τα μάτια μας.

-Μα, αγάπη μου – την αποκάλεσα χωρίς περιορισμούς, απελπισμένος να τη βλέπω να υποφέρει έτσι – γιατί τον παντρεύεσαι τότε; Ξέρω... ξέρω πως είναι να ζεις δίπλα σε κάποιον για τον οποίο νιώθεις μόνο τρυφερότητα κι όχι έρωτα. Μην καταδικάζεις τον εαυτό σου στην ίδια κόλαση που ζω κι εγώ. Πρέπει να είσαι ευτυχισμένη, πρέπει... – πήρα μια βαθιά ανάσα νιώθοντας πως τα λόγια που θα ξεστόμιζα θα έκαναν την καρδιά μου χιλιάδες κομμάτια - πρέπει να περιμένεις.. να βρεις έναν άντρα που θα αγαπάς πραγματικά – τα δάκρυα που έτρεχαν στο πρόσωπό μου έκαιγαν τα μάγουλά μου σαν πυρωμένα κάρβουνα, και η αγωνία πλάκωνε το στήθος μου – έναν άντρα που θα σε κάνει να με ξεχάσεις για πάντα. Που θα με ξεριζώσει από την καρδιά σου, ακόμα κι αν πεθάνω από τη ζήλια μου.

-Αυτό δεν είναι δυνατό! - έλεγε με λυγμούς στην αγκαλιά μου – Δεν θα διαγραφείς και δεν θα φύγεις πότε από το μυαλό μου! Τη μέρα που θα φύγεις από την καρδιά μου, θα είναι η μέρα που θα σταματήσει να χτυπά. Δεν το καταλαβαίνεις; Αλλά... θέλω να παντρευτώ, μάλλον δεν μπορείς να το καταλάβεις...

Την κοίταξα μπερδεμένος και σήκωσε το κεφάλι της κοιτώντας με, με τα πιο θλιμμένα πράσινα μάτια που έχω δει ποτέ μου.

-Δεν θέλω να καταλήξω μόνη μου – είπε τελικά με την ίδια λύπη στα μάτια της – Θέλω να κάνω παιδιά, οικογένεια, σαν κι αυτήν που δεν είχα ποτέ. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό;

Ακόμα δεν ξέρω πως επέζησε η ψυχή μου μετά από αυτά τα λόγια που μου είπε κατάμουτρα, την πικρή μας αλήθεια. Αυτό που ήθελε περισσότερο στη ζωή της θα της το έδινα... αλλά στο τέλος δεν μπορούσα να το κάνω. Μίσησα τον εαυτό μου ακόμα περισσότερο από εκείνη τη μέρα.

-Θεέ μου! Θεέ μου! - απάντησα με βαθιά φωνή από τον πόνο – Ποια λάθη έκαναν οι πρόγονοί μας και πρέπει να τα πληρώσουμε έτσι; Γιατί αυτή η αγάπη που είναι τόσο αγνή και καλή, τόσο έντονη που ούτε ο χρόνος ούτε η απόσταση μπορεί να μετριάσει, μετατράπηκε σε αμαρτία; Γιατί να μην μπορείς να είσαι η γυναίκα μου, όταν βαθιά μέσα μου είναι η σύζυγος της καρδιάς μου; Γιατί να μου είσαι απαγορευμένη;

Μετά από όλες αυτές τις εξομολογήσεις και έχοντάς την τόσο κοντά, δεν μπορούσα να συγκρατήσω την παρόρμηση να τη φιλήσω, μια επιθυμία που με βασάνιζε όλο το απόγευμα από τη στιγμή που την είδα από μακριά. Προς μεγάλη μου χαρά αλλά και θλίψη, είδα ότι κι αυτή το ήθελε όσο κι εγώ, για μία και μοναδική φορά στη ζωή μας ανταποκρίθηκε στο φιλί μας χωρίς να συγκρατεί το πάθος της.

Καταλαβαίνω πως αυτό που κάναμε ήταν λάθος, ότι δεν έπρεπε να μας επιτρέψουμε αυτή την ελευθερία κινήσεων, μα τώρα που πέρασαν τα χρόνια, αυτή η ανάμνηση είναι ζωντανή ακόμα μέσα μου σαν μία από τις λίγες λαμπερές αναμνήσεις της ζωής μου. Ποτέ τα χείλη μου δεν άγγιξαν γυναικεία χείλη με την ένταση και την απόλυτη αφοσίωση καθώς τη φίλαγα. Ποτέ δεν ένιωσα κάτι που να μπορεί να συγκριθεί με τη στιγμή που το στόμα μου συνάντησε το δικό της και η υγρασία του φιλιού διείσδυσε στις αισθήσεις μου, μαζί με τη γλυκιά γεύση, σαν ανεμώνη. Θέλω να πιστεύω ότι με αυτό το φιλί μείναμε πιο ενωμένοι από ότι θα μπορούσαμε ποτέ να μείνουμε με τους συζύγους μας, ακόμα και μετά από χρόνια συζυγικής ζωής.

Αλλά η απόλαυση ήταν απατηλή γιατί μετά από λίγο, μετά από την προσωπική στιγμή μας που το στόμα μου έπινε από το δικό της, το σώμα συνειδητοποίησε ότι θα έμενε πάντα ανικανοποίητο, χωρίς να μπορεί να εκπληρώσει την αγάπη που έκρυβε η ψυχή και με αυτή τη βεβαιότητα μας συνεπήρε και τους δυο μια τεράστια πικρία. Αλλά η συνείδησή μας δεν μας άφησε να ξεχάσουμε τις υποχρεώσεις μας, ειδικά αφού οι κυρίες του ορφανοτροφείου μας το είχαν θυμίσει τόσο έντονα. Έτσι καταλήξαμε να σταματάμε το τελευταίο μας φιλί και να αποχαιρετιζόμαστε.

-Νομίζω πως πρέπει να φύγεις πριν μετανιώσουμε περισσότερο για ότι κάνουμε – μου είπε κλαίγοντας ακόμα και με το πρόσωπο όμορφα αναψοκοκκινισμένο από το παθιασμένο φιλί που μόλις είχαμε βιώσει.

-Ναι - μουρμούρισα χωρίς να ξέρω τι άλλο να πω. Γύρισα το κεφάλι μου και προσπάθησα να εντοπίσω τα φώτα της φάρμας που είχα αφήσει το αυτοκίνητο – Μπορώ να περπατήσω μέχρι εκεί. Είναι μόλις λίγα μέτρα μακριά.

-Εντάξει - απάντησε παίρνοντας τα μάτια της μακριά.

Γύρισα χωρίς να ξέρω τι άλλο να πω ή να κάνω, ανίκανος να πω αντίο. Με το μυαλό και την καρδιά μουδιασμένα, περπάτησα για λίγο όταν συνειδητοποίησα ότι με φώναζε και έτρεχε προς το μέρος μου.

-Περίμενε – είπε ταραγμένη όταν ήρθε και πάλι κοντά μου – πρέπει να σου πω κάτι.

-Δεν χρειάζεται να πεις τίποτε άλλο – της εξήγησα προσπαθώντας να την κάνω να καταλάβει ότι είχαμε πει ήδη πολλά.

-Αν ήρθες μέχρι εδώ, και τολμήσαμε να ανοίξουμε τις καρδίες μας – είπε τονίζοντας αργά κάθε λέξη που ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου – τότε, πρέπει να ξέρεις ότι σε αγαπάω: εχτές, σήμερα, αύριο και για πάντα. Η καρδιά μου μόλις μου είπε ότι δεν θα ειδωθούμε ποτέ ξανά για την υπόλοιπη ζωή μας. Τουλάχιστον όχι ζωντανοί.

-Μην το λες αυτό... - προσπάθησα να τη διακόψω γιατί η σιγουριά της με πλήγωνε περισσότερο από τις λέξεις της.

-Το ξέρω, αυτή είναι η τελευταία φορά – μου είπε κρατώντας μου το χέρι – αλλά σε διαβεβαιώνω ότι κάθε δευτερόλεπτο της κάθε ημέρας που μου έμεινε να ζήσω, η καρδιά μου θα χτυπάει με τη δική σου, σαν μία. Δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα περισσότερο από αυτό. Την πίστη της ψυχής μου.

-Κι εγώ σε διαβεβαιώνω - της απάντησα καταλαβαίνοντας αμέσως ότι τα λόγια της ήταν προφητικά - ότι θα ανταποκριθώ με την ίδια πίστη. Θα είσαι για πάντα η γυναίκα της ζωής μου. Αν υπάρχουν κι άλλες ζωές, ακόμα κι αν έπρεπε να σε αποχωριστώ και να περάσω και πάλι αυτόν τον αμέτρητο πόνο μία ή χίλιες φορές, θα επέλεγα κάθε φορά να σε αγαπήσω και πάλι.

-Αντίο – μου είπε συγκρατώντας έναν λυγμό και αφήνοντας το χέρι μου.

-Αντίο αγάπη μου - της απάντησα καθώς την έβλεπα να απομακρύνεται με το μακρύ της φόρεμα να ανεμίζει στο νυχτερινό αεράκι. Γύρισε στο αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε για πάντα από τη ζωή μου στο σκοτάδι της νύχτας.

Θα ήθελα να την κυνηγήσω και να το σκάσω μαζί της αγνοώντας το πεπρωμένο που μας είχε χωρίσει. Μα πώς να τολμούσα να πάρω πίσω τον λόγο μου και να την παρασύρω, αυτή που ήταν το πιο αγνό πράγμα στην ύπαρξή μου, σε μια ζωή ντροπιασμένη, να της κλέψω την ευκαιρία μιας ακλόνητης ζωής δίπλα σε έναν άντρα που δεν μπορούσαμε να προδώσουμε, όχι επειδή ήταν αρραβωνιαστικός της, αλλά επειδή ήταν ο μοναδικός φίλος που είχα ποτέ, να κηλιδώσουμε το όνομά μας και να αμαυρώσουμε τις ψυχές μας; Ήξερα ότι δεν θα επέτρεπα καν στον εαυτό μου να μιλήσει για κάτι τέτοιο, κι έτσι αποχωριστήκαμε και πάλι, χάνοντας ο ένας τον άλλον, αλλά καταλαβαίνοντας ότι ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις μας, στις καρδιές μας που δεν κυβερνιούνταν από νόμους, θα έμεναν για πάντα τα συναισθήματά μας. Συναισθήματα που επιτέλους μπορέσαμε να ομολογήσουμε ο ένας στον άλλον, χάρη στην τρέλα μου, αυτήν για την οποία μετανιώνω, γιατί ξέρω πόσο την έκανε να υποφέρει, αλλά και είμαι ευγνώμων για τη μία και μοναδική ευκαιρία που είχαμε να ανταλλάξουμε τις λέξεις που σημαίνουν τα πάντα: “Σ'αγαπώ”.»


Όταν έφτασε σε αυτό το σημείο η Μίτσι που διάβαζε δυνατά στη Φέιθ, σταμάτησε και είδε ότι η φίλη της δεν την άκουγε πια, από τις κραυγές που έβγαιναν από το στήθος της με τόσο βαθύ πόνο, λες και κάποιος της είπε για ένα τρομερό γεγονός όπως ο θάνατος κάποιου αγαπημένου. Η Μίτσι αγκάλιασε τη φίλη της, κλαίγοντας μαζί της σιωπηρά ενώ σκεφτόταν ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να μη συνεχίσουν να διαβάζουν το ημερολόγιο που προβλημάτιζε τόσο τη φίλη της.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:18 pm



Η καθημερινότητα πολλές φορές μας αναγκάζει να αφήνουμε στην άκρη τις πνευματικές μας ανησυχίες και να δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στις γήινες απασχολήσεις. Έτσι η Φέιθ, που ήταν ακόμα πολύ ταραγμένη με την ανεύρεση του ημερολογίου του «καλλιτέχνη» έπρεπε να το παραμερίσει για λίγο για να ασχοληθεί με ένα πιο σημαντικό πρόβλημα.

Είχε ψάξει για μια παρτ-τάιμ εργασία χωρίς αποτέλεσμα. Δοκίμασε μερικές αλλά τις εγκατέλειπε γιατί πάντα συνέπιπταν με την πρακτική της που είχε ξεκινήσει στο τρίτο έτος σπουδών της. Προς μεγάλη της στεναχώρια, προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με τα χρήματα της υποτροφίας της, ενώ είχε δανειστεί από τη Μίτσι κάμποσες φορές.

Μια μέρα η συγκάτοικός της μπήκε πετώντας στο διαμέρισμα με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη που βρήκε την κατάλληλη δουλειά για τη Φέιθ. Κάτι προσωρινό που θα μπορούσε να είναι λίγο πολύ και τακτικό και ευέλικτο.

Ήταν μια αγγελία από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης που χρειαζόταν μοντέλα για τα τμήματα ζωγραφικής. Έψαχναν για κοπέλες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και η Φέιθ ταίριαζε στην περιγραφή.

-Μοντέλο; - ρώτησε η ξανθιά ζαρώνοντας τη μύτη με τις μικρές της φακίδες – τρελάθηκες Μίτσι! Αν νομίζεις ότι θα ξεγυμνωθώ για τους φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών το’χεις χάσει τελείως.

-Ήμαρτον Φέιθ! – φώναξε εξοργισμένη η Μίτσι – Ποιος μίλησε για γυμνό! Τις περισσότερες φορές αυτό που χρειάζονται είναι ένα χέρι ή ένα πόδι ή μια ακίνητη μάζα που παρατηρούν πως την αντανακλά το φως. Πληρώνουν πάνω από 10 δολάρια την ώρα, και είναι καλά λεφτά.

-Και εσύ πως το ξέρεις; - ρώτησε η Φέιθ ακόμα δύσπιστη.

-Γιατί έχω έναν φίλο στην Ιστορία που κάνει το ίδιο. Αυτός μου είπε ότι πας στη γραμματεία της σχολής, συμπληρώνεις κάτι σαν λίστα αναμονής και δηλώνεις τι είδος δουλειάς προτίθεσαι να κάνεις. Αν δεν θες να κάνεις γυμνό, τότε μην το επιλέξεις στη φόρμα και αυτό είναι όλο. Δεν θα σε καλέσουν πότε γι’αυτό. Απλά θα ποζάρεις σαν τη Χιονάτη αν μόνο αυτό θέλεις.

-Χα, χα, χα – γέλασε κοροϊδευτικά η Φέιθ – ΠΟΛΥ ΑΣΤΕΙΟ! Μη νομίζεις ότι θα με πείσεις με τα αστειάκια σου.

Τελικά όμως η Φέιθ κατέληξε να κάνει αυτό που πρότεινε η Μίτσι, και ενώ είχαν περάσει μερικές βδομάδες και η Φέιθ το είχε σχεδόν ξεχάσει, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Την καλούσαν επιτέλους να ποζάρει. Λίγο φοβισμένη πήγε στην τάξη του καθηγητή Φούλατ που ήθελε οι φοιτητές του να ζωγραφίσουν μόνο τα χέρια της. Οπότε οι φοιτητές τράβηξαν πολλές φωτογραφίες τα χέρια της και αυτό ήταν όλο. Έκτοτε η Φέιθ άρχισε να δουλεύει σε αυτό το τμήμα μία ή δύο φορές την εβδομάδα και τα λίγα χρήματα που έβγαζε τα έστελνε στη μητέρα της στην Ατλάντα. Η Μίτσι επέμενε να της επιστρέψει τα δανεικά όταν θα είχε τελειώσει τη σχολή και θα είχε πιάσει μια καλή δουλειά.

Έτσι το ποζάρισμα έγινε συνήθεια για τη Φέιθ, που παρόλο που από τη φύση της ήταν ανήσυχη, έμαθε να μένει ακίνητη για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να στέλνει κάποια χρήματα στη μητέρα της. Η δουλειά ήταν ξεκάθαρη, εύκολη και καλοπληρωμένη οπότε την έκανε ευχαρίστως. Αλλά μια μέρα τα πράγματα άλλαξαν δραματικά.

Η Φέιθ είχε κληθεί για να ποζάρει σε μια μεγαλύτερη τάξη ένα Μαρτιάτικο πρωινό. Ως συνήθως συνεννοήθηκε με τον καθηγητή πριν το μάθημα και αυτός της εξήγησε τι χρειαζόταν, πότε και που. Είχε να κάνει με σκίτσα που θα τόνιζαν τις διαφορές μεταξύ των σκιών από τους διαφορετικούς φωτισμούς. Αυτό θα απαιτούσε κάποιον με εμπειρία που θα μπορούσε να μείνει ακίνητος για ώρα.

Ακολουθώντας τις οδηγίες του καθηγητή, η κοπέλα έφτασε στην ώρα της εκείνο το πρωί και περίμενε στο διάδρομο όσο έδινε τις οδηγίες ο καθηγητής στους φοιτητές του. Λίγο αργότερα η διάλεξη τελείωσε και ένα μουρμουρητό ακούστηκε καθώς άνοιξε η πόρτα.

-Καλημέρα σας Δεσποινίς Σέρμαν, με συγχωρείτε που σας έκανα να περιμένετε, παρακαλώ περάστε - είπε ο καθηγητής, που ήταν ένας πενηνταπεντάρης ελαφρώς ξεμαλλιασμένος με ένα ευγενικό χαμόγελο που την έκανε να αισθανθεί άνετα.
-Σας ευχαριστώ καθηγητή Άντερσον – απάντησε μπαίνοντας στην τάξη και για μια στιγμή ένιωσε να κομπιάζει, σαν κάτι να την προειδοποιούσε ότι κάτι σημαντικό επρόκειτο να συμβεί.

Το μέρος ήταν πολύ μεγάλο και γεμάτο από ερμάρια, λάμπες όπως στα φωτογραφικά στούντιο, ομπρέλες και άλλα τυχαία αντικείμενα που αντανακλούσαν το φως. Υπήρχε επίσης ένα πανοραμικό παράθυρο που άφηνε τον πρωινό ήλιο να απλωθεί σε όλη την αίθουσα. Η ξανθιά ακολούθησε τον κοντό άντρα στο κέντρο της αίθουσας και αυτός απευθύνθηκε στους φοιτητές.

Ενώ ο καθηγητής Άντερσον κάλυπτε το χώρο με τη φωνή του, η Φέιθ έριξε μια ματιά στο κοινό της. Οι φοιτητές την παρατηρούσαν προσεχτικά πίσω από τα καβαλέτα τους, καθώς άκουγαν τις οδηγίες του καθηγητή τους. Είχε ξαναδεί αυτό το σκηνικό πολλές φορές από τότε που ξεκίνησε να ποζάρει, γι’αυτό και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ένιωθε ξαφνικά τόσο ταραγμένη. Η κοπέλα άκουγε την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά στο στήθος της, που προς στιγμήν νόμιζε ότι θα ξεπηδήσει από το στόμα της.

Ήταν ακριβώς τότε που μια απρόσμενη ανησυχία την κατέβαλε. Η νεαρή γύρισε τα μάτια της σε μια από τις γωνίες του δωματίου συνειδητοποιώντας ότι ενώ όλοι οι φοιτητές παρακολουθούσαν τον καθηγητή, ένας από αυτούς έκανε έναν άσκοπο θόρυβο. Η Φέιθ ξεχώρισε ότι κάτι τον απασχολούσε, γιατί ήταν κρυμμένος πίσω από το καβαλέτο του και δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του.

-Δεσποινίς Σέρμαν με ακούτε; - ρώτησε για δεύτερη φορά ο καθηγητής Άντερσον αφού προφανώς την πρώτη δεν τον άκουσε.

-Ναι; … Με συγχωρείται καθηγητά… Μπορείτε να επαναλάβετε παρακαλώ; - ρώτησε η κοπέλα νευρικά.

-Παρακαλώ καθίστε – ο άντρας της χαμογέλασε και αυτή τον ακολούθησε αφήνοντάς τον να στήσει την πόζα της.

Τι ήταν αυτό; - σκέφτηκε η Φέιθ την ώρα που ακολουθούσε τις οδηγίες του – Για μια στιγμή την είχε καταβάλει ένα ακόμα περίεργο όραμα, αλλά αυτό περιέργως ήταν διαφορετικό. Είδε τον εαυτό της να περπατάει στο σκοτάδι μέσα σε μια πυκνή ομίχλη και στο βάθος μπορούσε να ακούσει την κόρνα ενός πλοίου. Γύρισε ψάχνοντας κάτι … ή κάποιον.

Τότε την κάλεσε ο καθηγητής και το όραμά της εξαφανίστηκε όσο ξαφνικά εμφανίστηκε.

Τα κορίτσια της έφτιαξαν τα μαλλιά όπως είχε ζητήσει ο καθηγητής και αφέθηκε σε ένα μεγάλο και βαρετό μισάωρο, προσπαθώντας να ξεχάσει αυτό που μόλις είχε δει στο όραμά της και να αποβάλλει την ανησυχία που δεν την άφηνε ήσυχη.

Στην άλλη πλευρά της αίθουσας οι φοιτητές άρχισαν να δουλεύουν και ο μυστηριώδης κάτοχος του καβαλέτου στα αριστερά του δωματίου σταμάτησε να φτιάχνει τα καρβουνάκια που ακόνιζε όση ώρα ο καθηγητής ανέθετε την εργασία τους. Όταν ο νεαρός σήκωσε το κεφάλι του να δει το μοντέλο, μια γκριμάτσα χαράχτηκε στα χείλη του από όπου κρεμόταν τεμπέλικα ένα σβηστό τσιγάρο, ένιωθε με εκπληκτική καθαρότητα ότι οι πύλες της ψυχής του άνοιγαν διάπλατα. Η ένταση ήταν τόση που το τσιγάρο έπεσε από τα χείλη του νεαρού στο πάτωμα σε μια στιγμή που έμοιαζε με αιώνα. Δεν μπορούσε παρά να κοιτάζει τη γυναίκα που ήταν μπροστά του, σαν να έβλεπε φάντασμα.

-Άαρον, Άαρον – μια φωνή τον καλούσε από ένα διπλανό καβαλέτο – Μεγάλε, μ’ακούς;

-Έλα; - απάντησε με αφηρημένη φωνή ενώ το μυαλό του ακόμα στριφογύρναγε.

-Δώσε μου το μαχαίρι σου να λειάνω το μολύβι – ζήτησε το άλλο αγόρι περίεργο με την άδεια έκφραση του συμμαθητή του.

Ο Άαρον πήρε το μαχαίρι που κράταγε στο χέρι του και το έδωσε στο φίλο του χωρίς να βγει από τον λήθαργο που είχε πέσει. Τότε ήταν που ο Ρέιμοντ παρατήρησε ότι ο λόγος της σιωπής του δεν ήταν άλλος από την παρουσία του νεαρού μοντέλου, δεδομένου του πόσο επίμονα την κοιτούσε.

-Ωραία ξανθούλα, ε; - ψιθύρισε ο Ρέιμοντ πονηρά και σκέφτηκε ότι δεν είχε ξαναδεί το φίλο του ποτέ τόσο εντυπωσιασμένο από γυναίκα.

-Δεν… δεν καταλαβαίνω τι εννοείς – μουρμούρισε αναγκάζοντας τον εαυτό τα τραβήξει τα μάτια του μακριά της.

-Έλα τώρα! Μην κρύβεσαι – επέμεινε ο φίλος του.

-Κύριε Ντίλδευ, θα σας πείραζε να σταματήσετε την κουβεντούλα και να συγκεντρωθείτε στη δουλειά σας; - ακούστηκε η φωνή του καθηγητή και ο Ρέιμοντ σταμάτησε αμέσως το πείραγμα και ξεκίνησε τη δουλειά.

Αντιγράφοντας το συμμαθητή του ο Άαρον έκανε το ίδιο, αλλά στις πρώτες μολυβιές τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν.

«Δεν μπορεί» - σκέφτηκε ενώ η καρδιά του κόντευε να φύγει από τη θέση της – «είναι ακριβώς ίδια, κάθε λεπτομέρεια, κάθε γραμμή στο πρόσωπό της, στα μαλλιά της, στο μέγεθός της, στο χρώμα των ματιών!»

Εντωμεταξύ η Φέιθ δεν μπορούσε να ηρεμήσει παρόλο που το μάθημα είχε ξεκινήσει. Αντιθέτως συνέχιζε να νιώθει ανεξήγητα νευρικά και ενώ προσπαθούσε σκληρά να μην κοιτάει στην αριστερή γωνία του δωματίου, κάτι πάνω από τις δυνάμεις της την ωθούσε να γυρίσει τα μάτια της προς εκείνη την κατεύθυνση. Τότε συνέβη. Πολύ προσεχτικά ώστε να μην κουνηθεί ούτε λίγο, γύρισε τις κόρες των ματιών της και συνάντησε ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια, πιο έντονα από το γαλάζιο πουκάμισο που φορούσε ο ιδιοκτήτης τους. Όλα τα καμπανάκια στην καρδιά της άρχισαν να χτυπούν με αυτή την έντονη ματιά, και σαν αυτή η ματιά να την είχε κάψει, ενστικτωδώς γύρισε τα μάτια της μακριά. Η Φέιθ θυμόταν ότι υπήρχε ένας κανόνας στους φοιτητές να μην κοιτούν ποτέ το μοντέλο στα μάτια, ειδικά αν επρόκειτο για γυμνό. Η νεαρή δεν είχε ποζάρει ποτέ σε γυμνό, αλλά και πάλι είχε προσέξει ότι κανείς φοιτητής δεν την κοιτούσε στα μάτια.

«Μάλλον ένιωσα περίεργα επειδή με κοίταγε στα μάτια, και δεν το έχω συνηθίσει» – είπε στον εαυτό της προσπαθώντας να δικαιολογήσει την αντίδρασή της όταν προσπάθησε να ξεφύγει από τη ματιά του νεαρού. Περίεργη αντίδραση γι’αυτήν που συνήθιζε να κοιτάει τους ανθρώπους στα μάτια συνέχεια.

Λίγα λεπτά αργότερα και χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό της γύρισε και πάλι τα μάτια της στην ίδια κατεύθυνση και ένοιωσε ντροπιασμένη βλέποντας και πάλι τα μάτια του νεαρού από την αριστερή γωνία καρφωμένα επάνω της. Είχε σταματήσει να κρύβεται πίσω από το καβαλέτο και τον έβλεπε καθαρά. Της πήρε μόνο ένα δευτερόλεπτο για να ξεχωρίσει τα γοητευτικά χαρακτηριστικά του και να δει ένα ελαφρύ κοροϊδευτικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Και πάλι ένας δυνατός κτύπος στην καρδιά της και ένα ακόμα όραμα πέρασε από το μυαλό της. Σε αυτή τη γρήγορη θαμπάδα μπορούσε να διακρίνει ένα ίδιο χαμόγελο μέσα στην ομίχλη, την ώρα που η κόρνα του πλοίου έσπαγε την ησυχία της νύχτας.

-Φτάνει! – φώναξε η κοπέλα καθώς πετάχτηκε από την καρέκλα της και εξέπληξε το κοινό της που δεν ήταν συνηθισμένο σε τέτοια ξεσπάσματα.

-Συμβαίνει κάτι Δεσποινίς Σέρμαν; - ρώτησε ο καθηγητής θορυβημένος από τη βίαιη αντίδρασή της.

-Λυπάμαι… καθηγητά – απολογήθηκε ντροπιασμένη – αλλά δεν φταίω εγώ… Υπάρχει κάποιος φοιτητής που με αποσυντονίζει κοιτάζοντάς με διαρκώς στα μάτια.

-Αλήθεια; - είπε ο καθηγητής ενοχλημένος – Όλοι εδώ γνωρίζουν ότι είναι ανήθικο. Πες μου ποιος είναι.

-Δεν χρειάζεται – διέκοψε ο νεαρός με τα γαλάζια μάτια με θρασύτητα στον τόνο της φωνής του – εγώ ήμουν, αλλά δεν θα το είχα κάνει αν η Δεσποινίς από εδώ δεν σταμάταγε να κουνιέται σαν άπηχτο ζελεδάκι.

-Εγώ κουνιόμουν; - απάντησε αγανακτισμένη η Φέιθ – Αυτά είναι φτηνές δικαιολογίες!

-Μα είναι αλήθεια – απάντησε ο Άαρον δημιουργώντας θέμα με τις πονηρές του λέξεις.

-Λοιπόν - μεσολάβησε ο καθηγητής – ας μείνουμε ήρεμοι. Κύριε Τρούμαν, σας παρακαλώ γυρίστε πίσω στη θέση σας και συνεχίστε τη δουλειά σας. Κι εσείς Δεσποινίς, προσπαθήστε να συγκεντρωθείτε ξανά.

«Να συγκεντρωθώ» - σκέφτηκε η Φέιθ προσπαθώντας να υπακούσει τον καθηγητή -«Πώς να συγκεντρωθώ τώρα;» - Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι είχε δει αυτόν τον άντρα στα όνειρά της - «Θεέ και κύριε! Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Μίτσι λέει ότι μου λείπει μια βίδα! Μα γιατί αυτός ο τύπος με κάνει τόσο νευρική;... Άπηχτο ζελεδάκι! Καλό κι αυτό! Αυτός φταίει που έκανε κάτι που δεν έπρεπε να κάνει» - Κατέληξε για να καθησυχάσει τη συνείδησή της γιατί κι αυτή τον είχε κοιτάξει επίσης.

Το μάθημα κράτησε λίγο παραπάνω και η κοπέλα κρατούσε με το ζόρι τον εαυτό της για να μην κοιτάξει και πάλι προς αυτόν τον Τρούμαν, αλλά ένιωθε το δέρμα της να καίει κάτω από το βλέμμα του, αυτό που ένιωθε πάνω της σαν άγγιγμα. Έτσι πέρασαν μερικά ακόμα λεπτά, αλλά παρόλο που η Φέιθ προσπαθούσε να σκεφτεί κάτι άλλο, ένιωθε ακόμα πολύ άβολα, ειδικά όταν ένιωθε το χρώμα στα μάγουλά της να αυξάνεται παρά τη θέλησή της.

-Καθηγητή Άντερσον – είπε η φωνή από την αριστερή γωνία του δωματίου.

-Τι είναι πάλι κύριε Τρούμαν; - ρώτησε ενοχλημένος ο καθηγητής.

-Λυπάμαι που η δουλειά μου δεν θα είναι αντάξια αυτής που θα περιμένατε από εμένα – εξήγησε δυνατά ο νεαρός, φροντίζοντας να τον ακούσουν όλοι.

-Μπορώ να ρωτήσω γιατί;

-Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ με ένα μοντέλο που κουνιέται κάθε δευτερόλεπτο. Λυπάμαι, αλλά ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να εργαστεί έτσι – διαμαρτυρήθηκε πονηρά ο άντρας.

-Κουνιέμαι; Πως σου ήρθε αυτό; - Φώναξε το μοντέλο που προφανώς είχε ακούσει τον Τρούμαν.

-Δεσποινίς Σέρμαν, μείνετε στη θέση σας. Κι εσείς κύριε Τρούμαν της οφείλετε μια συγνώμη. Είμαι σίγουρος ότι δεν κουνήθηκε.

Η Φέιθ κοίταξε ξανά τον άντρα με την άκρη του ματιού της, προσπαθώντας να συγκρατήσει ένα θριαμβευτικό χαμόγελο καθώς ο καθηγητής έπαιρνε το μέρος της.

-Συγνώμη; - είπε αλαζονικά ο Άαρον – Και βέβαια όχι! Για όλα φταίει αυτή!

-Παλιο… παλιο... τραμπούκε! - Απάντησε το μοντέλο και πετάχτηκε από την καρέκλα, αφού άλλωστε κανείς δεν δούλευε μέσα στο δωμάτιο και παρακολουθούσαν αυτή την περίεργη διαφωνία.

-Κύριε Τρούμαν! Δεσποινίς Σέρμαν! – είπε ο καθηγητής μπερδεμένος από την τροπή που έπαιρνε η κατάσταση.

-Μην μπαίνετε στον κόπο καθηγητά Άντερσον – απάντησε ο νεαρός άντρας χωρίς να αλλάζει το ακατάδεκτο ύφος του – δεν θα σας ενοχλήσω άλλο. Αν δεν μπορώ να συγκεντρωθώ εξαιτίας αυτού του άπειρου μοντέλου που δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του, αλλά η υπόλοιπη τάξη τα καταφέρνει μια χαρά, απλά θα αποχωρίσω για σήμερα.

-Δεν θα χρειαστεί! Εγώ θα αποχωρήσω! – είπε η νεαρή κοπέλα υποθέτοντας ότι ακόμα κι αν αυτός έφευγε δεν θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα – Λυπάμαι καθηγητά Άντερσον, αλλά δεν νομίζω ότι μπορώ να συνεχίσω να δουλεύω σήμερα.

Και με τα τελευταία της λόγια, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε από το δωμάτιο χτυπώντας πίσω της την πόρτα. Αλλά οι εκπλήξεις δεν τελείωσαν εκεί εκείνο το πρωινό. Μόλις η κοπέλα έφυγε, ο Άαρον βγήκε τρέχοντας ξωπίσω της χωρίς να λάβει καν υπόψη του το μπερδεμένο ύφος του καθηγητή, τα σοκαρισμένα βλέμματα των συμμαθητών του και το πονηρό χαμόγελο του φίλου του Ρέιμοντ. Σιωπή απλώθηκε στην τάξη για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι που την έσπασε ο Ρέιμοντ με ένα δυνατό σφύριγμα.

-Λοιπόν, αυτό εγώ το λέω άσχημα καταπιεσμένη σεξουαλική ένταση – είπε παιχνιδιάρικα και το σχόλιό του χαλάρωσε την ατμόσφαιρα και προκάλεσε το γέλιο των συμμαθητών του.

-Ει φακιδομούρα! Που πας τρέχοντας; Δεν ξέχασες κάτι σημαντικό πριν φύγεις σαν τρομαγμένος λαγός; - φώναξε ο νεαρός στη μέση του διαδρόμου.

-Πως με είπες; - ρώτησε το κορίτσι σταματώντας αμέσως.

-Μμμμμ... Για να δούμε... Α! Ναι… κάτι σαν φακιδομούρα. Ναι, φακιδομούρα, σου ταιριάζει. Έτσι δεν είναι; - είπε χαμογελαστά.

-Το όνομά μου είναι Σέρμαν, Φέιθ Σέρμαν – απάντησε ακόμα πιο ενοχλημένη η κοπέλα.

-Ωραίο όνομα αλλά προτιμώ καλύτερα το 'φακιδομούρα'. Θα πρέπει να έχεις προσέξει ότι έχεις ολόκληρη συλλογή στο πρόσωπό σου, σωστά;

Στο σαρκαστικό του σχόλιο η Φέιθ στριφογύρισε ενοχλημένη τα μάτια της. Ήταν έτοιμη να του απαντήσει με μια απειλή μα κάτι μέσα της τής έλεγε ότι ήταν καλύτερα να αγνοήσει αυτό το εκνευριστικό άτομο και να φύγει αμέσως, κι έτσι περιορίστηκε στο να γυρίσει και να συνεχίσει να περπατάει.

-Ει! Η σιωπή σου προς απάντησή μου, φακιδομούρα; - ρώτησε ο Άαρον διασκεδάζοντας με την αντίδρασή της και ακολουθώντας την από κοντά – Δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις τη σχέση μας, ειδικά όταν μόλις συνάντησες τον άντρα των ονείρων σου.

-Κοίτα… όποιο κι αν είναι το όνομά σου.

-Τρούμαν, αγαπητή μου, το όνομά μου είναι Άαρον Τρούμαν και καλά θα κάνεις να το μάθεις καλά γιατί θα είναι ένα σημαντικό όνομα – είπε σηκώνοντας το φρύδι του.

-Κοίτα… Θούρμαν... ή όπως σε λένε – είπε η Φέιθ με αιχμηρό τόνο – βάλτο καλά στο μυαλό σου από αυτή τη στιγμή. Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει το «σου» και το «μου», αλλά το «ΜΑΣ» δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει ποτέ, και δεν θα υπάρξει ποτέ «ΣΧΕΣΗ ΜΑΣ», κατανοητό;

Και με αυτές τις τελευταίες λέξεις η νεαρή κοπέλα γύρισε και συνέχισε να περπατάει μέχρι που χάθηκε πίσω από την πόρτα καθώς ο Άαρον την έβλεπε να φεύγει.

-Θεέ μου! Είναι ίδια με τη γυναίκα στα όνειρά μου – σκέφτηκε ο νεαρός παραμένοντας κατάπληκτος – Αλλά Θεούλη μου, τι χαρακτήρας!

-Θεέ μου! Τι αγροίκος!… - είπε η Φέιθ κατευθυνόμενη προς το πάρκινγκ – αλλά έχει υπέροχα μάτια... μπλε… όχι... πράσινα;







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:23 pm



Ακολούθησε άλλη μια μέρα και ακόμα μία σαν όλες τις μέρες στην ιστορία του κόσμου. Αλλά μετά από αυτό το περιστατικό τα πράγματα δεν ήταν ίδια για τη Φέιθ Σέρμαν. Μάλλον η απότομη και εχθρική συνάντησή της με τον Άαρον Τρούμαν είχε σημαδέψει τη ζωή της με μια ανεξήγητη ανησυχία που, όσο περίεργο και αν ακούγεται, είχε εγείρει μια σειρά από οράματα που την κυνήγαγαν.

Αν πριν έμοιαζαν τόσο αληθινά και παράξενα, η παράξενη αίσθηση των “παραισθήσεων”, αυξήθηκε από τότε. Κάποιες φορές η σκηνή στην ομίχλη αναμιγνυόταν με το ενοχλητικό γέλιο του μαθητή του καθηγητή Άντερσον, και κάποιες φορές η σκηνή στις σκάλες επαναλαμβανόταν ξανά, και ένα νέο τρίτο όραμα είχε αρχίσει να την ενοχλεί.

Μπορούσε να δει τον εαυτό της νεότερο, περίπου σε ηλικία 14 ή 15, σε ένα χωράφι, ντυμένη με ένα παλιό φόρεμα. Άκουγε μουσική από μακριά, και κάποιος την καλούσε με ένα όνομα που δεν ήταν το δικό της. Όταν γύριζε για να δει, το όραμα τελείωνε.

-Πρέπει οπωσδήποτε να πας σε έναν γιατρό – είπε η Μίτσι καθώς έτρωγε το φαγητό της στην καφετέρια.

-Έτσι λες; - ρώτησε η Φέιθ με χαμένο βλέμμα.

-Μα φυσικά! Κοίτα πως είσαι! Κοιμάσαι ελάχιστα και τρως σαν καναρίνι. Και μιλάμε για μια ‘φαγού’ σαν κι εσένα. Κάτι θα συμβαίνει!

-Και τι να πω στον γιατρό όταν θα με ρωτήσει τι συμβαίνει;

-Αυτό, έλλειψη όρεξης, αϋπνία… μπορεί να σου πει ότι έχεις αναιμία... ή ίσως τα… κοριτσίστικά σου.

-Μίτσι!

-Τι, απλά υποθέσεις κάνω! Τρώγοντας ότι μαγειρεύεις όλα να τα περιμένεις.

-Ω Μίτσι, είσαι αδιόρθωτη! Δεν παίρνεις ποτέ τίποτα στα σοβαρά - διαμαρτυρήθηκε η Φέιθ ξεκουράζοντας το κεφάλι της στο ένα της χέρι και θα συνέχιζε να παραπονιέται για την έλλειψη σοβαρότητας της φίλη της όταν ξαφνικά μια τρίτη φωνή διέκοψε τη συζήτηση.

-Για δες! Η Δεσποινίς Φακιδομούρα αυτοπροσώπως – είπε η φωνή και η ξανθιά ένιωσε το κορμί της να ανατριχιάζει όταν άκουσε αυτόν το περιπαιχτικό τόνο – Μα δεν είναι σύμπτωση; Έβγαλες τις φακίδες σου βόλτα να τις δει ο ήλιος;

-Κι εσύ πιστεύεις ότι έχεις μαύρο χιούμορ; Έτσι; - Απάντησε σαρκαστικά χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον Άαρον Τρούμαν, που στεκόταν δίπλα στο τραπέζι της – «Θεέ μου! Ας ανοίξει η γη να με καταπιεί» – σκέφτηκε η Φέιθ – «Όχι άλλη μια συνάντηση με αυτό τον αγροίκο και με μάλιστα με τη Μίτσι μπροστά!»

-Δεν θα με συστήσεις στο φίλο σου Φέιθ; - ρώτησε η Μίτσι κατενθουσιασμένη που ο εισβολέας ήταν τόσο όμορφος.

-Άαρον Τρούμαν δεσποινίς – βιάστηκε να πει, αρπάζοντας μια διπλανή καρέκλα πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί η Φέιθ.

-Μισέλ Βαλένθια, αλλά όλοι με φωνάζουν Μίτσι – αυτοσυστήθηκε η μελαχρινή.

«Τι θράσος!» - σκέφτηκε η Φέιθ που δεν πίστευε στα μάτια της – «Θεέ μου τι κακό έκανα και με τιμωρείς έτσι;»

-Σπουδάζεις κι εσύ στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης; - ρώτησε η Μίτσι τον νεαρό, προσέχοντας αμέσως την αμηχανία της φίλης της και το έντονο βλέμμα του Άαρον.

-Ναι, σπουδάζω σχέδιο και ζωγραφική – απάντησε ο νεαρός με ενθουσιασμό αλά χωρίς να απομακρύνει τα μάτια του από την Φέιθ που είχε αρχίσει να κοκκινίζει.

«Είσαι τρελή, φακιδομούρα, και όμορφη!» - σκεφτόταν διαρκώς καθώς μιλούσε ταυτόχρονα στην Μίτσι.

-Δεν ήξερα ότι η Φέιθ είχε φίλους στην Καλών Τεχνών – σχολίασε η Μίτσι καθώς γινόταν όλο και πιο περίεργη με την αντίδραση της φίλης της.

-Δεν έχω! – είπε τελικά η Φέιθ με αγριεμένο τόνο – Ο Θούρμαν από δω, είναι μαθητής σε μια τάξη που έκανα το μοντέλο. Τίποτα περισσότερο.

-Τρούμαν, φακιδομούρα, το όνομα είναι Τρούμαν, αλλά μπορείς να με αποκαλείς Κύριο Άαρον Τρούμαν.

-Είσαι και κωμικός, έτσι; - ρώτησε η Φέιθ ρίχνοντάς του ένα μισητό βλέμμα ενώ σηκώθηκε αμέσως – Πάμε Μίτσι! Τελείωσες έτσι; - είπε μιλώντας στη φίλη της.

-Σκεφτόμουν για επιδόρπιο…

-Εγώ δεν πεινάω πια, μάλλον επειδή υπάρχει μια δυσάρεστη αίσθηση τριγύρω – είπε σαρκαστικά η Φέιθ – πάμε, θέλω να πάω στη βιβλιοθήκη!

-Για το Θεό φακιδομούρα, μελετάς κιόλας, εκτός από το να ποζάρεις σαν άπηχτο ζελεδάκι! – είπε ο Τρούμαν μη χάνοντας την ευκαιρία να την πειράξει πάλι.

-Και βέβαια μελετάω! Σε αντίθεση με κάποιους άλλους που δεν έχουν και πολλά να κάνουν – απάντησε αμέσως και γύρισε στη μελαχρινή που σηκωνόταν αργά – Πάμε Μίτσι!

-Μα πρέπει να ζητήσουμε τον λογαριασμό! – είπε η κοπέλα.

-Θα πληρώσουμε στο ταμείο! – μουρμούρισε η Φέιθ γυρίζοντας από την άλλη για να μην αντικρίσει τον Άαρον και χωρίς πρόθεση να τον αποχαιρετήσει.

-Γεια σου φακιδομούρα! Θα τα ξαναπούμε – είπε ο νεαρός και η κοπέλα δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό να γυρίσει να τον δει, την ώρα που της έκλεινε το μάτι. Η κοπέλα ξαναγύρισε από την άλλη μετανιώνοντας για την τελευταία της κίνηση και έφυγε από το εστιατόριο λες και την κυνηγούσαν, με τη Μίτσι να την ακολουθεί διασκεδάζοντας εμφανώς με την αντίδραση της φίλης της.

-Τι γλυκό παιδί που είναι Φέιθ! – είπε η Μίτσι όταν είχαν απομακρυνθεί από το εστιατόριο – όπως μου αρέσουν, ψηλοί, με μακριά μεταξένια μαλλιά, με παρουσιαστικό… Τι τύπος!

-Για το Θεό Μίτσι! Ενθουσιάζεσαι ακόμα και με ένα σκουπόξυλο με παντελόνια – είπε η Φέιθ.

-Ανοησίες! Αυτός είναι συλλεκτικό είδος… και τα μάτια του!… μπλε;… όχι… πράσινα;

-Μπλε είναι – τη διόρθωσε η Φέιθ με σιγουριά, ξεχνώντας την κακή της διάθεση – με πράσινους τόνους που φαίνονται καλύτερα στο φως και δίνουν την ψευδαίσθηση ότι ιριδίζουν – πέρασε σε λεπτομέρειες και την ίδια στιγμή ο τόνος της άλλαξε.

-Μάλλον έχεις προσέξει περισσότερα από όσα θες να παραδεχτείς – την προειδοποίησε πονηρά η Μίτσι.

-Μα τι βλακείες λες! Ο Άαρον Τρούμαν είναι ο πιο ανυπόφορος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ μου.

-Ναι, αλλά μάλλον του αρέσεις!

-Μίτσι, όπως ξαναείπα, είσαι αδιόρθωτη.




Τι δεν πάει καλά με σένα Φέιθ; - ρώτησε τον εαυτό της η ξανθιά ένα φθινοπωρινό βροχερό απόγευμα, ενώ προσπαθούσε να συγκεντρωθεί σε μια εργασία που είχε να παραδώσει σε έναν καθηγητή της. Όσο κι αν προσπαθούσε να το αποφύγει, κάθε φορά που τελείωνε μία ή δύο γραμμές, η ίδια ενοχλητική σκέψη ερχόταν στο μυαλό της.

Η Φέιθ δεν μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν να έχει τόσες τυχαίες συναντήσεις με το ίδιο άτομο στην απέραντη Νέα Υόρκη. Αλλά όσο κι αν πίστευε ότι ήταν περίεργο, στην πορεία αυτών των μηνών, ο Άαρον Τρούμαν είχε εμφανιστεί στα ίδια μέρη με αυτήν σε διάφορα μαγαζιά, στο Σέντραλ Πάρκ, στην καφετέρια, σε περισσότερες από μία αντικερί που της άρεσε να πηγαίνει στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, στο θέατρο, στα εστιατόρια, ακόμα και στον ηλεκτρικό.

-Τον βλέπω στη σούπα μου! – είπε δυνατά και μόλις ολοκλήρωσε την πρότασή της είχε μια αίσθηση déjà vu που την κατέκλυσε για εκατοστή φορά, σαν να επαναλάμβανε μια πρόταση που είχε ξαναπεί πολύ πολύ πολύ παλιά. Αλλά αυτό ήταν ένα από τα πολλά περίεργα πράγματα που συνέβαιναν σχετικά με τον Τρούμαν – Είναι αγροίκος και αλαζόνας - είπε κάνοντας μια γκριμάτσα, καθώς πατούσε το enter στο πληκτρολόγιο δυνατά – Αλλά… - πρόσθεσε μόλις πήρε μια ανάσα – πρέπει να παραδεχτώ ότι είναι… είναι … γοητευτικός – σκέφτηκε και ένα απαλό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της καθώς θυμήθηκε τα λόγια της Μίτσι.

-Τυφλή είσαι Φέιθ; Ο τύπος είναι τόσο όμορφος που με κάνει να θέλω να κλάψω και μόνο που τον βλέπω!

-Μπα! Καλούλης είναι, αλλά μέχρι εκεί – ψέλλισε για απάντηση.

-Τότε είσαι πιο τυφλή και από τυφλοπόντικα - ήταν η απάντηση της Μίτσι – Και τι δεν θα ‘δινα για να με αναζητάει όπως αναζητάει εσένα – είπε η μελαχρινή πέφτοντας στο κρεβάτι και παίζοντας με ένα γούνινο παιχνίδι.

-Με αναζητάει; Ο Άαρον; - ρώτησε μπερδεμένη η Φέιθ – Είσαι τρελή! Το μόνο που κάνει όταν συναντιόμαστε είναι να με ενοχλεί… άλλωστε είναι απλά συμπτώσεις.

-Είσαι όντως πιο τυφλή και από τυφλοπόντικα - είπε κοροϊδευτικά η Μίτσι – Ξέρεις πόσοι άνθρωποι ζουν στο Μανχάταν; Ξέρεις πόσες είναι οι πιθανότητες να πέφτεις συνεχώς πάνω στον ίδιο άνθρωπο τυχαία; Μπα! Ο τύπος σε ψάχνει. Πρέπει να του αρέσεις.

-Είσαι τρελή! – απάντησε η Φέιθ καθώς της πέταξε το μαξιλάρι της και έτσι το παιχνίδι που κράταγε η Μίτσι έφυγε από τα χέρια της και έπεσε στο πάτωμα.

-Σκοτώνεις το μωρό μου! – κλαψούρισε η Μίτσι υπερβάλλοντας.

-Μίτσι, δεν είναι αληθινό! Ένα παιχνίδι είναι, άλλωστε δεν μου αρέσει καν.

-Άσπλαχνη! - Κλαψούρισε η μελαχρινή ξανά και ξεκίνησαν να τσακώνονται και να αστειεύονται ξεχνώντας τον Άαρον Τρούμαν.

Ωστόσο καθώς η Φέιθ χάζευε το screen saver της οθόνης της, αναρωτιόταν αν ο Άαρον Τρούμαν είχε προκαλέσει επίτηδες αυτές τις τυχαίες συναντήσεις.

-Ανοησίες! Είπε και άρχισε να πληκτρολογεί μανιωδώς προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.




Το δωμάτιο είχε γεμίσει με φως που προερχόταν από το τεράστιο παράθυρο που απλωνόταν από τοίχο σε τοίχο. Στο δωμάτιο θα υπήρχε απόλυτη ησυχία αν δεν ακούγονταν οι μακρινοί ήχοι της λεωφόρου 20 ορόφους κάτω και ο ήχος του μολυβιού που χαράζει το χαρτί. Ο Άαρον Τρούμαν κοίταξε τις γραμμές που σχεδίαζε γρήγορα το χέρι του ενώ τελείωνε το σχέδιο που έφτιαχνε για μια εργασία του. Κατά διαστήματα το χέρι του σταμάταγε να ζωγραφίζει κι αυτός κούναγε το κεφάλι του προσπαθώντας να διώξει τις σκέψεις που του αποσπούσαν την προσοχή από τη δουλειά του.

‘Είναι μια τρομερή ομοιότητα. Αυτό είναι όλο…’ - έλεγε στον εαυτό του τοποθετώντας το καλαπόδι κάτω ενοχλημένος.

‘Με έχει επηρεάσει αυτό’, - σκέφτηκε σαν να τσακωνόταν με τον εαυτό του, καθώς σηκώθηκε από τον πάγκο για να κοιτάξει έξω από το μεγάλο παράθυρο. Για μια στιγμή η σκληρή ματιά του αντανακλάστηκε στο τζάμι του παραθύρου, αλλά αμέσως το πρόσωπό του απάλυνε και ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του.

‘Αλλά και πάλι, αυτά τα μάτια… μια περίεργη μίξη δύναμης και καλοσύνης… γεμάτα ζωή και φως, σαν νερό που γυαλίζει κάτω από τις αχτίδες του ήλιου… και αυτό το γέλιο!… Όταν είναι με τους φίλους της και δεν έχει ιδέα ότι την παρακολουθώ από μακριά… και τις λίγες φορές που μου έχει χαμογελάσει…’

Ο Άαρον θυμήθηκε τη μέρα που συνάντησε τη Φέιθ στον σιδηροδρομικό σταθμό, μετά το τέλος των καλοκαιρινών τους διακοπών. Μετά τον τυπικό χαιρετισμό τους, οι δυο τους κατάφεραν να κάνουν κάτι που θύμιζε συζήτηση όπου διαρκώς διακοπτόταν από δόσεις σαρκασμού.

-Από το Νιου Τζέρσεϋ γυρίζεις; - Ρώτησε ο νεαρός.

-Βασικά γυρίζω από το σπίτι μου - απάντησε η νεαρή και ο Άαρον διέκρινε ένα ίχνος λύπης στη φωνή της – είμαι από την Ατλάντα.

-Δηλαδή πήρες το αεροπλάνο για το Νιου Τζέρσεϋ από εκεί; - Ρώτησε ο Άαρον έκπληκτος που δεν πήρε μία απευθείας πτήση από εκεί για Νέα Υόρκη.

-Όχι… Βασικά… ήρθα με το πούλμαν… ξέρεις για πιο φτηνά…

-Σοβαρά; - Ήταν το μόνο που είπε απορώντας πως η κοπέλα ήταν τόσο ευδιάθετη και κινητική μετά από ένα ταξίδι που πρέπει να είχε διαρκέσει τουλάχιστον 24 ώρες.

-Πρέπει να είσαι διαλυμένη.

-Λιγάκι, ναι, αλλά είμαι χαρούμενη που μπόρεσα να δω τη μητέρα μου, οπότε δεν το μετανιώνω. Εσύ; Ήσουν στους γονείς σου αυτές τις μέρες; - Ρώτησε με το κλασσικό της ύφος παρατηρώντας την αλλαγή στη διάθεσή του.

-Ναι... βασικά… μόνο στην μητέρα μου - απάντησε αποφεύγοντας τα μάτια της και νιώθοντας λίγο άβολα που κάποιος ρώτησε για τη ζωή του και τους γονείς του - Από εκεί επιστρέφω. Έχει ένα εξοχικό στο Νιου Τζέρσεϋ.

-Μάλιστα… Και ο πατέρας σου; - ρώτησε φυσικά η Φέιθ και ο Άαρον ένιωσε σαν να προσπαθεί να διαβάσει το πρόσωπό του, σαν να προσπαθεί να τον κοιτάξει στα μάτια, κάτι που αυτός απέφευγε.

-Εεε… Η αλήθεια είναι ότι δεν βλεπόμαστε από τότε που ξεκίνησα να σπουδάζω στο Πανεπιστήμιο - εξομολογήθηκε και η φωνή του μόλις που ακουγόταν.

-Κρίμα - απάντησε η ξανθιά και παραιτήθηκε από την προσπάθεια να τον κοιτάξει κατάματα, καθώς η ματιά της, έπεσε στα κινούμενα νερά του Hudson.

Μια περίεργη σιωπή απλώθηκε μεταξύ τους για λίγο. Ο Άαρον ένιωθε ότι το να είναι δίπλα στη Φέιθ Σέρμαν χωρίς να λέει ούτε λέξη ήταν τόσο φυσικό όπως όταν είναι μόνος, αλλά ταυτόχρονα του ήταν αδύνατον να μείνει ακίνητος καθώς ένιωθε τη σπονδυλική του στήλη να ανατριχιάζει. Περιέργως όσα ένιωθε όταν ήταν κοντά στη Φέιθ ήταν τελείως πρωτόγνωρα γι’αυτόν αλλά και πάλι ένιωθε ότι κάποτε, σε ένα ακαθόριστο παρελθόν, είχε βιώσει αυτές τις αισθήσεις ξανά.

-Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν δώδεκα - είπε η κοπέλα σπάζοντας τη σιωπή καθώς το φέρι έπιανε την αποβάθρα - Ήταν υπέροχος άνθρωπος, αν και όχι τέλειος φυσικά. Θυμάμαι ότι πάντα με αποθάρρυνε να μην εμπιστεύομαι τους ανθρώπους γιατί στο τέλος θα πληγωνόμουν. Είχε περίεργες συνήθειες, όπως το να ξυπνάει στα άγρια χαράματα και να γαργαλιέται εύκολα. Του άρεσαν οι Μπήτλς αλλά σιχαινόταν τους Μπον Τζόβι. Κρίμα γιατί εγώ τους λατρεύω.

-Αλλά και πάλι… - η κοπέλα έκανε παύση αφήνοντας έκπληκτο τον συνομιλητή της με τον αριθμό λέξεων που μπορούσε να προφέρει με μία μόνο ανάσα… - Αλλά και πάλι θα έδινα τα πάντα για να ήταν ζωντανός σήμερα ακόμα κι αν μου γκρίνιαζε ακόμα.

-Φέιθ! - τραύλισε ο Άαρον χωρίς να ξέρει πώς να αντιδράσει σε αυτό το ειλικρινές ξέσπασμα.

-Αυτό που προσπαθώ να πω - είπε η κοπέλα καθώς σηκωνόταν από το κάθισμά της - είναι ότι είσαι πολύ τυχερός Άαρον Τρούμαν και αναμφίβολα πολύ χαζός που δεν θες να τα ξαναβρείς με τον πατέρα σου.

-Ποιος σου είπε ότι δεν τα πάω καλά με τον πατέρα μου; - Ρώτησε ο Άαρον προσπαθώντας μάταια να επαναφέρει το αδιάφορο ύφος στο πρόσωπό του.

-Δεν χρειάζεται να μου το πει κανείς Άαρον. Αν ήμουν στη θέση σου θα επανεξέταζα το θέμα - είπε και κατευθύνθηκε στο διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο του φέρι.

‘Είσαι πολύ αδιάκριτη δεσποινίς φακιδομούρα’ - είπε ο Άαρον στον εαυτό του χαϊδεύοντας το τζάμι με τα ακροδάχτυλά του - ‘Δεν εισβάλλεις μόνο στα όνειρα μου κάθε βράδυ, αλλά θες να ανακατευτείς και στις οικογενειακές μου υποθέσεις’ - Ο νεαρός χαμήλωσε το πρόσωπό του χωρίς να μπορεί να σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη του καθώς μια σκέψη περνούσε διαρκώς από το μυαλό του – ‘Ναι, πολύ περίεργη αλλά τόσο όμορφη που τα μάτια πονάνε και μόνο που σε αντικρίζουν…’







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:31 pm



Υπήρχαν στιγμές που η Μίτσι ένιωθε ότι η ενέργεια που διοχετευόταν κάθε φορά που η Φέιθ και ο Άαρον ήταν κοντά, ήταν τόσο προφανής που την ένιωθες από χιλιόμετρα μακριά. Προφανής ήταν για τον υπόλοιπο κόσμο, εκτός από αυτούς τους δυο νέους που αγνοούσαν αυτή τη δύναμη που έκανε τον Άαρον να προκαλεί όλες αυτές τις τυχαίες συναντήσεις και τη Φέιθ να προσπαθεί να τις παρατείνει με μια αστεία αντίφαση στη συμπεριφορά της που από τη μία έλεγε ‘Μ’ αρέσει να είμαι δίπλα σου’ και από την άλλη προσπαθούσε να προσποιηθεί το αντίθετο. Ωστόσο, αντί να αποθαρρύνει τον νεαρό καλλιτέχνη η συμπεριφορά της Φέιθ, που ήταν μία κρύο-μία ζέστη, κατάφερνε μόνο να αυξήσει την επιμονή του.

Ίσως αυτό το παιχνίδι του περίπου φλερτ να είχε κρατήσει περισσότερο αν δεν συνέβαινε μια σειρά αναπάντεχων γεγονότων που επιτάχυναν λίγο την κατάσταση.

Ένα συγκεκριμένο βροχερό πρωινό ένα ζευγάρι πράσινα μάτια διάβαζαν νευρικά τον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής Καλών Τεχνών. Ξαφνικά ένα μήνυμα απέσπασε την προσοχή στον ιδιοκτήτη αυτών των ματιών, που βιάστηκε να σημειώσει τη διεύθυνση αυτής της αγγελίας.



Το κτίριο ήταν ένα από τα εντυπωσιακά και επιβλητικά του νότιου Μανχάταν. Η Φέιθ πλησίασε το ασανσέρ διαβάζοντας για μια ακόμα φορά τη διεύθυνση που είχε σημειώσει και συνειδητοποίησε ότι τα χέρια της έτρεμαν όσο κι αν προσπαθούσε να ηρεμήσει. Το ασανσέρ έφτασε τελικά στον 20ό όροφο και η κοπέλα βγήκε προσπαθώντας να βρει τον αριθμό του διαμερίσματος που έψαχνε.

‘Πάμε’ - προσπάθησε να ενθαρρύνει τον εαυτό της - ‘Ξέρεις ότι πρέπει να το κάνεις!’ - Ωστόσο, παρά τις προσπάθειές της, τα πόδια της έδειχναν να μην την κρατάνε - ‘Σε παρακαλώ Θεούλη μου, κάνε να είναι γυναίκα’ - προσευχήθηκε η Φέιθ χτυπώντας δειλά το κουδούνι.

Την πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως ένας ξανθός άντρας, περίπου 1.90 που έμοιαζε να τριανταρίζει.

-Παρακαλώ; Τι θα θέλατε δεσποινίς; - Ρώτησε ο ξανθός άντρας πολύ ευγενικά που δεν κατάφερε όμως να ηρεμήσει την Φέιθ.

-Ήρθα… ήρθα για την αγγελία… σχετικά με το μοντέλο - απάντησε χωρίς να τον κοιτάει στα μάτια.

-Μοντέλο; - Ρώτησε μπερδεμένος ο άντρας, αλλά στη συνέχεια έδειξε ότι καταλάβαινε περί τίνος πρόκειται - Α, μάλιστα. Μάλλον τον ξάδερφό μου θέλετε. Παρακαλώ περάστε - είπε κάνοντας στην άκρη ώστε να μπει στο διάδρομο.

Η Φέιθ μπήκε επιφυλακτικά, καθώς αναρωτιόταν πόσο ασφαλές ήταν να μπαίνει έτσι απλά στο διαμέρισμα κάποιου που δεν γνώριζε.

-Συγνώμη που δεν το κατάλαβα αμέσως - δικαιολογήθηκε ο ξανθός προσκαλώντας τη Φέιθ να κάτσει στον μεγάλο μαύρο δερμάτινο καναπέ - Βλέπετε είμαι απλά επισκέπτης. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος είναι ο ξάδελφός μου. Είναι ο καλλιτέχνης της οικογένειας και πρέπει να έβαλε την αγγελία για μια εργασία της σχολής.

-Κατάλαβα - απάντησε η Φέιθ χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει αν θα έπρεπε να είναι χαρούμενη που ο ξανθός άντρας δεν ήταν αυτός για τον οποίο έπρεπε να ποζάρει ή να ανησυχεί για τον αναφερόμενο ξάδελφο. Άλλωστε ο ξανθός έμοιαζε ευχάριστος και υπήρχε κάτι στα καταγάλανα μάτια του που της ενέπνεαν εμπιστοσύνη.

-Με λένε Ουώλτερ Νόλλαν.

-Φέιθ Σέρμαν - απάντησε σφίγγοντας το χέρι που της πρότεινε ο ξανθός.

-Χαίρομαι για τη γνωριμία. Είσαι τυχερή, ήμουν έτοιμος να φύγω και ο ξάδερφός μου ίσως να αργήσει λίγο ακόμα. Πήγε για ψώνια κάπου νότια.

-Μάλιστα.

Ο Νόλλαν ήταν αναμφίβολα πολύ ευγενικός και σύντομα έφτιαξε στην Φέιθ μια κούπα καφέ, που δεδομένης της θερμοκρασίας εκείνη τη βροχερή ημέρα, ήταν έξοχη ιδέα.

Μετά από λίγο οι δυο νέοι είχαν μια πολύ ευχάριστη συζήτηση και η Φέιθ είχε σχεδόν ξεχάσει το λόγο που βρισκόταν εκεί.

-Ώστε σπουδάζεις Εκπαίδευση. Πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρον τομέας - σχολίασε χαμογελαστά ο Ουώλτερ.

-Πράγματι… και εσύ σε τι ειδικεύεσαι; - ρώτησε ανέμελα η Φέιθ.

-Είμαι βιολόγος. Γι’αυτό ήρθα στο Μανχάταν. Λαμβάνω μέρος σε μια μελέτη για ένα είδος γλάρων που κατοικούν στην περιοχή του Λονγκ Άιλαντ. Ο ξάδερφός μου με φιλοξενεί αυτές τις μέρες.

-Κατάλαβα. Πως λέγεται ο ξάδερφός σου;

Την ώρα που ετοιμαζόταν να απαντήσει ο Ουώλτερ η πόρτα άνοιξε διάπλατα και η Φέιθ αντίκρισε δυο γαλαζοπράσινα μάτια. Για μια στιγμή νόμιζε πως εμφανίστηκε μπροστά της ο ίδιος ο διάβολος.

-Καλά που ήρθες Άαρον! - αναφώνησε ο Ουώλτερ χωρίς να παρατηρήσει την έκπληκτη ματιά της Φέιθ - Η Δεσποινίς Σέρμαν ήρθε για μια αγγελία μοντέλου που έχεις βάλει για κάποια εργασία σου.

Ο Ουώλτερ είχε μόλις ολοκληρώσει την πρότασή του όταν το σαγόνι του ξαδέλφου του είχε κρεμάσει μέχρι το πάτωμα, αλλά ο Ουώλτερ δεν έδωσε σημασία στην έκπληξη του ξαδέρφου του, καθώς κρατούσε ήδη το πορτοφόλι στο χέρι του και έφευγε βιαστικός.

-Ήρθες για την αγγελία; - Ρώτησε ο Άαρον μόλις βγήκε από την πόρτα ο ξάδερφός του, χωρίς να έχει πλήρως αντιληφθεί το θέμα.

-Μάλλον… μάλλον… - ψιθύρισε η Φέιθ προσπαθώντας να βρει μια δικαιολογία και να φύγει τρέχοντας το συντομότερο δυνατό από εκεί. Χρειαζόταν τη δουλειά, αλλά δεν μπορούσε να ποζάρει για τον Άαρον Τρούμαν. Ήταν αδύνατον!

-Μάλλον έχει γίνει κάποιο λάθος - είπε δειλά.

-Μάλλον έχει γίνει λάθος - απάντησε ο Άαρον χωρίς να έχει ακόμα ανακτήσει τον πραγματικό εαυτό του. - ‘Δεν νομίζω να θέλεις να ποζάρεις για αυτή τη δουλειά φακιδομούρα. Δεν είναι του στυλ σου’ - σκέφτηκε ο Άαρον προσπαθώντας να εκτιμήσει την κατάσταση.

Η Φέιθ πήρε το παλτό της και πήγε προς την πόρτα όταν μια εσωτερική δύναμη μέσα της τη σταμάτησε.

‘Έχεις μήπως καμιά καλύτερη ιδέα για να βγάλεις αυτά τα χρήματα;’ - Αναρωτήθηκε παλεύοντας με τα συναισθήματά της - ‘Ξέρεις ότι δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο και πιθανότατα να μην βρεις άλλο τρόπο να μαζέψεις όλο το ποσό. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Πρέπει να το κάνεις’.

Η κοπέλα γύρισε προς τον Άαρον, άφησε το παλτό της στον καναπέ και τον κοίταξε αποφασιστικά, κάτι που τάραξε αμέσως τον Τρούμαν.

-Δεν έχει γίνει λάθος - είπε αποφασιστικά - Ήρθα για τη δουλειά και το ότι γνωριζόμαστε δεν πρέπει επηρεάσει την κατάσταση. Πες μου που πρέπει να ποζάρω. Όσο πιο γρήγορα τελειώνουμε τόσο το καλύτερο και για τους δυο μας.

Ο Τρούμαν χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να επανέλθει στο φυσιολογικό στυλ του, αλλά με τον τρόπο που έθεσε το θέμα η κοπέλα, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να της δείξει σε ποιο μέρος θα δούλευαν.

‘Δεν σε καταλαβαίνω φακιδομούρα’ - σκεφτόταν ο Άαρον καθώς εξηγούσε στην κοπέλα πως θα γινόταν η δουλειά - ‘Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσες να είσαι τόσο εκπληκτικά ψυχρή… και ακόμα περισσότερο, ότι μια κοπέλα σαν κι εσένα θα μπορούσε να εκτεθεί σε… όχι ότι δεν μου αρέσει η ιδέα… αλλά να… δεν ξέρω αν θα μπορώ να κρατήσω το πινέλο από το τρέμουλο… Θεέ μου! Δεν αρχίσαμε καν και νιώθω ήδη ζαλισμένος’.

-Οπότε μάλλον δεν πρέπει να φοράω τίποτα - μουρμούρισε αποσπώντας τον Άαρον από τις σκέψεις του.

-Όχι, η εργασία έχει να κάνει με την ανατομία και πρέπει να είναι πολύ ακριβής - απάντησε κάνοντας μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει την ηρεμία του.

-ΟΚ. Θα αργήσουμε να ξεκινήσουμε; - ρώτησε η Φέιθ και ο Άαρον ένιωσε τη φωνή της να τρέμει.

-Αν προτιμάς να ξεκινήσουμε… Θα προετοιμάσω τα υλικά μου και εσύ εν τω μεταξύ μπορείς να αλλάξεις στο μπάνιο και να χρησιμοποιήσεις τη ρόμπα που έχω εκεί κρεμασμένη - της υπέδειξε και η κοπέλα πήγε αμέσως στο μπάνιο που της έδειξε ο Άαρον.

Η νεαρή κοπέλα μπήκε στο μπάνιο και αποφεύγοντας να κοιτάξει την αντανάκλασή της στον καθρέφτη πάνω από τον νιπτήρα, άρχισε να γδύνεται. Ένα κατεβατό διαφωνιών και αντιφάσεων κατέκλυζαν το μυαλό της μπερδεύοντάς την τρομερά. Η Φέιθ είχε μια αυστηρή και παραδοσιακή ανατροφή και η ιδέα να βγάλει τα ρούχα της μπροστά σε έναν άντρα ήταν κάτι που μπορούσε να συμβεί ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Ακόμα χειρότερα, η ίδια δεν είχε ποτέ προσωπικές στιγμές με κάποιον άντρα και η γύμνια ήταν κάτι τελείως ξένο γι ‘αυτήν. Συνεπώς, το να ποζάρει γυμνή για έναν καλλιτέχνη ή για ακαδημαϊκή ζωγραφική όπως αυτή, την έκανε να νιώθει βρώμικη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, κατέληξε να πρέπει να ποζάρει για τον άντρα που τις ξύπναγε τα πιο αντιφατικά συναισθήματα.

‘Φαντάσου ότι κάνεις μπάνιο μόνη σου, αυτό είναι μόνο’ - Έλεγε προσπαθώντας να ηρεμήσει τον εαυτό της καθώς αφαιρούσε τα ρούχα της και τα στρίμωχνε στην τσάντα της - ‘Ξέρεις καλά ότι δεν έχεις εναλλακτική. Χρειάζεσαι τα χρήματα’ - επανέλαβε για μια ακόμη φορά.

Όταν έβγαλε όλα της τα ρούχα, έριξε τη ματιά της στη ρόμπα που είχε αναφέρει ο Άαρον και με μια διστακτική κίνηση άπλωσε το χέρι της να την πάρει. Μόλις τη φόρεσε, κοίταξε επιτέλους τον εαυτό της στον καθρέπτη και έφτιαξε τα μαλλιά της, τις άγριες χρυσές μπούκλες της που έπεφταν στην πλάτη της. Με έναν τελευταίο αναστεναγμό άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς το στούντιο όπου ο νεαρός την περίμενε καθαρίζοντας μια εντυπωσιακή σειρά εργαλείων για σχέδιο και ζωγραφική.

Ο Άαρον γύρισε και σχεδόν πνίγηκε με την εικόνα της κοπέλας τυλιγμένη στη βελούδινη λευκή ρόμπα που ήταν πολύ μεγάλη της και που έμοιαζε σαν να την έλουζαν μια σειρά κύματα από ξανθιές μπούκλες. Δεν άργησε να συμπεράνει ότι αυτό ήταν το ωραιότερο θέαμα που είχαν αντικρίσει τα μάτια του και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν αυτή η αποπλανητική δύναμη που ακτινοβολούσε πλήρως η Φέιθ προερχόταν από την χάρη της φυσικής της ομορφιάς ή από το γεγονός ότι η ίδια έδειχνε να έχει πλήρη άγνοια αυτής της ομορφιάς. Καθώς στεκόταν στη μέση του δωματίου με αυτό το περίεργο βλέμμα στα μάτια της έδειχνε τόσο ανυπεράσπιστη και ταυτόχρονα τόσο επικίνδυνη που δεν μπορούσε να προσδιορίσει πως τον έκανε να αισθάνεται.

-Είσαι έτοιμη; - κατάφερε να ρωτήσει και η κοπέλα απάντησε με μια ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού της.

Ο νεαρός την πλησίασε και ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει τόσο γρήγορα που μάλλον δεν ήταν και πολύ φυσιολογικό. Πήγε να της εξηγήσει πως θα πρέπει να σταθεί όταν είδε τα μάτια της πλημμυρισμένα με δάκρυα. Αυτό ήταν το τελευταίο χτύπημα που κατέρριψε τις άμυνες του Άαρον. Χωρίς να σκεφτεί καν τις κινήσεις του, πλησίασε την κοπέλα και έκλεισε στα δυο του χέρια το πρόσωπό της με μια ευγένεια που ξάφνιασε τη Φέιθ.

-Τι συμβαίνει Φέιθ; Γιατί κλαις; - Της είπε και η Φέιθ δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προήλθε αυτός ο τρυφερός και παρηγορητικός τόνος της φωνής του. Κάποια άλλη στιγμή πιθανών να προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει την αυτοκυριαρχία της αλλά ο πόνος στο στήθος της, η απρόσμενη καλοσύνη του Άαρον και αυτό το συνεχόμενο αίσθημα λιποθυμίας που πάντα ένιωθε κοντά του, ήταν αρκετά για να εξαπολύσουν τον πόνο της.

Η κοπέλα δεν προσπάθησε να σταματήσει και έκλαιγε με λυγμούς στο στήθος του νεαρού που την κρατούσε με ανησυχία, κατάπληξη και ικανοποίηση.

-Φέιθ! - Ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει καθώς τα χέρια του έκλειναν μέσα τους τη λεπτή της φιγούρα.

-Συγχώρεσε με Άαρον - είπε με λυγμούς - θα ήθελα να μπορώ να το κάνω χωρίς να διστάζω τόσο πολύ.

-Θες να μου πεις ότι δεν θέλεις να ποζάρεις; - Ρώτησε καθώς η ζεστασιά της κοπέλας διαπερνούσε τους πόρους του - Δεν χρειάζεται να το κάνεις αν αισθάνεσαι τόσο άσχημα. Καταλαβαίνω.

-Όχι, δεν καταλαβαίνεις. Πρέπει να το κάνω είτε το θέλω είτε όχι. Χρειάζομαι αυτά τα χρήματα - είπε με το πρόσωπο κρυμμένο ακόμα στο στήθος του.

Ήταν η πρώτη φορά που τόλμαγε να πει δυνατά ότι έκανε κάτι ενάντια στη θέλησή της για τα χρήματα. Αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα αφού τώρα που το ξεστόμισε ένιωθε σχεδόν σαν πόρνη.

Ο Άαρον την άκουγε έκπληκτος. Προσπαθώντας να μην την τρομάξει, την ανάγκασε τρυφερά να τον κοιτάξει στα μάτια σηκώνοντας το σαγόνι της.

-Τι εννοείς όταν λες ότι πρέπει να το κάνεις είτε το θέλεις είτε όχι; Γιατί χρειάζεσαι τόσο απεγνωσμένα αυτά τα χρήματα;

- Ρώτησε καθώς βυθιζόταν σε αυτές τις πράσινες λίμνες που έμοιαζαν ακόμα πιο βαθιές από τα δάκρυα.

-Η μητέρα μου… έχει… έχει…, έχει καρκίνο και πρέπει να εγχειριστεί επειγόντως - είπε η κοπέλα με σπασμένη φωνή.

-Και θέλεις τα χρήματα για την εγχείριση; - Ρώτησε καθώς σκεφτόταν ότι αν τα ήθελε γι’αυτό θα έπρεπε να ποζάρει για πολλούς πολλούς πίνακες προκειμένου να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό.

-Βασικά… όχι - είπε χαμηλώνοντας τα μάτια της - Κατάφερα να συγκεντρώσω ένα καλό ποσό χάρη στα δανεικά από φίλους, κυρίως από τον πατέρα της Μίτσι, αλλά χρειάζομαι κι άλλα χρήματα για τα αεροπορικά εισιτήρια. Η μητέρα μου θα εισαχθεί μεθαύριο. Φοβάμαι πως αν φτάσω εκεί αργά θα είναι αποκαρδιωμένη και δεν θα τα καταφέρει στο χειρουργείο. Πρέπει να είμαι εκεί μαζί της, αλλά δεν μπορώ να δανειστώ άλλα χρήματα, κατάλαβες; - Και λες και πήρε νέα δύναμη μετά την εξομολόγηση του προβλήματός της, η κοπέλα απελευθερώθηκε από την αγκαλιά του και τον κοίταξε αποφασιστικά.

-Ας ξεκινήσουμε σε παρακαλώ - είπε μετακινώντας το δεξί της χέρι για να λύσει τη ζώνη της ρόμπας, αλλά ο Άαρον πιάνοντας με δύναμη το χέρι της τη σταμάτησε.

-Όχι Φέιθ, δεν θέλω να κάνεις τίποτα που σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα.

-Μα σου είπα, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η μητέρα μου - Υποστήριξε με μια απρόσμενη δύναμη.

‘Είσαι απίθανη φακιδομούρα!’ - σκέφτηκε ο Άαρον θαυμάζοντας για μια ακόμη φορά το χαρακτήρα της - ‘Εσύ που είσαι τόσο υπερήφανη, μπορείς να εξευτελίσεις τον εαυτό σου για την αγάπη που έχεις για τη μητέρα σου’.

-Περίμενε Φέιθ - της είπε χωρίς να απελευθερώνει το χέρι της - Κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι δεν έχεις κανέναν άλλον από τον οποίο θα μπορούσες να δανειστείς χρήματα - Και λέγοντας αυτό ο νεαρός πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο και επέστρεψε ξανά δυο λεπτά αργότερα δίνοντας μια επιταγή στη Φέιθ με το όνομά της.

-Τι είναι αυτό; - Ρώτησε έκπληκτη.

-Δανεικά, τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Νομίζω ότι φτάνουν για ένα ταξίδι στην Ατλάντα.

-Μα… - ψέλλισε μη πιστεύοντας στα μάτια της.

-Δεν έχει μα. Αν βιαστείς μπορεί να προλάβεις και την αποψινή πτήση.

-Μα θέλω να στο ξεπληρώσω όπως και να’χει. Άσε με να ποζάρω για την εργασία σου και τότε θα είμαστε πάτσι.

-Ήμαρτον Φέιθ! Γιατί πρέπει πάντα να είσαι τόσο ξεροκέφαλη; - Διαμαρτυρήθηκε ο Άαρον ανυπόμονα αλλά ταυτόχρονα ευχαριστημένος από το κουράγιο της κοπέλας - Πάρε αυτά τα δανεικά και μου τα επιστρέφεις όταν θα τα έχεις … εύκολα μπορώ να βρω κάποιον άλλον για την εργασία. Άντε, πήγαινε ντύσου και πήγαινε να αγοράσεις το εισιτήριο σου.

Η κοπέλα πήρε απρόθυμα την επιταγή μη ξέροντας τι να πει και εξαφανίστηκε στο μπάνιο. Πολύ σύντομα, μια άλλη Φέιθ, εντελώς διαφορετική από αυτή που μπήκε στην πολυκατοικία, βγήκε ντυμένη με το συνηθισμένο της τζην και ένα μαύρο παλτό με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό της.

-Έτοιμη; - Ρώτησε προσπαθώντας να ακουστεί φυσιολογικός.

-Ναι - είπε αστράφτοντας και χωρίς να σκεφτεί τι κάνει τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. Έχοντας τόσα στο μυαλό της και εξαιτίας της απρόσμενης ανακούφισης συνειδητοποίησε μέσα σε δευτερόλεπτα ότι αγκάλιαζε τον Άαρον Τρούμαν. Ξαφνικά, χωρίς να νιώθει αποκρουστικά, μια νέα σειρά άγνωστων αισθήσεων εξερράγησαν μέσα της. Όλα ξεκίνησαν με μια ξεκάθαρη διαίσθηση μιας αντρικής παρουσίας που πλημμύρισε τις αισθήσεις της και συνεχίστηκε με μια ευχάριστη ζεστασιά που έμοιαζε να την αναζητεί σε όλη της τη ζωή, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε παρατηρήσει.

Για τον Άαρον τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Ήταν σαν ξαφνικά όλα τα κομμάτια ενός παζλ να μπήκαν στη θέση τους. Πολύ αργότερα, οι δυο νέοι θα θυμούνταν αυτή τη στιγμή σαν μία από τις πιο έντονες της ζωής τους.

Ήταν σαν σε κλάσμα δευτερολέπτου τα παιχνίδια της ψυχής να έγιναν πραγματικότητα και κάθε ψίθυρος έγινε φωνή, κάθε όραμα εικόνα του άγνωστου παρελθόντος τους. Πρόσωπα, μέρη, μυρωδιές, μακρινοί ήχοι πλημμύρισαν το δωμάτιο και ξαφνικά ήταν σαν να βρίσκονταν στο κατάστρωμα ενός μακρινού πλοίου, στο ξέφωτο ενός δάσους, κάθονταν δίπλα σε ήρεμα νερά, έγραφαν ένα γράμμα, στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου, έτρεχαν σε σκάλες ή αγκαλιάζονταν μπροστά από ένα παλιό αυτοκίνητο.

Ήταν οι δυο τους, ο Άαρον και η Φέιθ και την ίδια στιγμή ήταν δυο ξένοι, φόραγαν διαφορετικά ρούχα, μίλαγαν με διαφορετική προφορά και εκφράσεις, ζώντας σε μια μακρινή εποχή.



-Λυπάμαι αλλά θα πρέπει να σου πω ότι μου αρέσουν οι φακίδες μου πάρα πολύ. Στην πραγματικότητα τελευταία, ψάχνω τρόπο για να αποκτήσω μερικές ακόμα.
-Φφφφφφφ! Και σίγουρα θα είσαι περήφανη για τη μικρή μυτερή σου μύτη.
-Βέβαια!
-Τον κύριο Γκράντσεστερ εννοείται; Δεν ήξερα ότι τον γνωρίσετε Δεσποινίς.
-Όχι δεν τον γνωρίζω. Ώστε ονομάζεται Γκράντσεστερ.
-Ναι, είναι ο γιος μιας αριστοκρατικής Αγγλικής οικογένειας. Σας ενόχλησε;
-Δεσποινίς, επιστρέψτε παρακαλώ στην καμπίνα σας.



-Μην μιλήσεις σε κανέναν γι’αυτό! Κατάλαβες; Αν μιλήσεις χάθηκες, μ’ακούς; Τώρα φύγε από ‘δώ. Γρήγορα!
-Συγνώμη… Δεν θα το πω σε κανέναν. Στο υπόσχομαι.


-Ξεροκέφαλη γριά! Τι γλώσσα!
-Ναι, αλλά εξαιτίας αυτού δεν θα μπορέσω να λάβω μέρος στη γιορτή του Μάη.
-Αλήθεια; … Κρίμα που δεν θα πας.
-Ναι, κρίμα. Πρέπει να είναι πολύ ωραία γιορτή με μουσική, λουλούδια, χορό.
-Ναι είναι μια καταπληκτική γιορτή.
-Πριγκίπισσα Ιουλιέτα! Θα μου χαρίσετε αυτό τον χορό;



-Αυτό το αεροπλάνο είναι από τότε που ο πατέρας μου ήταν νέος. Όταν πέταγε με αυτό, γνώρισε τη μητέρα μου και ερωτεύτηκαν.
-Τέτοια εποχή του χρόνου τα παιδιά στο σπίτι της κυρίας Πόνυ πάνε για κολύμπι και ορισμένες φορές για ψάρεμα. Τι ωραίες μέρες στην εξοχή. Θα ήθελες να πας για πικ-νικ κάποια μέρα;



-Θα μπορούσα να δω την Δεσποινίς Γουάιτ; Πρέπει να εργάζεται και να σπουδάζει εδώ, έτσι δεν είναι;
-Δείτε και μόνος σας. Έπρεπε να είναι σε αυτό το δωμάτιο.
-Σε αυτό το δωμάτιο;
-Ναι, έπρεπε να είναι εδώ και να κάνει τη βάρδιά της, αλλά προφανώς δεν έφερε εις πέρας τις υποχρεώσεις της.
-Το έσκασε από τη βάρδιά της για να πάει να με δει στο Θέατρο!



-Θα ήθελα πολύ να έρθεις στο Μπρόντγουεη για την πρεμιέρα.
-Θα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά. Πάντα θα μπορώ να βλέπω τον Τέρρυ όσο είμαστε ζωντανοί.



-Λενε ότι η Σουζάνα τον πιέζει να την παντρευτεί εξαιτίας του ατυχήματος
-Αυτό δεν είναι αγάπη!



-Μην κάνεις αυτή την τρέλα!
-Πρέπει να το κάνω. Διαφορετικά θα είμαι πάντα βάρος σε σένα και τον Τέρρυ.
-ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ!
-Να τον προσέχεις και να μην τον εγκαταλείψεις ποτέ.
-Θα σε πάω στο σταθμό.
-Όχι!
-ΘΑ ΣΕ ΠΑΩ στο σταθμό!
-Είπα όχι! Αυτό θα δυσκολέψει την κατάσταση!
-Θα θελα ο χρόνος να σταματήσει εδώ…



-Δεν θα ήταν καλύτερα να μην είχαμε συναντηθεί ποτέ;

-Τότε θα έπρεπε να απαντήσω ότι δεν καταφέρνω να τηρώ τις υποσχέσεις μου. Αν με ρώταγες πως νιώθω γι'αυτήν θα σου έλεγα ότι νιώθω εκτίμηση, ευγνωμοσύνη, ενδιαφέρον... αλλά την απόλυτη και παθιασμένη αγάπη σαν κι αυτή που ένιωσα κάποτε για σένα... σαν κι αυτή που νιώθω για σένα... Ανάθεμα την τύχη μου!

-Δεν μπορώ να το πω αυτό! Θα ήθελα να μπορώ να σου πω ψέματα, αλλά δεν μπορώ. Προσπάθησα κάποτε να σου γράψω ένα γράμμα, να σου πω ότι όλα ήταν περασμένα ξεχασμένα, αλλά δεν είχα ούτε το κουράγιο να στο στείλω. Πως θα μπορούσα να σου πω ότι είμαι ερωτευμένη με τον άντρα που θα παντρευτώ, όταν αυτό δεν είναι αλήθεια;

-Θεέ μου, ω! Θεέ μου! Ποια λάθη έκαναν οι πρόγονοί μας και τα πληρώνουμε έτσι; Γιατί αυτή η αγάπη που είναι τόσο αγνή και καλή, τόσο έντονη που ούτε ο χρόνος ούτε η απόσταση μπορεί να μετριάσει, μετατράπηκε σε αμαρτία; Γιατί να μην μπορείς να είσαι η γυναίκα μου, όταν βαθιά μέσα μου είναι η σύζυγος της καρδιάς μου; Γιατί να μου είσαι απαγορευμένη;





Η Φέιθ απομακρύνθηκε απότομα χωρίς να μπορεί να αντέξει άλλο τα επανωτά οράματα που εισέβαλλαν στην ψυχή της σαν μια σειρά ηλεκτρικών σοκ. Σήκωσε φοβισμένη το κεφάλι της και συνειδητοποίησε ότι και ο Άαρον ήταν τόσο μπερδεμένος όσο αυτή. Όσο περίεργο κι αν ήταν και οι δύο ήξεραν, χωρίς να χρειαστεί να το πουν, ότι είχαν δει τα ίδια οράματα.

Χωρίς να ξέρει τι άλλο να κάνει, η Φέιθ άρπαξε την τσάντα της και έφυγε γρήγορα από το διαμέρισμα σαν κυνηγημένη. Ο Άαρον δεν είχε τη δύναμη να τη σταματήσει. Ήταν ακόμα συντετριμμένος από τη δύναμη των συναισθημάτων που βίωσε σε αυτή την περίεργη ματιά σε έναν κόσμο, που τόσο αυτός όσο και η Φέιθ, είχαν ξεχάσει για πολύ-πολύ καιρό και που αυτή η αγκαλιά τον είχε ξυπνήσει από τον βαθύ του ύπνο.

Λίγες ώρες αργότερα, μπήκε στο δωμάτιο ο Ουώλτερ. Όλα ήταν σκοτεινά, οπότε ο άντρας υπέθεσε ότι ο ξάδελφός του είχε ξαναφύγει. Κρατώντας με δυσκολία το πορτοφόλι του στο ένα χέρι και ένα κλουβί με πουλιά στο άλλο και με μια βιντεοκάμερα να κρέμεται στο λαιμό του, ο ξανθός πέρασε ανάμεσα από τα καβαλέτα του Άαρον.

Φτάνοντας στην τραπεζαρία, ακούμπησε το φορτίο του στο έπιπλο και με ελεύθερα χέρια έψαξε για τον διακόπτη. Όταν το φως πλημύρισε το δωμάτιο ξαφνιάστηκε βλέποντας τον ξάδελφό του να κάθετε στον μαύρο καναπέ.

-Δεν ήξερα ότι είσαι εδώ! - είπε έκπληκτος - Γιατί δεν είπες τίποτα; - ρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση από τον ξάδελφο του που έμοιαζε χαμένος σε άλλη διάσταση - Άαρον… Άαρον; Μ’ακούς; - ρώτησε ξανά πλησιάζοντάς τον.

-Έ; - ανταποκρίθηκε επιτέλους ο Άαρον νιώθοντας το χέρι του Ουώλτερ στον ώμο του - Πότε γύρισες;

-Πριν λίγο, αλλά από ότι βλέπω είσαι χαμένος σε άλλο κόσμο. Τελείωσες την εργασία με την κοπέλα με τις φακίδες; - ρώτησε ο ξανθός καθώς κάθισε και τεντώθηκε δίπλα στον ξάδερφό του.

-Ε;… Όχι… - ψιθύρισε ο Άαρον μη ξέροντας τι άλλο να πει.

-Δεν ήταν ο τύπος του μοντέλου που έψαχνες για την εργασία σου;

-Όχι… όχι ακριβώς.

-Εμένα μου φάνηκε πολύ όμορφη κοπέλα…. και πολύ ευχάριστη, πράγμα δύσκολο να το βρεις σε μια όμορφη κοπέλα, αλλά μάλλον εσύ αυτά θα τα ξέρεις καλύτερα από μένα. Η ομορφιά είναι η δουλειά σου, σωστά;

-Δεν είναι αυτό… Σε αυτό θα ήταν τέλεια για την εργασία - βιάστηκε να πει ο Άαρον καθώς σηκωνόταν και για πρώτη φορά πρόσεξε τους γλάρους στο κλουβί - Αυτά τα πουλιά τι είναι;

-Είναι μέρος της μελέτης μου. Θα τα έχω μαζί μου μόνο μερικές μέρες, αλλά ολοκλήρωσε μου τι συνέβη με την κοπέλα με τις φακίδες.

-Ε.. να… δεν ήταν και πολύ καλή ιδέα να ποζάρει για την εργασία… - ψιθύρισε ο Άαρον καθώς αναρωτιόταν αν θα έπρεπε να πει στον ξάδερφό του τι είχε πραγματικά συμβεί… - Γνωριζόμασταν ήδη και.. αυτό κάποιες φορές κάνει τη δουλειά πιο δύσκολη.

-Αλήθεια; Περίεργο αλλά κατά τη γνώμη μου αυτό θα έπρεπε να κάνει τη δουλειά πιο εύκολη… ξέρεις από άποψη εχεμύθειας.

-Όχι. Η εργασία μου απαιτεί γυμνό και ένιωσε κάπως άβολα. Αυτό είναι όλο - ολοκλήρωσε ο Άαρον προσπαθώντας να μη δώσει συνέχεια στο θέμα καθώς έβαζε μια κούπα καφέ. Ακόμα όμως, οι μπερδεμένες φωνές στο μυαλό του Άαρον δεν σταμάταγαν να ηχούν, προκαλώντας του μια ανησυχία που του ήταν δύσκολο να κρύψει - ‘Ω, ναι, το χάνω στα σίγουρα’ - σκέφτηκε καθώς το σκούρο υγρό γέμιζε την κούπα.

-Κατάλαβα… αυτό είναι αλήθεια… η κοπέλα έδειχνε πολύ αθώα. Μάλλον θα πρέπει να βρεις κάποια άλλη… Α, βάλε και σε μένα λίγο καφέ σε παρακαλώ - είπε ο ξανθός πηγαίνοντας στην κουζίνα από την οποία του μίλαγε ο Άαρον.

-Θα πρέπει να δουλέψω χωρίς μοντέλο - απάντησε ο Άαρον πίνοντας μια γουλιά.

-Γιατί έτσι;

-Δεν έχω τα λεφτά να πληρώσω ένα μοντέλο - απάντησε ο σκουρομάλλης.

-Και πως ακριβώς σκεφτόσουν ότι θα πλήρωνες αυτήν την κοπέλα; - ρώτησε ο Ουώλτερ χωρίς να μπορεί να καταλάβει τον ξάδελφο του.

-Είχα τα λεφτά για να την πληρώσω… μέχρι πριν από λίγο. Τα… δάνεισα στη Φέιθ - κατέληξε ο νεαρός γυρίζοντας την πλάτη στον ξάδερφό του.

-Κάτσε… για να δω αν κατάλαβα καλά. Δεν ποζάρισε για την εργασία, αλλά της δάνεισες τα χρήματα και τώρα δεν έχεις άλλα για να πάρεις άλλο μοντέλο. Ειλικρινά δεν σε καταλαβαίνω. Από πότε σταμάτησες να είσαι ο Άαρον Τρούμαν, Κύριε Υπεροψία; Δεν είσαι εσύ αυτός.

-Μην με ρωτάς. Ούτε εγώ με αναγνωρίζω - είπε ο Άαρον περνώντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά του που έφταναν μέχρι την πλάτη του, ένα σημάδι νευρικότητας.

Ο Ουώλτερ έμεινε σιωπηλός για λίγο κοιτάζοντας εξεταστικά τον ξάδερφό του και μετά είπε:

-Ξέρεις κάτι αδερφέ μου; Την τελευταία φορά που έκανα κάτι τέτοιο για γυναίκα, κατέληξα να την παντρευτώ.. Κακό σημάδι αυτό φίλε μου… πολύ κακό σημάδι… - είπε ο Ουώλτερ με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό του.

-Δεν είσαι καθόλου αστείος και ούτε νομίζω ότι η γυναίκα σου θα ήθελε να σε ακούσει να μιλάς έτσι - απάντησε ο Άαρον με μια έκφραση που έκανε ξεκάθαρο στον ξάδερφό του ότι άγγιξε ένα ευαίσθητο σημείο.

-Μην είσαι τόσο μυγιάγγιχτος. Ένα αστείο ήταν. Ξέρεις πολύ καλά ότι λατρεύω τη Νάνση και όταν θα σταθείς κι εσύ τυχερός να βρεις την κατάλληλη γυναίκα τότε θα με καταλάβεις. Δώσε μου την κούπα με τον καφέ, είμαι κομμάτια.

Κι εκεί τελείωσε η συζήτηση για την Φέιθ Σέρμαν… αλλά όχι και η σύγχυση του Άαρον που δεν ήξερε τι του προκαλεί περισσότερη ανησυχία. Το γεγονός ότι η Φέιθ ανησυχούσε τόσο για την υγεία της μητέρας της ή οι περίεργες στιγμές που είχε ζήσει με την κοπέλα πριν από λίγες ώρες.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:35 pm



Η Φέιθ έπρεπε να προσπαθήσει πολύ να συνέλθει από αυτή την εμπειρία. Αλλά η προτεραιότητα εκείνη τη στιγμή ήταν η εγχείριση της μητέρας της οπότε δεν είχε άλλη επιλογή από το να σηκωθεί χαράματα και να επιβιβαστεί στην πρώτη πτήση για Ατλάντα. Ευτυχώς η κοπέλα έφτασε εγκαίρως για να είναι με τη μητέρα της πριν το χειρουργείο αλλά το εύθραυστο κορμί της Σάρα, τόσο ταλαιπωρημένο μετά από 20 χρόνια προβλημάτων υγείας, κατάφερε να επιβιώσει μόνο 48 ώρες μετά το χειρουργείο.

Κι έτσι, καθώς η μέρα σηκωνόταν εκείνο το κρύο πρωινό του Νοεμβρίου, το χέρι της Σάρα Σέρμαν γλίστρησε από το χέρι της κόρης της και δεν το ξανάγγιζε ποτέ. Η Φέιθ ένιωσε τον ζεστό αποχαιρετισμό της μητέρας της καθώς τη θέση της ζεστασιάς του δέρματός της, την έπαιρνε η παγωνιά του θανάτου. Παραδόξως η νεαρή δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ, ούτε είπε λέξη. Κάποια συναισθήματα είναι υπεράνω δακρύων.

Το μόνο που είχε απομείνει ήταν οι σκληρές και ψυχρές διαδικασίες της προετοιμασίας της κηδείας. Με ένα σθένος που την ξάφνιασε, η κοπέλα κανόνισε όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες και ειδοποίησε φίλους και συγγενείς. Οι αμέσως επόμενες μέρες πέρασαν σαν σε όνειρο μέσα σε μια θολούρα. Μπορούσε να αναγνωρίσει μόνο μερικούς από τους θείους και τα ξαδέρφια της που είχαν απομακρυνθεί μετά την οικονομική καταστροφή της οικογένειας. Γι’αυτήν η παρουσία μερικών παλιών συμμαθητών και μερικών παιδιών και γονέων από το σχολείο για άτομα με ειδικές ανάγκες που δούλευε εθελοντικά, είχε μεγαλύτερη βαρύτητα, όπως και η απαρέγκλιτη υποστήριξη της Μισέλ που είχε φύγει από τη Νέα Υόρκη και είχε τρέξει δίπλα στη φίλη της αμέσως μόλις έμαθε για τα αποτελέσματα του χειρουργείου. Παρόλα αυτά ούτε όταν την αγκάλιασε η Μισέλ που εμφανίστηκε στην κηδεία, η κοπέλα δεν ξέσπασε σε κλάματα.

Η Μισέλ έμεινε με τη φίλη της και τις δυο βδομάδες που χρειάστηκαν για να διευθετηθούν οι νομικές διαδικασίες που προέκυψαν από το θάνατο της μητέρας της Φέιθ και κανένα από τα παρακάλια της Φέιθ για να γυρίσει στη Νέα Υόρκη, ώστε να μην χάνει τα μαθήματά της, δεν ήταν ικανά να τη μεταπείσουν. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, η Φέιθ βρήκε μια παλιά φίλη της μητέρας της και την έβαλε να προσέχει το σπίτι των Σέρμαν που θα παρέμενε άδειο μέχρι η νεαρή να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτό. Έτσι μόλις διευθέτησε και τις τελευταίες λεπτομέρειες, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού στο οποίο είχε μεγαλώσει, κουβαλώντας έναν τεράστιο σάκο με τιμαλφή και μελαγχολικά αναμνηστικά και έφυγε και πάλι για τη Νέα Υόρκη συνοδευόμενη από τη φίλη της.

Μόλις επέστρεψε, η κατάθλιψη δεν άργησε να εμφανιστεί. Η Φέιθ συνέχισε να είναι δυνατή αλλά όλες τις οι προσπάθειες δεν ήταν αρκετές για να κοροϊδέψουν τη Μίτσι. Η κοπέλα σκέφτηκε πως αφού η Φέιθ είχε επιλέξει να παραμείνει σιωπηλή παρά την απώλεια και τη θλίψη της, το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να σεβαστεί την απόφασή της και απλά να σταθεί δίπλα της, παρούσα και διαθέσιμη για ότι κι αν χρειαζόταν η ξανθιά για να απαλύνει το φορτίο της.

Όσο καλές προθέσεις κι αν είχε η Μίτσι, δεν ήταν κι εύκολο να προσέχει την Φέιθ αφού η ξανθιά επέμενε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τους άλλους παρά για την πληγωμένη της καρδιά. Είχαν περάσει μόλις δυο μέρες από την επιστροφή τους στη Νέα Υόρκη και η Φέιθ ήδη επέμενε ότι η Μισέλ θα πρέπει να βγει έξω χωρίς αυτήν.

-Νομίζω ότι πρέπει να δεχτείς την πρόσκληση του Τζων - είπε απλά, ανοίγοντας ένα σακουλάκι κρέμας που ήθελε να μαγειρέψει - Πάντα σου άρεσε αυτός ο τύπος, έτσι δεν είναι;

-Ναι.. αλλά… δεν θέλω να σε αφήσω μόνη σου, ειδικά τώρα που μόλις γυρίσαμε - απάντησε η Μίτσι ξαπλώνοντας στον καναπέ και παρακολουθώντας τηλεόραση με το δικό της στυλ, δηλαδή αλλάζοντας συνέχεια κανάλια χωρίς να παρακολουθεί κανένα από αυτά.

-Όχι. Αυτό που θέλω είναι να με αφήσεις μόνη μου για λίγο. Για την ακρίβεια έχω πολύ διάβασμα γιατί έχω μείνει πίσω και εσύ όλη μέρα στο διαμέρισμα δεν με αφήνεις να συγκεντρωθώ.

-Εγώ δεν σε αφήνω να συγκεντρωθείς; - ρώτησε η Μίτσι τάχα προσβεβλημένη - Μήπως αυτό που δεν σε αφήνει να συγκεντρωθείς είναι τα 18 μηνύματα που άφησε ο Άαρον Τρούμαν στον τηλεφωνητή; - της πέταξε η Μίτσι κοροϊδεύτηκα.

Η Φέιθ αποτράβηξε τα μάτια της από τη Μίτσι και προσποιήθηκε ότι έλεγχε τις φράουλες που ήταν έτοιμες να χαλάσουν.

‘Άαρον... Άαρον’ - σκέφτηκε το κορίτσι χωρίς να ακούει τη φίλη της που την πείραζε από την ίδια θέση μπροστά από την τηλεόραση. Οι άσχημες περιστάσεις την είχαν αναγκάσει να στριμώξει αυτή τη σκέψη σε μια γωνιά του μυαλού της. Εκεί που βάζουμε τις σκέψεις που προσπαθούν να ξεπεράσουν τα συναισθήματά μας. Ωστόσο, έφτανε κατά την επιστροφή της στη Νέα Υόρκη να ακούσει τη σειρά μηνυμάτων του στον τηλεφωνητή, για να συνειδητοποιήσει ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Άαρον και την αμήχανη ανάμνηση των όσων είχαν συμβεί στο διαμέρισμά του.

-Δεν θα μου απαντήσεις, ε; Αυτό είναι σοβαρό - μουρμούρισε η Μίτσι όπως σηκωνόταν από τον καναπέ.

-Για όνομα του Θεού ΣΗΚΩΣΕ ΤΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΣ ΣΤΟΝ ΤΖΩΝ ότι δέχεσαι την πρόσκλησή του! - φώναξε η Φέιθ και έβγαλε τη γλώσσα έξω και η μελαχρινή απάντησε με μια κοροϊδευτική κίνηση του χεριού της. Λίγο αργότερα η Μίτσι ήταν έτοιμη να βγει έξω.

-Πήρες τα κλειδιά σου; - ρώτησε η Φέιθ ρίχνοντας μια τελευταία ματιά έγκρισης στη φίλη της.

-Μάλιστα Δεσποινίς Σέρμαν, μην ανησυχείτε - είπε η Μίτσι φιλώντας την για καληνύχτα και έφυγε βιαστικά.

Μόλις έμεινε μόνη της η κοπέλα γύρισε στην κουζίνα. Το γάλα που είχε στην κατσαρόλα για την κρέμα φράουλα ήταν έτοιμο να ζεσταθεί. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το κουδούνι της πόρτας. Με έναν εκνευρισμένο αναστεναγμό η Φέιθ πήγε στην εξώπορτα σίγουρη ότι για μια ακόμη φορά η συγκάτοικός της την είχε αγνοήσει και τα είχε ξεχάσει όλα.

Καθώς ανησυχούσε ότι θα χυθεί το γάλα, η Φέιθ έτρεξε στην εξώπορτα. Άνοιξε την πόρτα με το κεφάλι γυρισμένο κοιτάζοντας την κουζίνα και αμέσως μόλις άφησε το σύρτη ξαναέτρεξε στην κουζίνα.

-Σου είπα να μην ξεχάσεις τα κλειδιά σου. Εσύ θα φταις αν μου χαλάσει το γλυκό - φώναξε καθώς γύριζε στην κουζίνα.

Η κοπέλα ξεφύσησε με ανακούφιση καθώς έφτασε εγκαίρως και κατέβασε το γάλα από τη φωτιά πριν χυθεί. Μέσα στην ανησυχία της για το γλυκό δεν πρόσεξε ότι τα βήματα που την ακολούθησαν δεν ήταν της Μίτσι. Η πόρτα είχε κλείσει.

-Αν μου είχες δώσει κλειδιά του σπιτιού σου φακιδομούρα, σίγουρα δεν θα τα είχα ξεχάσει, αλλά μιας και δεν θυμάμαι να ήμουν τόσο τυχερός … μέχρι τώρα… - απάντησε η φωνή πίσω από την πλάτη της Φέιθ. Η κοπέλα κοκάλωσε και άφησε το περιεχόμενο να χυθεί από την άκρη της κατσαρόλας. Μια λεπτή ροζ γραμμή χύθηκε σαν αποτέλεσμα της πτώσης.

Πέρασαν πολλά δευτερόλεπτα και η κοπέλα ακόμα δεν έβρισκε το κουράγιο να γυρίσει και να αντικρύσει τον ιδιοκτήτη αυτής της φωνής. Υπό άλλες συνθήκες, η Φέιθ θα είχε γυρίσει και θα είχε απαντήσει με ένα ειρωνικό αστείο, αλλά για μια ακόμη φορά η κοπέλα δεν ήταν ο εαυτός της στην παρουσία του Άαρον, μετά από την τελευταία τους συνάντηση. Ξαφνικά ήταν αρκετό να ακούσει έστω και μία πρόταση από τα χείλη του και το λεπτό φράγμα που συγκρατούσε τη λύπη της έσπασε απελευθερώνοντας τα δάκρυα της.

Ο Άαρον πρόσεξε ότι η αδύνατη φιγούρα της τρανταζόταν δυνατά και ένας λυπημένος στεναγμός γέμισε το δωμάτιο. Η Φέιθ έκλαιγε με αναφιλητά. Μόλις ο νεαρός συνειδητοποίησε τι συνέβαινε του πήρε μόνο ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να τρέξει δίπλα της και να την ακουμπήσει απαλά στον ώμο.

-Για το Θεό, Φέιθ! Τι συνέβη; - ρώτησε ο Άαρον σε πλήρη εγρήγορση από το ξαφνικό ξέσπασμα. Κάτι στον αέρα του έλεγε ότι επρόκειτο για έναν αβάσταχτο πόνο, τόσο δυνατό, που άρχισε να τον πληγώνει πριν του πει τι συνέβαινε.

-Η μητέρα μου… - κατάφερε να εξηγήσει με λυγμούς.

-Τι συμβαίνει με τη μητέρα σου; Είναι ακόμα αδύναμη από την εγχείριση; - ρώτησε μη περιμένοντας μια πένθιμη απάντηση.

-Πέ.. πέθανε… είμαι ολομόναχη - απάντησε η νεαρή και ο Άαρον ενστικτωδώς τράβηξε το λεπτό σώμα της στο στήθος του ξεχνώντας ότι για μια ακόμη φορά θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με περίεργες εμπειρίες όπως την τελευταία φορά που βρέθηκαν τόσο κοντά.

Η Φέιθ από την άλλη, που επιτέλους ξέσπαγε όλη τη λύπη της, γύρισε και χώθηκε στην αγκαλιά του νεαρού. Άξαφνα της φαινόταν ότι το να γέρνει στο στήθος του Άαρον ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο και η αγκαλιά του το κατάλληλο μέρος για να αφήσει τον πόνο που την έπνιγε από το πρωινό που πέθανε η μητέρα της.

Πέρασε αρκετή ώρα όπου το μόνο που ακουγόταν στην ησυχία του διαμερίσματος ήταν το κλάμα τη Φέιθ που καταπνιγόταν στο δερμάτινο μπουφάν του Άαρον. Κι ενώ η κοπέλα άνοιγε τον σάκο με τον πόνο της να αδειάζει μια και για πάντα, η ζεστασιά της Φέιθ διείσδυε αργά στο σώμα του Άαρον και τα μάτια της ψυχής του άρχισαν να αντιλαμβάνονται μορφές και χρώματα που φώναζαν μέσα του.

Ξαφνικά του φάνηκε ότι είχε σταθεί σε εκείνο το μέρος πολλές φορές. Ίσως τα χρώματα στους τοίχους να ήταν διαφορετικά, κάποιες λεπτομέρειες, ή τα στόρια στα παράθυρα να μην υπήρχαν εκεί. Όπως και να έχει, θα ορκιζόταν ότι αυτό το μέρος του ήταν πολύ οικείο. Τόσο όσο και η ζεστασιά της γυναίκας που κρατούσε στην αγκαλιά του. Όσο το κλάμα της Φέιθ καταπραΰνονταν, η αίσθηση του deja vu γινόταν πιο δυνατή και μετατρεπόταν σε μελαγχολία.

Μετά από αρκετή ώρα ξεσπάσματος η νεαρή χαλάρωσε το αγκάλιασμά της μπερδεμένη από την ανεξήγητη αδυναμία της. Ο Άαρον της χαμογέλασε με έναν τρόπο που δεν είχε ξαναδεί ενώ έψαχνε για ένα χαρτομάντιλο.

-Να, πάρε αυτό - ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει μη γνωρίζοντας τι άλλο θα μπορούσε να πει στην άσχημη είδηση του θανάτου της μητέρας της - Λυπάμαι… πραγματικά… δεν είχα φανταστεί μια τέτοια εξέλιξη.

-Έγιναν όλα τόσο γρήγορα - απάντησε η Φέιθ με φωνή που μόλις ακουγόταν καθώς σκούπιζε τα μάτια της - Μόλις που υπήρχε χρόνος να οργανώσω τα πράγματα μετά τον… αφού έφυγε.

-Οι συγγενείς σου θα πρέπει να σε βοήθησαν - υπέθεσε ο Άαρον που δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον μπέρδευε περισσότερο. Η περίεργη ατμόσφαιρα αυτού του μέρους, το γεγονός ότι η μητέρα της Φέιθ είχε πεθάνει ή το ότι αυτή τον αγκάλιασε και έκλαψε στην αγκαλιά του λες και ήταν κάποιος σημαντικός άνθρωπος στη ζωή της.

-Μπα… όχι ιδιαίτερα - είπε παίρνοντας μια βαθειά ανάσα - Είχαμε μόνο μακρινούς συγγενείς και δεν ήμασταν ποτέ πολύ δεμένοι, ακόμα περισσότερο από τότε που πέθανε ο πατέρας μου και η οικονομική μας κατάσταση χειροτέρεψε.

-Κλασικά! Ωστόσο δεν θα έπρεπε να ανησυχείς και τόσο. Πιστεύω ότι έχεις αρκετούς πραγματικούς φίλους εδώ. Το ξέρω ότι έχεις - σχολίασε και ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα παρεμφερές με ζήλια.

-Ευχαριστώ… και συγνώμη που ήμουν τόσο συναισθηματική… Δεν ξέρω τι με έπιασε… Σχετικά με τα χρήματά σου…

-Μην το αναφέρεις… με προσβάλεις - απάντησε σοβαρεύοντας και αυτή σκέφτηκε αμέσως πόσο όμορφος ήταν με αυτό το σοβαρό ύφος στο πρόσωπό του.

-Και πάλι ευχαριστώ… θα… - ψιθύρισε καθώς κάθε λεπτό ένιωθε και περισσότερο νευρική συνειδητοποιώντας ότι ήταν αναπόφευκτο να μιλήσουν για όσα είχαν συμβεί πριν το ταξίδι της στην Ατλάντα - …θα ήθελα να σου προσφέρω κάτι… έναν καφέ ή ένα τσάι; - ρώτησε χωρίς να μπορεί να αντέξει το βλέμμα του.

-Ένα τσάι θα ήταν ότι πρέπει - είπε και η Φέιθ παρατήρησε ότι κοίταζε διαρκώς το μέρος σαν να προσπαθούσε να αναγνωρίσει κάτι.

Η Φέιθ τον συνόδεψε στο σαλόνι και σε λίγη ώρα κάθονταν αντικριστά, πίνοντας τσάι και αναρωτιόντουσαν ποιος από τους δύο θα έκανε το πρώτο βήμα σε αυτή την αμήχανη κατάσταση.

-Ωραίο μέρος - της είπε για να σπάσει την σιωπή - Αν και πρέπει να είναι λίγο ακριβό.

-Στην πραγματικότητα δεν είναι ιδικό μου, αλλά της Μίτσι. Είμαι φιλοξενούμενη και καμιά φορά και μαγείρισσα… αν και νομίζω ότι συχνά η Μισέλ τρώει και πάλι από την καντίνα του σχολείου. Είναι τόσο καλή και το κάνει στα κρυφά για να μην με κάνει να αισθανθώ άσχημα.

-Το τσάι δεν είναι τόσο άσχημο φακιδομούρα - της είπε χαμογελώντας πλατιά για πρώτη φορά μπροστά της.

-Σε ευχαριστώ.

Και πάλι ησυχία, αυτή τη φορά βαθύτερη από την προηγούμενη. Η Φέιθ άρχισε να στριφογυρίζει το χαρτομάντιλο που κρατούσε ακούγοντας τους κτύπους της καρδιάς της μέχρι τα αυτιά της.

-Βρήκα τα μηνύματά σου - είπε μετά από λίγο.

-Εεε… Ανησυχούσα γιατί ήσουν πολύ λυπημένη εκείνη την ημέρα. Ήθελα να μάθω τι απέγινε με τη μητέρα σου. Ρώτησα και κάποιους από τους συμμαθητές σου αλλά δεν ήξεραν τίποτα και η Μισέλ είχε φύγει εκτός πόλης χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν.

-Ήρθε στην Ατλάντα αμέσως μόλις το έμαθε. Για να λέμε την αλήθεια, δεν ξέρω τι θα είχα κάνει χωρίς αυτήν εκείνες τις μέρες - απάντησε παίρνοντας μια βαθειά ανάσα.

-Πότε γυρίσατε; - τη ρώτησε και η Φέιθ συνειδητοποίησε ότι του όφειλε μια εξήγηση που δεν τον πήρε τηλέφωνο.

-Πριν λίγες μέρες. Συγνώμη που δεν σε πήρα… απλά…

-Μην το συζητάς. Καταλαβαίνω ότι δεν είχες διάθεση να μου μιλήσεις… ειδικά μετά…

Η κοπέλα κράτησε την αναπνοή της και προσευχόταν στο Θεό να αποφύγει το θέμα, αλλά ήξερε ότι αυτό δεν ήταν πια εφικτό.

-…μετά από όσα συνέβησαν εκείνο το απόγευμα στο σπίτι μου - ολοκλήρωσε σε την ίδια νευρικότητα που είχε και η Φέιθ.

-Δεν καταλαβαίνω σε τι αναφέρεσαι - απάντησε και σηκώθηκε απότομα χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί αντιδρούσε έτσι.

-Μην μου απαντάς έτσι. Ίσως να είναι το πιο τρελό και παράλογο πράγμα που έχω φανταστεί αλλά είμαι σίγουρος ότι ένιωσες τα ίδια που ένιωσα κι εγώ. Μην με ρωτάς πως το ξέρω, αλλά το ξέρω με όλη τη σιγουριά του κόσμου - είπε ο Άαρον επανακτώντας το συνηθισμένο σκληρό του βλέμμα.

-Ε, τώρα ξέρω ότι είσαι τρελός - του απάντησε αμυντικά γυρίζοντάς του την πλάτη. Μέσα της, η ανεξέλεγκτη δύναμη των εικόνων που είχε δει εκείνη την ημέρα άρχισαν και πάλι να την καταθλίβουν. Με κάθε άγγιγμα, οι συσχετισμοί που είχε κάνει τις επόμενες μέρες μεταξύ των οραμάτων της και κάποιων γεγονότων από τη ζωή της την ενοχλούσαν όλο και πιο πολύ.

-Ώστε με θεωρείς τρελό - ο Άαρον γύρισε αφήνοντας κι αυτός τον καναπέ - Λοιπόν τώρα θα σου δείξω κάτι για να σου παραθέσω τον βαθμό της τρέλας μου.

Λέγοντας αυτά ο νεαρός πήρε μια συλλογή σχεδίων που είχε φέρει μαζί του και είχε αφήσει στην είσοδο. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ο Άαρον έδειχνε στα έκπληκτα μάτια της Φέιθ μια μεγάλη συλλογή σχεδίων και ζωγραφιών που είχαν φτιαχτεί με διαφορετικές τεχνικές. Αυτό που την μπέρδευε περισσότερο ήταν το γεγονός ότι όλα αυτά τα σχέδια ήταν δικά της πορτραίτα. Με μια κίνηση του χεριού του, την προσκάλεσε να έρθει να τα δει από κοντά. Με ελαφρώς τρεμάμενα χέρια η Φέιθ τα εξέτασε προσεχτικά και προς μεγάλη της έκπληξη συνειδητοποίησε γυρίζοντας τις σελίδες, ότι κάποια από αυτά τα σχέδια ήταν κατά τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας. Άσχετα με την ηλικία, η ομοιότητα ήταν εκπληκτική.

-Τι σημαίνουν αυτά τα σχέδια; - ρώτησε με αδύναμη φωνή - Θες να μου πεις ότι ζωγραφίζεις μόνο εμένα από τότε που γνωριστήκαμε;

-Όχι και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ξεκίνησα αυτά τα σχέδια πριν χρόνια, πολύ πριν σε γνωρίσω - είπε παρατηρώντας τα πράσινα μάτια της προσπαθώντας να μην χάσει καμία λεπτομέρεια της αντίδρασής της καθώς άκουγε την εξομολόγηση του.

-Θες να μου πεις ότι με είχες δει πριν με συναντήσεις; - Ρώτησε το κορίτσι καθώς ένα μέρος της ήθελε να πιστέψει τα τρελά πράγματα που της έλεγε ο Άαρον και το άλλο μέρος της δεν την άφηνε να τον εμπιστευτεί ακόμα.

-Ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται παράλογα, αλλά έτσι είναι. Κοίτα τις ημερομηνίες στο κάτω μέρος των σχεδίων, και εκτός από αυτό κοίτα πως έχει αλλάξει η τεχνική με τα χρόνια… Τα παλιότερα είναι με μολύβι σε χαρτί που έχει κιτρινίσει από τον καιρό. Τα σκίτσα είναι ίδια με τα υπόλοιπα σχέδια, αλλά όχι τόσο αληθινά ή με τόση λεπτομέρεια όσο αυτά με πιο πρόσφατες ημερομηνίες.

Η Φέιθ έμεινε μουδιασμένη για λίγο ακόμα, κοιτώντας τα σχέδια όπου απεικονιζόταν σε ηλικία οκτώ ετών.

-Που με είχες δει; - ρώτησε τελικά αλλά φοβόταν για την απάντηση που θα της έδινε ο Άαρον.

-Στα όνειρά μου - απάντησε νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό του καθώς έκατσε δίπλα της.

Επιτέλους το είπε. Φοβόταν τόσο πολύ αυτή τη στιγμή, που κάθε φορά που είχε καλέσει τη Φέιθ κατά τη διάρκεια της απουσίας της χωρίς να παίρνει απάντηση, εν μέρει ένιωθε ανακουφισμένος, γνωρίζοντας ότι η στιγμή της εξομολόγησης δεν είχε έρθει ακόμα. Αλλά τώρα το είχε πει, και ήταν έτοιμος για ό,τι απάντηση και αν έπαιρνε. Ίσως τη δυσπιστία της και την απόρριψή της. Ο Άαρον ένιωσε το αίμα του να σταματάει στις φλέβες του.

-Πίστευα κι εγώ ότι σε είχα ξαναδεί… αλλά πρέπει να παραδεχτώ, όχι με τόση ακρίβεια - είπε εκπλήσσοντας τον Άαρον με την απάντησή της - Εδώ, σε είχα δει εδώ - είπε δείχνοντας το μέτωπό της, προσπαθώντας να εξηγήσει ότι τον είχε δε με τα μάτια της ψυχής της - Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα.

-Πες μου. Σε αυτό το σημείο είμαι διατεθειμένος να πιστέψω τα πιο τρελά πράγματα.

-Ακολούθησέ με - του είπε απαλά παίρνοντάς τον από το χέρι και οδηγώντας τον σε ένα από τα δωμάτια του διαμερίσματος.








libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:40 pm


Το λεπτό χέρι της Φέιθ γύρισε το κλειδί του δωματίου, αυτού που απέφευγε να μπει από τότε που επέστρεψε στη Νέα Υόρκη. Στο άλλο της χέρι μπορούσε ξεκάθαρα να νιώσει τη δυσκολία του Άαρον να μπει στο δωμάτιο. Δεν χρειαζόταν να τον δει στα μάτια για να καταλάβει ότι μια σειρά από κρυφούς πόνους ξύπναγαν μέσα του και διαπερνούσαν σιγά-σιγά τους πόρους του δέρματός του.

Ο Άαρον άφησε το χέρι της Φέιθ και τα μάτια του γέμισαν με εικόνες προερχόμενες από σκοτεινές μέρες ενός παρελθόντος που ήταν δικό του χωρίς να είναι δικό του. Οι πίνακες στους τοίχους, ο χάρτης, η προτομή, τα βιβλία, τα εργαλεία γραφής… πήρε αμέσως στα χέρια του το πρες παπιέ σε σχήμα πυραμίδας και ένιωσε ξανά ένα σφίξιμο στο στήθος του.

-Σε έχω ξαναδεί εδώ - είπε σπάζοντας τη σιωπή - Στην αρχή ήσουν ένα θολό όραμα που νόμιζα ότι ήταν αποτέλεσμα της κούρασης ή της παιδιάστικης φαντασίας μου… Εμφανίστηκες την πρώτη μέρα που μπήκα στο δωμάτιο, αλλά και πάλι δεν σε αναγνώρισα. Ο καιρός πέρναγε και τα οράματα επέστρεφαν αλλά ποτέ δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό σου. Ωστόσο, ήξερα ότι το άτομο που έβλεπα στο μυαλό μου, ήταν ο ιδιοκτήτης αυτού του δωματίου πριν πολλά χρόνια. Μετά οι εικόνες έγιναν πιο συγκεκριμένες… και μετά σε είδα στο μάθημα του καθηγητή Άντερσον… αλλά και πάλι δεν κατάλαβα ότι ήσουν εσύ… Ήταν εκείνη την ημέρα στο διαμέρισμά σου που κατάλαβα… αλλά γνωρίζοντάς το με τρόμαζε, γιατί ακόμα και τώρα δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εσύ, ή το άτομο που κάποτε ήσουν, έγραψε αυτό το ημερολόγιο - εξήγησε παίρνοντας το δερμάτινο βιβλίο που φύλαγε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης - Ίσως αν το διαβάσεις να καταλάβεις καλύτερα ποιοι πραγματικά είμαστε.

Ο Άαρον πήρε το βιβλίο και δεν χρειάστηκε να διαβάσει πολύ για να νιώσει τη λύπη με την οποία ήταν εμποτισμένη η κάθε σελίδα και μετατρεπόταν σε πίκρα όσο οι τελευταίες σελίδες πλησίαζαν.




Ο γιατρός μου έδωσε έναν χρόνο ζωής και δεν μπορούσε να μην νιώσει έκπληκτος από την ψυχρότητα με την οποία δέχτηκα το νέο.

-Λυπάμαι που πρέπει να σου ανακοινώσω έτσι τέτοια νέα. Είσαι ακόμα νέος αλλά υποθέτω ότι θα ήθελες να τακτοποιήσεις τις εκκρεμότητές σου εγκαίρως. Ποιος ξέρει, ίσως να καταφέρουμε να καταπολεμήσουμε την ασθένεια μέσα σε αυτό το διάστημα.

-Δεν θα το ήθελε κάτι τέτοιο ο Θεός - απάντησα και νομίζω ότι πίστεψε ότι έχανα τα λογικά μου - Ένας ολόκληρος χρόνος είναι πολύ μεγάλος για μένα. Αλλά εκτιμώ την έγνοια σας. Θα τακτοποιήσω τις υποθέσεις μου ώστε η σύζυγός μου να συνεχίσει να έχει φροντίδα όταν θα έχω φύγει.

Από εκείνη την ημέρα είμαι απασχολημένος ώστε όλα να ρυθμιστούν. Ο μεγαλύτερος γιος του Ρόμπερτ με βοήθησε αρκετά. Του έχω εμπιστοσύνη ότι θα φροντίσει, η σύζυγός μου να έχει πάντα ότι χρειαστεί. Σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να εργάζομαι πια και περνώ το χρόνο μου σε αυτό το δωμάτιο ή απομονωμένος στην κρεβατοκάμαρά μου. Κάποιες φορές ο πόνος είναι αφόρητος αλλά δεν συγκρίνεται με τον πόνο της ψυχής μου… και αυτόν τον πόνο τον έχω αντέξει για περισσότερα από είκοσι χρόνια… Τι άλλο έμεινε; Άλλωστε το σώμα μου τώρα υποφέρει από την παλιότερη κατάχρηση αλκοόλ. Όσο για τον πόνο της καρδιάς… αυτόν τον οφείλω στα λάθη μου και στη μοίρα που δεν με ευνόησε ποτέ.



Σήμερα τελικά έγραψα το τελευταίο μου γράμμα στον Άλμπερτ. Ήταν δύσκολο να πω το τελευταίο αντίο στον μοναδικό καλό φίλο που είχα σε αυτή τη ζωή. Τον μόνο που γνωρίζει κάθε γωνιά της μικρής άτυχης καρδιάς μου. Τι ειρωνεία! Και να σκεφτείς ότι σε εκείνο το σημείο τον μισούσα με όλη μου τη δύναμη… αλλά αυτά που συνέβησαν στην πορεία, μας ένωσαν με δεσμούς πολύ δυνατότερους από αυτούς που κάποτε μας συνέδεσαν. Εκείνη, που ευλογούσε με καλοσύνη ότι κι αν άγγιζε, ακόμα και όταν έφυγε από αυτή τη ζωή, κατάφερε να αφήσει την αίσθησή της και να ενώσει τον Άλμπερτ κι εμένα για πάντα. Ίσως ο Θεός να το θελήσει σε έναν άλλον πλανήτη, σε μια άλλη ύπαρξη, οι τρεις μας να είμαστε φίλοι χωρίς τους δεσμούς τους πάθους που κάποτε μας χώρισαν.

Όταν λάβει το γράμμα σίγουρα θα προσπαθήσει να έρθει, αλλά είμαι βέβαιος ότι όταν φτάσει, δεν θα είμαι πια εδώ. Ακόμα κι αν το γράμμα φτάσει πριν πεθάνω, το να διανύσει τον Ειρηνικό Ωκεανό και μετά να έρθει από την δυτική ακτή θα πάρει πολύ χρόνο. Παρόλο που θα ήθελα να τον δω, ίσως είναι καλύτερα έτσι. Ξέρω ότι ο θάνατός μου θα του ραγίσει την καρδιά και η απουσία μου θα τον κάνει να νιώθει ακόμα πιο μόνος. Πόσο θα μου άρεσε να είχε βρει μια γυναίκα να αγαπήσει ύστερα από όσα έγιναν... αλλά δεν μπορώ να τον κατηγορήσω που άφησε τη νιότη του να φύγει με τη θύμησή της, αφού κι εγώ ακριβώς το ίδιο έκανα. Πόσο θα ήθελα τα πράγματα να ήταν διαφορετικά τουλάχιστον για εκείνον!



Η σύζυγός μου είναι απαρηγόρητη. Στην αρχή σκέφτηκα να της το κρύψω, αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι αργά ή γρήγορα θα καταλάβαινε την αλήθεια. Κι έτσι δεν είχα άλλη επιλογή από το να της το πω.

Ξέρω ότι η καρδιά της σπάει σε κομματάκια όταν με βλέπει σε αυτή την κατάσταση και επιπρόσθετα με τον πόνο της, ξέρω ότι τρέμει στην ιδέα να μείνει μόνη. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, είμαι ο μόνος άνθρωπος στον οποίο βασίζεται. Αλλά, όσο παράδοξο κι αν είναι, τολμώ να πω ότι ο θάνατός μου θα είναι η πρώτη ευκαιρία στη ζωή της που η καημένη μου σύζυγος θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Χωρίς την μητέρα της ή εμένα για να βασίζεται, η Σουζάνα θα πρέπει να μάθει να ελέγχει τα χαλινάρια της ζωής της.

Κάποιες φορές πιστεύω ότι ο γάμος μας αντί να της προσφέρει σταθερότητα και δύναμη όπως πίστευα ως ένα σημείο, συνέβαλε μόνο στο να την κάνει πιο παραιτημένη και ανασφαλή… πάντα εξαρτημένη και ανικανοποίητη. Ξέρω πολύ καλά ότι φέρω κι εγώ μέρος της ευθύνης αφού δεν μπόρεσα να της δώσω αυτό που πάντα ήθελε. Πιθανών η έλλειψη θέλησης να το κάνω… δεν ξέρω. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι μετανιώνω για το κακό που της έκανα, αλλά τώρα είναι αργά για να επανορθώσω. Σε τελική ανάλυση, δεν ήμουν μόνο ο θύτης της αλλά και το θύμα της. Νομίζω ότι είμαστε πια πάτσι αφού και οι δυο πήραμε μέρος στη δόμηση της κοινής μας δυστυχίας.





Ο Άαρον έκλεισε με θόρυβο το βιβλίο και το άφησε να πέσει στο γραφείο. Έφερε νευρικά τα χέρια του στους κροτάφους του σαν να προσπαθεί να απελευθερώσει το μυαλό του από διάφορες εικόνες που τριγύριζαν.

-Αισθάνεσαι άσχημα; - Ρώτησε με ενδιαφέρον η Φέιθ βάζοντας το χέρι της στον ώμο του.

-Είμαι καλά… είναι που… όλα αυτά είναι πραγματικά μια τρέλα… Ούτε καν πιστεύω στη ζωή μετά θάνατον. Παρόλ’ αυτά νομίζω ότι τα πράγματα που βλέπουμε και νιώθουμε… έχουμε ξαναζήσει… Πριν την πρώτη μνήμη που έχω από την παιδική μου ηλικία. Πως θα τα χωρέσω όλα αυτά στη ζωή μου;

-Δεν ξέρω - απάντησε η Φέιθ χαμηλώνοντας το βλέμμα της και ακολουθώντας της γραμμές της μοκέτας. Ούτε η ίδια μπορούσε να εξηγήσει αυτά τα πράγματα.

-Ειλικρινά υπάρχουν πολλά πράγματα που ακόμα δεν καταλαβαίνω - ομολόγησε δειλά - Ίσως αν κάτσουμε και μιλήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες για τα πράγματα που έχουμε δει, να βρούμε κάποια λογική σε όλα αυτά - είπε και σχεδόν πνίγηκε όταν ο Άαρον ακούμπησε το χέρι του πάνω της.

-Αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει, ναι, αλλά για να είμαι ειλικρινής μαζί σου, υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν χρειάζομαι να τα ξεκαθαρίσω άλλο αφού τα καταλαβαίνω ήδη - απάντησε και πλησίασε επικίνδυνα κοντά στην κοπέλα καθώς ακούμπαγε το χέρι του στο μάγουλό της - Δεν ξέρω αν πραγματικά γνωριζόμασταν πιο πριν… σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη ζωή ή μόνο στα όνειρά μου. Το βέβαιο είναι ότι πάντα σε αναζητούσα και τώρα…

-Τώρα; - ψέλλισε χωρίς να αντιστέκεται πια στη ζαλάδα που ένιωθε όταν κοίταζε στα καθαρά μάτια του Άαρον. Παρά την ταραχή στην καρδιά της οι αισθήσεις της, της επέτρεπαν να νιώθει την ένταση αυτού του άντρα να διατρέχει τα μηνίγγια της.

-Τώρα καταλαβαίνω γιατί ποτέ δεν έχω πραγματικά ερωτευτεί.

Η Φέιθ προσπάθησε ενστικτωδώς να αντισταθεί στη γλυκιά πίεση με την οποία ο νεαρός την τράβηξε στο στήθος του. Βέβαια αυτό ήταν μια απλή αντανακλαστική αντίδραση που σύντομα εξασθένησε από μια εσωτερική ώθηση, που την έκανε να μειώνει τις αντιστάσεις της σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ήταν σαν μια εσωτερική φωνή να της φωνάζει ‘Είναι αυτός… Μην φοβάσαι’. Τα υπόλοιπα ήρθαν και πέρασαν με την απαλότητα με την οποία το σώμα παραδίνεται στην επήρεια των ονείρων.

Όσο περίεργο κι αν ακούγεται η κοπέλα ένιωσε ότι είχε ξαναζήσει αυτή την αγκαλιά, με την ίδια αγωνία, την ίδια δύναμη, που έκανε τους μύες της να ενώνονται με τους δικούς του. Μετά, το φιλί που ακολούθησε, εκτός από το ότι ήταν το πρώτο τους, δεν έμοιαζε σαν κάτι καινούργιο, και το στόμα του είχε οικεία γεύση και αίσθηση. Ο Άαρον Τρούμαν δεν ήταν ο πρώτος που τη φιλούσε, αλλά κάτι μέσα της τής έλεγε ότι αυτά τα χείλη που τώρα χάιδευαν τα δικά της, ήταν αναμφίβολα τα πρώτα που άγγιζαν την ψυχή της.



Αμέσως μετά από τη φυσική τους επαφή, δεν άργησε η κοπέλα να συνειδητοποιήσει ότι αργά ή γρήγορα θα κατέληγε να παραδοθεί σε αυτό το συναίσθημα με το οποίο ξύπναγε κάθε πρωί εδώ και λίγο καιρό. Η ιδέα άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια μέσω σκοτεινών μονοπατιών στο μυαλό της Φέιθ και προοδευτικά να βγαίνει στο φως, να γίνεται πιο καθαρή, και πιο αναπόφευκτη κάθε φορά. Ορισμένες εικόνες και άτομα έπαιρναν μορφή καθώς η θέλησή της έλιωνε στα χάδια του νεαρού.


Η Φέιθ άνοιξε τα μάτια της σε ένα πράσινο λιβάδι. Ήταν μπροστά σε έναν ατελείωτο κήπο και μπορούσε να δει μια γυναίκα με ένα ελαφρύ άσπρο φόρεμα που έβγαινε στη βεράντα, για να κάτσει κάτω από τη σκιά της ομπρέλας και να πιει το τσάι της. Η Φέιθ ένιωσε μια ανεξήγητη έλξη προς αυτή τη νέα γυναίκα της οποίας το πρόσωπο δεν μπορούσε ακόμα να διακρίνει από αυτή την απόσταση, και που ήταν κρυμμένο κάτω από ένα λευκό καπέλο με μεγάλο γύρο.

Σαν να φοβόταν ότι θα διακόψει τις σκέψεις αυτής της κυρίας, η Φέιθ πλησίασε αργά. Η έκπληξή της ήταν απερίγραπτη όταν πρόσεξε την ομοιότητα μεταξύ της ίδιας και της κοπέλας στα λευκά. Ήταν σαν να κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη ή σε μια βιντεοπροβολή. Η Φέιθ στεκόταν τώρα σχεδόν μπροστά στην κοπέλα, αλλά εκείνη δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της.

Από τόσο κοντά η Φέιθ μπορούσε να θαυμάσει το άριστο αγγλικό κέντημα που στόλιζε τον λαιμό του φορέματος και τις φίνες δίπλες της βελούδινης φούστας που έπεφτε απαλά μέχρι τη μέση των ποδιών της γυναίκας. Η Φέιθ βυθίστηκε στα μάτια του άλλου εαυτού της και ήταν αδύνατον να μην επηρεαστεί από τη βαθειά μελαγχολία που άστραφτε στο βάθος τους.

Η γυναίκα αναστέναξε ελαφριά καθώς αφηρημένα παρατηρούσε τον πρωινό ήλιο να περνάει μέσα από το διαμαντένιο δαχτυλίδι που στόλιζε το χέρι της. Τότε παρατήρησε η Φέιθ τον ψηλό ξανθό άντρα που βγήκε από το μέγαρο πίσω από την πλάτη της γυναίκας, και που της έμοιαζε γνωστός χωρίς να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Ο άντρας πλησίασε τη γυναίκα και έβαλε τα χέρια του στους ώμους της φιλώντας το μάγουλό της. Η Φέιθ τότε παρατήρησε ότι η γυναίκα άλλαξε την αφηρημένη της έκφραση αυτομάτως και τη ζωγράφισε με ένα χαμόγελο που κάλυψε το θλιμμένο βλέμμα της.

Η Φέιθ ήξερε ότι η λύπη παρέμενε εκεί, ακόμα κι αν ήταν κρυμμένη πίσω από μια μάσκα ευτυχίας.

Μετά όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Κάτι αντρικές φωνές ακούστηκαν να καυγαδίζουν από μια γωνιά του κήπου. Σύντομα κάποιοι άντρες με στολές εμφανίστηκαν μπροστά από το ζευγάρι προσπαθώντας να σταματήσουν έναν κομψοντυμένο νέο με κόκκινα μαλλιά. Αυτοί με τη στολή, που η Φέιθ εξέλαβε σαν υπηρέτες, προσπαθούσαν να πουν στον νεαρό άντρα ότι ο κύριος του σπιτιού δεν ήταν διατεθειμένος να τον δεχτεί, αλλά όσο και αν οι άντρες επέμεναν, ο άντρας συνέχισε να διασχίζει τον κήπο και να κατευθύνετε προς τη βεράντα. Ήταν ξεκάθαρο ότι παρόλο που οι υπηρέτες τον ακολουθούσαν από κοντά και προσπαθούσαν να πείσουν τον εισβολέα ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτος, φοβόντουσαν να φερθούν πιο επιθετικά στον κοκκινομάλλη. Η Φέιθ υπέθεσε ότι ήταν κάποιος το ίδιο σημαντικός και γι’αυτό δεν τολμούσαν να ενεργήσουν πιο αποφασιστικά.

Πριν προλάβει κάποιος από όσους ήταν παρόντες να αντιδράσει, ο κοκκινομάλλης πλησίασε το ζευγάρι σε απόσταση μερικών μέτρων. Η Φέιθ τότε ένιωσε ότι η καρδιά της παρέλυσε από τον φόβο. Με μια ανεξήγητη αγωνία άκουσε τα λόγια του κοκκινομάλλη.

-Αν νομίζεις ότι θα παραμείνω με σταυρωμένα χέρια όσο εσύ θα απολαμβάνεις τη γυναίκα που θέλω, είσαι γελασμένος! Κατάρα στην οικογένειά σου Γουίλιαμ Άλμπερτ! Δεν θα την παντρευτείς ποτέ!

Μετά από αυτό, όλα τα γεγονότα έγιναν σαν μέσα από μια θολή σύγχυση. Ο νεαρός άντρας έβαλε το ένα χέρι στην τσέπη του, έβγαλε ένα όπλο και σημάδεψε τον ξανθό άντρα. Η νέα κοπέλα γύρισε το πρόσωπό της και η Φέιθ είδε τον τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια της. Με ταχύτητα πιο γρήγορη από αυτή του κοκκινομάλλη, που ήταν προφανώς μεθυσμένος, η γυναίκα με τα λευκά σηκώθηκε όρθια.

-Μην κάνεις κάτι που θα μετανιώσεις Νηλ! - φώναξε καθώς έβαζε το σώμα της ανάμεσα στον ξανθό και στην πορεία της σφαίρας που έβγαινε από την κάνη του όπλου.

Η Φέιθ ήθελε να ουρλιάξει και να προειδοποιήσει την άλλη ξανθιά γυναίκα αλλά ο κόκκινος λεκές που εξαπλώθηκε καλύπτοντας το λευκό φόρεμα και ο περίεργος πόνος στο στομάχι της, την έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι ήταν πολύ αργά πια. Το λευκό καπέλο έπεσε στο πάτωμα και το σώμα της γυναίκας που αργοπέθαινε κατέρρευσε στα χέρια του ξανθού άντρα. Οι υπηρέτες χτύπησαν με γροθιές τον κοκκινομάλλη που ούρλιαζε και έκλαιγε ταυτόχρονα σαν να τρελαινόταν.

Για μια στιγμή η Φέιθ νόμιζε ότι είχε χτυπήσει αυτήν η σφαίρα, καθώς ο δυνατός πόνος στο στομάχι της δεν έφευγε όσο πλησίαζε το ξανθό κορίτσι που ήταν ξαπλωμένο στο πάτωμα της βεράντας.

-Θεέ μου, αγάπη μου, κάνε κουράγιο! Ο γιατρός θα έρθει σύντομα κι εσύ θα γίνεις καλά - προσπαθούσε να μείνει ήρεμος, αλλά η Φέιθ έβλεπε ότι ο καημένος άντρας πέθαινε κι αυτός από τον καημό του όταν συνειδητοποίησε ότι το τραύμα στο σώμα της ήταν αναμφίβολα θανατηφόρο.

-Δεν χρειάζεται… πια - είπε η κοπέλα με δυσκολία - Ο Θεός ξέρει… τι κάνει.

-Μη το λες αυτό.

-Να προσέχεις τον εαυτό σου… να είσαι ευτυχισμένος… και απελευθερώσου από αυτό το χρυσό κλουβί.. που σε πνίγει - ψιθύρισε στο αυτί του με μισοπεθαμένη φωνή.

-Μην με αφήνεις.

-Μια τελευταία χάρη... δωσ’ τον σε αυτόν… και συγχώρεσέ με.. που δεν μπόρεσα να… - κατάφερε να πει δείχνοντας με το καλυμμένο από το αίμα χέρι της, τον σταυρό που κρεμόταν από τον λαιμό της. Μετά εξέπνευσε την τελευταία της πνοή.




Ο Άαρον ένιωσε ότι το πνεύμα του τον εγκατέλειπε με το άγγιγμα των χειλιών της Φέιθ. Μια γεύση αγριολούλουδων γέμισε το στόμα του και ξαφνικά ένιωσε ότι όλος ο κόσμος εξαφανιζόταν για να τον αφήσει μόνο του με αυτή την γυναίκα στα χέρια του που αργά παραδινόταν στα χάδια του. Συνειδητοποίησε ότι το κενό που ένιωθε είχε καλυφτεί πλήρως. Έμοιαζε ότι η αναζήτηση είχε τελειώσει. Του είχε πάρει πολύ να φτάσει σε αυτό το σημείο στη ζωή του.

Ο Άαρον άνοιξε τα μάτια του σε ένα βροχερό τοπίο. Μπορούσε να δει ανθρώπους ντυμένους στα μαύρα να παρίστανται σε μια κηδεία κάτω από τις ομπρέλες τους. Οι άντρες ήταν ντυμένοι με σκούρα κοστούμια και με καπέλα φτιαγμένα από υλικό που χρησιμοποιούταν στην αρχή του αιώνα και οι γυναίκες φορούσαν μακριά μαύρα φορέματα ραμμένα σύμφωνα με τη μόδα του ‘20. Κάποιες μεγαλύτερες γυναίκες φόραγαν ακόμα φούστες ως τον αστράγαλο.

Όλοι έδειχναν βαθιά λυπημένοι λες και το άτομο που κηδευόταν εκείνη την ημέρα να είχε αγαπηθεί από όλους. Ο ιερέας έκανε κήρυγμα στο πλήθος, αλλά ούτε τα λόγια του μπορούσαν να παρηγορήσουν μια μεγάλη κυρία με γκρι μαλλιά που έκλαιγε απαρηγόρητη στα χέρια μιας χλωμής καλόγριας που κοίταγε τη σκηνή με σιωπηλή θλίψη.

Ο Άαρον δεν είχε ιδέα ποιος είχε πεθάνει, αλλά περιέργως ένιωθε την ψυχή του να διαλύεται σαν να αφορούσε κάποιον που σήμαινε γι’αυτόν όλη του τη ζωή. Η τελετή συνεχίστηκε αργά και ο Άαρον συνέχισε να κοιτάζει από μακριά. Τότε, όλοι οι συγγενείς πλησίασαν το φέρετρο καλύπτοντάς το με λευκά τριαντάφυλλα, λέγοντας το τελευταίο αντίο στο άτομο που έπαψε να υπάρχει ανάμεσα στους ζωντανούς. Αργά, οι παρευρισκόμενοι άρχισαν να φεύγουν. Μόνο ένας ψηλός ξανθός άντρας έμεινε, μαζί με δυο ακόμα άντρες που έμοιαζαν να είναι οι σωματοφύλακές του. Έμειναν προσηλωμένοι κάτω από τις ομπρέλες τους στην καταρρακτώδη βροχή.

Τότε εμφανίστηκε ένα απρόσμενο άτομο, βγαίνοντας από ένα αυτοκίνητο. Ο Άαρον είχε δει το αυτοκίνητο παρκαρισμένο σε έναν παράπλευρο δρόμο του νεκροταφείου, από την αρχή της τελετής, αλλά δεν είχε βγει από την κρυψώνα του για να δει τον άντρα που του έμοιαζε τόσο πολύ που θα μπορούσε να είναι ο δίδυμός του αδερφός.

Ο άντρας με τα ξανθά μαλλιά είδε αυτόν τον καστανομάλλη άντρα, επίσης ντυμένο στα μαύρα, και χρειάστηκαν μόνο ένα δευτερόλεπτο για να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλον και να αγκαλιαστούν σφιχτά. Ο Άαρον ένιωσε ότι άλλο ένα κομμάτι του παζλ είχε μπει στη θέση του, καθώς οι δυο άντρες έκλαιγαν αγκαλιασμένοι με μια λύπη που ο Άαρον δεν είχε βιώσει ποτέ ξανά. Ξαφνικά ο Άαρον ήξερε ότι οι δυο άντρες είχαν ενωθεί με έναν πολύ δυνατό δεσμό που κάποτε είχε σπάσει, αλλά που αυτό το πρωινό ξανακόλλησε για να μην ξαναδιαλυθεί ποτέ.

Όταν οι δυο άντρες αποχωρίστηκαν, αντάλλαξαν κουβέντες που ο Άαρον δεν μπορούσε να ακούσει, αλλά με κάποιον τρόπο κατάλαβε το νόημά τους. Τότε, ο ξανθός άντρας έβγαλε κάτι από την τσέπη του και το έβαλε στα χέρια του καστανομάλλη.

-Ήθελε να το έχεις - έμοιαζε να του είπε.

Ο καστανομάλλης εξέφρασε σοβαρά την εκτίμησή του και αποχαιρέτησε τον ξανθό άντρα που έφυγε ακολουθούμενος από τους σωματοφύλακές του. Ο σωσίας του Άαρον έμεινε μόνος στη βροχή κοιτώντας τους νεκροθάφτες να κατεβάζουν το φέρετρο μέσα στον τάφο. Ο Άαρον τον πλησίασε αργά και πρόσεξε ότι η παρουσία του δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή. Εκείνος έκλαιγε σιωπηλά ενώ έσφιγγε στη χούφτα του το αντικείμενο που του έδωσε ο ξανθός άντρας. Έναν σταυρό.

Μόλις οι νεκροθάφτες τέλειωσαν τη δουλειά τους, ο άντρας έβγαλε το ρολόι του να δει την ώρα. Ήταν 11:30 το πρωί.

-Η ζωή μου σταματάει εδώ - ψιθύρισε ο άντρας - Σου ορκίζομαι ότι ο ήλιος δεν θα ξαναβγεί στην ψυχή μου μέχρι να σε δω ξανά - και ο Άαρον κατάλαβε πολύ καλά τι εννοούσε ο νεαρός άντρας.

Με αργό βήμα ο άντρας απομακρύνθηκε από τον τάφο βυθισμένος στις σκέψεις του. Μπήκε στο αυτοκίνητό του και εξαφανίστηκε στη βροχή. Ο Άαρον ένιωσε τη ζεστασιά των δικών του δακρύων που έτρεχαν στα μάγουλά του.



Ενώ ακόμα φιλιόντουσαν το ρολόι στον τοίχο έδειξε 11:31, αρχίζοντας να λειτουργεί ξανά μετά από σχεδόν 80 χρόνια. Ο Άαρον τότε ήξερε ότι ο ήλιος είχε βγει ξανά.







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: Μια ιστορία της Νέας Υόρκης

Δημοσίευση από libra Την / Το Παρ Νοε 19, 2010 10:43 pm



Το πρωινό φως διείσδυσε ξεδιάντροπα από τα χρωματιστά τζάμια του μεγάλου παράθυρου. Οι αχτίδες του ηλίου δεν ενόχλησαν καθόλου τον ξαπλωμένο άντρα που κοιμόταν ακόμα βαθειά. Αντιθέτως, η γυναίκα δίπλα του ξύπνησε σύντομα, από το φως του ηλίου. Η γυναίκα ανασηκώθηκε απομακρύνοντας το σεντόνι που την σκέπαζε. Μισοκοιμισμένη ακόμα έπιασε τη ρόμπα της που κρεμόταν στο προσκέφαλο του κρεβατιού για να καλύψει τη γύμνια της.

Η κοπέλα ξεφυσώντας περπάτησε με σιγανά βήματα καθώς σκεφτόταν τη μέρα που ξεκίναγε και άκουγε τον ήχο των αυτοκινήτων 20 ορόφους κάτω. Με ένα χαμόγελο τίναξε τα χρυσά μαλλιά της και ετοιμάστηκε να αρχίσει τις καθημερινές μικροδουλειές της. Πριν βγει από το δωμάτιο φίλησε απαλά τα μαλλιά του κοιμισμένου άντρα και απομάκρυνε τις καστανές τούφες που κάλυπταν το πρόσωπό του. Μετά κατευθύνθηκε στο μπάνιο.

Καθώς το νερό έτρεχε στο σώμα της, η Φέιθ Τρούμαν έκλεισε τα μάτια της και ανακάλεσε τα γεγονότα των τελευταίων τριών ετών. Ήταν πια απόφοιτη και εργαζόταν παρτ-ταιμ σε ένα σχολείο με ειδικές ανάγκες στο Μπρονξ. Η Μισέλ έφυγε από τις ΗΠΑ για να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές σπουδές της στην Αγγλία, αλλά επικοινωνούσαν μέσω email και βλέπονταν στις καλοκαιρινές διακοπές και ήταν ακόμα το ίδιο πολύ δεμένες.

Η καλλιτεχνική δουλειά του Άαρον είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται, οι πρώτες του εκθέσεις ήταν επιτυχείς και τώρα συνεργαζόταν με μια ξακουστή σχεδιαστική εταιρεία και έφτιαχνε τα σκηνικά για το γαλλικό μιούζικαλ ‘Ρωμαίος και Ιουλιέτα’ που μόλις είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Η μητέρα του ήταν πολύ περήφανη γι’αυτόν και ο πατέρας του, αν και ακόμα απόμακρος, είχε πολύ καλύτερη επαφή με τον νεαρό.

‘Αύριο είναι 2 Ιουλίου’ - σκέφτηκε η Φέιθ καθώς το σαμπουάν ξεβγαζόταν από το νερό.

Ζούσε με τον Άαρον σχεδόν δυο χρόνια και σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα κανείς τους δεν μπόρεσε να καταλάβει πλήρως το μυστηριώδες παρελθόν που τους ένωνε. Κάποιες έρευνες του Άαρον αποκάλυψαν ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ήταν ο Τέρρενς Γκράντσεστερ, ένας Σαιξπηρικός ηθοποιός του 20ού αιώνα που ήταν πολύ δημοφιλής μέχρι το θάνατό του το 1942. Ωστόσο δεν ήξερε σχεδόν τίποτα για τον φίλο που ο ηθοποιός αποκαλούσε Άλμπερτ και που του έστελνε γράμματα από τα πιο απόμακρα μέρη του πλανήτη επί 15 χρόνια.

Ο Άαρον ανακάλυψε αυτά τα γράμματα σε ένα κουτί ανάμεσα στα βιβλία που η Μίτσι δεν είχε προσέξει, αλλά δεν υπήρχαν άλλες λεπτομέρειες γι’αυτόν. Μόνο το μικρό όνομα αυτού που τα έγραψε χωρίς επίθετο ή άλλη ένδειξη προέλευσης. Ωστόσο, οι αναφορές στο ημερολόγιο και τα οράματά τους, υπέδειχναν ότι το άτομο που ονομαζόταν Άλμπερτ ήταν το άτομο που «εκείνη» είχε αρραβωνιαστεί.

Υπήρχαν επίσης μερικά γράμματα με γυναικείο γραφικό χαρακτήρα, γραμμένα σε τρυφερό και ανεπίσημο ύφος που ο Άαρον και η Φέιθ αναγνώρισαν σαν τα γράμματα που «εκείνη» είχε γράψει σε μια εποχή που η ζωή τους ήταν λιγότερο σκληρή. Έτσι μπόρεσαν να βρουν το όνομα της εν λόγω γυναίκας. Κάντυ Γουάιτ. Με σκόρπιες πληροφορίες που συγκέντρωσαν δεξιά και αριστερά, το ζευγάρι συμπέρανε ότι ‘ο καλλιτέχνης’ αγαπούσε αυτή τη γυναίκα όλη του τη ζωή και ότι εκείνη, όπως είχε δει η Φέιθ στο όραμά της, πέθανε βίαια στην προσπάθειά της να σώσει τη ζωή του αρραβωνιαστικού της από την επίθεση ενός ανεπιθύμητου μνηστήρα στις 2 Ιουλίου.

Γιατί είχαν οράματα ενός μακρινού παρελθόντος; Η αλήθεια είναι ότι δεν θα μάθαιναν ποτέ, αλλά ένα ήταν σίγουρο, το πεπρωμένο, η μοίρα, ο Θεός ή ότι άλλο υπάρχει, τους έφεραν κοντά για έναν λόγο. Να αγαπηθούν και να κλείσουν έναν κύκλο που κάποτε έμεινε ανοιχτός και ζήταγε να ολοκληρωθεί.

Ίσως αν τα οράματα και τα όνειρα δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ, ο Άαρον και η Φέιθ να είχαν και πάλι ερωτευτεί. Πως αλλιώς θα γινόταν; Το μόνο που είχε σημασία για την Φέιθ ήταν ότι τελικά κατάφερε να βρει το πρόσωπο στο πλήθος που πάντα αναζητούσε.





Η γριούλα κοίταζε τους περαστικούς σαν εικόνες στην τηλεόραση. Τους κοίταζε χωρίς να τους βλέπει, απορροφημένη στις σκέψεις της και τις αναμνήσεις της. Η νεαρή κοπέλα από πίσω της συνέχιζε να σπρώχνει το αναπηρικό καροτσάκι χωρίς πολύ ενδιαφέρον. Δεν μιλούσαν πολύ.

Ξαφνικά, τα γαλανά μάτια της γριούλας, άψυχα από τα πολλά χρόνια ζωής, έλαμψαν για μια στιγμή όταν είδε ένα νέο ζευγάρι. Αυτός ήταν λεπτός αλλά μυώδεις, είχε καθαρά μάτια και καστανά μαλλιά. Αυτή ήταν ξανθιά με ωχρό δέρμα. Τα μάτια της ήταν πράσινα, πολύ πράσινα, σαν το ανοιξιάτικο γρασίδι, και η γριούλα νόμιζε ότι είδε βαθειά σε αυτά τα μάτια μια χιονισμένη βραδιά πολλά χρόνια πριν, τόσα πολλά που δεν θα μπορούσε να είναι τα ίδια. Οι δυο νέοι περπατούσαν αγκαλιασμένοι και σταμάταγαν συχνά στις βιτρίνες γελώντας με απλά πράγματα. Ήταν ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι, αυτό ήταν προφανές σε όποιον τους έβλεπε. Το πλήθος προχώρησε και η γριούλα είδε το ζευγάρι να απομακρύνεται. Το μαύρο δερμάτινο μπουφάν και τα καστανά μαλλιά του νεαρού που ανέμιζαν ήταν το τελευταίο πράγμα που μπορούσε να δει από μακριά.

-Ήταν σαν όνειρο - ψιθύρισε με μάτια βουρκωμένα.

-Συμβαίνει κάτι θεία; - ρώτησε η νέα κοπέλα.

-Όχι.. τίποτα… πάμε σπίτι - είπε η γριούλα καθώς σκούπιζε τα μάτια της.





-Μου είπαν ότι η θεία σου πέθανε πριν δυο βδομάδες.

-Ναι. Η καημένη γριούλα, η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν καθόλου καλά. Ήταν πολύ μεγάλη, είπε η Αμάντα Χάθαγουεη.

-Ήταν αδερφή του παππού σου; - ρώτησε η φίλη της Αμάντα.

-Όχι, ήταν σύζυγος ενός φίλου του παππού μου. Βασικά δεν είχαμε συγγένεια μαζί της, αλλά ο παππούς μου την ανέλαβε υπό την προστασία του όταν αυτή χήρεψε και η ευθύνη μεταβιβάστηκε από γενιά σε γενιά.

-Ήταν πολύ μεγάλη, πόσο χρονών ήταν;

-Νομίζω ότι έκλεισε τα 105 πριν 3 μήνες, απάντησε η Αμάντα προσπαθώντας να κάνει τον υπολογισμό.

-Ουάου! Θα πρέπει να είδε τον κόσμο να αλλάζει τρομερά.

-Φαντάσου! Όταν ήταν νέα η γυναίκα φορούσε μακριά φορέματα και κορσέδες, τα αυτοκίνητα ήταν κάτι καινούργιο και τα αεροπλάνα σπάνια - πληκτρολόγησε γρήγορα η Αμάντα.

-Είπες πως ήταν χήρα; - ρώτησε η φίλη της Αμάντα από την άλλη πλευρά της γραμμής.

-Ναι. Ο άντρας της πέθανε το ‘40, αλλά αυτή δεν ξαναπαντρεύτηκε. Νομίζω ότι ήταν ηθοποιός στα νιάτα της, σαν τους προ-παππούδες μου, αλλά σταμάτησε όταν έχασε το πόδι της σε ένα ατύχημα. Δεν έπαιξε ξανά. Ο παππούς μου έλεγε ότι ήταν καλή ηθοποιός.

-Κρίμα! - ήταν η απάντηση της φίλης της Αμάντα που εμφανίστηκε στην οθόνη.

-Αύριο θα κάνω με τον μπαμπά μου γενική καθαριότητα στο δωμάτιο της θείας Σουζάνα. Θα κρατήσουμε κάποια πράγματα, κάποια άλλα θα τα δώσουμε και ίσως πουλήσουμε μερικά σε αντικερί. Είχε κάποια πολύ παλιά πράγματα αποθηκευμένα στο δωμάτιό της, που έμοιαζε με μουσείο. Θες να έρθεις;

-Δεν είναι κακή ιδέα, αλλά θα φύγω τώρα. Θα σε πάρω αύριο να σου πω αν θα μπορέσω να έρθω.

-ΟΚ όπως και να χει θα τα ξαναπούμε την επόμενη εβδομάδα.

-Φυσικά Αμάντα, ίδια ώρα. Θα περιμένω να συνδεθείς στο ICQ.

-Έγινε.




-Μπορώ να δω αυτό το σχέδιο; - ρώτησε ο νεαρός την κοπέλα που δούλευε στην αντικερί.

-Μάλιστα κύριε. Είναι χρυσός και σπάνιος. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι φτιάχτηκε ανάμεσα στο 1900 και το 1905.

-Είναι εντυπωσιακά καλοδιατηρημένος - είπε ο άντρας νιώθοντας μεγαλύτερη έλξη για αυτόν τον σταυρό. Κάτι του έλεγε ότι κάπου τον είχε ξαναδεί.

-Ναι όντως. Είναι ένα από τα πιο πρόσφατα αποκτήματά μας. Ανήκε σε μια κυρία που πέθανε πρόσφατα και οι συγγενείς της μας πούλησαν διάφορα πράγματά της.

-Παρακαλώ μπορείτε να μου τον τυλίξετε; - είπε ο άντρας χαμογελώντας και η πωλήτρια σκεφτόταν ότι είχε το πιο όμορφο χαμόγελο σε όλο το Μανχάταν.

-Να υποθέσω ότι θέλετε περιτύλιγμα για του Αγίου Βαλεντίνου; - ρώτησε η κοπέλα.

-Ναι, για τη σύζυγό μου.

-Μάλιστα, - είπε η κοπέλα δαγκώνοντας τη γλώσσα της από τη ζήλια για τη γυναίκα που γέμιζε τις σκέψεις αυτού του άντρα.

-Κάτι ακόμα παρακαλώ. Πριν τον τυλίξετε, μπορείτε να χαράξετε ένα όνομα στο πίσω μέρος;

-Φυσικά. Ποιο είναι το όνομα;

-Φέιθ Τρούμαν.



-ΤΕΛΟΣ-







libra
Terry Total Freak
Terry Total Freak

Αριθμός μηνυμάτων : 17804
Points : 24878
Ημερομηνία εγγραφής : 06/11/2010
Ηλικία : 39
Τόπος : αλλού γι'αλλού
Χιούμορ : Always off topic

http://terry.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης